Η βυζαντινή καστροπολιτεία της Ρεντίνας

του Χρήστου Χατζηλία,

Το κάστρο της Ρεντίνας αναφέρεται από τα μέσα του 10ου αιώνα, την εποχή που μεταφέρθηκε εκεί η χηρεύουσα επισκοπή Λητής και ο επίσκοπος ο οποίος μεταφέρθηκε εκεί έφερε τον τίτλο « Ο Λητής και Ρεντίνης». Η αναδιοργάνωση του κάστρου οφείλεται στην απόφαση της κεντρικής εξουσίας για επανασύσταση ορισμένων οικισμών που επιβίωσαν από τις σλαβικές επιδρομές. Ο οικισμός κατοικούνταν από την αρχαιότητα και τον 10ο αιώνα ενισχύθηκε το ιουστινιάνειο τοίχος το οποίο βρισκόταν εκεί. Ο Ιουστινιανός επίσης κατασκεύασε τείχη, ακρόπολη, μια μεγάλη κινστέρνα, τέλος έχουν βρεθεί αρχιτεκτονικά μέλη της παλαιοχριστιανικής περιόδου.
Η περιοχή βρισκόταν σε πλεονεκτική θέση, διότι υπήρχε το ποτάμι του Ρηχίου, η πηγή Αρεθούσα, πλούσια δάση με άφθονο κυνήγι , θάλασσα σε κοντινή απόσταση και η λίμνη Βόλβη.

Στην συντριπτική τους πλειονότητα οι κάτοικοι ασχολούνταν με μεταλλευτικές δραστηριότητες όπως μεταλλωρύχοι και σιδεράδες (βρέθηκαν βαριές, τσιμπίδες,σιδερένια ραβδιά , σφυριά) αλλά και με την αλιεία διότι βρέθηκαν αρκετά λίθινα βαρίδια διχτυών και αγκίστρια καθώς και με την γεωργία και το κυνήγι. Στην καστροπολιτεία βρέθηκαν και συγκολλήθηκαν περισσότερα από 200 αγγεία ( κούπες, φιάλες, στάμνες, πιθάρια) , μύλοι αλέσεως , φούρνος, καθώς επίσης και μαχαίρια, ψαλίδια, βελόνες, δαχτυλήθρες, σφυριά, πριόνια, τανάλιες, τσεκούρια, σκεπάρνια και βέλη διαφόρων μορφών. Ο Νικόλαος Μουτσόπουλος αναφέρει πως η Ρεντίνα ήταν κεφαλοχώρι μιας ευρύτερης περιοχής.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το σύστημα υδρεύσεως του οχυρού οικισμού, ο οποίος εκτός από τις τέσσερις κινστέρνες, διέθετε μια περίπλοκη άρθρωση στους νοτιο-ανατολικούς πρόποδες του λόφου, όπου είχαν εγκαταστήσει ένα υπόγειο σύστημα συγκοινωνούσων κινστερνών στις οποίες κατέληγαν τα νερά από τους παρακείμενους χειμάρρους με την βοήθεια φράγματος.

Από τις κινστέρνες αυτές γινόταν η τροφοδοσία του κάστρου με νερό.

Όσον αφορά τις κατοικίες ήταν μονόχωρες ή με μονόχωρο ισόγειο και όροφο, χωρίζονται σε δύο ομάδες, στην πρώτη ομάδα ανήκουν τα εργαστήρια που ως μια πλευρά τους χρησιμοποιείται το τείχος, τα ισόγεια των σπιτιών ήταν συνήθως εργαστήρια, είχαν μια θύρα που «έβγαινε» στο δρομάκι που οδηγούσε στην ακρόπολη, αλλά και στην ανατολική πλευρά του δρόμου.

Υπήρξε επίσης διεύρυνση της μικρής συνοικίας δυτικά και κοντά στην ακρόπολη, μετά την κατεδάφιση ενός βόρειου τείχους που ήταν σε κακή κατάσταση, ενώ μια άλλη χτίζεται βόρεια μαζί με οχυρώσεις στην απότομη πλαγιά του βράχου.

Πάνω στην ακρόπολη η βασιλική που υπήρχε χρησίμευε ως νεκροταφιακός ναός, διότι ανακαλύφθηκαν μνήματα από την βόρεια πλευρά της ακροπόλεως έως το βόρειο τείχος. Το συνδετικό υλικό που χρησιμοποιήθηκε ήταν το ασβεστοκονίαμα ( βασιλική, τείχη, κινστέρνες), για τα σπίτια χρησιμοποιήθηκαν πλακόπετρες, κροκάλες, συλλεκτικοί λίθοι και λάσπη, το ξύλο χρησιμοποιήθηκε ως κίονας ή ως δοκοί πατώματος και ζευκτά στέγης.
Η στέγασή τους γινόταν στις περισσότερες περιπτώσεις με σχιστόπλακες, σε μερικά βρέθηκαν και spolia (πελεκημένος τραβερτίνης λίθος από αρχαία κτίσματα). Τέλος κατά την περίοδο των Παλαιολόγων η Ρεντίνα αναφαίρεται ως «Κατεπανίκιο» , επισκευάζονται τα τείχη και χτίζεται ναός με αξιόλογα κεραμοπλαστικά κοσμήματα στην τοιχοποιία του.

Η Ρεντίνα συνεχίζει να υφίσταται μέχρι τον 17ο αιώνα , με λίγα εργαστήρια στην κορυφή του λόφου, οι Τούρκοι δεν θέλησαν να εγκατασταθούν εκεί και έχτισαν οικισμούς στην πεδιάδα, σιγά- σιγά τα εργαστήρια εγκαταλείφθηκαν και οι τελευταίοι κάτοικοι εγκαταστάθηκαν στα καινούρια χωριά.

Οι ανασκαφές στην καστροπολιτεία άρχισαν το 1976 από το Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών του ΑΠΘ και συνεχίζονται μέχρι σήμερα.

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΜΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΣ: Άγνωστα βυζαντινά κάστρα της Μακεδονίας. (Ο οχυρωμένος βυζαντινός οικισμός της Ρεντίνας, σελ. 19-48) ΕΚΔΟΣΕΙΣ: NHΣΙΔΕΣ, 2004.

, , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.