Η Βιβλιοθήκη ή Μυριόβιβλος του πατριάρχη Φωτίου: Πως ερμήνευε τα αρχαία κείμενα

του Δημήτρη Καλαντζή

Ο Πατριάρχης Φώτιος υπήρξε μία από τις εμβληματικές μορφές της ιστορίας του Βυζαντίου και ένας από τους σημαντικότερους λόγιους του μεσαιωνικού ελληνισμού. Στο συγγραφικό του έργο περιλαμβάνεται η Μυριόβιβλος ή Βιβλιοθήκη, όπου αναφέρεται σε 279 συγγραφείς, παραθέτοντας αποσπάσματα και περιλήψεις από τα έργα τους, που σε άλλη περίπτωση θα είχαν χαθεί οριστικά. Με τη «Μυριόβιβλο», ο Φώτιος εισήγαγε τον 9ο αιώνα τη νέα στάση της Ορθοδοξίας απέναντι στους Αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, εγκαινιάζοντας τον «Βυζαντινό κλασικισμό», τη χρησιμοποίηση δηλαδή (και εν μέρει αφομοίωση) ενός μέρους της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας στην πνευματική ζωή των Χριστιανών.

Ο Μέγας ή Άγιος Φώτιος διετέλεσε πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως από το 858 έως το 867 και από το 877 έως το 886, παίζοντας πρωταγωνιστικό ρόλο στις εκκλησιαστικές και πολιτικές εξελίξεις της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, ενώ με τη διαμάχη του με την Εκκλησία της Ρώμης συνέβαλλε καθοριστικά στο τελικό σχίσμα των δύο εκκλησιών. Γόνος επιφανούς οικογένειας της Κωνσταντινούπολης (ανιψιός του Πατριάρχη Ταρασίου), σταδιοδρόμησε ταχύτατα στην ανώτερη γραφειοκρατία της Βασιλεύουσας, προβάλλοντας το πνευματικό του εκτόπισμα, που ήταν για την εποχή μοναδικό. Έχοντας πρόσβαση σε όλες τις υπάρχουσες βιβλιοθήκες λογίων, αξιοποίησε τη φιλομάθειά του για να ηγηθεί της λογοτεχνικής ζωής της Πόλης. Οι φιλολογικές και λογοτεχνικές συγκεντρώσεις που λάμβαναν χώρα στο σπίτι του, αποτελούσαν πολιτισμικά γεγονότα της δημόσιας ζωής.

Από τους σύγχρονούς του, περιγράφεται ως πραγματιστής, εγωκεντρικός, και ίσως αυταρχικός, που ένιωθε ευχαρίστηση να ασκεί την επιρροή του σε αξιωματούχους, μία επιρροή που πήγαζε από την ευφυΐα και τις γνώσεις του. Ήταν αυστηρός στην τήρηση των χριστιανικών δογμάτων, πολέμιος κάθε αίρεσης ή απόκλισης από τις παραδόσεις, ενώ σε θέματα ηθικής ήταν κομφορμιστής και μάλλον πουριτανός. Ο Φώτιος αισθανόταν τόσο σίγουρος για την υπεροχή του Χριστιανισμού, που δεν αισθανόταν καμία ανασφάλεια να μελετήσει την (ηττημένη) ειδωλολατρική κοσμοθεωρία. Έτσι έγινε η προσωπικότητα που ενσάρκωσε τη συμφιλίωση με την Αρχαία Ελληνική Γραμματεία και σηματοδότησε την αφετηρία του «Ελληνοβυζαντινού πολιτισμού».

Η Βιβλιοθήκη ή Μυρίοβιβλος («βιβλίο αναρίθμητων βιβλίων») είναι ένα εκτενές, ερανιστικό έργο, που απαρτίζεται από αποσπάσματα ποικίλης έκτασης, καθώς και από σχολιασμένες περιλήψεις κειμένων της αρχαίας Ελληνικής και την πρώιμης Βυζαντινής γραμματείας. Στην εισαγωγή του έργου, ο Φώτιος σημειώνει ότι πρόκειται για τις σημειώσεις του για έργα που είχε διαβάσει και συμβούλευε τον αδελφό του Ταράσιο να κάνει το ίδιο, καθώς ένιωθε ότι θα μπορούσε να μην επιζήσει ενός μεγάλου και επικίνδυνου ταξιδιού που θα έκανε ως μέλος πρεσβευτικής αποστολής προς τους εχθρικούς Άραβες.

Ο Φώτιος λοιπόν, με τη βοήθεια ενός γραμματέα, κατέγραψε «όλα όσα είχα διατηρήσει στη μνήμη μου» με κάποια ακαταστασία καθώς, όπως σημειώνει, είναι εύκολο να συνοψίσει κανείς ένα βιβλίο μόλις το διαβάσει, δεν είναι όμως εύκολο να κάνει το ίδιο για πολλά βιβλία συγχρόνως και μάλιστα όταν έχει περάσει καιρός. Στην πραγματικότητα λοιπόν, δεν πρόκειται για ένα έργο, αλλά για μία εκτεταμένη συλλογή σημειώσεων από αναγνώσεις έργων.Η Μυριόβιβλος περιλαμβάνει σπάνια έργα, ενώ αποκλείει τα έργα των Αρχαίων Ελλήνων Ποιητών, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, τα οποία ο Φώτιος προφανώς θεωρούσε γνωστά και ευρύτατα διαδεδομένα.

Η εργασία του περνούσε μέσα από δύο στάδια: την ανάγνωση, που συνοδευόταν από πρόχειρες σημειώσεις, και την οριστική σύνταξη, που περιελάμβανε παρατηρήσεις και σχόλια για τη χρήση του λόγου, κάτι που θα μπορούσε να περιγραφεί ως «φιλολογική κριτική».

11

Ο Φώτιος μεταχειρίζεται τα κοσμικά έργα με τρόπο διαφορετικό από ότι τα χριστιανικά. Στα κοσμικά έργα, το ενδιαφέρον του είναι κυρίως λογοτεχνικό, καθώς αναζητά προτερήματα και ελαττώματα στη μορφή τους. Οι ηθικές κρίσεις που διατυπώνει, γίνονται πάντα σε συνάρτηση με τις χριστιανικές επιταγές της εποχής. Αντίθετα, όταν ο Φώτιος γράφει για ένα έργο που σχετίζεται με τη θρησκεία, παίρνει πάντοτε θέση ως προς το περιεχόμενό του, το εγκρίνει ή επικρίνει.

Τα έργα των Ηλιόδωρου και Αχιλλέα Τάτιου ανήκουν στην κατηγορία του «ερωτικού μυθιστορήματος» που θεωρείται γνήσιο δημιούργημα της ελληνιστικής περιόδου. Πρόκειται για μία σύζευξη του έπους με την ελληνιστική ιστοριογραφία και πολλών στοιχείων της δραματικής ποίησης. Με τον επιδέξιο συγκερασμό ταξιδιών σε εξωτικές χώρες, συναρπαστικών περιπετειών του πρωταγωνιστικού ζευγαριού (που περνούσε πολλές δοκιμασίες μέχρι την τελική ένωση) και μεγάλων δόσεων εγκλημάτος, τα μυθιστορήματα αυτά ήταν ελκυστικά στους αναγνώστες, ακόμα και στο πλαίσιο του αυστηρού χριστιανικού περιβάλλοντος, αιώνες μετά τη συγγραφή τους. Άλλωστε κάποια μοτίβα του κοσμικού μυθιστορήματος, όπως ο ηθικός πειρασμός των ηρώων, η διαφύλαξη της παρθενίας και οι δοκιμασίες μέσα από ποικίλες αντιξοότητες, συγκαταλέγονταν στις “περιπέτειες ζωής” αρκετών αγίων της Μέσης Βυζαντινής περιόδου, όπως προκύπτουν από τους Βίους τους.

Στα μυθιστορήματα των Ηλιόδωρου και Τάτιου παρατηρούνται τα εξής κοινά στερεότυπα στην πλοκή: α) αποχωρισμός των ερωτευμένων και, μετά από πολλές περιπέτειες, επανένωσή τους, β) απρόβλεπτοι κίνδυνοι, γ) δοκιμασία της αφοσίωσης του ζευγαριού από ερωτικές προτάσεις τρίτων, δ) μακρινά ταξίδια και εξωτικοί χώροι δράσης που δίνουν την αφορμή για περιγραφή αξιοπερίεργων ηθών και καταστάσεων, ε) χρησμοί και όνειρα προωθούν τη δράση, ζ) δηλητηρίαση, αυτοκτονία ή εικονικός θάνατος, στ) ο Έρως ως τύραννος και η) η τύχη ως παντοδύναμη, συχνά δυσμενής δύναμη, που κατευθύνει τη ζωή.

Τα χαρακτηριστικά αυτά είναι γνωστά στον Φώτιο και για αυτό η πρώτη παρατήρησή του για το Αιθιοπικόν του Ηλιόδωρου ήταν ότι ο συγγραφέας χειρίζεται τη δραματική του ιστορία «με το ύφος που της αρμόζει». Ξεχειλίζει απλότητα και γλυκύτατα, σημειώνει ο Φώτιος για τον Ηλιόδωρο και τον δικαιολογεί ακόμα για τη χρήση υπερβολικών λέξεων με μεταφορική σημασία αφού αυτές «είναι σαφείς και με ενάργεια δηλώνουν το προκείμενο θέμα». Σημειώνει ότι οι περίοδοί του είναι «ευσύνοπτες» και η συντακτική δομή κατάλληλη για τη διήγηση. Άλλωστε από την αρχή έχει σημειώσει ότι δεν πρόκειται για πραγματεία ή φιλοσοφικό έργο αλλά για μία «δραματική ιστορία», μία φιλολογική ταξινόμηση που είχε αφετηρία το θέατρο (δράμα) για να μεταφερθεί στο μυθιστόρημα. Μετά την παράθεση των θετικών λογοτεχνικών του παρατηρήσεων, ο Φώτιος περνά στην ηθική αξιολόγηση της υπόθεσης του έργου τονίζοντας ότι ο «αγνός έρωτας» του ζευγαριού διέπεται από τον «πόθο για σωφροσύνη» και οι περιπέτειές τους δεν εμποδίζουν την «τήρηση της αγνότητας». Είναι παραπάνω από σαφές ότι ο Φώτιος εγκρίνει την ανάγνωση του έργου και λογοτεχνικά αλλά και ηθικά. Το βρίσκει συμβατό με τις χριστιανικές αξίες. Παραβλέπει ακόμα και τα στοιχεία μαγείας και τους ιερείς της παγανιστικής θρησκείας που πάντως περιλαμβάνει στην σύνοψη του έργου καθώς δεν είναι πλέον απειλή για την εποχή του (η “εθνική” θρησκεία έχει σβήσει αιώνες πριν). Προς επίρρωση της θετικής άποψης που εκφράζει για το έργο, ο Φώτιος σημειώνει ένα εξαιρετικά αμφισβητήσιμο στοιχείο για τον συγγραφέα: «λένε ότι (ο Ηλιόδωρος) ανέλαβε στη συνέχεια και επισκοπικό αξίωμα»… Με το στοιχείο αυτό ο πατριάρχης «νομιμοποιεί», αν όχι προτείνει, την ανάγνωση του έργου.

ca3dd041177978ef3bb4ed0d3a9cc195

Το έργο του Αχιλλέα Τάτιου Περί Λευκίππην και Κλειτοφώντα έχει άνιση αντιμετώπιση από τον Φώτιο. Στο πρώτο μέρος της υφολογικής του αποτίμησης, ο Φώτιος δεν φείδεται ενθουσιωδών παρατηρήσεων, όπως ότι ο συγγραφέας «διαπρέπει» στη γλώσσα και στη σύνταξη του λόγου, ότι είναι «δεόντως ευκρινής», οι μεταφορές του είναι στη «σωστή θέση», οι περίοδοί του είναι «περιεκτικές», «σαφείς», «ευχάριστες» και θελκτικές για τον αναγνώστη. Στο δεύτερο όμως μέρος, της ηθικής αποτίμησης του έργου, ο Φώτιος είναι αυστηρά καταδικαστικός. Κάνει λόγο για υπερβολική «αισχρότητα και ανηθικότητα των νοημάτων» που καθιστούν «αποκρουστική και πράγμα προς αποφυγήν» την ανάγνωση. Παρότι αναγνωρίζει ομοιότητες (τα στερεότυπα που σημειώσαμε νωρίτερα) με τις δραματικές ιστορίες του Ηλιόδωρου, καταλήγει ότι πρόκειται για ένα κείμενο οικτρής αισχρότητας που προφανώς δεν συστήνει στο κοινό. Ο Αχιλλέας Τάτιος λοιπόν, απορρίπτεται λόγω έλλειψης σεμνότητας, ενώ ο Ηλιόδωρος εγκρίνεται αφού στο μυθιστόρημά του προβάλλει τη σεξουαλική αυτοκυριαρχία και τη διαφύλαξη της παρθενίας. Θα πρέπει ασφαλώς να αναγνωρίσουμε στον Φώτιο ότι, παρά την καταδίκη του Τάτιου για το ηθικό σκέλος του έργου του, στέκεται ως δίκαιος και αμερόληπτος «φιλόλογος» στην λογοτεχνική αποτίμησή του και δεν προσπαθεί να υποβαθμίσει την αξία του, όπως θα μπορούσε να κάνει κάποιος κοντόφθαλμος, φανατικός ιερωμένος του μεσαίωνα. Είναι ένα στοιχείο που εντάσσει τον Φώτιο και την Βιβλιοθήκη του στην “πολιτισμική αναγέννηση” του ενάτου αιώνα.

Ο 9ος αιώνας έβρισκε την Βυζαντινή Αυτοκρατορία σε φάση ανασυγκρότησης. Κοντά στην ορθοδοξία, αναζητούσε νέους πυλώνες για να στηριχθεί και έτσι στράφηκε στην παιδεία και στην επανασύνδεση με την ελληνική γλώσσα και τα αρχαία κείμενα. Με τη εισαγωγή της μικρογράμματης γραφή, τα αρχαία κείμενα αντιγράφηκαν, σχολιάστηκαν, προκάλεσαν ένα νέο ενδιαφέρον για μία πολιτισμική κληρονομιά που είχε ξεθωριάσει και παραμεληθεί.

Τι αναζητούν οι βυζαντινοί λόγιοι στα αρχαία κείμενα; Γλωσσικά πρότυπα. Η γραπτή γλώσσα που χρησιμοποιούσαν τότε στο Βυζάντιο ήταν εντελώς ακαλλιέργητη, καθώς προερχόταν από μία περίοδο μεγάλης ύφεσης και έπρεπε να αποκτήσει ξανά επαφή με τις ρίζες της στην αρχαία ελληνική γραμματεία. Το περιεχόμενο της Αρχαίας Γραμματείας δεν φόβιζε τον Φώτιο και τους λόγιους. Εξέλειπαν πλέον οι «εθνικοί / ειδωλολάτρες», που έθεταν σε κίνδυνο το δόγμα. Δεν υπήρχε πια απειλή από το παρελθόν αλλά μόνο, σύμφωνα με την Φώτιο, απειλή από τους Λατίνους που ήθελαν να διεισδύσουν στα Βαλκάνια. Με την υιοθέτηση ξανά της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας από το Βυζάντιο, ορθωνόταν ένα ανάχωμα στους Δυτικούς.

Με τη Μυριόβιβλο ο Φώτιος παρέδιδε – τυπικά στον αδελφό του αλλά ουσιαστικά στην Ιστορία – μία λογοτεχνική εγκυκλοπαίδεια με το προσωπικό του αισθητήριο. Επρόκειτο για ένα έργο αναφοράς για σχολική χρήση ή, το πιθανότερο, για έναν οδηγό προς τους ανθρώπους της εποχής του με συστάσεις για ανάγνωση έργων ή αποτροπές από την ανάγνωση άλλων. Ο Φώτιος δεν εξαίρεσε μέτρια ή «ακατάλληλα» έργα. Μπορεί για τα τελευταία να μην παραδίδει περιλήψεις (όπως για το έργο του Τάτιου), αλλά δε διστάζει να τα συμπεριλάβει στην λογοτεχνική του εγκυκλοπαίδεια ως έργα της Ελληνικής παράδοσης, μίας παράδοσης που οι Βυζαντινοί ήθελαν να ενεργοποιήσουν, να μελετήσουν, να αναδείξουν, να μιμηθούν (ίσως για να δημιουργήσουν αντίστοιχης αξίας έργα), ώστε να εμφανιστούν ως γνήσιοι συνεχιστές της.

«Ουμανιστής φιλόλογος» ή δημιουργός τους «βυζαντινού κλασικισμού», ο Φώτιος με τη Βιβλιοθήκη του, έσωσε από την καταστροφή σημαντικά κείμενα της αρχαιότητας και σηματοδότησε τη συμφιλίωση των Βυζαντινών με τον Ελληνικό πολιτισμό, φυτεύοντας το σπόρο του «ελληνορθόδοξου πολιτισμού» που αιώνες αργότερα θα γίνει ο εθνικός αυτοπροσδιορισμός του νεοελληνικού κράτους.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Hunger H., Βυζαντινή Λογοτεχνία, Η λόγια κοσμική γραμματεία των Βυζαντινών, Τόμος Β’, Ιστοριογραφία, Φιλολογία, Ποίηση, Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα, 2005.

Lemerle P., Ο Πρώτος Βυζαντινός Ουμανισμός, Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα, 2001.

Rosenqvist J.O., Η Βυζαντινή Λογοτεχνία από τον 6ο Αιώνα ως την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, Εκδόσεις Κανάκη, Αθήνα, 2008.

POSTMODERN.GR

, , , , , , , ,

1 thought on “Η Βιβλιοθήκη ή Μυριόβιβλος του πατριάρχη Φωτίου: Πως ερμήνευε τα αρχαία κείμενα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.