Η απόπειρα κατά της ζωής του Βενιζέλου στο Παρίσι: Η πορεία των ανακρίσεων και η δίκη των δραστών

Γιάννης Μουρέλος – Clio Turbata

Η είδηση, η οποία έφτασε νωρίς το πρωί της 31 Ιουλίου/13 Αυγούστου 1920 στην κρυπτογραφική υπηρεσία του υπουργείου Εξωτερικών, στην Αθήνα, φάνταζε αδιανόητη:

Παρίσιοι, 12 Αὐγούστου 1920, 11.5 μ.μ.

Καθ’ ἣν στιγμήν Πρόεδρος εἰσήρχετο τόν σταθμόν ὃπως ἐπιβιβασθῇ τῆς ἁμαξοστοιχίας δύο ἂτομα ἐπυροβόλησαν πεντάκις διά περιστρόφου κατ’ αὐτοῦ. Ὁ Πρόεδρος ἒχει δύο τραύματα, ἓν εἰς τήν ὠμοπλάτην, το ἕτερον εἰς τό ἰσχίον (μεταξύ αὐτῶν). Τραύματα κατά τήν πρώτην ἐξέτασιν τῶν ἰατρῶν δέν παρουσιάζουσι κίνδυνον. Ὁ Πρόεδρος μετεφέρθη ἀμέσως εἰς τήν κλινικήν Μπιζέ. Διατηρεῖ πλήρεις αἰσθήσεις του καί συνδιαλέγεται μετά θάρρους καί ἂνευ τῆς ἐλαχίστης μειώσεως τῆς συνήθους του διαθέσεως…

Ρωμάνος¹

Λιγότερο από μια ώρα αργότερα παρελήφθη νέο τηλεγράφημα με συμπληρωματικές πληροφορίες:

Τρίς ἐπεῖγον ἀπόλυτος προτεραιότης                                         Παρίσιοι, 30/12/8/20 11.45 μ. μ.

Οἱ δρᾶσται τῆς ἀποπείρας φόνου κατά Κου Προέδρου συνελήφθησαν αὐτοστιγμεί. Ὀνομάζονται Κυριάκης Γεώργιος πρῴην ὑπολοχαγός μηχανικοῦ και Τσερέπης Ἀπόστολος πρῴην ὑποπλοίαρχος. Τήν στιγμήν ταύτην γίνεται ἡ ραδιοσκόπησις καί θά τηλ/σω ἀποτέλεσμα μετά ὣραν περίπου.

Ρωμάνος

Ἐλήφθη 31/13/8/20 ὣρα 10.30²

Δυο μέρες νωρίτερα είχε προηγηθεί η συνομολόγηση της Συνθήκης Ειρήνης των Σεβρών με την Οθωμανική Αυτοκρατορία και ο πρόεδρος της ελληνικής κυβέρνησης ετοιμαζόταν να επιστρέψει στην πατρίδα.

Η δολοφονική απόπειρα στον σιδηροδρομικό σταθμό της Λυών

Οι λεπτομέρειες της απόπειρας είναι γνωστές από τη δικογραφία και τα πρακτικά της δίκης των δραστών (αμφότερα βρίσκονται στα Εθνικά Αρχεία της Γαλλίας, σε εκείνα των υπουργείων Εξωτερικών και Στρατιωτικών της ίδιας χώρας, τέλος, στα αρχεία της Αστυνομικής Διεύθυνσης του Παρισιού), καθώς και από την εκτενή διπλωματική αλληλογραφία, η οποία φυλάσσεται στο αρχείο του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών.

Το βράδι της 30 Ιουλίου/12 Αυγούστου, ο Ελευθέριος Βενιζέλος και η συνοδεία του επρόκειτο να επιβιβασθούν σε αμαξοστοιχία, η οποία θα αναχωρούσε στις 20.30΄από τον σιδηροδρομικό σταθμό της Λυών με προορισμό τη Νίκαια της νοτίου Γαλλίας. Οι αστυνομικές αρχές του Παρισιού είχαν αυξήσει τα μέτρα ασφαλείας κατόπιν αιτήματος της ελληνικής πρεσβείας, στην οποία είχαν περιέλθει λίγο νωρίτερα φήμες περί ξεσπάσματος αντιβενιζελικού κινήματος στην Αθήνα (οι παραπάνω φήμες αποδείχτηκαν αβάσιμες).³ Ο Έλληνας πρωθυπουργός αναχώρησε από το ξενοδοχείο Meurice όπου διέμενε, στις 20.00΄μ.μ. και επιβιβάστηκε στο αυτοκίνητο της πρεσβείας. Στο μεταξύ, στον σιδηροδρομικό σταθμό είχε αυξηθεί η επιτήρηση τόσο από τους Γάλλους αστυνομικούς, όσο και από το προσωπικό ασφαλείας του Έλληνα πρωθυπουργού. Μάλιστα, επιτόπου είχε καταφθάσει νωρίτερα ο Ανδρέας Μιχαλακόπουλος προκειμένου να βεβαιωθεί ότι τα πάντα είχαν καλώς.

Στις 20.25΄μ.μ. η πρωθυπουργική συνοδεία εισήλθε στον σταθμό. Ο Βενιζέλος περιστοιχιζόταν από τους Άθω Ρωμάνο, πρεσβευτή της Ελλάδας στο Παρίσι, Λάμπρο Κορομηλά, πρεσβευτή στη Ρώμη και Maurice Paléologue, γενικό γραμματέα του υπουργείου Εξωτερικών της Γαλλίας που είχαν μεταβεί εκεί για να τον ξεπροβοδίσουν. Κρίθηκε προτιμότερο να αποφευχθεί η χρήση της κεντρικής εισόδου και να προκριθεί εκείνη του χώρου αποσκευών. Όχι μόνο ο συνωστισμός ήταν μικρότερος, αλλά και η διαδρομή προς την αποβάθρα αρ. 2, όπου ανέμενε ο συρμός, περιοριζόταν δραστικά.

Οι πρώτες ύποπτες ενδείξεις είχαν ήδη εκδηλωθεί στην αποβάθρα. Ο εκ των ανδρών ασφαλείας Β. Λεοντόπουλος αντιλήφθηκε τον απότακτο υποπλοίαρχο Απόστολο Τσερέπη να περιφέρεται πλησίον της αμαξοστοιχίας. Ο Τσερέπης ήταν γνωστός για τα αντιβενιζελικά του αισθήματα και η παρουσία του επί της αποβάθρας προκάλεσε εύλογη ανησυχία. Ενώ ο Τσερέπης εγκατέλειπε τον χώρο με κατεύθυνση προς την αίθουσα των αποσκευών, ο Λεοντόπουλος αναζήτησε απεγνωσμένα τον μοίραρχο Τσάκωνα, υπεύθυνο ασφαλείας του πρωθυπουργού, προκειμένου να τον ενημερώσει σχετικά. Όμως, η πρωθυπουργική συνοδεία είχε ήδη εισέλθει στον σταθμό και ο Τσάκωνας είχε εγκαταλείψει και εκείνος την αποβάθρα προκειμένου να προϋπαντήσει τον Βενιζέλο.⁴

Η αποβάθρα αρ.2σε καρτ-ποστάλ του 1920.

Τη στιγμή, κατά την οποία ο Βενιζέλος ανταπέδιδε στους Γάλλους αστυνομικούς τον χαιρετισμό, ακούστηκαν οι πυροβολισμοί. Συνολικά ρίχτηκαν επτά (πέντε από τον Τσερέπη και δυο από τον Κυριάκη). Ο Έλληνας πρωθυπουργός είχε βρεθεί μεταξύ διασταυρωμένων πυρών, καθώς ο μεν Κυριάκης είχε κρυφτεί πίσω από έναν σορό αποσκευών, ο δε Τσερέπης στο άνοιγμα μιας θύρας, κατά μέτωπο με το υποψήφιο θύμα του. Ενστικτωδώς, ο Βενιζέλος έσκυψε προς τον τοίχο για να αποφύγει τα πυρά. Παρά ταύτα, τραυματίστηκε από δυο σφαίρες στην ωμοπλάτη και στην κάτω κοιλιακή χώρα. Πιο σοβαρό υπήρξε το πρώτο τραύμα, καθώς η σφαίρα σφηνώθηκε στο οστούν. Η δεύτερη σφαίρα πέρασε ξυστά, καταφέροντας επιφανειακές εκδορές. Οι δυο δράστες συνελήφθησαν επιτόπου από αστυνομικούς και υπαλλήλους του σταθμού (ο Κυριάκης μάλιστα κακοποιήθηκε με αποτέλεσμα να χρειαστεί ιατρική περίθαλψη στο κρατητήριο). Ο Βενιζέλος μεταφέρθηκε κατεπειγόντως σε κλινική της οδού Bizet, όπου την επομένη υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση της σφαίρας. Παρέμεινε κλινήρης επί μια εβδομάδα. Αμέσως μόλις έλαβε εξιτήριο αναχώρησε για τη Μασσαλία. Στις 14/27 Αυγούστου επιβιβάστηκε στο θωρηκτό Αβέρωφ και ακολούθως επέστρεψε στην Ελλάδα.

Στη διάρκεια της ανάκρισης καθώς και στην απολογία του ενώπιον του δικαστηρίου, ο Τσερέπης ισχυρίστηκε πως “αντικρίζοντας τον Βενιζέλο να εισέρχεται στον σταθμό ως σουλτάνος, περιστοιχισμένος από συνοδεία 30 αστυνομικών [σ.σ. 34 για την ακρίβεια], αισθάνθηκα το αίμα να μου ανεβαίνει στο κεφάλι”. Ο ίδιος είχε σημαδέψει το στήθος, στο ύψος της καρδιάς. Ο φόβος μήπως τραυματίσει τρίτους ήταν εκείνος που τον είχε κάνει να αστοχήσει. Από την βαλλιστική εξέταση προέκυψε πως το τραύμα στην ωμοπλάτη είχε καταφερθεί από το όπλο του Κυριάκη και το δεύτερο στην κοιλιακή χώρα, από εκείνο του Τσερέπη.

Σύμφωνα με τα λεγόμενά τους, το πρωί της 30 Ιουλίου/12 Αυγούστου οι δυο δράστες συναντήθηκαν στο κοσμικό Café de la Paix του βουλεβάρτου της Madeleine. Τότε, όπως ισχυρίστηκαν αργότερα, έλαβαν από κοινού την απόφαση να δολοφονήσουν τον Βενιζέλο. Ο Τσερέπης κατέβαλε στον συνένοχό του ένα χρηματικό ποσό. Με αυτό, μεταξύ 11.00΄π.μ. και 12.00΄μ.μ., ο Κυριάκης μετέβη στο κατάστημα όπλων Flobert επί του βουλεβάρτου Saint-Michel, από όπου προμηθεύτηκε δυο περίστροφα και πενήντα σφαίρες. Εν συνεχεία, έθεσε υπό διακριτική παρακολούθηση το ξενοδοχείο Meurice, από το οποίο επρόκειτο να αναχωρήσουν ο Βενιζέλος και η συνοδεία του. Περί τις 17.00΄μ.μ. πέρασε έξω από το ξενοδοχείο και ο Τσερέπης. Ο Κυριάκης τον πληροφόρησε πως η εν γένει κινητικότητα μαρτυρούσε ότι ο πρωθυπουργός ετοιμαζόταν να το εγκαταλείψει εντός των προσεχών ωρών. Κατόπιν, γύρω στις 18.00΄μ.μ., ο Τσερέπης συναντήθηκε με τον πλωτάρχη Φωκά, ο οποίος διατηρούσε στενές σχέσεις με την πρεσβεία, ζητώντας του να του δανείσει το ποσό των 200 γαλλικών φράγκων. Στην ανάκριση ομολόγησε ότι σκόπευε να κάνει χρήση του ποσού αυτού σε περίπτωση αναστολής της απόπειρας, οπότε θα επιβιβαζόταν στην ίδια αμαξοστοιχία.⁵

Αναπαράσταση της δολοφονικής απόπειρας.
Τα αιματοβαμμένα ρούχα του Βενιζέλου, όπως εκτίθενται στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών “Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος”, στα Χανιά.

Ακολούθως, ο Τσερέπης διασταύρωσε από έναν Έλληνα δημοσιογράφο ονόματι Σκαπάντη, την πληροφορία πως ο Βενιζέλος σκόπευε να αναχωρήσει το ίδιο βράδι. Επιβιβάστηκε σε ένα ταξί, παρέλαβε τον Κυριάκη από την είσοδο του ξενοδοχείου Meurice και μαζί αφίχθησαν στον σιδηροδρομικό σταθμό της Λυών γύρω στις 20.00΄μ.μ. Αρχικά κάθισαν σε ένα παγκάκι πλησίον της αίθουσας των αποσκευών. “Συζητήσαμε για τα πάντα, πλην της απόπειρας”, κατέθεσε ο Τσερέπης ενώπιον του δικαστηρίου. Κατόπιν, μετέβη πλησίον της αμαξοστοιχίας, οπότε και υπέπεσε στην αντίληψη του Λεοντόπουλου. Ακολούθησε η απόπειρα, ο τραυματισμός του Βενιζέλου και η σύλληψη των δραστών. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες του Ρωμάνου και άλλων παρισταμένων, τη στιγμή της ακινητοποίησής του ο Τσερέπης αναφώνησε: “Εάν δεν τον έφαγα τώρα, θα τον πετύχω μια άλλη φορά”. Ο ίδιος το αρνήθηκε.⁶

Η είδηση της απόπειρας στα πρωτοσέλιδα γαλλικών και ελληνικών εφημερίδων.

Η πορεία των ανακρίσεων

Πολλά υπήρξαν τα ερωτήματα, τα οποία προέκυψαν από τον τρόπο με τον οποίον έλαβε χώρα η απόπειρα:

1)  Οι δυο επίδοξοι δολοφόνοι ενήργησαν αυτοβούλως, όπως ισχυρίστηκαν, ή κατόπιν άνωθεν εντολής;
2)  Υπήρξε εσωτερική πληροφόρηση, εφόσον οι Κυριάκης και Τσερέπης έστησαν ενέδρα εντός της αίθουσας αποσκευών, σαν να γνώριζαν εκ των προτέρων το δρομολόγιο, το οποίο θα ακολουθούσε, για λόγους ασφαλείας, η πρωθυπουργική πομπή εντός του σιδηροδρομικού σταθμού;
3)  Πώς ήταν δυνατό να σημειωθεί δολοφονική απόπειρα τη στιγμή που τα μέτρα ασφαλείας ήταν αυξημένα και ο Έλληνας πρωθυπουργός τελούσε υπό την επιτήρηση δύναμης 34 αστυνομικών;

Αυτά, και πολλά άλλα, απασχόλησαν τις γαλλικές και ελληνικές αρχές από την πρώτη κιόλας στιγμή. Τα περισσότερα έχουν μείνει αναπάντητα έως σήμερα.

Στην κατ’ αντιπαράσταση ανάκριση, όπως και ενώπιον του δικαστηρίου, οι δυο δράστες εμφάνισαν την ενέργειά τους ως προϊόν αυτοσχεδιασμού. Ευθύς εξ αρχής, οι έρευνες των γαλλικών αρχών επικεντρώθηκαν στην ίδια την απόπειρα καθώς δήλωσαν αναρμόδιες να εξετάσουν το ενδεχόμενο ευρύτερης συνωμοσίας. Υποσχέθηκαν πάντως να αξιολογήσουν παρεμπιπτόντως στοιχεία ενοχής σε συνωμοσία προς διευκόλυνση του έργου της ελληνικής Δικαιοσύνης. Αποδέχθηκαν επίσης την παρουσία του πρωτοδίκη Εμμανουήλ Σαουνάτσου ως παρατηρητή στο πλαίσιο των ανακρίσεων. Ο τελευταίος λειτούργησε ως σύνδεσμος ανάμεσα στις γαλλικές δικαστικές αρχές και την ελληνική πρεσβεία του Παρισιού. Τέλος, η εισαγγελία ζήτησε από την κυβέρνηση της Αθήνας να συγκεντρώσει και να αποστείλει στη γαλλική πρωτεύουσα κάθε είδους χρήσιμη πληροφορία σχετική με το παρελθόν, τη δράση και τις διασυνδέσεις των δραστών.⁷  Ωστόσο,  η διασταύρωση των πρώτων στοιχείων διέψευσε τις αρχικές προσδοκίες.

Ένα πρώτο πρόσωπο, το οποίο συγκέντρωσε την προσοχή, ήταν ο εκ Πατρών καταγόμενος σταφιδέμπορος  Ανδρέας Αργυρόπουλος. Σύμφωνα με την κατάθεση του μοίραρχου Τσάκωνα, ο ίδιος ο Τσερέπης ανέφερε τη στιγμή της σύλληψής του το συγκεκριμένο όνομα ως συνενόχου στην απόπειρα, αγνοώντας το γεγονός ότι και ο Κυριάκης τελούσε την ίδια στιγμή υπό κράτηση.⁸ Προς στιγμή δημιουργήθηκε η αίσθηση πως άρχισε να αποκαλύπτεται το παρασκήνιο της απόπειρας. Πληροφορίες, σύμφωνα με τις οποίες ο Αργυρόπουλος μετέβη στο Λονδίνο αμέσως μετά την απόπειρα, κινητοποίησαν τις ελληνικές διπλωματικές και προξενικές αρχές στη βρετανική πρωτεύουσα. Ο πρεσβευτής Δημήτριος Κακλαμάνος χαρακτήρισε ως εξέχουσας σημασίας την αναφορά του Τσερέπη στο όνομα του Αργυρόπουλου, προτρέποντας την κυβέρνηση της Αθήνας να πείσει τις γαλλικές αρχές να προβούν σε αίτημα ανάθεσης ανακριτικής παραγγελίας προς τις ομόλογές τους βρετανικές. Πράγματι, η γαλλική εισαγγελία απηύθυνε το σχετικό αίτημα προς το Λονδίνο. Τελικά, αποδείχθηκε πως ο Αργυρόπουλος είχε μεταβεί τον Μάρτιο 1920 στο Αμβούργο για επαγγελματικές υποθέσεις. Ακολούθησε μια πολύμηνη διαμονή του στο Παρίσι, όπου υπεβλήθη σε εγχείρηση. Στο βιβλίο κινήσεως του ξενοδοχείου του (Hôtel du Louvre) αναφερόταν ως ημερομηνία αναχώρησης η 20 Ιουλίου/2 Αυγούστου, δηλαδή έντεκα μέρες πριν από την απόπειρα. Τα ίχνη του εντοπίστηκαν στη γαλλική λουτρόπολη Bagnolles, όπου είχε αποσυρθεί, πιθανότατα για ανάρρωση. Επέστρεψε στην Πάτρα μέσω Τεργέστης στις 8/21 Σεπτεμβρίου.⁹

Όπως ήταν αναμενόμενο, αστυνομικές και ανακριτικές αρχές στράφηκαν προς την αξιολόγηση του περιεχομένου της ιδιωτικής αλληλογραφίας των δυο δραστών, η οποία κατασχέθηκε από την πρώτη κιόλας στιγμή. Η κάθε λεπτομέρεια αποτέλεσε αντικείμενο ενδελεχούς έρευνας, δίχως ωστόσο να προκύψει κάποιο νεότερο ενοχοποιητικό στοιχείο. Άξιο λόγου είναι το συναίσθημα υπέρμετρης καχυποψίας που διατρέχει το σύνολο, σχεδόν, της διπλωματικής αλληλογραφίας, στην προσπάθεια των γαλλικών και ελληνικών αρχών να ρίξουν φως στην όλη υπόθεση. Η κάθε αναφορά, ακόμα και η πλέον ανώδυνη, εκλαμβάνεται ως πιθανή συνθηματική ενημέρωση για την κυοφορούμενη δολοφονία. Ορισμένα χαρακτηριστικά παραδείγματα αρκούν για να σκιαγραφήσουν την καχυποψία, στα όρια της ψύχωσης, των ανακριτικών αρχών.

Μεταξύ των κατασχεθέντων εγγράφων του Τσερέπη βρέθηκε σημείωμα, από το οποίο προέκυπτε ότι ο επίδοξος δολοφόνος είχε τηλεγραφική επικοινωνία με δυο πρόσωπα διαμένοντα στο Λονδίνο, ονόματι Μαγκάκη και Μπούμπουλη. Την ίδια στιγμή έφτασαν από την Αθήνα πληροφορίες σχετικές με ένα λακωνικό τηλεγράφημα του Τσερέπη προς τον Κωνσταντίνο Βάσσο, γιό του Τιμολέοντος Βάσσου και πρώην υπασπιστή του πρώην διαδόχου Γεωργίου (μετέπειτα Γεωργίου Β΄), από το Παρίσι με ημερομηνία 16/29 Ιουλίου 1920 και περιεχόμενο: “Mangakis reçut télégramme sucre” (“Ο Μαγκάκης έλαβε το τηλεγράφημα περί ζακχάρεως”). Τόσο στο Παρίσι, όσο στην Αθήνα και στο Λονδίνο ακολούθησε γενική κινητοποίηση, για να αποδειχθεί τελικά ότι οι Μαγκάκης και Μπούμπουλης, εγκατεστημένοι στη βρετανική πρωτεύουσα για εμπορικές υποθέσεις, είχαν απευθύνει στις 15/28 Ιουλίου (την παραμονή δηλ. της αποστολής του τηλεγραφήματος του Τσερέπη προς τον Βάσσο) επιστολή προς το εμπορικό τμήμα της ελληνικής πρεσβείας, στην οποία ανέφεραν ότι πληροφορούμενοι πως η ελληνική κυβέρνηση ζητούσε να προμηθευτεί ζάχαρη, πρότειναν την πώληση 20.000 τόννων. Αποδείχθηκε δε ότι ο Μπούμπουλης ήταν επιφορτισμένος με τη συγκεκριμένη παραγγελία από το ίδιο το ελληνικό υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, το οποίο και τον είχε συστήσει για τον ίδιο σκοπό στο εμπορικό τμήμα της πρεσβείας. Η πρεσβεία έκρινε την προσφορά ασύμφορη και εκεί κάπου έληξε η υπόθεση.¹º

Ο Βενιζέλος στο Παρίσι, την εποχή των εργασιών της Συνδιάσκεψης της Ειρήνης.

Στις 27 Ιουλίου/9 Αυγούστου 1920, τρεις μόλις ημέρες πριν από την απόπειρα, κάποιος ονόματι Γεώργιος Κατσαΐτης, κάτοικος Αθηνών, απαντώντας σε επιστολή, την οποία του είχε απευθύνει ο Τσερέπης από τις 18/31 Ιουλίου, έγραφε επί λέξει τα εξής: “(…) Mέ ἐνθουσιάζει ἰδιαιτέρως ὃτι ἒχετε πολλάς ἀσχολίας. Βλέπω εἰς τάς γραμμάς σου τήν θέλησιν νά ἐπιτύχης τόν σκοπόν σου καί θά  ἐπιτύχης, εἶμαι βέβαιος.” [Η κτητική αντωνυμία “σου” είχε προστεθεί με το χέρι μετά τη λέξη “σκοπόν”]. “(…) Περιμένω πολύ γλήγορα νά μοῦ γράψης ὃτι ἐπέτυχες εἰς ὅλας τάς ἐλπίδας σου. Θά τό θεωρήσω ὠς ἰδικήν μου ἐπιτυχίαν (…)”. Η επιστολή περιήλθε στις γαλλικές ανακριτικές αρχές, προς τις οποίες ο Τσερέπης ισχυρίστηκε πως επρόκειτο για εξάδελφό του εξ αγχιστείας, υπάλληλο του υπουργείου Οικονομικών. Σύμφωνα με τις εξηγήσεις του δράστη, η επίμαχη λέξη “σκοπός” υπονοούσε εμπορικής (η περίφημη υπόθεση πώλησης ζάχαρης) και δημοσιογραφικής φύσεως δραστηριότητες και υποθέσεις.¹¹ Κατασχέθηκε επίσης μια επιστολή πάντοτε προς τον Τσερέπη, ευρισκόμενο ήδη στη φυλακή, γραμμένη στα γαλλικά. Είχε ταχυδρομηθεί από το Hôtel Métropole της Γενεύης, λίγες ημέρες έπειτα από την απόπειρα. Στην επιστολή αυτή εκφράζονται συγχαρητήρια προς τον δράστη για το έγκλημά του. Μάλιστα, ο συντάκτης τον προσαγορεύει “ἀγαπητόν φίλον”. Ερωτηθείς, ο Τσερέπης δήλωσε πως αγνοούσε τον αποστολέα, η υπογραφή του οποίου ήταν δυσανάγνωστη. Οι αστυνομικές αρχές της Γενεύης, πόλης όπου δρούσε οργανωμένη κωνσταντινική προπαγάνδα, αφού ενημερώθηκαν, επιχείρησαν δίχως επιτυχία να ταυτοποιήσουν τον συντάκτη.¹²

Η ανάκριση ανατέθηκε σε δυο δικαστικούς λειτουργούς. Τον ανακριτή Boutigny και τον βοηθό εισαγγελέα Philippon. Από την πρώτη κιόλας εξέταση, οι Τσερέπης και Κυριάκης υποστήριξαν με σθένος πως είχαν δράσει αυτοβούλως, δίχως να έχουν λάβει άνωθεν εντολές. Την ίδια υπερασπιστική γραμμή διατήρησαν μέχρι και τη διεξαγωγή της δίκης. Οι απαντήσεις τους στις ερωτήσεις των ανακριτικών αρχών ήταν πανομοιότυπες κι έτσι παρέμειναν μέχρι τέλους. Ουδείς εκ των δυο αντέταξε την παραμικρή αντίσταση τη στιγμή της σύλληψης. Ο πρώτος μάλιστα, ο Τσερέπης, εξέφρασε τη λύπη του για το γεγονός ότι ενήργησε κατά τέτοιο τρόπο επί του γαλλικού εδάφους. Δήλωσε πως έτρεφε μεγάλη συμπάθεια για τη Γαλλία. Είχε, ωστόσο, ορκιστεί να δολοφονήσει τον Βενιζέλο, στον οποίο προσήπτε ότι είχε θυσιάσει τα συμφέροντα της Ελλάδας. “Δεν μετανοιώνω παρά για ένα, μόνο, πράγμα. Το γεγονός ότι αστόχησα”, δήλωσε λίγες ώρες αργότερα. Επισήμανε μάλιστα πως σχεδίαζε το έγκλημα ήδη από το 1919. Το προσωπικό  του Grand Hôtel, όπου είχε καταλύσει, τον περιέγραψε ως έναν φιλήσυχο πελάτη. Εξίσου διακριτικός ήταν και ο έτερος (Κυριάκης). Αν και εύθραυστης υγείας, έδειχνε εύστροφος και καλλιεργημένος. Διάβαζε Racine, Molière, Pascal και Descartes και ήταν τακτικός θαμώνας του θεάτρου.¹³ Στο Hôtel du Rhône δεν δεχόταν καθόλου επισκέψεις. Στις 31 Ιουλίου/13 Αυγούστου, επομένη της δολοφονικής απόπειρας, οι δυο συλληφθέντες μεταφέρθηκαν στις φυλακές Santé. Αρνήθηκαν να υποδείξουν συνήγορο υπεράσπισης, αρκεσθέντες σε εκείνον που αυτεπάγγελτα όρισαν οι γαλλικές αρχές.

Άθως Ρωμάνος, πρεσβευτής της Ελλάδας στο Παρίσι.

Στις 19 Αυγούστου (ν.η.), ο ανακριτής Boutigny μετέβη στην ελληνική πρεσβεία προκειμένου να πάρει κατάθεση από τους Άθω Ρωμάνο, Λάμπρο Κορομηλά και Κλέαρχο Μαρκαντωνάκη, ιδιαίτερο γραμματέα του Βενιζέλου. Άπαντες υπήρξαν αυτόπτες μάρτυρες της απόπειρας. Ο Ρωμάνος δήλωσε πως ο Τσερέπης ήταν γνωστός στις ελληνικές αρχές για τα αντιβενιζελικά του αισθήματα και τον φανατισμό του. Τον θεωρούσε ικανό για όλα. Την επομένη, 20 Αυγούστου, ο ανταποκριτής του πρακτορείου Reuter στη Σμύρνη, σε ανταπόκρισή του, επισήμανε πως υπήρχε ενεργό δίκτυο κωνσταντινικών τόσο στις τάξεις της Στρατιάς Μικράς Ασίας, όσο και στους κόλπους του υπουργείου Εξωτερικών, στην Αθήνα. Σχετικά με τη δεύτερη περίπτωση, η ανταπόκριση έκανε λόγο για ένα κρυπτογραφικό μήνυμα προς τους δυο δολοφόνους, τις παραμονές της απόπειρας. Το τελευταίο είχε εντοπιστεί, σύμφωνα πάντοτε με την ανταπόκριση, στην ανταλλαγείσα αλληλογραφία ανάμεσα στην Κεντρική Υπηρεσία και την ελληνική πρεσβεία του Παρισιού.¹⁴ Η πληροφορία ήταν πέρα ως πέρα ανακριβής και συγχέεται με μια παλαιότερη υπόθεση. Ο Νικόλαος Τσερέπης, αδελφός του επίδοξου δολοφόνου, υπηρετούσε ως προξενικός υπάλληλος. Τον Σεπτέμβριο του 1917, λίγους μήνες έπειτα από την εκθρόνιση του Κωνσταντίνου, το γραφείο λογοκρισίας του υπουργείου Συγκοινωνιών εντόπισε μια επιστολή, την οποία ο Νικόλαος Τσερέπης είχε απευθύνει από το Παρίσι προς τον αδελφό του, Απόστολο, ευρισκόμενο τότε στην Αθήνα. Η επιστολή ήταν γραμμένη σε κώδικα και είχε σταλεί με τον διπλωματικό σάκκο της πρεσβείας. Κληθείς για εξηγήσεις, ο Απόστ. Τσερέπης αρνήθηκε να αποκαλύψει την κρυπτογραφική κλείδα, λέγοντας ότι η επιστολή απευθυνόταν στην ερωμένη του αδελφού του, το όνομα της οποίας αρνήθηκε επίσης να αποκαλύψει. Το υπουργείο Εξωτερικών ενημέρωσε αμέσως την ελληνική πρεσβεία του Παρισιού, δίνοντας εντολή να παραμείνει ο αποστολέας στη γαλλική πρωτεύουσα έως το πέρας της διαταχθείσας σχετικής δικαστικής έρευνας. Στο μεταξύ όμως, ο Νικόλαος Τσερέπης βρισκόταν καθ οδόν για τη Βοστώνη, όπου επρόκειτο να αναλάβει υπηρεσία ως πρόξενος. Κατά την παραμονή του στη Νέα Υόρκη, υπάλληλος του ελληνικού προξενείου εισέβαλε στο δωμάτιό του και κατάφερε να του αποσπάσει την κρυπτογραφική κλείδα καθώς και σχέδιο νέας επιστολής προς τον αδελφό του. Το αποκωδικοποιημένο κείμενο του σχεδίου επιστολής αποδείχθηκε επιλήψιμο, καθώς περιλάμβανε πληροφορίες τόσο για τη διεξαγωγή του πολέμου εκ μέρους της Γερμανίας, όσο και για τις δραστηριότητες των κωνσταντινικών κύκλων της Ελβετίας. Το υπουργείο Εξωτερικών διέταξε την άμεση ανάκληση και επάνοδό του στην Ελλάδα. Ο γενικός πρόξενος στη Νέα Υόρκη έλαβε σαφείς οδηγίες να μεριμνήσει για την επιβίβαση του Τσερέπη σε ελληνικό ατμόπλοιο με προορισμό τον Πειραιά. Πανικόβλητος, ο Νικόλαος Τσερέπης επιβιβάστηκε κρυφά στο ισπανικό ατμόπλοιο Alfonso XII με προορισμό το Vigo της ΒΔ Ισπανίας. Η γαλλική κυβέρνηση, η οποία ειδοποιήθηκε σχετικά, διέταξε τη σύλληψή του με την κατηγορία της κατασκοπείας. Γαλλική ακταιωρός σταμάτησε το Alfonso XII προτού το τελευταίο εισέλθει εντός των ισπανικών χωρικών υδάτων, συνέλαβε τον Τσερέπη και τον οδήγησε στις ναυτικές φυλακές της Βρέστης. Από τον έλεγχο των αποσκευών δεν προέκυψε κάτι το ενοχοποιητικό. Σχετικά με τη χρήση κρυπτογραφικού κώδικα στις επιστολές προς τον αδελφό του, ο Νικ. Τσερέπης ισχυρίστηκε πως η προσφυγή σε αυτό το μέτρο (ο ίδιος είχε χρηματίσει στην κρυπτογραφική υπηρεσία του υπουργείου Εξωτερικών ενώ ο αδελφός του, Απόστολος, ως αξιωματικός του Ναυτικού, ήταν επίσης γνώστης της συγκεκριμένης μεθόδου) οφειλόταν στο ότι το περιεχόμενο των επιστολών ήταν ερωτικής φύσεως και δεν έπρεπε να περιέλθει σε γνώση των γονέων τους, ειδικά της μητέρας. Ο ίδιος αρνήθηκε κάθε κατηγορία περί διενέργειας κατασκοπείας, επικαλούμενος το υπηρεσιακό του παρελθόν (διετέλεσε υποπρόξενος στο Αϊβαλί κατά τους ανθελληνικούς διωγμούς του 1914 με κίνδυνο της ζωής του), ο δε αδελφός του, όπως είπε, είχε δώσει όρκο πίστης στον βασιλέα Αλέξανδρο (αργότερα, ενώπιον του δικαστηρίου, ο Απόστολος Τσερέπης τον διέψευσε λέγοντας πως ο λόγος, για τον οποίον αποτάχθηκε από τις τάξεις του Πολεμικού Ναυτικού ήταν ακριβώς η άρνησή του να δώσει όρκο πίστης στον νέο βασιλέα). Τον Ιανουάριο του 1918 το γαλλικό υπουργείο Εξωτερικών βολιδοσκόπησε την ελληνική πρεσβεία του Παρισιού με σκοπό τη μεταφορά του Τσερέπη στο λιμάνι της Τουλώνας και την απέλασή του στην Ελλάδα. Ο ίδιος, σε επιστολή προς την υπηρεσία του, διαμαρτύρεται επειδή οι γαλλικές αρχές, αντί να τον μεταφέρουν στην Τουλώνα τον περιέφεραν “αλυσσόδετον δια διαφόρων φυλακών”, μεταξύ των οποίων και εκείνη του Fort Saint-Nicolas της Μασσαλίας. Τελικά οδηγήθηκε με αστυνομική συνοδεία στην Τουλώνα, όπου επιβιβάστηκε στο αντιτορπιλικό Νέα Γενεά με προορισμό την Ελλάδα. Τεθείς σε διαθεσιμότητα, τον Ιούνιο του ιδίου έτους κλήθηκε σε απολογία από το γραφείο Προσωπικού του υπουργείου Εξωτερικών. Αφού απαριθμούσε ολόκληρη σειρά παραπτωμάτων, η κλήτευση τελείωνε ως εξής: “Πάντα ταῦτα ἀν οὐχί τί ἔτερον ἀποδεικνύουσι την πλήρη τοῦ εἰρημένου ὑπαλλήλου ἀνεπάρκειαν πρός ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων του”. Αμέσως μετά την απολογία του, ο Τσερέπης αναγκάστηκε να υποβάλλει την παραίτησή του από τον βαθμό του προξένου β΄ τάξεως. Το σχετικό Βασιλικό Διάταγμα υπογράφηκε στις 4 Ιουνίου 1918. Δέκα μήνες νωρίτερα αποτάχθηκε από τις τάξεις του Πολεμικού Ναυτικού και ο Απόστολος Τσερέπης, θύμα των εκτεταμμένων εκκαθαρίσεων, στις οποίες το βενιζελικό καθεστώς προέβη στους κόλπους του κρατικού μηχανισμού και του στρατεύματος κατά την τριετία 1917-1920. Εάν επιμείναμε στην παράπλευρη, σε σχέση με την δολοφονική απόπειρα του σιδηροδρομικού σταθμού της Λυών, υπόθεση Νικολάου Τσερέπη, είναι επειδή τα κίνητρα, πέραν της πολιτικής εμπάθειας, κλίνουν και προς την κατεύθυνση της προσωπικής εκδίκησης εκ μέρους του ενός εκ των δυο δραστών.¹⁵

Η δικογραφία επιτρέπει να παρακολουθήσει κανείς τις κινήσεις των Τσερέπη και Κυριάκη προτού η απόπειρα λάβει χώρα. Ο Απόστολος Τσερέπης γεννήθηκε στις 31 Δεκεμβρίου 1889 στο Αιτωλικό. Το 1909 προσχώρησε στο κίνημα του Γουδί ενάντια στον τότε διάδοχο Κωνσταντίνο. Στη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων υπηρέτησε σε θωρηκτό ως σημαιοφόρος. Η αρνητική στάση της ελληνικής κυβέρνησης έναντι του αυτονομιστικού κινήματος της Βορείου Ηπείρου υπήρξε το γεγονός εκείνο, το οποίο, το 1914, τον έστρεψε τελικά κατά του Βενιζέλου. Τρία χρόνια αργότερα, τον Ιούλιο του 1917, αρνήθηκε να ορκιστεί πίστη στον βασιλέα Αλέξανδρο, θεωρώντας αντισυνταγματική την ανάρρηση του τελευταίου στο θρόνο. Κατόπιν τούτου τέθηκε σε διαθεσιμότητα και εν συνεχεία αποτάχθηκε και στάλθηκε σε κατ’οίκον περιορισμό σε νησί του Αρχιπελάγους. Έπειτα από την απελευθέρωσή του, ως πολίτης πλέον, ίδρυσε στην Αθήνα την Εφημερίδα του Χρηματιστηρίου, ιδιότητα που του προσέφερε τη δυνατότητα να επισκέπτεται συχνά την Ευρώπη. Στο Παρίσι κατέφθασε στις 12 Ιουνίου 1920 (ν.η.) και κατέλυσε σε πολυτελές ξενοδοχείο της συνοικίας της Όπερας. Από εκεί, έκανε δυο σύντομα ταξίδια εντός του Ιουλίου. Ένα πρώτο στη Νίκαια και ένα δεύτερο στο Λονδίνο. Το πρώτο δείχνει να είναι επαγγελματικής φύσεως, αν και η Νίκαια ήταν ο προορισμός του Βενιζέλου. Το δεύτερο υπήρξε ακόμη πιο αινιγματικό, καθότι συνέπεσε με μια ολιγοήμερη επίσκεψη του ιδίου του πρωθυπουργού στη βρετανική πρωτεύουσα. Στις 4/17 Αυγούστου, τέσσερις ημέρες έπειτα από την απόπειρα, το γενικό προξενείο της Ελλάδος στο Λονδίνο επιβεβαίωσε ότι στις 30 Ιουνίου/13 Ιουλίου είχε θεωρήσει το υπ αρ. 6036 διαβατήριο της Νομαρχίας Αττικής, με όνομα κατόχου Απόστολος Τσερέπης, δημότης Αιτωλικού, ετών 32, με προορισμό το Παρίσι. Δυο ημέρες νωρίτερα (15 Αυγούστου ν.η.), η εφημερίδα Observer δημοσίευσε ένα άρθρο με τίτλο “The Plot Against Venizelos. Assassin’s Plans in London”, πιθανότατα κατόπιν προτροπής της ελληνικής πρεσβείας. Το άρθρο υποστήριζε μετ’επιτάσεως ότι σκοπός της μετάβασης του Τσερέπη στο Λονδίνο, ήταν η δολοφονία του Έλληνα πρωθυπουργού. Η τελευταία αποφεύχθηκε την ύστατη στιγμή χάρη σε μια ευτυχή συγκυρία. Ο Έλληνας πρεσβευτής, Δημήτριος Κακλαμάνος, προθυμοποιήθηκε να φιλοξενήσει τον Βενιζέλο στην φυλασσόμενη από την αστυνομία πρεσβευτική κατοικία και όχι στο πολυτελές ξενοδοχείο Ritz, όπου ο πρωθυπουργός συνήθιζε να καταλύει οσάκις επισκεπτόταν την βρετανική πρωτεύουσα. Επίσης, άγνωστο για ποιο λόγο, ο Βενιζέλος μετέβαλε την τελευταία στιγμή την ώρα της αναχώρησής του για το Παρίσι. Αντί να επιβιβαστεί στην αμαξοστοιχία, η οποία αναχώρησε στις 11.00 π.μ. από τον σιδηροδρομικό σταθμό Victoria, προτίμησε να επιλέξει το μάλλον ασυνήθιστο δρομολόγιο μέσω Σαουθάμπτον και Χάβρης. Τελικά, αναχώρησε από τον σταθμό Waterloo στις 19.20 της ίδιας ημέρας. Όσο καιρό παρέμεινε στο Λονδίνο, ο Τσερέπης χρησιμοποίησε ως κάλυψη τη δημοσιογραφική του ιδιότητα.

Ο Βενιζέλος κλινήρης στην κλινική της οδού Bizet αμέσως μετά την απόπειρα (Πηγή: Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και  Μελετών Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος).

Επισκέφθηκε μάλιστα τόσο το γραφείο Τύπου της πρεσβείας, όσο και το γενικό προξενείο, ζητώντας συστατικές επιστολές προκειμένου να εισαχθεί σε δημοσιογραφική λέσχη ως εκδότης της Εφημερίδος του Χρηματιστηρίου. Ο πρόξενος Σταυρίδης, ανυποψίαστος, τον σύστησε σε έναν εκ των διευθυντών του ειδησεογραφικού πρακτορείου Reuter, προς τον οποίον ο Τσερέπης εκφράστηκε ως ακραιφνής βενιζελικός! Οι έρευνες γύρω από τα πρόσωπα, με τα οποία ο τελευταίος συναντήθηκε τόσο στη Νίκαια όσο και στο Λονδίνο απέβησαν άκαρπες.¹⁶

Ο Γεώργιος Κυριάκης ήταν 25 ετών τη στιγμή της απόπειρας. Απότακτος υπολοχαγός Μηχανικού, αποτελούσε, σύμφωνα με την κατάθεση του Άθω Ρωμάνου ενώπιον του δικαστηρίου, υποχείριο του Τσερέπη. Στο Παρίσι είχε φτάσει στις 28 Μαΐου (ν.η.) και καταλύσει στο Hôtel du Rhône, στην οδό Jean-Jacques Rousseau. Με τον Τσερέπη είχε γνωριστεί στην Αθήνα. Τους συνέδεαν τα κοινά αντιβενιζελικά αισθήματα, τα οποία έτρεφαν αμφότεροι. Στην απολογία του ενώπιον του δικαστηρίου, o Κυριάκης δήλωσε ότι το κίνητρο της δολοφονίας ήταν “η ελευθερία και η τιμή της επαπειλούμενης πατρίδας”.¹⁷

Απόστολος Αλεξανδρής, πρεσβευτής της Ελλάδας στη Βέρνη.

Το μεγάλο διακύβευμα για τις ελληνικές αρχές ήταν κατά πόσο ή όχι πίσω από την απόπειρα κρύβονταν οι εξόριστοι στην Ελβετία κωνσταντινικοί κύκλοι. Για την οργάνωση, τις εν γένει δραστηριότητες και τις επαφές των τελευταίων με την Ελλάδα, υπάρχει άφθονο αρχειακό και βιβλιογραφικό υλικό.¹⁸ Ταυτόχρονα σχεδόν με την άφιξη του Κωνσταντίνου και της συνοδείας του στο Λουγκάνο, ξεκίνησε μια οργανωμένη προσπάθεια προπαγάνδας. Περισσότερο δραστήριοι από το άμεσο περιβάλλον του εκπτώτου ήταν οι Γεώργιος Στρέιτ και Νικόλαος Θεοτόκης. Με δωρεές ευπόρων Ελλήνων της Ελβετίας και του εξωτερικού, αλλά και της γερμανικής πρεσβείας της Βέρνης, ιδρύθηκε το σωματείο Union Hellénique, ένα συντονιστικό όργανο με έδρα την Γενεύη και παραρτήματα στις Ζυρίχη, Λωζάννη και Λουκέρνη. Επιπρόσθετα, άρχισε να εκδίδεται και να κυκλοφορεί η εφημερίδα Écho de Grèce, με έδρα τη Γενεύη και να βλέπουν το φως της ημέρας πραγματείες και φυλλάδια με σφοδρό αντιβενιζελικό περιεχόμενο. Τον Σεπτέμβριο του 1917 ιδρύθηκε στην κωμόπολη Αρόλα το Ελληνικό Πρακτορείο (Agence Hellénique), σκοπός του οποίου ήταν η τροφοδοσία του ελβετικού Τύπου με πληροφορίες σχετικές με την Ελλάδα. Δυο μήνες αργότερα, τον Δεκέμβριο, ο Κωνσταντίνος κατάφερε να αποσπάσει την έγκριση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης για την κυκλοφορία μιας δεύτερης εφημερίδας (Εθνική Αφύπνισις – Réveil National), τη φορά αυτή στη Ζυρίχη. Έτσι, οι βασιλόφρονες απόκτησαν πρόσβαση και στο γερμανόφωνο κοινό της Ελβετίας. Φορείς της κωνσταντινικής προπαγάνδας αναδείχτηκαν οι Μ. Κέπεντζης, Α. Καρτάλης, Δ. Μάξιμος, Β. Μπαμίχας, Κ. Σφυρής, Μ. Πάσσαρης, Ξ. Κομποθέκρας, Β. Περβανάς και Δ. Βαλλιάνος. Οι ενέργειες των κωνσταντινικών απέβλεπαν σε τέσσερις στόχους: 1) Την παρεμπόδιση των εργασιών της βουλής, 2) την υπονόμευση της γενικής επιστράτευσης, 3) την αποφυγή της ενεργού συμμετοχής της Ελλάδας στον πόλεμο, 4) την αποσταθεροποίηση του βενιζελικού καθεστώτος. Απευθύνονταν προς τους Έλληνες της Ελβετίας (φοιτητές και φυγόστρατους),  προς τους βασιλόφρονες της Ελλάδας, αλλά και προς τους Γερμανούς και τους Συμμάχους, με την προοπτική να διασφαλιστεί η (οικονομική κυρίως) υποστήριξη των πρώτων και να παρακινηθεί η ευμένεια των δευτέρων. Με την ήττα της Γερμανίας το 1918, ο προσανατολισμός της κωνσταντινικής προπαγάνδας δεν διαφοροποιήθηκε ουσιαστικά. Καταβλήθηκε απλώς προσπάθεια προσεταιρισμού του ελληνικού στοιχείου των χωρών της Δυτ. Ευρώπης και των ΗΠΑ.

Προκειμένου να διαχειριστούν την παραπάνω κατάσταση, οι ελληνικές διπλωματικές και προξενικές αρχές της Ελβετίας ανασυνάχτηκαν. Την γενική εποπτεία της παρακολούθησης ανέλαβε ο πρεσβευτής Απόστολος Αλεξανδρής, συνεπικουρούμενος από τον γενικό πρόξενο στη Γενεύη, Πέτρο Καψαμπέλη και τον ομόλογό του στη Βέρνη, Βασίλειο Μαμμωνά. Τον Φεβρουάριο του 1918, η ελληνική κυβέρνηση προχώρησε ένα βήμα παραπέρα. Στην ίδρυση άμισθου προξενείου στο ίδιο το Λουγκάνο με δικαιοδοσία επί των καντονίων Grison και Tessin. Το ανέλαβε ο Simon Voidovich, ως άμισθος πρόξενος β΄ τάξεως. Δυο χρόνια αργότερα, το όνομα του τελευταίου συμπεριλαμβανόταν σε κατάσταση υπόπτων προσώπων για διενέργεια προπαγάνδας υπέρ του Κωνσταντίνου. Προφανώς είχε μεσολαβήσει επαφή και στρατολόγηση.¹⁹ Η είδηση της δολοφονικής απόπειρας των Τσερέπη και Κυριάκη έστρεψε, όπως ήταν αναμενόμενο, την προσοχή των ελληνικών αρχών προς την κατεύθυνση των κωνσταντινικών της Ελβετίας. Παρόλες τις εκτιμήσεις, βάσει των οποίων το κέντρο της απόφασης ήταν το ίδιο το περιβάλλον του εκπτώτου βασιλέα (αναφέρθηκαν σε επίσημα έγγραφα ακόμη και τα ονόματα του Στρέιτ και του στρατηγού Χατζηανέστη σε μια προσπάθεια επικοινωνιακής εκμετάλλευσης του συμβάντος εκ μέρους της βενιζελικής παράταξης), στην πορεία των ανακρίσεων και ερευνών δεν προέκυψε απολύτως κανένα στοιχείο, το οποίο να επιβεβαιώνει την παραπάνω εκτίμηση. Η εύλογη ευφορία, όπως και η απογοήτευση για την αποτυχημένη έκβαση του εγχειρήματος, που εκδηλώθηκαν στους κύκλους του Λουγκάνο, επ’ ουδενί συνιστούν απόδειξη συμμετοχής, πόσο μάλλον εκ του μακρόθεν καθοδήγησης. Συνεπώς, παρά την ύπαρξη κενών και ερωτηματικών, η εκδοχή ότι οι Τσερέπης και Κυριάκης έδρασαν αυτοβούλως δείχνει να είναι σήμερα η επικρατέστερη, μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου.²º

Η δίκη των δραστών

Η δίκη των δραστών πραγματοποιήθηκε ενώπιον του Κακουργοδικείου του Σηκουάνα (Cour d’ Assises de la Seine) και διήρκησε επί δυο ημέρες. Την πρώτη από αυτές (25 Φεβρουαρίου 1921) εξετάστηκαν οι κατηγορούμενοι και οι μάρτυρες. Η δεύτερη (26 Φεβρουαρίου) ήταν αφιερωμένη στις αγορεύσεις και στην έκδοση της απόφασης. Είναι χρήσιμο να επισημανθούν ευθύς εξ αρχής τα ακόλουθα: 1) Στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα είχε επέλθει κυβερνητική μεταβολή στην Αθήνα. Ο Βενιζέλος είχε ηττηθεί στις εκλογές του Νοεμβρίου 1920 και εγκαταλείψει την Ελλάδα. Η διαχείριση των δημοσίων πραγμάτων είχε περιέλθει στα χέρια των πολιτικών του αντιπάλων, μεσούσης της ελληνικής εκστρατείας στη Μικρά Ασία. 2) Σε πάμπολλα σημεία και με ευθύνη όλων των πλευρών, η συζήτηση προσέλαβε έντονη πολιτική χροιά, απομακρυνόμενη από αυτό το καθαυτό αντικείμενο της δίκης, δηλαδή από την ίδια την απόπειρα. 3) Η γραμμή της υπεράσπισης, κυρίως δε ορισμένα επιχειρήματα των δραστών, προκαλούν θυμηδία. Πάντως, από την αρχή οι τελευταίοι παραδέχτηκαν την ενοχή τους, δηλώνοντας μεταμέλεια για την πράξη τους.²¹

Καθ’ όλη τη διεξαγωγή της δίκης, η αίθουσα ήταν κατάμεστη, κυρίως από βενιζελικούς, παρά την επίμονη, ακόμα τότε, διασπορά του ιού της ισπανικής γρίππης. Η φυσική παρουσία του μέχρι πρότινος πρωθυπουργού λειτούργησε ως πόλος έλξης. Ο έλεγχος των ταυτοτήτων από το προσωπικό ασφαλείας στις εισόδους του κτηρίου (όπου είχαν τοποθετηθεί σιδερένια κιγκλιδώματα για την ομαλή ροή του κοινού) και της  αίθουσας, ήταν εξονυχιστικός. Την πρώτη ημέρα οι ακροάσεις ξεκίνησαν στις 12.40΄μ.μ. και διήρκεσαν έως τις 18.30΄μ.μ.

Έναυσμα για την πολιτικοποίηση της δίκης αποτέλεσαν τα όσα υποστήριξαν οι Τσερέπης και Κυριάκης, αποδίδοντας τα κίνητρα της πρωτοβουλίας τους σε πολιτικούς λόγους. Ο Τσερέπης επανήλθε στο επεισόδιο του 1914 όταν, με αφορμή το αυτονομιστικό κίνημα στη Β. Ήπειρο, ο Βενιζέλος τον διέταξε αυτοπροσώπως να εμποδίσει την μετάβαση επιτόπου εθελοντών από την Ελλάδα, βυθίζοντας εν ανάγκη το πλοίο που τους μετέφερε. “Από τη στιγμή, κατά την οποία υπήρξα αποδέκτης μιας τέτοιας διαταγής, άρχισα να θεωρώ τον Βενιζέλο ως άτομο επιζήμιο για την πατρίδα μου” (λίγο αργότερα, όταν πήρε τον λόγο, ο Βενιζέλος διέψευσε το περιστατικό). Εν συνεχεία, ο Τσερέπης προέβη σε μια αναδρομή στο παρελθόν, εντοπίζοντας τις καταβολές του πατριωτικού, όπως δήλωσε, αισθήματος σε βάρος του Βενιζέλου στο κίνημα του 1909 στο Γουδί. Κάνοντας ένα άλμα μέχρι το 1917 και την εκθρόνιση του Κωνσταντίνου, δήλωσε πως υπήρξε από τους πρώτους αξιωματικούς, οι οποίοι αποτάχθηκαν από τις τάξεις του Πολεμικού Ναυτικού ένεκα πολιτικών και μόνο φρονημάτων. Όταν ρωτήθηκε για τη χρήση κρυπτογραφικού κώδικα στην αλληλογραφία με τον αδελφό του, ανασκεύασε τα όσα είχε καταθέσει ενώπιον του ανακριτή περί ερωτικού περιεχομένου των επιστολών. Παραδέχτηκε πως επρόκειτο για αποκόμματα εφημερίδων που καταφέρονταν κατά των Δυνάμεων της Συνεννοήσεως, πολλά εκ των οποίων ήταν γαλλικής προέλευσης, όπως ισχυρίστηκε (το επιχείρημα δεν ευσταθεί, καθότι το 1917 λειτουργούσε αυστηρή λογοκρισία στη Γαλλία). Το σημείο εκείνο που προκαλεί θυμηδία, είναι η εμφατικά επαναλαμβανόμενη απέχθεια, την οποία αισθανόταν σχετικά με τη χρήση βίας, ήδη από την εποχή των παιδικών του χρόνων. Υποστήριξε ότι ακόμα και την ημέρα της απόπειρας όταν, όπως είπε, είχε καταστήσει για πρώτη φορά τον Κυριάκη κοινωνό των προθέσεών του, αισθανόταν αναστολές μπροστά στην προοπτική χρήσης βίας. Αυτός άλλωστε, υπήρξε και ο λόγος που αστόχησε. Όταν ρωτήθηκε για το ποσό των 200 φράγκων, το οποίο είχε δανειστεί από τον πλωτάρχη Φωκά προκειμένου να επιβιβαστεί στον συρμό σε περίπτωση αναστολής της απόπειρας, δήλωσε με μελοδραματικό ύφος πως, συντετριμμένος από τις τύψεις για την πράξη του, επινόησε το παραπάνω επιχείρημα στη διάρκεια της ανάκρισης, μόνο και μόνο προκειμένου να δυσχεράνει τη θέση του και να επισπεύσει την τιμωρία! “Στην πραγματικότητα, αισθανόμουν εκ των προτέρων πως είχα ήδη προβεί στη θυσία της ζωής μου για το καλό της πατρίδας και δεν ήθελα να πεθάνω προτού προλάβω να ξεχρεώσω το δωμάτιο του ξενοδοχείου, στο οποίο διέμενα”. Εμφάνισε την απόφαση για δολοφονία του Έλληνα πρωθυπουργού ως δική του πρωτοβουλία το πρωί της 30 Ιουλίου/12 Αυγούστου 1920 για δυο λόγους και προφανώς κατόπιν συμβουλής του συνήγορου υπεράσπισης: 1) Για να φανεί ως επιλογή της τελευταίας στιγμής προκειμένου να αποφύγει την κατηγορία του προμελετημένου εγκλήματος και 2) για να σηκώσει προσωπικά το βάρος του όλου σχεδιασμού, ελαφρύνοντας, με τον τρόπο αυτό, τη θέση του συνενόχου Κυριάκη. Ολοκληρώνοντας την απολογία του, δήλωσε πως υπήρξε ευτυχής πληροφορούμενος πως ο Βενιζέλος δεν είχε υποκύψει τελικά στα τραύματα, ότι δεν θα διέπραττε το έγκλημα εάν γνώριζε ότι η διενέργεια βουλευτικών εκλογών στην Ελλάδα ανήκε στις άμεσες προτεραιότητες της τότε κυβέρνησης και εξέφρασε τη λύπη του επειδή αναγκάστηκε να δράσει κατά τέτοιο τρόπο επί του γαλλικού εδάφους. Αντιφάσκοντας, κατέληξε λέγοντας ότι η πράξη του δεν υπήρξε άσκοπη, εφόσον προσέφερε το έναυσμα για να δημοσιοποιηθεί διεθνώς η ειδεχθής πολιτική του βενιζελικού καθεστώτος.

Δυο πράγματα εντυπωσίασαν τους παρισταμένους μόλις ο Κυριάκης κλήθηκε με τη σειρά του στο εδώλιο: η νεαρή ηλικία του και ο συνεσταλμένος τρόπος, με τον οποίον εκφραζόταν. Η απολογία του υπήρξε σύντομης διάρκειας και δίχως μελοδραματικές κορώνες. Απέδωσε την πράξη του στα ίδια πολιτικά κίνητρα και επιβεβαίωσε ότι άκουσε για πρώτη φορά να γίνεται λόγος περί προθέσεως δολοφονίας του Βενιζέλου το πρωί της 30 Ιουλίου/12 Αυγούστου. Περιορίστηκε στην περιγραφή της απόπειρας και υπογράμμισε πως το βάρος της ευθύνης έφεραν ισότιμα και οι δυο κατηγορούμενοι.

Όταν έφτασε η στιγμή να πάρει ο Βενιζέλος τον λόγο, μέσα στην αίθουσα επικράτησε νεκρική σιγή. Συνεπικουρούμενος από τις ερωτήσεις του εισαγγελέα, απέδωσε την απόπειρα στη μεγάλη επιτυχία, όπως την χαρακτήρισε, της υπογραφής της Συνθήκης των Σεβρών, δυο ημέρες νωρίτερα. “Προφανώς οι εχθροί μου θεώρησαν πως οι επικείμενες εκλογές θα ήταν μια θριαμβευτική επιβεβαίωση  της πολιτικής μου. Για τον λόγο αυτό, αποφάσισαν τη φυσική μου εξόντωση”. Περιορίστηκε σε σύντομες απαντήσεις στα όσα ερωτήματα του τέθηκαν. Εξίσου επιγραμματική υπήρξε εκ μέρους του και η περιγραφή της δολοφονικής απόπειρας. Την ένταση πυροδότησε ο συνταγματάρχης Χρ. Χατζημιχάλης, μάρτυς υπερασπίσεως των κατηγορουμένων, ο οποίος χαρακτήρισε τον Βενιζέλο ως τύραννο. Στην Ελλάδα δεν υπήρχαν, είπε, γερμανόφιλοι κύκλοι. Η αντιπαράθεση είχε εκδηλωθεί μεταξύ οπαδών και πολεμίων της παρέμβασης της χώρας στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Άπαντες ήταν φιλικά διακείμενοι έναντι του συνασπισμού της Συνεννοήσεως. Το βενιζελικό καθεστώς υπήρξε εκείνο, το οποίο είχε προβεί σε σειρά αντισυνταγματικών μέτρων, μαζικών φυλακίσεων και αναγκαστικών εκτοπίσεων, καθώς και σε πάσης φύσεως κατάχρηση, για πολιτικούς και ιδιοτελείς σκοπούς, της επιβολής κατάστασης πολιορκίας.

Πρωτοσέλιδο του φύλλου της 26/2/1921 της εφημερίδας Excelsior.

Ζητώντας επισταμένα τον λόγο και λησμονώντας πως το αντικείμενο της δίκης ήταν αποκλειστικά και μόνο η ίδια η απόπειρα, ο Βενιζέλος προχώρησε σε μια εκτενή απολογία της πολιτικής του. Αναφέρθηκε αναλυτικά στις επιλογές του έναντι της έκρηξης του πολέμου το 1914, στις δυο παραιτήσεις, τις οποίες υπέβαλε εντός του 1915, στο κίνημα της Θεσσαλονίκης, στα “Νοεμβριανά” του 1916 (ιδιαίτερα ευαίσθητο σημείο για τους Γάλλους, που θρήνησαν νεκρούς μέσα στους δρόμους της Αθήνας), στην αποστολή Jonnart και την εκθρόνιση του Κωνσταντίνου, στο πρόγραμμα των εθνικών διεκδικήσεων της Ελλάδας στο πλαίσιο της διεξαγωγής των εργασιών του Συνεδρίου της Ειρήνης, προτού καταλήξει στην υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών. Απέκρουσε μετά βδελυγμίας τα περί κατάχρησης εξουσίας (σήμερα πρόκειται για αποδεδειγμένο εις βάρος της κυβέρνησής του γεγονός), λέγοντας πως επί των ημερών του ουδέποτε απαγγέλθηκε η εσχάτη των ποινών για πολιτικούς λόγους. Έκλεισε την μαραθώνια δευτερολογία του υποστηρίζοντας ότι πράγματι, στην Ελλάδα δεν υπήρχαν γερμανόφιλοι. Υπήρχε όμως ένας και μοναδικός Γερμανός, ο Κωνσταντίνος. Θα έλεγε κανείς πως η παρουσία στη δίκη των επίδοξων δολοφόνων του αξιοποιήθηκε από τον πρώην πρωθυπουργό προκειμένου να υπεραμυνθεί, για πρώτη φορά μετά την εκλογική ήττα του Νοεμβρίου 1920 και μάλιστα επί διεθνούς εδάφους, της εν γένει πολιτικής του. Στο σημείο εκείνο η συνεδρίαση διακόπηκε για τις 12.00΄μ.μ. της επομένης ημέρας.

Η 26η Φεβρουαρίου 1921 ήταν αφιερωμένη στις αγορεύσεις. Κατά γενική ομολογία, ο εισαγγελέας Legris, που έλαβε πρώτος τον λόγο, εθεωρείτο από τους πλέον δεινούς ρήτορες των παρισινών δικαστηρίων. Σε μια κατάδηλη προσπάθεια να οικειοποιηθεί τους ενόρκους, πολιτικοποίησε έντονα την ομιλία του, τοποθετώντας την τελευταία στο μάτι του κυκλώνα του Εθνικού Διχασμού, αποδειχθείς εν τέλει βενιζελικότερος του Βενιζέλου. Διαμόρφωσε κλίμα ευθύς εξ αρχής: “Έχοντας μόλις βάλει την υπογραφή του στη Συνθήκη των Σεβρών, αυτός, που δικαίως αποκαλείται “Μέγας Κρης”, ετοιμαζόταν να επιστρέψει στην πατρίδα του. Μέσα στις αποσκευές έφερε τους καρπούς της δόξας και της τιμής. Στη Μακεδονία, στη Θράκη και μακρύτερα ακόμη, οι ελπίδες και τα οράματα του ελληνικού λαού υλοποιήθηκαν υπεράνω κάθε προσδοκίας. Αυτό ακριβώς υπήρξε το αποτέλεσμα της διορατικότητας του Προέδρου Βενιζέλου. Η προσήλωσή του στη Μεγάλη Ελλάδα [σσ. στο σημείο αυτό χρησιμοποιήθηκε για λόγους εντυπωσιασμού ο όρος Hellade αντί του συνήθους Grèceκαι η εντιμότητά του έναντι των χωρών του συνασπισμού της Συνεννοήσεως. Τη στιγμή, που ο αρχιτέκτων ενός τόσο μεγαλειώδους έργου, ήσυχος με τη συνείδησή του, μπορούσε να στηριχτεί στην ατελείωτη και ομόφωνη ευαρέσκεια των συμπολιτών του, δυο θρασύδειλοι Έλληνες αξιωματικοί αποπειράθηκαν να τον δολοφονήσουν”. Ακολούθησαν η περιγραφή της απόπειρας και η αναφορά στο παρελθόν των δυο κατηγορουμένων. Αναλύοντας τα κίνητρα της απόπειρας, ο εισαγγελέας εκφράστηκε ως εξής: “[Ο Βενιζέλος] Κτυπήθηκε επειδή ανέκαθεν υπήρξε ένθερμος φίλος της Γαλλίας και, μόλις του παρουσιάστηκε η δυνατότητα, οδήγησε την Ελλάδα στο πλευρό της Συνεννοήσεως. Γιατί να μην το επαναλαμβάνει κανείς, από τη στιγμή που πρόκειται για αλήθειες, οι οποίες έχουν πλέον αποκτήσει τη θέση τους στην Ιστορία; Περί τα τέλη του 1916, σε μια κρίσιμη καμπή του πολέμου, και ενώ μια συμμαχική στρατιά έδρευε στη Θεσσαλονίκη, η στάση της ελληνικής βασιλικής κυβέρνησης υπήρξε για εμάς πηγή σοβαρής έγνοιας. Την 1η Δεκεμβρίου 1916, μέσα στους δρόμους της Αθήνας, 57 Γάλλοι ναύτες δολοφονήθηκαν προδοτικά”. Ο εισαγγελέας αποσιώπησε σκοπίμως την πρόσφατη ακόμα εκλογική ήττα του Νοεμβρίου 1920, η δε αναφορά στα “Νοεμβριανά” (ευθύνη για την έκρηξη των οποίων φέρουν ισότιμα όλα τα εμπλεκόμενα μέρη – βενιζελικοί, αντιβενιζελικοί και Σύμμαχοι),²² υπήρξε ο κρυφός άσσος της αγόρευσης. Ο στομφώδης λόγος δικαίως ηχεί σήμερα ετεροχρονισμένος. Το 1921 όμως τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Η Γαλλία είχε μόλις εξέλθει από μια τετραετή δοκιμασία, πληρώνοντας βαρύ τίμημα σε ανθρώπινες απώλειες. Ειδικότερα με το επεισόδιο των “Νοεμβριανών”, το γαλλικό κοινό υπήρξε αποδέκτης της μονομερούς εικόνας που μετέφεραν η κρατική προπαγάνδα και λογοκρισία της εποχής. Οι ένορκοι, άπαντες Γάλλοι, δεν γνώριζαν εκ προοιμίου τα τεκταινόμενα στην Ελλάδα σε ολόκληρη την έκτασή τους. Ήταν συνεπώς επιρρεπείς στην επιτήδεια επιχειρηματολογία του έμπειρου εισαγγελέα. Αυτό φάνηκε ανάγλυφα και στο θεατρικό ύφος, με το οποίο ο τελευταίος έκλεισε την ομιλία, με εμφανή σκοπό να κερδίσει τις εντυπώσεις: “Αθωώνοντας τους Τσερέπη και Κυριάκη, είναι σαν να αποδέχεστε τις γερμανόφιλες αντιλήψεις τους. (…) Σαν να καλύπτετε όλες τις δραστηριότητες της γερμανόφιλης παράταξης στην Ελλάδα, διαρκούντος του πολέμου. (…) Σαν η δολοφονία των ναυτών μας, που κοιμούνται τον αιώνιο ύπνο εκεί, τόσο μακριά από εμάς, να είναι στα μάτια σας ένα κοινό, δικαιολογίσιμο, επεισόδιο. (…) Θα σήμαινε πως ο κατακλυσμός, ο οποίος επί τέσσερα έτη αναστάτωσε την υφήλιο, έχει κιόλας ξεχαστεί. Κιόλας, κι ενώ τα ερείπια επιδεικνύουν στα δακρυσμένα βλέμματά μας την τραγική θλίψη τους. Όταν, παρόλη τη αίγλη της νίκης, εμείς οι νικητές εξακολουθούμε να αγωνιζόμαστε ενάντια στις τεράστιες δυσκολίες της επομένης ημέρας, όταν τόσες γαλλικές καρδιές θρηνούν και εξακολουθούν να ματώνουν και όταν ένα τόσο μεγάλο πένθος παραμένει απαρηγόρητο. Όχι! Όχι! Είναι αδύνατο κάτι τέτοιο!”. Ολοκλήρωσε την παρέμβασή του ζητώντας από τους ενόρκους να συμπεριφερθούν ως “σωστοί Γάλλοι”. Παρακολουθώντας την αγόρευση του εισαγγελέα Legris, θα πίστευε κανείς ότι οι δυο αυτοσχέδιοι επίδοξοι δολοφόνοι, Τσερέπης και Κυριάκης, ήταν υπόλογοι για όλα τα δεινά του πολέμου!

Ο συνήγορος του Κυριάκη (Alfred Dominique), σχεδόν επιγραμματικός, αιτήθηκε την αθώωση του πελάτη του. Ο συνήγορος του Τσερέπη (Moro-Giafferi) δήλωσε ότι η αγόρευση του εισαγγελέα εξέτρεψε τη συζήτηση από την ουσία, δηλαδή την ίδια την απόπειρα, όπως άλλωστε και η παρέμβαση του Βενιζέλου νωρίτερα. Γι’ αυτό και θεωρούσε υποχρέωσή του να κινηθεί και εκείνος στο μήκος κύματος της πολιτικής, δίνοντας τη δική του εκδοχή σχετικά με τα όσα είχαν λεχθεί. Αγορεύοντας επί μία ώρα, απέδωσε τα αντιβενιζελικά αισθήματα του πελάτη του στο επεισόδιο του 1914 (Β. Ήπειρος) και στην απόταξη του 1917. Ενόσω ο Βενιζέλος, ευρισκόμενος εκτός Ελλάδος για μεγάλο χρονικό διάστημα και ασχολούμενος με τις εργασίες της Συνδιάσκεψης της Ειρήνης, δεν έλεγχε τους συνεργάτες του στην Αθήνα, εκείνοι συμπεριφέρθηκαν ως τύραννοι. Μίλησε για άνω των 11.000 απολύσεις από τον κρατικό μηχανισμό και για αναρίθμητες κρατήσεις και εκτοπίσεις σε νησιά λόγω πολιτικών και μόνο φρονημάτων. Έκλεισε δε την ομιλία του παραθέτοντας ένα δημοφιλές ανέκδοτο, το οποίο στις αρχές του 1921 κυκλοφορούσε στους δρόμους της Αθήνας, σύμφωνα με το οποίο, κάποιο άτομο είχε προφυλακιστεί επειδή ο παπαγάλος του συνήθιζε να αναφωνεί: “Ζήτω ο βασιληάς!”.

Στις 18.30΄μ.μ. ο πρόεδρος των ενόρκων ανακοίνωσε την ετυμηγορία. Οι Τσερέπης και Κυριάκης κρίθηκαν ένοχοι με αναγνώριση ελαφρυντικών. Κατόπιν τούτου, το δικαστήριο τους επέβαλε ποινή πενταετούς φυλάκισης.

Εν κατακλείδι

Μέχρι στιγμής, στο υπάρχον πρωτογενές υλικό δεν υφίστανται αποδείξεις, οι οποίες να κλίνουν προς την ύπαρξη συνωμοσίας σε ότι αφορά την δολοφονική απόπειρα της 30 Ιουλίου/12 Αυγούστου 1920. Άλλωστε, αυτό επιβεβαιώνεται από τα ίδια τα πρακτικά της δίκης, παρά τους όποιους υπαινιγμούς, οι οποίοι ωστόσο παρέμειναν αναπόδεικτοι. Οι δυο δράστες ενήργησαν αυτοβούλως, ορμώμενοι από πολιτικά και προσωπικά κίνητρα. Η επιλογή της ημερομηνίας (δυο ημέρες έπειτα από την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών), είναι μάλλον συγκυριακή και δεν αντανακλά κάποια συνειδητή προσπάθεια από τους Τσερέπη και Κυριάκη να προσδώσουν στο εγχείρημά τους συμβολική διάσταση. Το αντίθετο μάλιστα. Η χρονική αλληλουχία των δυο γεγονότων ευνόησε περισσότερο την κυβερνητική παράταξη προς την κατεύθυνση μιας περαιτέρω ηρωοποίησης του Βενιζέλου.

Ένα δεύτερο συμπέρασμα σχετίζεται με τα μέτρα ασφαλείας του Έλληνα πρωθυπουργού. Η κυβέρνηση της Αθήνας αντιμετώπιζε σοβαρά το ενδεχόμενο μιας δολοφονίας του Βενιζέλου μέσα στο καλοκαίρι του 1920. Είχε καταλήξει στην παραπάνω εκτίμηση έπειτα από σχετικές φήμες, αλλά και από κάποια δραστηριοποίηση, η οποία είχε παρατηρηθεί στους κόλπους των κωνσταντινικών κύκλων της Ελβετίας. Δεν ήταν τυχαία η ενίσχυση των μέτρων προστασίας του πρωθυπουργού (εισήλθε στον σιδηροδρομικό σταθμό της Λυών υπό την επιτήρηση 34 αστυνομικών). Ωστόσο, η ενίσχυση αυτή προσέκρουσε στην αρνητική αντίδραση του ιδίου του Βενιζέλου, με αποτέλεσμα η όλη προσπάθεια να μετριαστεί τις παραμονές της απόπειρας.

Το τριήμερο 10 – 13 Αυγούστου (ν.η) είναι μια από τις πλέον δραματικές και εμβληματικές κορυφώσεις, τις οποίες βίωσε το φαινόμενο του Εθνικού Διχασμού. Ξεκίνησε με τη συνομολόγηση της Συνθήκης των Σεβρών, συνεχίστηκε με το επεισόδιο της δολοφονικής απόπειρας του Παρισιού, για να καταλήξει στα έκτροπα των Αθηνών, με αποκορύφωμα τη διενέργεια μιας πραγματικής δολοφονίας: την εκτέλεση εν ψυχρώ του Ίωνα Δραγούμη από τους παρακρατικούς του Γύπαρη.

Ίων Δραγούμης.
Η αναμνηστική στήλη στο σημείο της δολοφονίας.

Ουδέποτε άλλοτε μέχρι τότε οι Έλληνες είχαν φτάσει σε τόσο προχωρημένο σημείο πολιτικής εμπάθειας και εσωτερικής διχόνοιας.


Ο Γιάννης Μουρέλος είναι Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

¹ Υπηρεσία Διπλωματικού και Ιστορικού Αρχείου Υπουργείου Εξωτερικών (ΥΔΙΑ)/Πρεσβεία Λονδίνου/ 1920/ Φάκ. Ν 5 [Απόπειρα κατά ζωής κ. Βενιζέλου και ενέργειαι βασιλικών]/ Πρεσβεία Παρισίων προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα [κοινοποίηση: Πρεσβεία Λονδίνου], αρ. 5194, 30 Ιουλίου/12 Αυγούστου 1920.

²  ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1920/ Φακ. Α 18 [Απόπειρα δολοφονίας κ. Βενιζέλου εις Παρισίους]/ Πρεσβεία Παρισίων προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 5195, 30 Ιουλίου/12 Αυγούστου 1920.

³  Ministère des Affaires étrangères, Archives diplomatiques (MAE)/ Série Z /Grèce 52 [Politique intérieure, dossier général 1918-1920]/ Πρεσβεία Αθηνών προς Κεντρική Υπηρεσία, Παρίσι, αρ. 328, 14 Αυγούστου 1920. ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1920/ Φακ. Α 18/ Πρεσβεία Παρισίων προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 5198, 31 Ιουλίου/13 Αυγούστου 1920.

⁴   ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1920/ Φακ. Α 2(2) [Ανακρίσεις δια την απόπειραν δολοφονίας κ. Βενιζέλου]/ Πρεσβεία Παρισίων προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 5278, 4/17 Αυγούστου 1920. ΥΔΙΑ/Πρεσβεία Λονδίνου/ 1920/ Φάκ. Ν 5/ Ιδιόχειρη επιστολή Β. Λεοντόπουλου προς Δημήτριο Κακλαμάνο, 31 Ιουλίου/13 Αυγούστου 1920.

⁵  Gazette des Tribunaux, Cour d’ Assises de la Seine, audience du 26/2/1921.

⁶  Excelsior, 13/8/1920. Gazette des Tribunaux, Cour d’ Assises de la Seine, audiences des 25,26 et 27 /2/1921. ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1921/ Φακ. Α 2 [Ασφάλεια καθεστώτος. Εσωτερική κατάστασις χώρας]/ Κρυπτογράφημα πρακτορείου Radio, αρ. 24, 25 Ιανουαρίου 1921.

⁷  ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1920/ Φακ. Α 2(11) [Εμπιστευτικόν αρχείον. Ειδικός φάκελος ενεργειών Γαλλικής Ανακρίσεως]/ Πρεσβεία Παρισίων προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 5504, 9/22 Αυγούστου 1920. ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1920/ Α 2 [Ειδικός φάκελος Γαλλικής Ανακρίσεως]/ Πρεσβεία Παρισίων προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 5681, 16/29 Αυγούστου 1920. Υπουργείο Δικαιοσύνης προς Υπουργείο Εξωτερικών, αρ. 40230, 28 Αυγούστου/10 Σεπτεμβρίου 1920.

⁸  ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1920/ Φακ. Α 2(2)/ Κεντρική Υπηρεσία,Αθήνα, προς Πρεσβεία Λονδίνου, αρ. 10725, 5/18 Αυγούστου 1920. Πρεσβεία Παρισίων προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 5225, 1/14 Αυγούστου 1920. ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1920/ Φακ. Α 2/ Πρεσβεία Παρισίων προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 5681, 16/29 Αυγούστου 1920. ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1920/ Φακ. Α 2(11)/ Πρεσβεία Παρισίων προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 5504, 9/22 Αυγούστου 1920, αρ. 5684, 15/28 Αυγούστου 1920.

⁹  ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1920/Φακ. Α2/ Πρεσβεία Παρισίων προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 5681, 16/29 Αυγούστου 1920. ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1920/Φακ. Α2 (2)/ Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, προς Πρεσβεία Παρισίων, αρ. 5225, 1/14 Αυγούστου 1920, αρ. 5884, 7/25 Αυγούστου 1920, αρ. 10910, 22 Αυγούστου/4 Σεπτεμβρίου 1920. ΥΔΙΑ/ Κεντρική Υπηρεσία/ 1920/ Φακ. Α 2(11)/ Πρεσβεία Παρισίων προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 6356, 1/14 Σεπτεμβρίου 1920. Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, προς Πρεσβεία Παρισίων, αρ. 12448 εμπιστ., 22 Σεπτεμβρίου/5 Οκτωβρίου 1920. ΥΔΙΑ/Πρεσβεία Λονδίνου/1920/Φακ. Ν 5/Πρεσβεία Παρισίων προς Πρεσβεία Λονδίνου, αρ. 5683, 15/28 Αυγούστου 1920, αρ. 5721, 15/28 Αυγούστου 1920, αρ. 4083Bis, 3/16 Αυγούστου 1920, αρ. 4944, 21 Αυγούστου/3 Σεπτεμβρίου 1920. Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, προς Πρεσβεία Λονδίνου, αρ. 12448, 5/18 Οκτωβρίου 1920. Foreign Office προς Πρεσβεία Λονδίνου, αρ. C 4959/3777/19, 31 Αυγούστου 1920 (ν.η.), αρ. C 8741/3777/19, 3 Νοεμβρίου 1920 (ν.η.) Πρεσβεία Λονδίνου προς Foreign Office, αρ. 4403, 1 Σεπτεμβρίου 1920 (ν.η.).

¹º ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1920/ Φακ. Α 2(11)/ Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, προς Πρεσβεία Παρισίων, αρ. 10065, 4/17 Αυγούστου 1920. Πρεσβεία Παρισίων προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 5447, 8/21 Αυγούστου 1920. ΥΔΙΑ/ Κεντρική Υπηρεσία/1920/ Φακ. Α 18/ Πρεσβεία Παρισίων προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, 5226, 1/14 Αυγούστου 1920. ΥΔΙΑ/ Πρεσβεία Λονδίνου/1920/ Φακ. Ν 5/ Πρεσβεία Παρισίων προς Πρεσβεία Λονδίνου, αρ. 5280, 5/18 Αυγούστου 1920. Πρεσβεία Λονδίνου προς Πρεσβεία Παρισίων, αρ. 4182, 6/19 Αυγούστου 1920. Πρεσβεία Λονδίνου προς Γενικό Προξενείο Λονδίνου, εμπιστευτικό σημείωμα, 6/19 Αυγούστου 1920. Πρεσβεία Παρισίων προς Πρεσβεία  Λονδίνου, αρ. 1844(;), 17/30 Αυγούστου 1920.

¹¹ ΥΔΙΑ/ Κεντρική Υπηρεσία/1920/ Φακ. Α 2(11)/ Πρεσβεία Παρισίων προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 5682, 16/29 Αυγούστου 1920, αρ. 5879, 23 Αυγούστου/5 Σεπτεμβρίου 1920.

¹² ΥΔΙΑ/ Κεντρική Υπηρεσία/1920/ Φακ. Α 2(11)/ Πρεσβεία Παρισίων προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 5682, 16/29 Αυγούστου 1920.

¹³ ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1920/ Φακ. Α 2(11)/ Πρεσβεία Παρισίων προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 5682 δις, 17/30 Αυγούστου 1920. “Ξεύρω ὃτι εἷσαι ἀρκετά λογική καί ψύχραιμη καί ἒτσι φαντάζομαι  ὃτι ὕστερα καί ἀπό τήν παράκλησί μου δεν θα στενοχωρηθῆς καθόλου. Ἄλλως τε ἐγώ τῶρα εἷμαι τελείως καλά. Ἡ μικρή ἀδιαθεσία θέλησε γρίγωρα νά μοῦ φύγη [σ.σ. αναφέρεται, μάλλον, στην κακοποίηση, που υπέστη  τη στιγμή της σύλληψης]. Τής ὧρες μου περνῶ διαβάζοντας, γιατί  εἷμαι ἐντελῶς μόνος στό δωμάτιό μου [σ.σ. εννοεί στο κελί του]. Συντροφιά ἀνεκτίμητη μοῦ κάμουν οἱ μεγάλοι συγγραφεῖς, μέ τούς ὁποίους διαβάζοντας προσεκτικά, ἒρχομαι εἰς εὐχάριστον καί ἐξυψώνουσανν ἐπικοινωνίαν. Τά βιβλία μοῦ εἶναι κάτι το πολύ ἀγαπητό. Περίπατο κάμω μόνον γιά ἓνα τέταρτο τό πρωΐ.”, έγραφε ο Κυριάκης προς τη φίλη του, Ειρήνη Φίλτσου, στις 24 Αυγούστου 1920 (ν.η.) μέσα από τη φυλακή. Excelsior, 13 Αυγούστου 1920.

¹⁴ ΥΔΙΑ/Πρεσβεία Λονδίνου/1920/Φακ. Ν 5/ Πρεσβεία Λονδίνου προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα/ αρ. 4522, 8/21 Σεπτεμβρίου 1922. Excelsior, 14 και 17 Αυγούστου 1920.

¹⁵ Στην Υπηρεσία Διπλωματικού και Ιστορικού Αρχείου του Υπουργείου Εξωτερικών υπάρχει ένας ογκώδης φάκελος με τίτλο “Φάκελλος Τσερέπη”. Πρόκειται για συγχώνευση δυο αρχικών φακέλων με ενδείξεις Ι/76 και Θ/230 αντίστοιχα. Η όλη υπόθεση του Νικολάου Τσερέπη παρακολουθήθηκε στενά από το Ιδιαίτερο Γραφείο Υπουργού. Ο συγχωνευθείς φάκελος καταχωρίστηκε τελικά στο αρχείο της Διεύθυνσης Προσωπικού με την ένδειξη Ι/76 και αριθμό ατομικού φακέλου 18752/1918. Η εκτενής αλληλογραφία γύρω από την υπόθεση μας έκανε για λόγους οικονομίας να παραπέμψουμε συνολικά στον συγκεκριμένο φάκελο και όχι αναλυτικά στα έγγραφα, τα οποία ο τελευταίος περιέχει. Gazette des Tribunaux, 25-26/2/1921, Cour des Assises de la Seine, audience du 25 février 1921. Σχετικά με τις εκκαθαρίσεις της τριετίας 1917-1920 βλ. William Edgar: “Οι εκκαθαρίσεις του 1917: Η σημασία τους για το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα του Βενιζέλου”, Μελετήματα γύρω από τον Βενιζέλο και την Εποχή του (επιμ. Οδυσσέας Δημητρακόπουλος), Αθήνα, 1980, σσ. 519-550.

¹⁶ ΥΔΙΑ/ Κεντρική Υπηρεσία/1920/ Φακ. Α 2(2)/ Πρεσβεία Λονδίνου προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 4401, 20 Αυγούστου/2 Σεπτεμβρίου 1920, αρ. 4289, 11/24 Σεπτεμβρίου 1920. Πρεσβεία Παρισίων προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 5582, 29 Ιουλίου/12 Αυγούστου 1920, αρ. πρωτ. εισαγωγής 10008, 2/15 Αυγούστου 1910. Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, προς πρεσβεία Παρισίων, αρ. 10371 11/24 Αυγούστου 1920. Υπουργείο Εσωτερικών (Δ/σις Χωροφυλακής και Δημοσίας Ασφαλείας) προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 1694, 5/18 Αυγούστου 1920. ΥΔΙΑ/ Κεντρική Υπηρεσία/ 1920/ Φακ. Α 18/ Πρεσβεία Λονδίνου προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 4059, 31 Ιουλίου/13 Αυγούστου 1920, 4059 δις, 1/14 Αυγούστου 1920. ΥΔΙΑ/ Πρεσβεία Λονδίνου/1920/ Ν 5/ Γενικό Προξενείο Λονδίνου προς Πρεσβεία Λονδίνου, αρ. πρωτ. Εισαγωγής 4143, 4/17 Αυγούστου 1920. Πρεσβεία Λονδίνου προς Foreign Office, α.α.π., 27 Αυγούστου (ν.η.) 1920. Foreign Office προς Πρεσβεία Λονδίνου, αρ. C 4959/3777/19, 31 Αυγούστου 1920 (ν.η.), αρ. C 8741/3777/19, 3 Νοεμβρίου 1920 (ν.η.). Excelsior, 13 Αυγούστου 1920 (ν.η.). Observer, 15 Αυγούστου 1920 (ν.η.).

¹⁷ Gazette des Tribunaux, 27/2/1921. Cour d’ Assises de la Seine, audience du 25/2/1921.

¹⁸ ΜΑΕ/Série Z/ Grèce 52 [Politique intérieure, dossier général 1918-1920], 56 [Politique intérieure, dossier général 1921-1922], 63 [L’ ex-roi Constantin – Intrigues 1918-1923]. ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1918/ Φακ. Α/2 [Ασφάλεια και ησυχία του Κράτους. Αντιδραστικοί καθεστώτος], Φακ. Α/5/Ι [Αντιδραστικοί Ελβετίας], Φακ. Α/18 [Ζήτημα βασιλείας. Ενέργειαι και ραδιουργίαι κωνσταντινικών]. ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1920/ Φακ. Α/2(7) [Ασφάλεια και ησιχία του Κράτους. Αντιδραστικοί καθεστώτος], Φακ. Α/2(8) [Αντιδραστικοί εξωτερικού], Φακ.Α/2(9) [Φάκελος ενεργειών κωνσταντινικών εν Ιταλία], Φακ. Α/2(10) [Συνομωσία κατά κ. Βενιζέλου υπό των βασιλικών], Φακ. Γ/101ε΄[Δημοσιεύματα ελβετικού Τύπου]. ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1921/ Φακ. Α2 [Ασφάλεια καθεστώτος. Εσωτερική κατάστασις χώρας]. Απ. Αλεξανδρής, Πολιτικαί Αναμνήσεις, Πάτρα, 1947. Π. Ενεπεκίδης, Βασιλική ανταρσία. Έργα και ημέραι του βασιλέως Κωνσταντίνου κατά την εξορίαν του εις την Ελβετίαν, Αθήνα, 1975. Δ. Φεσσάς, Η υπόθεση του δευτέρου υποβρυχίου (1918-1920). Ένα επεισόδιο της εποχής του Διχασμού, Αθήνα, 2016. G. B. Leon [Leontaritis], «King Constantine’s policy in exile and the Central Powers 1917-1918» στο Essays in memory of Basil Laourdas, Thessaloniki, 1975, σ. 495-536.

¹⁹ ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1918/ Φακ. Α 5/Ι/ Γενικό Προξενείο Γενεύης προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 604, 7/20 Σεπτεμβρίου 1918. ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1918/ Φακ. Ι 79 [Διορισμοί – Παύσεις – Μεταθέσεις Αμίσθου Προξενικής Υπηρεσίας]/ Πρεσβεία Βέρνης προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 254, 27 Ιανουαρίου/9 Φεβρουαρίου 1918, αρ. πρωτ. Εισαγωγής 02533, 2/15 Φεβρουαρίου 1918. Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, προς Πρεσβεία Βέρνης, αρ. 2090, 31 Ιανουαρίου/13 Φεβρουαρίου 1918. Βασιλικό Διάταγμα περί συστάσεως Αμίσθου Προξενείου εν Λουγκάνω, 8/21 Φεβρουαρίου 1918. Βασιλικό Διάταγμα περί διορισμού Αμίσθου Προξένου Β΄Τάξεως εν Λουγκάνω, 8/21 Φεβρουαρίου 1918. ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1919/Α 2(4)/ Γενικό Προξενείο Βέρνης προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 1817, 29 Οκτωβρίου/11 Νοεμβρίου 1919, αρ. πρωτ. εισαγωγής 12312, 27 Νοεμβρίου/10 Δεκεμβρίου 1920. ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1919/Φακ. Α 2 (8)/ Πρεσβεία Βέρνης προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 2856, 21 Νοεμβρίου/4 Δεκεμβρίου 1919, αρ. 3017, 6/19 Δεκεμβρίου 1919. Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, προς Πρεσβεία Βέρνης, αρ. 11860, 28 Νοεμβρίου/11 Δεκεμβρίου 1919. ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1920/ Φακ. Α 2(4)/ Γενικό Προξενείο Γενεύης προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 6, 23 Ιανουαρίου/5 Φεβρουαρίου 1920.

²º ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1920/Φακ. Α 2(3) [Περί Στρατοδικείων. Περί αποπείρας δολοφονίας κ. Βενιζέλου]/Πρεσβεία Παρισίων προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 5460, 8/21 Αυγούστου 1920, αρ. 5599, 12/25 Αυγούστου 1920. Πρεσβεία Βέρνης προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα,  αρ. πρωτ. Εισαγωγής 10487, 7/20 Αυγούστου 1920, αρ. 1494, 11/24 Αυγούστου 1920. Γενικό Προξενείο Γενεύης προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. εμπιστ. πρωτ. 13, 8/21 Αυγούστου 1920, αρ. εμπιστ. πρωτ.14, 9/22 Αυγούστου 1920. ΥΔΙΑ/ Κεντρική Υπηρεσία/1920/ Φακ. Α 2(9) [Φάκελος ενεργειών Κωνσταντινικών εν Ιταλία]/ Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, προς Πρεσβεία Ρώμης, αρ. 10645, 7/20 Αυγούστου 1920. Πρεσβεία Ρώμης προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 2733, 15/28 Αυγούστου 1920. Γενικό Προξενείο Μιλάνου προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 525, 10/23 Αυγούστου 1920. ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1920/Α 18/ Πρεσβεία Λονδίνου προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 4053, 30 Ιουλίου/13 Αυγούστου 1920. Πρεσβεία Κωνσταντινουπόλεως προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 5788, 4/17 Αυγούστου 1920.  ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1920/ Φακ. Γ/101 ε΄/ Γενικό Προξενείο Γενεύης προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 1230, 17/30 Αυγούστου 1920.

²¹ Τα σχετικά με τη διεξαγωγή της δίκης στοιχεία προέρχονται από τον φάκελο ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1921/Α 2 [Ασφάλεια καθεστώτος. Εσωτερική κατάστασις της χώρας], από την Gazette du Palais (φύλλα της 26 και 27 Φεβρουαρίου 1921), έντυπο που εξέδιδε το υπουργείο Δικαιοσύνης της Γαλλίας, καθώς και από πληθώρα τηλεγραφημάτων του Τηλεγραφικού Πρακτορείου Radio, τα οποία είναι καταχωρισμένα στον προαναφερθέντα φάκελο.

²² Σχετικά με τα “Νοεμβριανά” βλ. Γ. Μουρέλος, Τα «Νοεμβριανά» του 1916. Από το αρχείο της Μεικτής Επιτροπής Αποζημιώσεων των θυμάτων, Αθήνα, 2007.

, , , , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.