Η αρχή του δυτικού Μεσαίωνα: Κατάλυση δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, εγκαθίδρυση πρώτων βαρβαρικών κρατών

του Χαράλαμπου Ε. Ανδριανόπουλου*

1. Ο ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΔΥΤΙΚΟΥ ΡΩΜΑΪΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ (476μΧ)

α. Το δυτικό τμήμα της αυτοκρατορίας κατά τον 4ο και 5ο αιώνα

To 476 είναι μια συμβολική ημερομηνία. Οι Βάρβαροι πολύ νωρίτερα, από την αρχή του αιώνα, έχουν εγκατασταθεί στο δυτικό τμήμα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Μέχρι τις αρχές ακόμη του τελευταίου τετάρτου του 4ου αι. (370-380), ο ρωμαϊκός κόσμος (OrbisRomanus) εκτεινόταν σχεδόν σ’ ολόκληρη την Ευρώπη, δυτικά και νότια από τους ποταμούς Ρήνο και Δούναβη, περιλαμβάνοντας και τη σημερινή Αγγλία. Περιέκλειε εξάλλου την ασιατική περιοχή της Εγγύς Ανατολής με το βόρειο μέρος της Μεσοποταμίας. Ολόκληρη η Αφρική της Μεσογείου άνηκε επίσης στην αυτοκρατορία[1]

 Μετά το θάνατο του αυτοκράτορα Θεοδόσιου, όπου η αυτοκρατορία χωρίζεται σε δυτικό και ανατολικό τμήμα (395),  οι πορείες των δύο τμημάτων θα είναι αποκλίνουσες με το ανατολικό να κυριαρχεί και το δυτικό να παρουσιάζει σοβαρά προβλήματα συντονισμού.  Παρά τις προσπάθειες των αυτοκρατόρων της Ραβέννας να βρουν λύση στο βαρβαρικό πρόβλημα, μετά το θάνατο του Βαλεντινιανού, το 455, οι διάδοχοί τους δεν έχουν καμία ουσιαστική πολιτική δύναμη. Οι τοπικοί πληθυσμοί, διαισθανόμενοι την αδυναμία της επαρχιακής διοίκησης, η οποία μάλιστα παρουσιάζει πολλά τυραννικά στοιχεία, αποκτούν βαθμηδόν συνείδηση της ιδιαιτερότητάς τους και πλήθος είναι οι αλλαγές στα τοπωνύμια τα οποία και επανέρχονται συχνά στον προρωμαϊκό τους τύπο. Μια μακρά οικονομική κρίση, που άρχισε από τον 3ο αιώνα και οφειλόταν κυρίως στην εγκατάλειψη της υπαίθρου, αλλά και σε κλιματολογικούς λόγους, δεν έχει βρει ακόμα τη λύση της. Οι μικροί ελεύθεροι ιδιοκτήτες, κάτοικοι των χωριών (vici), δεν έχουν εκλείψει αλλά είναι οι πιο εκτεθειμένοι κατά τη βαρβαρική μετακίνηση[2]. Η πόλη δεν επικοινωνεί πια με την ύπαιθρο και κλείνεται στα τείχη της, ενώ οι κοινωνικές ανισότητες είναι έντονες μεταξύ μιας πλούσιας αριστοκρατίας και μιας πλειονότητας φτωχών. Σύμφωνα με τον Σαλβιανό της Μασσαλίας, άκληροι, χήρες και ορφανά καταφεύγουν στον Βάρβαρο. Το 435  και το 448 εκδηλώνονται λαϊκές εξεγέρσεις, τις οποίες το κράτος θα καταπνίξει χρησιμοποιώντας τους βάρβαρους Αλανούς. Η παρακμή της Ρώμης θα φτάσει στο έσχατο σημείο τον 5ο μ.Χ αιώνα με τη λεηλασία της πόλης αρχικά από τους Βησιγότθους και έπειτα από τους Βάνδαλους.

β.  Η μη ρωμαϊκή Ευρώπη

 Έξω από τα ρωμαϊκά σύνορα (extralimitem) εκτεινόταν ο κόσμος των Βαρβάρων. Ο βαρβαρικός κόσμος δεν είναι ομοιογενής: αυτό φαίνεται από μαρτυρίες Ρωμαίων συγγραφέων, οι οποίοι τον χωρίζουν σε δύο κύρια μέρη. Ανατολικά του Ρήνου και βόρεια του Δούναβη απλώνεται η Germania, για την οποία τις καλύτερες περιγραφές συναντάμε στον Καίσαρα και τον Τάκιτο. Οι Γερμανοί της ανατολικής περιοχής, οι Οστρογότθοι, και οι της δυτικής, οι Βησιγότθοι, καθώς κι οι Βάνδαλοι, οι Βουργούνδιοι, οι Λομβαρδοί, απλώνονταν από τον Δον και τα Καρπάθια εώς τον Δούναβη και τον Μάιν. Στην ενδοχώρα της Germanialibera βρίσκονται επίσης άλλες γερμανικές φυλές, όπως οι Σάξονες, οι Άγγλοι, οι Ιούτοι, οι Φράγκοι, οι Αλαμάνοι, οι Βαυαροί, οι Θουρίγγιοι και οι Σουηβοί, ενώ γνωρίζουμε ότι περιλαμβάνονται και μη γερμανικοί λαοί (Θράκες, Ιλλύριοι, Κέλτες)[3]

 Αυτό είναι το δυτικό τμήμα του Barbaricum. Το ανατολικό του τμήμα, που ονομάζεται Σαρματία, βόρεια του Εύξεινου Πόντου, είναι η επικράτεια των ιρανόφωνων νομαδικών λαών. Οι περιφημότεροι μεταξύ των σαρματικών φυλών ήταν οι Αλανοί, που προέρχονται από την Κεντρική Ασία και εμφανίζονται στην Ευρώπη τον 1ο αι. μ.Χ. 

 Τέλος, βορείως της Σαρματίας και της Γερμανίας υπάρχει ένας τρίτος βαρβαρικός κόσμος, ο κόσμος των λαών του δάσους της Ανατολικής Ευρώπης, που είναι μακριά από τη ρωμαϊκή μεθόριο: είναι οι Αίστιοι (Βάλτες), οι Βένεδοι (Σλάβοι) και οι Φίννοι. Αυτοί οι λαοί σπάνια εμφανίζονται στις γραπτές πηγές[4].

γ. Σχέσεις Ρωμαίων – Βαρβάρων

 Η πρώτη σημαντική αναμέτρηση των Βαρβάρων με την αυτοκρατορία είναι οι Μαρκομανικοί Πόλεμοι (160-180 μΧ), στην διάρκεια των οποίων οι Ρωμαίοι αντιπαράχθηκαν σε μεγάλες ενώσεις φυλών που είχαν δημιουργηθεί στο Δούναβη. Ωστόσο, τον 3ο αιώνα έγινε η μεγαλύτερη σύγκρουση μεταξύ Ρωμαίων και Βαρβάρων, η οποία συνέπεσε με την εσωτερική κρίση της αυτοκρατορίας. Επωφελούμενοι από την εξασθένηση της Ρώμης, οι Βάρβαροι επιτέθηκαν σε δύο μέτωπα: στη Ρηνανία (Αλαμάνοι, Φράγκοι κ.α.) και στη μεθόριο που ορίζεται από τον Δούναβη και τον Εύξεινο Πόντο (Γότθοι, Έρουλοι, Αλανοί κ.α.). Οι Βάρβαροι λεηλάτησαν τη ρωμαϊκή επικράτεια, φθάνοντας στην Ισπανία, τη Βόρεια Ιταλία και τη Νησιωτική Ελλάδα, αλλά νικήθηκαν γύρω στο 370. 

 Την εποχή του Κωνσταντίνου, στις αρχές του 4ου αιώνα, οι Ρωμαίοι επιχειρούν να δημιουργήσουν κατά το μήκος των συνόρων πελατειακά βασίλεια. Έτσι, δεδομένου και ότι υπάλληλοι και έμποροι αποφεύγουν τη στρατιωτική τους θητεία, χιλιάδες Βάρβαροι υπηρετούν είτε ατομικά είτε στα πλαίσια της φυλής τους, με αποτέλεσμα ο ρωμαϊκός στρατός να μετατραπεί σε μισθοφορικό. Πολλοί είναι αξιωματικοί και φθάνουν ως και την απόκτηση του τίτλου του πατρίκιου, όπως ο Ρικίμερος, που παίρνουν ενεργό ρόλο στην άμυνα της αυτοκρατορίας εναντίον των βαρβαρικών επιδρομών. Άλλωστε η μεγάλη πίεση που ασκούν οι Βάρβαροι στα ρωμαϊκά limes, υποχρεώνει τη ρωμαϊκή διοίκηση να εγκαταστήσει ολόκληρους λαούς σε ρωμαϊκό έδαφος μετά από σύναψη συμμαχικής συνθήκης (foedus). Οι έποικοι αυτής της κατηγορίας ονομάστηκαν gentiles και foederati (ομόσπονδοι)[5]. Γαλλικά τοπωνύμια, όπως Gentilly, Geux (Γότθοι), Allemagne (Αλαμάνοι) μαρτυρούν σχετικά. Με το καθεστώς του ομόσπονδου και τη διαδικασία της «φιλοξενίας» (hospitalitas), εγκαθίστανται οι Βησιγότθοι το 418, οι Αλανοί το 440, οι Βουργούνδιοι το 443, οι Σάλιοι Φράγκοι το 448. 

 Οι Βάρβαροι γίνονται βαθμηδόν αναπόσπαστο μέρος της Δύσης και όταν φτάσει ο Αττίλας, το 451, οι Βησιγότθοι και άλλα φύλα θα κληθούν να πάρουν μέρος στην πολεμική προσπάθεια του Αέτιου. Μετά τη δολοφονία του Αέτιου το 453 και του Βαλεντινιανού το 455, οι Βάρβαροι επικρατούν στην Γαλατία, ενώ οι Βάρβαροι αρχηγοί του στρατεύματος ανεβοκατεβάζουν αυτοκράτορες στη Ραβέννα. Τελευταίος, ο Ρωμύλος Αυγουστύλος ανακηρύσσεται αυτοκράτορας το 475, αλλά τον επόμενο χρόνο καθαιρείται από τον Οδόακρο, αρχηγό ενός γερμανικού μισθοφορικού στρατού.

Ο Αυγουστύλος παραδίδεται στον Οδόακρο

2. ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΛΑΩΝ ΚΑΙ Η ΙΔΡΥΣΗ ΤΩΝ ΠΡΩΤΩΝ ΒΑΡΒΑΡΙΚΩΝ ΚΡΑΤΩΝ

α. Μερικές επισημάνσεις

 Η εποχή των Μεγάλων Μεταναστεύσεων, που σηματοδοτεί το τέλος της Αρχαιότητας και την απαρχή του Μεσαίωνα, ονομάστηκε λόγω των μετακινήσεων των βαρβαρικών λαών, κυρίως των γερμανικών, οι οποίοι από το τελευταίο τέταρτο του 4ου έως τα τέλη του 5ου αιώνα, και μετά πάλι μέχρι τον 7ο, διέλυσαν την υπάρχουσα δομή της Ευρώπης. Δεν είναι εύκολο να διακρίνουμε ποια ήταν τα αίτια που προκάλεσαν τις πληθυσμιακές μετακινήσεις. Σίγουρα οι κύριοι υπαίτιοι ήταν οι Ούννοι, οι οποίοι προωθούμενοι από τα βόρεια της Κασπίας στην ανατολική Ουκρανία, κατέστρεψαν το γοτθικό βασίλειο το 375 και εγκαταστάθηκαν στην ουγγρική πεδιάδα. Μπορούμε να επικαλεστούμε επίσης ορισμένους παράγοντες όπως:

 – οι διαμάχες ανάμεσα στους βαρβαρικούς λαούς,

 – έλλειψη εδάφους για τη γεωργία και την κτηνοτροφία, με αποτέλεσμα τη δημιουργία δραματικού δημογραφικού προβλήματος,

 – βαθμιαίες κλιματικές μεταβολές που θα έσπρωξαν τους βοσκούς των βόρειων πεδιάδων σε νότιες καλύτερες περιοχές,

 – το θέλγητρο των μεσογειακών παραλιακών χωρών,

 – κοινωνικές καταστάσεις που θα προκάλεσαν τη μετακίνηση πολυάριθμων μελών της κάστας σε αναζήτηση καλύτερης τύχης[6].

Διακρίνουμε δύο διαδοχικές μεταναστευτικές φάσεις.

 Η πρώτη, ανάμεσα στο τελευταίο τρίτο του 4ου αιώνα και στα μέσα του 5ου αιώνα, χαρακτηρίζεται από τη δραστηριότητα των Ούννων, των Αλανών και των Γερμανών της Ανατολής (Γότθοι, Βάνδαλοι, Σουηβοί, Ερούλοι, Βουργούνδιοι). 

 Η δεύτερη, που εκτείνεται από τα μέσα του 5ου αιώνα μέχρι το δεύτερο μισό του 7ου, συμπίπτει με τις μετακινήσεις των Ουννο-Βουλγάρων, των Αβάρων, των Σλάβων και γερμανικών φύλων όπως οι Φράγκοι, οι Σάξονες, οι Άγγλοι, οι Γιούτες και οι Λομβαρδοί.

 Τα βαρβαρικά βασίλεια οργανώνονται μετά τα μέσα του 5ου αιώνα στα εδάφη του δυτικού τμήματος της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, την Ιταλία, την Ισπανία, την Γαλατία. Στις περιοχές όπου οι Βάρβαροι αποτελούν μειοψηφία (Μεσόγειος) διατηρούνται ανέπαφες οι ρωμαϊκές δομές. Στην πλειονότητά τους είναι αρειανοί, γεγονός που θα δώσει αφορμή στον Ιουστινιανό για τους πολέμους ανάκτησης των βασιλείων τους.

β. Α’ Φάση (Μετακινήσεις Γερμανών Ανατολής)

 Οστρογότθοι

 Μετά την εισβολή των Ούννων, η αυτοκρατορία τους περιλαμβάνει πελατειακά βασίλεια που έχουν δημιουργηθεί από διάφορους υποτελείς λαούς όπως οι Γέπιδες, οι Οστρογότθοι, οι Έρουλοι και οι Σκίρες. Αυτοί οι λαοί, που πρέπει να πληρώνουν φόρο στους Ούννους και να τους προμηθεύουν επικουρικές στρατιωτικές δυνάμεις, διατηρούν την προηγούμενη αυτονομία και τις κοινωνικές δομές τους, με τη δική τους αριστοκρατία. Το απόγειο των Ούννων συμπίπτει με τη βασιλεία του Αττίλα (434-453), αλλά το 451 στα Καταλαυνικά πεδία ο στρατός του ηττάται από τους Ρωμαίους του Αέτιου, με τους οποίους συνασπίζονται οι Βησιγότθοι, οι Φράγκοι, οι Αλανοί και άλλοι Βάρβαροι, ήδη εγκατεστημένοι στη Γαλατία[7]. Ο θάνατος του Αττίλα επιφέρει την εξέγερση των υποταγμένων γερμανικών λαών οπότε, το 454-455, στη μάχη του Νένταο, οι Γερμανοί με επικεφαλής τους Οστρογότθους βάζουν τέλος στην κυριαρχία των Ούννων πάνω στη βαρβαρική Ευρώπη και μοιράζονται μεταξύ τους τα εδάφη που κατείχαν οι Ούννοι στο Μέσο Δούναβη. 

 Μετά την καθαίρεση του Ρωμύλου Αυγουστύλου και την κατάληψη της εξουσίας από τον Οδόακρο[8], θα ακολουθήσει η βασιλεία του ΟστρογότθουΘεοδώριχου, «βασιλέα των εθνών» που αναγνωρίζεται και από το ανατολικό τμήμα αφού κλήθηκε από τον αυτοκράτορα Ζήνωνα να αποκαταστήσει την αυτοκρατορική εξουσία διώχνοντας τον Οδόακρο.  Το Οστρογοτθικό βασίλειο σχηματίστηκε στη σημερινή Ιταλία, με τον Θεοδώριχο να παραμένει στην εξουσία από το 493 εώς το 527. Κυβερνώντας με έδρα τη Ραβέννα, θα κρατήσει τον γερμανικό χαρακτήρα της διοίκησης του και με μια κατάλληλη γαμήλια πολιτική, θα ενωθεί με πολλούς άλλους Βαρβάρους βασιλείς. Η πολιτική του θα του επιτρέψει να επεμβαίνει μακριά, όπως στο Δούναβη, στη Νωρίκη και στη Γαλατία. Η πολιτική του Θεοδώριχου στηριζόταν σε μια διπλή εξουσία. Ο βασιλιάς των Γότθων φέρει το ρωμαϊκό τίτλο του πρίγκιπα (princeps) και θεωρείται διάδοχος των αυτοκρατόρων. Η εξουσία του στηριζόταν στον στρατό, στον στόλο και στις οχυρωμένες πόλεις. Ένα σώμα ειδικών πρακτόρων, οι saiones, ελέγχουν την υπαλληλία και πλαισιώνουν τους περιφερειακούς διοικητές, τους κομήτες[9]. Αν και αρειανός, συνεργάζεται με την Εκκλησία της Ρώμης. Πεθαίνοντας, ο Θεοδώριχος αφήνει την παραίνεση στον διάδοχό του να συνεργασθεί με τη ρωμαϊκή σύγκλητο και τον ρωμαϊκό λαό, καθώς και με τον αυτοκράτορα του ανατολικού τμήματος. Από το 527 έως το 535, η Ιταλία είναι διχασμένη μεταξύ Γότθων εθνικιστών και οπαδών της αυτοκρατορίας. Το 535 θα αρχίσει ο πόλεμος της ιουστινιάνειας ανάκτησης.  

Βησιγότθοι

 Κατά την περίοδο της ουννικής εξάπλωσης στην Ευρώπη, ενώ γερμανικοί λαοί όπως οι Οστρογότθοικατακτώνται, οι Βησιγότθοι προτιμούν να εγκαταλείψουν τα μέρη τους και να φύγουν προς τη Δύση. Οι Βησιγότθοι περνούν τον Κάτω Δούναβη και εισχωρούν στην επικράτεια της αυτοκρατορίας. Το 378, ο αυτοκρατορικός στρατός εκμηδενίζεται από τους Βαρβάρους κοντά στην Αδριανούπολη και βρίσκει το θάνατο ο ίδιος ο αυτοκράτορας Ουάλης. Οι Βησιγότθοι, μη έχοντας τις αναγκαίες δυνάμεις για να εκπορθήσουν την Κωνσταντινούπολη, προτιμούν να έλθουν σε συμφωνία με την αυτοκρατορία και αργότερα κατεβαίνουν στην Ιταλία όπου, το 410, ο βασιλιάς τους Αλάριχος κυριεύει τη Ρώμη και τη λεηλατεί. Αφού απέτυχαν να περάσουν στην Αφρική, οι Βησιγότθοι κατευθύνονται προς τη Γαλατία και την Ισπανία και καταλήγουν το 417 να εγκατασταθούν στην Ακουιτανία ως ομόσπονδοι της αυτοκρατορίας. Ο Θεοδώριχος Α’ θα πεθάνει πολεμώντας τους Ούννους στο Μαυρικιανό Πεδίο[10]. Τον 5ο αιώνα σχηματίζουν ανεξάρτητο βασίλειο, με πρωτεύουσα την Τουλούζη. Στα τέλη του αιώνα κατέκτησαν την Ισπανία, και τελικά περιορίστηκαν εκεί, καθώς το 507 η κυριαρχία τους στην νότια Γαλατία τερματίστηκε από τους Φράγκους, υπό τον Χλωδοβίκο Α’. Στο βησιγοτθικό βασίλειο, η αντίθεση ανάμεσα στους αρειανούς και τους ορθοδόξους θα αποτελέσει ιδιαίτερα έντονη. 

 Βουργούνδιοι

 Ο λαός των Βουργουνδίων θα εγκατασταθεί στην περιοχή της Σαβοϊας (Sapaudia), στον σημερινό γαλλοελβετικό ορεινό όγκο του Γιούρα, ως ομόσπονδοι από τον Ρωμαίο στρατηγό Αέτιο. Αν και αρχικά δεν ήταν περισσότεροι από 80,000, συγχωνεύτηκαν γρήγορα με τους τοπικούς πληθυσμούς. Η κυριαρχία τους θα επεκταθεί στις βόρειες Άλπεις[11] και στη σημερινή Βουργουνδία (466), στην πόλη της Ωτέν και της Λυόν (470). Την ενοποίηση του βουργουνδικού βασιλείου πέτυχε το 500 ο Γκοντεμπάλντος, περιορίζοντας τη φραγκική επέκταση. Οι δύο κύριες βουργουνδικές πόλεις ήταν η Γενεύη και η Λυών[12]. Οι σχέσεις τους με τους ορθόδοξους, αν και αρειανοί, ήταν καλές και ο διάδοχος του Γκοντεμπάλντου, Σιγισμόνδος προσηλυτίσθηκε στην ορθοδοξία, ενώ ο αδερφός του πρώτου, Χιλπερίκος Β’, θα δώσει ορθόδοξη παιδεία στην κόρη του Κλωτίλδη, η οποία θα επηρεάσει αποφασιστική τον Φράγκο σύζυγό της, Κλόβη[13].

 Βάνδαλοι,Αλανοί και Σουηβοί

 Στα τέλη του 4ου αιώνα μ.Χ., καταδιωκόμενοι από τους Ούννους, οι Σουηβοί και οι Βάνδαλοι μαζί με τους Αλανούς, μία νομαδική φυλή ιρανικής καταγωγής, περνούν τον Ρήνο, ενσκήπτουν στην Γαλατία και το 409 φεύγουν για την Ισπανία. Οι Σουηβοί εγκαταστάθηκαν στο δυτικό τμήμα της Ιβηρικής χερσονήσου (σημερινή Πορτογαλία), και οι Βάνδαλοι στην περιοχή της Ανδαλουσίας, αφού μοίρασαν τη χώρα σε ομόσπονδες συμμαχίες: Στην Ισπανία τους χτύπησαν οι Βησιγότθοι με εντολή των Ρωμαίων, που έβλεπαν με άσχημο μάτι το ότι άρχισαν να μειώνονται οι κτήσεις τους. Έτσι οι Βάνδαλοι και όσοι από τους Αλανούς έχουν επιζήσει, αποδεκατισμένοι από τις επιδημίες, αναγκάστηκαν να περάσουν στην Αφρική το 429. Το 439 μ.Χ., μετά από πολλούς αγώνες, κατέλαβαν την Καρχηδόνα και την έκαναν πρωτεύουσά τους. Δημιούργησαν στόλο και άρχισαν πειρατικές επιδρομές που έφτασαν έως και την Ελλάδα, όπου και προσπάθησαν να εισβάλουν στην Πελοπόννησο, αλλά ηττήθηκαν στην μάχη της Κενίπολης από τους Μανιάτες και αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σχέδιά τους. Το Βυζάντιο έστειλε εναντίον τους τον στρατηγό Άσπαρ με στρατό, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Ο Γιζέριχος, το 455, με ισχυρό πειρατικό στόλο, ήρθε στην Ιταλία και κατέλαβε τη Ρώμη. Οι στρατιώτες του λεηλάτησαν την πόλη επί δύο εβδομάδες και κατέστρεψαν με αγριότητα όλα τα έργα τέχνης: οικοδομήματα, αγάλματα, κομψοτεχνήματα κλπ. Η πράξη τους αυτή έμεινε στην ιστορία με το όνομα «βανδαλισμός» και από τότε έτσι ονομάζεται κάθε καταστροφή μνημείων πολιτισμού. Αρκετοί ασπάστηκαν τον Αρειανισμό. Τελικά οι Βάνδαλοι νικήθηκαν από τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου Ιουστινιανό. Ο στρατηγός του Βελισάριος αποβιβάστηκε κοντά στην Καρχηδόνα δύο φορές, οπότε ο αρχηγός τους Γελίμερος αναγκάστηκε να παραδοθεί το 534 μ.Χ. Τα υπολείμματα των Βανδάλων ανακατεύτηκαν με άλλες φυλές της Βόρειας Αφρικής (Βέρβερους κ.ά.) και σιγά – σιγά εξαφανίστηκαν. Αρκετοί από τους αιχμαλώτους του Βελισάριου κατατάχθηκαν στον αυτοκρατορικό στρατό και αφομοιώθηκαν μέσα στην πολυεθνική Βυζαντινή αυτοκρατορία.

Έρουλοι

 Οι Έρουλοι είναι κυρίως γνωστοί για τις μεγάλες καταστροφές που έκαναν στην Ελλάδα το 267-8 μΧ. Πυρπόλησαν την Αθήνα και άλλες πόλεις, αφήνοντας πίσω τους μόνο ερείπια. Αργότερα υποτάχθηκαν από τους Γότθους και τους Ούννους και μόνο ύστερα από το θάνατο του Αττίλα ανέκτησαν την ανεξαρτησία τους και ίδρυσαν δικό τους κράτος στο Δούναβη. Τελικά διασκορπίστηκαν, αλλά από τον 4ο αι. μ.Χ. μερικοί πυρήνες τους εισήλθαν στις τάξεις του στρατού του Δυτικού Ρωμαϊκού κράτους, ο οποίος απαρτιζόταν πλέον σχεδόν αποκλειστικά από βαρβαρικούς πληθυσμούς. Πιστεύεται ο Οδόακρος, που καθαίρεσε το Ρωμύλο Αυγουστύλο και κατέλυσε τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία το 476, ότι ήταν Έρουλος.

γ. Β’ Φάση (Μετακινήσεις Γερμανών Δύσης, Βορρά)

 Τα γερμανικά κράτη που καθρεφτίζονται στα νερά της Μεσογείου είναι πολύ αδύνατα. Υπονομεύονται από το μίσος που ο «ρωμαίος» καθολικός τρέφει προς τον Γότθο, τον Βουργούνδιο και τον αρειανό Βάνδαλο. Η άλλη ομάδα των γερμανικών λαών δημιουργεί διαφορετικές καταστάσεις. Πρόκειται γι αυτούς που πήραν μέρος στις μεγάλες επιδρομές, γι αυτούς που κατέλαβαν τις βόρειες επαρχίες της αυτοκρατορίας, δηλαδή αραιά κατοικημένες και λιγότερο εκρωμαϊσμένες. Εδώ οι συνθήκες είναι ευνοϊκές για έναν αποικισμό, ο οποίος μάλιστα θα ναι μακροχρόνιος (θα διαρκέσει περίπου 3 αιώνες). 

Φράγκοι

 Η δεύτερη φάση, που αρχίζει από το δεύτερο μισό του πέμπτου αιώνα, ξεκινά με την κάθοδο των Φράγκων, από τις όχθες του Ρήνου, στη Βόρεια Γαλατία[14]. Οι Φράγκοι είναι ο σημαντικότερος από τους γερμανικούς λαούς. Σε αυτούς η ιστορία θα διαφυλάξει λαμπρό μέλλον και πρωταρχικό ρόλο στη δυτική Ευρώπη. Στην κρίσιμη κατάσταση που αντιμετωπίζει τότε η αυτοκρατορία, οι Φράγκοι βασιλείς και ο στρατός τους αντιπροσωπεύουν τη μόνη δύναμη που μπορεί να διατηρήσει σταθερότητα στην περιοχή. Εκείνοι οι βασιλείς είναι μέρος του ρωμαϊκού διοικητικού και στρατιωτικού συστήματος. Εγκατεστημένοι στην επικράτεια της αυτοκρατορίας ήδη από τον 4ο αιώνα, έχουν οι ίδιοι εκρωμαϊσθεί και ενσωματωθεί στο ρωμαϊκό στρατό. Ο βασιλιάς τους Χιλντερίκος πολέμησε με τους Ρωμαίους, κάτω από το στρατηγό Αιγίδιο, τους Βησιγότθους και κάτω από τον κόμη Παύλο, τους Σάξονες. Ο εξάδελφός του, βασιλιάς του Καμπραί, εγκαθίσταται στην πόλη τους Μανς για να περιορίσει τους Βρετονούς. Επομένως, η κατάκτησή της Βόρειας Γαλατίας από τον Κλόβη το 486, εμφανίζεται μάλλον ως μετακίνηση στρατιωτικών αποσπασμάτων παρά ως πραγματική μετανάστευση ενός λαού. Προς το τέλος του 5ου αιώνα επεκτείνουν την κατοχή τους σχεδόν σε ολόκληρη τη Γαλατία, ενώ οι μεν Βουργούνδιοι υποτάσσονται σ’ αυτούς, οι δε Βησιγότθοι απωθούνται στην Ισπανία. 

  Ο Φράγκος βασιλιάς Κλόβης ανεβαίνει στο θρόνο το 481/482, σε ηλικία δεκαπέντε χρονών. Δραστήριος, με ισχυρή προσωπικότητα, ενδέχεται να μεταμορφώσει τα πολιτικά και θρησκευτικά δεδομένα της Δύσης. Η δυναστεία του από το 511 έως το 613 θα συνεχίσει την πολιτική του[15]. Η σημαντικότερη πολιτική του κίνηση είναι η βάπτισή του, κίνηση που τον ανέδειξε σε προστάτη των ορθοδόξων εναντίον των αρειανών Βησιγότθων, που του εξασφάλισε την αναγνώρισή του από τον αυτοκράτορα Αναστάσιο και τον πάπα, που του επέτρεψε να μετατρέψει τη Εκκλησία της Γαλατίας σε εθνική Εκκλησία. Ο Κλόβης θα εγκαταστήσει την πρωτεύουσά στο Παρίσι και θα περιλάβει στο βασίλειό του Καμπραί και το Μανς. Οι διάδοχοί του θα κυριαρχήσουν στη Θουριγγία και την Ανατολική Βαυαρία, στη Βουργουνδία το 534, περιορίζοντας τους Σάξωνες και τους Φρίσσιους στο Βορρά[16]. Σύμφωνα με τη μεροβίγγεια δυναστική παράδοση το βασίλειο μοιράζεται μετά το θάνατο του βασιλιά στους γιους διαδόχους του. Η διανομή γίνεται με σεβασμό προς την ιδιομορφία των διαφόρων περιοχών. Κατά τις διανομές που ακολούθησαν τον θάνατο του Κλόβη οι γιοι του οργάνωσαν τα βασίλειά τους έτσι ώστε οι πρωτεύουσές τους να βρίσκονται σε μικρή απόσταση (Ρενς, Παρίσι, Ορλεάνη, Σουασσόν). Κάθε διάδοχος διατηρούσε τον τίτλο του βασιλέα των Φράγκων (rexFrancorum) και το βασίλειο αντιστοιχούσε με το σύνολο του κράτους[17].

 Αγγλοσάξονες

 Με τον όρο Αγγλοσάξονες περιγράφεται μια ομάδα λαών γερμανικής καταγωγής, οι οποίοι κατά τη διάρκεια του δεύτερου μισού του 5ου μ.Χ. αιώνα, ξεκινώντας από την ευρύτερη περιοχή της βόρειας Γερμανίας, εισέβαλαν στα Βρετανικά νησιά υποτάσσοντας τους ντόπιους κελτικούς πληθυσμούς. Πιο συγκεκριμένα, στην ομάδα αυτή περιλαμβάνονται οι Άγγλοι, οι Σάξονες και οι Γιούτοι[18]. Οι Άγγλοι, όπως και οι γείτονές τους Σάξονες, ξεκίνησαν από την περιοχή Σλέσβιχ-Χόλσταϊν στο νότιο ήμισυ της χερσονήσου της Γιουτλάνδης (βορειότερο άκρο της σημερινής Γερμανίας), ενώ οι Γιούτοι κατοικούσαν στο βόρειο ήμισυ της χερσονήσου της Γιουτλάνδης (τμήμα της σημερινής Δανίας). Ως αγγλοσαξονική ορίζεται η περίοδος της βρετανικής ιστορίας από την αρχική εγκατάσταση των Αγγλοσαξόνων (περίπου 450 μ.Χ.) μέχρι τη νορμανδική κατάκτηση (1066 μ.Χ.), περίοδος μέσα στην οποία συντελείται βαθμιαία η ομογενοποίηση των γερμανικών με τα κελτικά/βρετανικά φύλα και η δημιουργία του Αγγλικού Έθνους. 

 Μέχρι το 410 που αποσύρονται από τη Βρετανία τα τελευταία ρωμαϊκά στρατεύματα, για να ενισχύσουν την άμυνα της Ρώμης, οι κύριοι κάτοικοι των νησιών είναι λαοί κελτικής προέλευσης, όπως οι Σκώτοι και οι Πίκτοι στον βορρά, και οι Βρετανοί καθώς και κάποιοι εναπομείναντες ρωμαϊκοί πληθυσμοί στον νότο. Οι λαοί αυτοί, μετά την απόσυρση των ρωμαϊκών λεγεώνων άρχισαν να συγκρούονται μεταξύ τους. Στη σύγκρουση αυτή, οι Βρετανοί με τη βοήθεια μισθοφόρων από τις νεοφερμένες γερμανικές φυλές κατάφεραν να αντιμετωπίσουν τους Πίκτους και τους Σκώτους. Ωστόσο, οι Αγγλοσάξονες, μετά τη νίκη τους αυτή και αφού δεν έμειναν ικανοποιημένοι από τα εδάφη που έλαβαν ως αποζημίωση, βρήκαν κάποιο πρόσχημα και εγκατέλειψαν τους Βρετανούς συμμαχώντας με τους Πίκτους. Από το σημείο αυτό, αρχίζουν να κατακτούν σταδιακά την ενδοχώρα. Η κατάκτηση αυτή θα είναι μια αργή διαδικασία που θα διαρκέσει πάνω από έναν αιώνα.

 Το μεγαλύτερο μέρος των Σαξόνων θα μείνει στη Γερμανία, όπως οι Θουρίγγιοι και οι Φρίσονες, οι οποίοι απλώνονται από τον κάτω Βέζερ (Weser) έως το δέλτα των ποταμών Ρήνου-Μόζα-Εσκό.

 Λομβαρδοί και άλλοι

  Μετά από μακροχρόνια μετανάστευση, οι Λομβαρδοί βρέθηκαν στην Παννονία και στο Νορικό, όπου ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός A’ τους επέτρεψε να εγκατασταθούν το 548. Το 568, υπό την ηγεσία του Αλβοΐνου, εισέβαλαν στη βόρεια Ιταλία, όπου ίδρυσαν βασίλειο με πρωτεύουσα την Παβία. Κατόπιν, προχώρησαν στην κεντρική και νότια Ιταλία, εκτός από την Πεντάπολη, τις Παπικές Κτήσεις και τα νότια παράλια, που παρέμειναν βυζαντινά.

 Οι Βαυαροί είχαν εγκατασταθεί μεταξύ Δούναβη και Άλπεων. Στην περιοχή τους θα προστεθούν αργότερα (531) οι Μαρκομάνοι της Βοημίας και οι Θουρίγγιοι, πιεσμένοι από τους Σλάβους και τους Αλαμάνους. Στις περιοχές εγκατάστασής τους ο ρωμαϊκός πολιτισμός ήταν ισχυρός: Σάλτσμπουργκ (Junavum), Άουγκσμπουργκ (AugustaVindelicum), Ρατισμπόνη (ReginaCastra), Πασσάου (CastraBatava). Η Ραιτία και η Νωρίκη καταλαμβάνονται εντελώς από τις φυλές τους. Μία από αυτές τις φυλές, οι Χώσοι, θα έρθει πρώτη σε επαφή με τους Λομβαρδούς.

 δ. Οι άλλοι Βάρβαροι

 Τα κελτικά φύλα, που ήταν οι κύριοι κάτοικοι της Δύσης πριν την ρωμαϊκή κατάκτηση, περιορίζονται μετά τη γερμανική μετακίνηση στις Βρετανικές Νήσους, τη Βρετάνη και την Ιρλανδία. Μετά την αποχώρηση των ρωμαϊκών στρατευμάτων από την Βρετανία, οι Κέλτες χωρίζονται σε διαφορετικές ομάδες, που άλλες θα αντιπροσωπεύουν μια φιλορωμαϊκή πολιτική και άλλες θα είναι υπέρ της κέλτικης ανεξαρτησίας. Το σύμβολο των αγώνων της κέλτικης ανεξαρτησίας θα αποκρυσταλλωθεί στη μυθική φυσιογνωμία του βασιλιά του Αρθούρου. Οι Κέλτες ωστόσο θα βρεθούν μεταξύ δύο νέων εχθρών, Πίκτων (φοβεροί πολεμιστές με βαμμένα πρόσωπα, όπως δηλώνει το όνομά τους) και των Σαξόνων που εισβάλλουν από τα ανατολικά. 

 Εκτός από τα γερμανικά και τα κέλτικα φύλα, και άλλοι Βάρβαροι εμφανίζονται στο ευρωπαϊκό προσκήνιο. Πρόκειται για τους Σλάβους, οι οποίοι κατά τους 5ο και 6ο αιώνα θα καταλάβουν περιοχές της Τρανσυλβανίας, τη Βοημία, την περιοχή του μέσου Δούναβη, τα εδάφη δηλαδή που έχουν εκκενωθεί από τους Γερμανούς. Μεγάλος αριθμός των Σλάβων θα υποδουλωθεί στους Αβάρους, οι οποίοι εγκαθίστανται στην Παννονία (σημερινή δυτική Ουγγαρία), κατά το δεύτερο μισό του 6ου αιώνα.

 Ένα τμήμα των Ούννων, οι Βούλγαροι, κυριαρχώντας πάνω στους Σλάβους, με τους οποίους θα αναμειχθούν, εγκαθίστανται την ίδια εποχή στα βόρεια του κάτω Δούναβη.

 ε. Χαρακτηριστικά βαρβαρικών βασιλείων

 Η τελική μετεξέλιξη της σύνθετης μικροηγεμονίας είναι το βαρβαρικό βασίλειο, επικεφαλής του οποίου είναι ένας βασιλιάς, θεωρούμενος ιερός. Στο βασίλειο αυτού του τύπου, οι διαιρέσεις μεταξύ φυλών βαθμιαία εξαλείφονται και οι τοπικοί φύλαρχοι σταδιακά αντικαθίστανται από τους εκπροσώπους τους βασιλιά. Δεν πρόκειται ακόμη για αληθινά κράτη, διότι εξακολουθούν να μην υπάρχουν κωδικοποιημένοι γραπτοί νόμοι ούτε οι αναγκαίες δομές για την εφαρμογή τους. Πρωτεύοντα ρόλο έχει το προσωπικό κύρος του βασιλιά, καθώς και η παράδοση και τα έθιμα.

 Τα βαρβαρικά κράτη που διαμορφώθηκαν από τις κατακτήσεις του 5ου αιώνα μοιάζουν μεταξύ τους και παρουσιάζουν ένα περίεργο μείγμα ρωμαϊκών θεσμών και γερμανικού πνεύματος. Σε όλα συναντούμε πολίτευμα μοναρχικό.

 Στους Βουργούνδιους και τους Φράγκους η βασιλεία εθεωρείτο από τα μέλη της βασιλικής οικογένειας σαν απλή κληρονομική υπόθεση. Στο βασίλειο της Βουργουνδίας τα δημόσια έγγραφα εξακολουθούν να φέρουν τη χρονολογία των ετών των υπάτων. Ο ουσιώδης τροχός της βουργουνδιακής και φραγκικής διοίκησης είναι ο «κόμης» (comes), αξιωματικός, την ίδια στιγμή, του βαρβαρικού στρατού και υπάλληλος πολιτικός, παρά την ευρεία διάκριση των εξουσιών, που μετά τον Διοκλητιανό ίσχυσε για πολύ καιρό στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία[19].

 Στο βασίλειο των Βανδάλων, επιβιώνει ο προηγούμενος διαχωρισμός σε επαρχίες και ακολουθείται η παλαιά οικονομική διάρθρωση ενώ στους Βησιγότθους, για την εσωτερική ιστορία των οποίων διαθέτουμε αρκετές πληροφορίες, οι ρωμαϊκές επιβιώσεις φαίνονται αρκετά περιορισμένες[20].

3. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

 Τι εννοούμε με τον όρο «παρακμή του αρχαίου πολιτισμού»; Τι προκάλεσε αυτή τη σταθερή οπισθοδρόμηση του πολιτισμένου ανθρώπου στην πρωτόγονη κατάσταση της βαρβαρότητας; Όπου συναντούμε αυτό το φαινόμενο παρατηρούμε συνεχώς και μια ψυχολογική μεταβολή σε εκείνες τις κοινωνικές τάξεις που ως τότε ήταν οι δημιουργοί του πνευματικού πολιτισμού. Η δημιουργική τους δύναμη και δραστηριότητα στερεύει. Οι άνθρωποι παρουσιάζουν μια ψυχική κόπωση, χάνουν το ενδιαφέρον για δημιουργία και παύουν να την εκτιμούν. Νιώθουν απογοητευμένοι. Η ζωή τους δεν χαρακτηρίζεται από την προσπάθεια για ένα δημιουργικό ιδανικό, για το καλό της ανθρωπότητας. Τους απορροφούν είτε τα υλικά ενδιαφέροντα, είτε ιδανικά που δεν έχουν σχέση με την επίγεια ζωή και πραγματώνονται σε έναν άλλον κόσμο. Στη δεύτερη περίπτωση το κέντρο των ενδιαφερόντων του ανθρώπου μετατοπίζεται από τη γη στον ουρανό, από τη γη σ’ έναν κόσμο πέρα από τον τάφο. 

 Παρόμοια φαινόμενα παρατηρούνται σχετικά συχνά στην αρχαία Ιστορία. Τα πιο σαφή και ενδεικτικά παράδειγμα ωστόσο είναι η παρακμή του Ελληνικού πολιτισμού στην ύστερη Ελληνιστική εποχή και η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία[21]

 Ο Έλληνας άνθρωπος δεν έχασε την ελευθερία του εξαιτίας ενός κατακτητή. Έχασε την ελευθερία εξαιτίας του ίδιου του εαυτού. Η νοοτροπία του είχε εκφυλιστεί, η εθνική συνείδησή του είχε περιθωριοποιηθεί. Οι εμφύλιες συρράξεις ήταν μαράζωσαν τον Έλληνα άνθρωπο.

 Μια παρόμοια περίπτωση συναντάμε και στο θέμα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Η σταθερή παρακμή του πολιτισμού δεν πρέπει να αποδοθεί σε βιολογικό εκφυλισμό, ή στην επιμειξία κατώτερων φυλών με τις ανώτερες, ή σε πολιτικές και οικονομικές συνθήκες, αλλά μάλλον σε μια μεταβολή στη νοοτροπία των ανθρώπων. Η μεταβολή αυτή οφειλόταν στο πλέγμα των περιστάσεων που δημιούργησαν οι ιδιάζουσες συνθήκες ζωής στην αυτοκρατορία. Μια από αυτές τις συνθήκες, και μάλιστα πολύ σημαντική, ήταν ο αριστοκρατικός και «κλειστός» χαρακτήρας του αρχαίου πολιτισμού. Η πνευματική αντίδραση, η αδιαφορία για την επίγεια ζωή, το κοινωνικό χάσμα μεταξύ ανωτέρων τάξεων και μάζας, στέρησαν τον αρχαίο κόσμο από τη δύναμη να διατηρήσει τον πολιτισμό του, ή να τον υπερασπίσει από την εσωτερική αποσύνθεση και τον εξωτερικό κίνδυνο, τις εισβολές των Βαρβάρων[22]

Ο αρχαίος πολιτισμός μπορεί να κατακτήθηκε, αλλά πάντα θα είναι αυτός που θα φέρνει το φως στον Ευρωπαίο, θα του δείχνει τη σωστή πορεία. Ο αρχαίος αντικαταστάθηκε από τον «Βάρβαρο», ο «Βάρβαρος» εγκαθίδρυσε τον Μεσαίωνα, και τα διδάγματα της αρχαίας παιδείας ήταν αυτά τα οποία έσωσαν τον Ευρωπαίο από τον σκοταδισμό και τις θανατηφόρες προκαταλήψεις. Ο αρχαίος πολιτισμός ήταν αυτός που τον διαφώτισε, όταν ο Ευρωπαίος βρισκόταν σε αδιέξοδο. 

4. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Ζαχαρίας Ν. Τσιρπανλής, Η Μεσαιωνική Δύση (5ος-15ος αι.), Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2004

2. Ν. Ε. Καραπιδάκης, Ιστορία της Μεσαιωνικής Δύσης (5ος-11ος αι.), Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1996

3. Ελένη Αρβελέρ, MauriceAymard, Οι Ευρωπαίοι Αρχαιότητα, Μεσαίωνας,

Αναγέννηση Α’ Τόμος, Σαββαλας, Αθήνα 2009

4. M. Rostovtzeff, Ρωμαϊκή Ιστορία, Παπαζήση, Αθήνα 1984

5. JohnBagnellBury, Η Εισβολή Των Βαρβάρων Στην Ευρώπη, Ηρόδοτος, Αθήνα 2016

* Ο Χαράλαμπος Ε. Ανδριανόπουλος είναι φοιτητής Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Διαχείρισης Πολιτισμικών Αγαθών στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου


[1]Ν. Ε. Καραπιδάκης, Ιστορία της Μεσαιωνικής Δύσης (5ος-11ος αι.), Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1996, σ 58.

[2]Ζαχαρίας Ν. Τσιρπανλής, Η Μεσαιωνική Δύση (5ος-15ος αι.), Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2004, σ 102.

[3]Ζαχαρίας Ν. Τσιρπανλής, Η Μεσαιωνική Δύση (5ος-15ος αι.), Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2004, σ 86

[4]Ζαχαρίας Ν. Τσιρπανλής, Η Μεσαιωνική Δύση (5ος-15ος αι.), Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2004, σ 91

[5]Ζαχαρίας Ν. Τσιρπανλής, Η Μεσαιωνική Δύση (5ος-15ος αι.), Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2004, σ 88

[6]Ζαχαρίας Ν. Τσιρπανλής, Η Μεσαιωνική Δύση (5ος-15ος αι.), Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2004, σ 89

[7]Ζαχαρίας Ν. Τσιρπανλής, Η Μεσαιωνική Δύση (5ος-15ος αι.), Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2004, σ 90

[8]Ν. Ε. Καραπιδάκης, Ιστορία της Μεσαιωνικής Δύσης (5ος-11ος αι.), Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1996, σ 71.

[9]Ν. Ε. Καραπιδάκης, Ιστορία της Μεσαιωνικής Δύσης (5ος-11ος αι.), Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1996, σ 71

[10]Ν. Ε. Καραπιδάκης, Ιστορία της Μεσαιωνικής Δύσης (5ος-11ος αι.), Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1996, σ 74

[11]Ζαχαρίας Ν. Τσιρπανλής, Η Μεσαιωνική Δύση (5ος-15ος αι.), Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2004, σ 104

[12]Ν. Ε. Καραπιδάκης, Ιστορία της Μεσαιωνικής Δύσης (5ος-11ος αι.), Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1996, σ 73

[13]Ν. Ε. Καραπιδάκης, Ιστορία της Μεσαιωνικής Δύσης (5ος-11ος αι.), Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1996, σ 74

[14]Ζαχαρίας Ν. Τσιρπανλής, Η Μεσαιωνική Δύση (5ος-15ος αι.), Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2004, σ 90

[15]Ν. Ε. Καραπιδάκης, Ιστορία της Μεσαιωνικής Δύσης (5ος-11ος αι.), Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1996, σ 75

[16]Ν. Ε. Καραπιδάκης, Ιστορία της Μεσαιωνικής Δύσης (5ος-11ος αι.), Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1996, σ

76

[17]Ζαχαρίας Ν. Τσιρπανλής, Η Μεσαιωνική Δύση (5ος-15ος αι.), Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2004, σ 106

[18]Ζαχαρίας Ν. Τσιρπανλής, Η Μεσαιωνική Δύση (5ος-15ος αι.), Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2004, σ 91

[19]Ζαχαρίας Ν. Τσιρπανλής, Η Μεσαιωνική Δύση (5ος-15ος αι.), Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2004, σ 105

[20]Ζαχαρίας Ν. Τσιρπανλής, Η Μεσαιωνική Δύση (5ος-15ος αι.), Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2004, σ 104

[21]M. Rostovtzeff, Ρωμαϊκή Ιστορία, Παπαζήση, Αθήνα 1984, σ 361

[22]M. Rostovtzeff, Ρωμαϊκή Ιστορία, Παπαζήση, Αθήνα 1984, σ 366

, , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.