Η Βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη: Συμεών ο Νέος Θεολόγος

Η ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΠΟΙΗΣΗ ΑΝΘΟΛΟΓΗΜΕΝΗ | ΜΕΡΟΣ Ε΄: ΣΥΜΕΩΝ Ο ΝΕΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ | ΑΠΟΔΟΣΕΙΣ ΤΟΥ ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΣΑΚΑΛΗ

ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

Η βυζαντινή ποίηση παραμένει η μεγάλη απούσα από όλες σχεδόν τις ανθολογίες ελληνικής ποίησης, ένα –χρονικά– τεράστιο, ουσιωδώς ανεξήγητο κι αναιτιολόγητο, κενό για τη γνώση, παρουσία κι εξέλιξη της ελληνικής ποίησης από τις απαρχές της ως τις μέρες μας. Οι αιτίες αρκετές, οι προκαταλήψεις κι η μεροληψία φοβάμαι ακόμη περισσότερες. Έχουμε συνηθίσει να σταματούμε απότομα στην Παλατινή Ανθολογία (μετά βίας ώς τον τέταρτο συνήθως μεταχριστιανικό αιώνα, χωρίς να αναλογιζόμαστε συνάμα πως κι αυτή η ίδια η Ελληνική Ανθολογία συνιστά μια γενναιόδωρη χειρονομία των ίδιων των Ελληνορωμιών του Βυζαντίου προς εμάς τους επιγενόμενους) και καταπιανόμαστε πάλι με το πρωτοφανέρωμα της νεοελληνικής –δημώδους πάντα– ποίησης  εκεί γύρω στον ενδέκατο αι. Το μεταξύ τους διάστημα, έχει ως επί το πλείστον αφεθεί αποκλειστικά στους βυζαντινολόγους, οι οποίοι βέβαια, ας ειπωθεί στεντορείως και υμνητικώς, τον τελευταίο αιώνα έχουν απροσμέτρητα βαθύνει κι εμπλουτίσει τη γνώση μας για τα ποιητικά κείμενα της βυζαντινής περιόδου, με νέες κριτικές εκδόσεις κι αναγνώσεις, μελέτες, φανερώσεις άγνωστων ποιημάτων, μεταγραφές από ανέκδοτα χειρόγραφα κλπ., απομένει η ανθολόγησή τους κι η σύγχρονη (ποιητική κατά προτίμηση) μεταγραφή τους. Μια τέτοια έλλειψη, όπως είναι φυσικό, κι επιτείνει τις προκαταλήψεις αλλά και διογκώνει την άγνοια για τη βυζαντινή ποίηση. Ενώ το υλικό διόλου δεν λείπει, δεν είναι τυχαίο πως ως τις μέρες μας μεταφράζονται κείμενα ποιητικά που προέρχονται αποκλειστικά σχεδόν μόνον από την εκκλησιαστική υμνολογία, πράγμα που φανερώνει πολλά για τη γνώση και τη θεώρηση μα και για τη δεξίωση της βυζαντινής ποίησης σήμερα. Ας είναι! Δεν είναι η ώρα και η στιγμή  για περισσότερα˙ αυτή η εισαγωγή θα αρθρωθεί με την πληρότητα και την τεκμηρίωση που χρειάζεται, σαν έρθει η στιγμή της υλοποίησης μιας τέτοιας ανθολογίας της βυζαντινής ποίησης, που με την παρότρυνση και τη συνεργασία στενών φίλων θα αποκοτήσουμε. Η ανάληψη μιας τέτοιας ανθολογίας, βαρύ κι επίμοχθο έργο, θ’ απαιτήσει και συνεργασίες και χρόνο αρκετό.  Ήδη ανασκουμπωθήκαμε και αναμετριόμαστε με τα κείμενα, τους συγγραφείς, τις δυσκολίες, τις ιδιαιτερότητές τους, το περιβάλλον τους, τη μεταγραφή τους.

Με τον νου λοιπόν στραμμένο στη δημιουργία μιας ανθολογίας της βυζαντινής ποίησης, αποφασίσαμε εδώ στο ηλεκτρονικό ΝΠ, να ξεκινήσουμε με την παρουσίαση μιας όσο το δυνατόν εκτεταμένης επιλογής των ήδη μεταφρασμένων (περισσότερο ή λιγότερο γνωστών) βυζαντινών κειμένων από νεοέλληνες ποιητές˙ σαν προεισαγωγή και πρόγευση της μελλοντικής ανθολογίας αλλά κι άτυπη, όσο το δυνατόν ευρεία, αποτίμηση της μέχρι σήμερα παρουσίας της μεταφρασμένης βυζαντινής ποίησης στα γράμματά μας.

ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

*

~.~ 

ΣΥΜΕΩΝ Ο ΝΕΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ

«Ὅτι ὁ φόβος γεννᾷ τὴν ἀγάπην…»

Αποδόσεις του Ιγνάτιου Σακαλή 

Ο Ιγνάτιος Σακαλής, φιλόλογος και χαλκέντερος μεταφραστής, ανάμεσα στις αποδόσεις πολλών και σημαντικών έργων κυρίως της πατερικής –και δη της νηπτικής και μυστικής– γραμματείας, μα και της κλασικής ελληνικής γραμματείας, όπως οι τραγωδίες του Ευριπίδη και του Σοφοκλή και η Απολογία Σωκράτους του Πλάτωνα, (καθώς και του Πρόκλου), έχει αποδόσει στα νεολληνικά και τους Ύμνους του Συμεών του Νέου Θεολόγου. Παρά την εκ μέρους του έλλειψη οιασδήποτε αναφοράς περί ποιητικής στόχευσης και φιλοδοξίας στη συγκεκριμένη του εργασία, είναι σαφές κι ευδιάκριτο το ποιητικό αποτέλεσμα που εν πολλοίς αποπνέει η εν λόγω απόδοσή του. Εξ αυτού του λόγου άλλωστε έκρινα σκόπιμο να περιλάβω εδώ μια σύντομη επιλογή ορισμένων τμημάτων από τους Ύμνους, που συγχρόνως παρουσιάζουν  ορισμένα από τα θεμελιώδη γνωρίσματα της ποίησης του Συμεών (βιώματα, διδασκαλία, αλλά και εικόνες και μεταφορές). Κλείνω με το ολιγόλογο και εμβριθέστατα –δίκην ομολογίας– ειλικρινές στη λιτότητά του, σημείωμα της σύντομης εισαγωγής του Ιγνάτιου Σακαλή, καρπό της αναστροφής του με τους Ύμνους του Συμεών: «Κείμενα όπως οι Ύμνοι του Συμεών του Νέου Θεολόγου αχρηστεύουν τις όποιου είδους εισαγωγές. Δε χρειάζεται να γράψεις κάποιες σελίδες –λιγότερες ή περισσότερες– για να πεις στο τέλος αυτό που όλοι σχεδόν λένε σε ανάλογα γραπτά. Προκειμένου για τους Θείους Έρωτες αυτό πρέπει να το πει κανένας από την αρχή· ‘Και τώρα στο ίδιο το κείμενο’».

~·~

Ὕμνος ΙΖ΄

Ὅτι ὁ φόβος γεννᾶ τὴν ἀγάπη, ἐνῶ ἡ ἀγάπη ξεριζώνει
τὸ φόβο ἀπὸ τὴν ψυχὴ καὶ μένει μόνη μέσα σ’ αὐτή,
ἐπειδὴ εἶναι Πνεῦμα θεῖο καὶ ἅγιο.

[…]
Τοῦ κακοῦ, Χριστέ, τίς ρίζες
ἀπ᾽ τὰ βάθη ἀπόσπασέ τες
κι ἀπ᾽ τὰ ἀγκάθια ἀπάλλαξέ τα
τῆς ψυχῆς μου τὰ χωράφια.
Φύτεψε σ᾽ αὐτά τὸ φόβο
τὸ δικό σου, εὔσπλαχνε Θεέ μου,
κάν᾽ τὸν ἄξιο νὰ ριζώσει,
δυνατοὺς βλαστοὺς νὰ βγάλει,
νὰ τρανέψει, νὰ ψηλώσει,
κάθε σου ἐντολὴ τηρώντας
μεγαλώνοντας ὁλοένα,
καὶ προσθέτοντας καὶ δάκρυα
ροὲς π᾽ ἀδιάκοπα κυλοῦνε,
πίνοντας δροσιὰ ἀπὸ τοῦτα
περισσότερο τρανεύει,
κι ὅσο πιὸ πολὺ μεστώνει,
τόσο πιὸ ψηλὰ ἀνεβαίνει.
Μέ τὸ φόβο μεγαλώνει
κι ἡ ταπείνωση ἀπὸ δίπλα
καὶ σ᾽ αὐτὸν μὲ μιὰ τὰ πάθη
σκύβουν ὅλα ὑποχωρώντας
καὶ μαζὶ κι ἡ φάλαγγα ὅλη
παίρνει δρόμο τῶν δαιμόνων.
Καὶ τὸ θέαμα νὰ τ᾽ ὡραῖο
σὰ βασίλισσα ἕνα γῦρο
οἱ ἀρετὲς ἀκολουθοῦνε,
φύλακες μαζὶ καὶ φίλες
τῆς κυρᾶς θεραπαινίδες,
κι ὅταν ὅλες μαζευτοῦνε
κι ἑνωθοῦν μιὰ μὲ τὴν ἄλλη,
ἀνθεῖ ἀνάμεσά τους ὅπως
δέντρο σὲ νερῶν ἀνάβρες
βαθιοφύτρωτος ὁ φόβος
ὁ δικός σου καὶ μοῦ δείχνει
ἄνθος ξένο λίγο λίγο.
Ὦ Χριστέ μου, ναί, ἄνθος, ξένο!
Ξένο λέω, γιατί ὅλη ἡ φύση
κατὰ τὸ εἶδος της καρπίζει
καὶ ὅλων των δέντρων ὁ σπόρος-
ὅπως τὸ εἶδος τους τὸν θέλει.
Ἐνῶ ὁ φόβος ὁ δικός σου
καὶ λουλούδι βγάζει ξένο
καὶ καρπὸ παρόμοια ξένο
κι᾽ ἄλλο ὁλότελα ἀπ᾽ τὸν ἴδιο.
Εἶναι ὁ φόβος βλέπω πάντα
ἀπὸ κατσουφιὰ γεμάτος
κι ὅποιων τὴν ψυχὴ γεμίζει
σκυθρωπούς τοὺς κάνει νά ᾽ναι
ἀκατάπαυστα σὰν δοῦλοι,
γιὰ πολλὲς πληγὲς ποὺ εἶν᾽ ἄξιοι
καὶ κάθε ὥρα περιμένουν
τότε νὰ τοὺς πάρει ὁ χάρος
κι ἐνῶ βλέπουν τὸ δρεπάνι,
ἀγνοοῦν τὴν ὥρα ὡστόσο
οὔτε ἔχουν καμιὰν ἐλπίδα,
οὔτε καὶ πληροφορία
γιὰ συγχώρεσή τους τέλεια.
Μὰ τὸ τέρμα τοὺς τρομάζει,
γιὰ τὸ τέλος νιώθουν φρίκη,
γιατὶ περιφέρουν, Θεέ μου,
τὴν ἀπόφαση τῆς δίκης
ἄκριτη κι ὅλη φοβέρα.
Καὶ τοῦ φόβου τὸ λουλούδι
πῶς νὰ πεῖς τὴν ὀμορφιά του
καὶ πιὸ ἀνείπωτος ὁ τρόπος·
μιὰ ὁλάνοιχτο τὸ βλέπεις
καὶ μὲ μιὰ χάνεται πάλι.
Μὲς στὴ φύση αὐτὸ δὲν εἶναι
μήτε φυσικὴ ἡ σειρά του·
φύση ὑπέρτερη εἶναι τοῦτο,
ξεπερνᾶ τὴν κάθε φύση.
Τώρα φαίνεται πανώριο
λούλουδο πέρα ἀπὸ λόγο
καὶ μοῦ κλέβει ὅλο τὸ νοῦ μου
νὰ τὸ βλέπω θαμπωμένος.
Δὲν ἀφήνει νὰ θυμοῦμαι
τίποτε ποὺ φόβο φέρνει,
μὰ μὲ κάνει νὰ ξεχάσω
ὅλα τοῦτα καὶ γοργὰ
φτερουγάει πότε μακριά μου
κι ἔμεινε μὲ δίχως ἄνθος
πάλι τὸ δέντρο τοῦ φόβου·
καὶ λυποῦμαι καὶ στενάζω
κι ὡς κραυγὴ θερμὴ σοῦ στέλνω
βλέπω πάλι τὸ λουλούδι
πάνω στὰ κλαδιὰ τοῦ δέντρου,
κι ἔχοντας, Χριστέ, τὸ βλέμμα
μόνο στ᾽ ἄνθος καρφωμένο
χάνω τὸ δεντρὶ ἀπ᾽ τὰ μάτια
κι ὅσο τὸ ἄνθος λουλουδίζει
πιὸ συχνὰ καὶ πρὸς ἐκεῖνο
σκλάβο ὁ πόθος μου μὲ σέρνει,
δένει ἡ ἀγάπη τὸν καρπό της.
Μὰ καὶ πάλι ἀδύνατο εἶναι
τοῦτος ὁ καρπὸς νὰ μείνει
στὸ δέντρο τοῦ φόβου ἐπάνω
τὸ σωστὸ εἶναι, ὅταν τέλεια
ὡριμάσει τότε μόνο,
δίχως δέντρο πιὰ τὸν βλέπεις.
Γιατί ὁ φόβος στὴν ἀγάπη
δὲν ὑπάρχει πιὰ καθόλου
κι οὔτε πάλι δίχως φόβο
μέσα στὴν ψυχὴ γεννιέται.
Θαῦμα ἀλήθεια ποὺ τὸ λόγο
ξεπερνᾶ καὶ κάθε σκέψη·
ἕνα δέντρο ποὺ μὲ κόπο
ἄνθος καὶ καρπὸ μᾶς δίνει
κι ὁ καρπὸς τοῦ δέντρου πάλι
τὸ ἀφανίζει ἀπὸ τὴ ρίζα
κι ὁ καρπὸς μένει μονάχος.
Πῶς καρπὸς μὲ δίχως δέντρο
γίνεται, νὰ πῶ δὲν ξέρω.
Τώρα μένει πιὰ κι ὑπάρχει
ἡ ἀγάπη δίχως φόβο,
ὅπου στάθηκε γονιός της.
[…]
Ἄκουσε μονάχα, ἂν θέλεις,
τί ἡ ἀγάπη κατορθώνει
καὶ θὰ μάθεις πῶς τυχαίνει
νά ᾽ναι ἡ πιὸ μεγάλη ἀπ᾽ ὅλα.
Ἀπὸ ποιά ὅλα; Δὲν ἀκούεις
τί ὁ Ἀπόστολος φωνάζει;
Ἀπ᾽ τὸ νὰ μιλᾶς τὶς γλῶσσες
τῶν ἀγγέλων καὶ τοῦ κόσμου,
καὶ τὴν πίστη νάχεις ὅλη,
ποὺ βουνὰ νὰ μεταφέρεις,
κάθε γνώση νὰ κατέχεις
καὶ τῶν μυστηρίων τὸ βάθος,
ἀπ᾽ τὸ νὰ σκορπίσεις ὅλα
τὰ καλά σου καὶ φτωχὸς
γίνεις κι ἂν τὸ σῶμα δώσεις
νὰ καεῖ γιὰ τὸ Χριστό,
πιὸ μεγάλη εἶναι ἡ ἀγάπη.
Καὶ εἶναι ἀκόμα πιὸ μεγάλη,
γιατί ὅλα αὐτὰ χωρίς της
ἕνα ἕνα κι ὅλα ἀντάμα
τίποτα δὲν ὠφελοῦνε
ὅποιος τάχει κατορθώσει.
Τὴν ἀγάπη λοιπὸν ὅποιος
κι ὅλα ὅσα εἶπα παραπάνω
ἔχει στερηθεῖ, γιὰ πές μου,
θὰ φανεῖ ποῦ, τί θὰ κράζει,
πῶς πιστὸ σ᾽ ὅσους ρωτᾶνε
τὸν ἑαυτό του θὰ κηρύξει;
Γι᾽ αὐτὸ πρέπει νὰ προσέχεις
σὰν μιλῶ γιὰ τὴν ἀγάπη.
Κάθομαι μὲς στὸ κελλί μου
ὅλη νύχτα κι ὅλη μέρα
καὶ μαζί μου ζεῖ ἡ ἀγάπη
ἄγνωστη κι ἀφανὴς σ᾽ ὅλους.
Ἔξω εἶναι ἀπὸ κάθε κτίσμα
καὶ πάλι μαζὶ μὲ ὅλα,
φωτιὰ εἶναι κι εἶναι λάμψη,
φωτεινὴ νεφέλη ἀμέσως
καὶ ἥλιος λάμπει ἀκτινοβόλος.
Τὴν ψυχὴ ὡς φωτιὰ θερμαίνει,
πυρπολεῖ καὶ τὴν καρδιά μου
καὶ στὸν πόθο τὴν κεντρίζει
καὶ στὸν ἔρωτα τοῦ πλάστη.
Κι ὅταν ἡ φωτιὰ μ᾽ ἀνάψει
κι ἡ ψυχὴ γίνει ὅλη φλόγα
γύρω μου πετάει ἀγάλια
σὰν ὁλόφωτη μιὰ λάμψη,
ρίχνοντας μὲς στὴν ψυχή μου
τίς φεγγόβολες ἀκτίνες
καὶ τὸ νοῦ καταφωτίζει.
Τότε πιὰ ἱκανὸ τὸν κάνει
γιὰ τῆς θεωρίας τὰ ὕψη
μὲ τὴ δύναμη νὰ βλέπει.
Σοῦ εἶπα πρὶν γι᾽ ἄνθος τοῦ φόβου
καὶ εἶναι τοῦτο ποὺ σοῦ λέω.
Κι ὅταν εἶδα ἐγὼ τὴ λάμψη
ἄφατη χαρὰ γεμάτος
δὲν ἐχάρηκα γιατὶ εἶδα
ἀλλὰ ἡ λάμψη χαρὰ θεία
μὲ πλημμύρισε καὶ πάει·
ἅρπαξε μαζὶ τὸ νοῦ μου
τίς αἰσθήσεις μου ὅλες μὲ ὅλες
τίς ἐπιθυμίες τοῦ κόσμου.
Καὶ τὴν κυνηγοῦσε ὁ νοῦς μου
πολεμώντας νὰ προλάβει
τὴ λάμψη ποὺ ἔβλεπε μὲ πόθο.
Μὰ τοῦ ξέφευγε. Τὸ κτίσμα
νὰ ἐλευθερωθεῖ δὲν μπόρεσε
ἀπ᾽ τὰ κτίσματα ὅλα τ᾽ ἄλλα
γιὰ ν᾽ ἁρπάξει αὐτὴ τὴ λάμψη
ποὺ ἦταν ἄκτιστη κι ἀσύλληπτη.
Πήγαινε στὰ πάντα ὡστόσο,
τρόπο ζήταε νὰ τὴ δεῖ·
τὸν ἀέρα ἐξερευνοῦσε,
βάδιζε ψηλὰ στὰ οὐράνια
τριγυρνοῦσε στὶς ἀβύσσους
καὶ στὰ πέρατα τοῦ κόσμου
ἔψαχνε καὶ τὴ ζητοῦσε.
Ἀλλὰ ποῦ μὲς σὲ ὅλα τοῦτα
νὰ τὴ βρεῖ· κτιστὰ ἦταν ὅλα
καὶ θρηνοῦσα καὶ ποθοῦσα
καίγονταν τὰ σωθικά μου
κι ἔξαλλος πιὰ τότε μέσα
σ᾽ ἔκταση μὲ δίχως τέλος.
Ἦρθε ὡς θέλησε λοιπὸν
μοιάζοντας μὲ μιὰ νεφέλη
φωτεινὴ ποὺ ἦρθε κι ἐστάθη
ὅλη στὸ κεφάλι ἐπάνω
κι ἔμειν᾽ ἐκεῖ καθισμένη,
κάνοντάς με νὰ φωνάζω
ἔκπληκτος καὶ σαστισμένος.
Ἀλλὰ πέταξε καὶ πάλι
παρατώντας με μονάχο
κι ὡς μὲ πόνο τὴ ζητοῦσα
ξαφνικὰ μοῦ ᾽ρθε καὶ πάλι
καὶ τὴν ἔνιωσα βαθιά μου,
μὲς στὰ βάθη τῆς καρδιᾶς μου·
ὅπως φάρος, σὰν τὸν δίσκο
τοῦ ἥλιου ἔλαμψε στ᾽ ἀλήθεια.
Ἔτσι πιὰ σὰν ξαναφάνη
καὶ τὴν ἔνιωσα σ᾽ ἐμένα,
διώχνει τῶν δαιμόνων πέρα
τίς ὀρδές, διώχνει τὴ δείλια
καὶ μοῦ φέρνει τὴν ἀνδρεία·
ἀπ᾽ τοῦ κόσμου τὶς αἰσθήσεις
ἀπογύμνωσε το νοῦ μου
καὶ τῆς αἴσθησης τὸ ροῦχο
τῆς νοερῆς ἐφόρεσέ μου,
ἀπὸ τὰ ὁρατὰ μὲ παίρνει,
μὲ τὰ ἄστρα μ᾽ ἑνώνει
καὶ μοῦ χάρισε νὰ βλέπω
μὲ χαρά τὸ δημιουργό μου,
ποὺ μὲ χώρισε ἀπὸ ἐκεῖνα
ποὺ κτιστὰ εἶναι καὶ τὰ βλέπω
καὶ ποὺ φθείρονται σὲ λίγο.
Μὲ τὸν ἄκτιστο ἔχω σμίξει
ἄφθαρτος καὶ ἄναρχος πού ᾽ναι
καὶ εἶναι ἀόρατος σὲ ὅλους.
Ναί, τοῦτο εἶναι ἡ ἀγάπη
[…]

~•~

Ὕμνος ΙΗ΄

Διδασκαλία μαζὶ καὶ θεολογία γιὰ τὶς ἐνέργειες τῆς ἀγάπης,
δηλαδὴ τοῦ ἴδιου τοῦ φωτὸς τοῦ ἁγίου Πνεύματος.

[…]
Γιατί ἔτσι ξάφνου δὲν μπορεῖ νὰ λάβει ὅλο τὸ Πνεῦμα
ὁ σαρκικὸς ὁ ἄνθρωπος κι ἔτσι ἀπαθὴς νὰ γίνει,
ἀλλὰ τὰ κατὰ δύναμη πρέπει νὰ πράξει πρῶτα
τὴ γύμνωση, τὸ χωρισμό, ἀπὸ δικοὺς καὶ πάθη,
ὑποταγὴ τῆς θέλησης καὶ ἀπαρνημὸ τοῦ κόσμου,
ὑπομονὴ στοὺς πειρασμοὺς καὶ προσευχὴ καὶ πένθος,
τὴ φτώχεια, τὴν ταπείνωση μ᾽ ὅλη τὴ δύναμή του.
Τότε μονάχα μιὰ λεπτὴ κι ἀχνόφεγγη μιὰ λάμψη
κυκλώνει ξαφνικὰ τὸ νοῦ καὶ σ᾽ ἔκσταση τὸν ρίχνει
καὶ τὸν ἀφήνει γρήγορα μήπως τυχὸν πεθάνει,
ὥστε νὰ μὴν τὴ νιώσει ἀπ᾽ τὴν πολλὴ γοργάδα ὅποιος
τὴν εἶδε· οὔτε νὰ θυμηθεῖ τὸ κάλλος της ἀφήνει
[…]
Σὰν γίνω ταπεινὸς λοιπὸν ἐκείνην ἀποχτώντας
τότε κι ἐκείνη ἀχώριστη μένει μαζὶ μ᾽ ἐμένα,
μὲ καταλάμπει, μοῦ μιλᾶ, μὲ βλέπει καὶ τὴ βλέπω.
Μὲς στὴν καρδιά μου βρίσκεται, ἀπ᾽ τὸν οὐρανὸ δὲ λείπει,
μοῦ ἑρμηνεύει τὶς γραφὲς καὶ μοῦ προσθέτει γνώση,
μοῦ ἐξηγεῖ τ᾽ ἀπόκρυφα μὰ πῶς νὰ σᾶς τὰ ἐκφράσω,
μοῦ δείχνει πῶς μὲ τράβηξε μές᾽ ἀπ᾽ τὸν κόσμο ἐκείνη
καὶ μὲ προστάζει νὰ ἐλεῶ στὸν κόσμο ὅσους ζοῦνε.
Τοῖχοι μὲ κλειοῦν ὁλόγυρα, τὸ σῶμα μ᾽ ἐμποδίζει,
κι ὡστόσο εἶμαι ἔξω ἀπ᾽ αὐτὰ στ᾽ ἀλήθεια, μὴ ἀπιστήσεις!
Δὲ νιώθω ἐγὼ χτυπήματα, κι οὔτε φωνὲς ἀκούω,
δὲ μὲ φοβίζει ὁ θάνατος, τὸν ἔχω ξεπεράσει.
Τί εἶναι ἡ θλίψη τ᾽ ἀγνοῶ κι ἂς μὲ λυποῦν οἱ πάντες,
πίκρα μου γίνονται οἱ ἡδονές, ὅλα τὰ πάθη φεύγουν,
καὶ βλέπω φῶς παντοτινὰ τὴ νύχτα καὶ τὴ μέρα.
Μέρα ἡ νυχτιὰ μοῦ φαίνεται καὶ νύχτα ἡ μέρα μου εἶναι,
τὸν ὕπνο δὲν ἐπιθυμῶ, ζημία μου τοῦτο τὸ ἔχω.
Ἀλλὰ ὅταν ὅλα τὰ δεινὰ πιὰ μὲ περικυκλώσουν
καὶ μὲ γοητέψει ἡ ὄψη τους καὶ μὲ καταπονέσουν
τότε ἔξω ἀπ᾽ ὅλα βρίσκομαι ξάφνου μαζὶ μ᾽ ἐκείνην,
ἔξω ἀπὸ λύπες καὶ χαρὲς ἢ καὶ ἡδονὲς τοῦ κόσμου·
βαθιά μου νιώθω τὴ χαρὰ τὴν ἄρρητη καὶ θεία,
τὴν ὀμορφιά της χαίρομαι, συχνὰ τὴν ἀγκαλιάζω,
φιλιὰ τῆς δίνω, προσκυνῶ, καὶ χάρη ἔχω μεγάλη,
σ᾽ αὐτοὺς ποὺ μ᾽ ἔκαναν νὰ δῶ ἐκεῖνα ποὺ ποθοῦσαν,
νὰ μεταλάβω τ᾽ ἄφραστο φῶς μὰ καὶ φῶς νὰ γίνω,
νὰ κοινωνήσω ἀπὸ ἐδῶ τὴ θεία δωρεά του
καὶ ν᾽ ἀποχτήσω πιὰ τὴν πηγὴ ποὺ τ᾽ ἀγαθὰ ἀναβρύζει
καὶ χάρισμα ἕνα τῆς ψυχῆς νὰ μὴ μοῦ λείψει ἐμένα.
[…]

~•~

Ὕμνος ΚΖ΄

Ποιός πρέπει νὰ εἶναι ὁ μοναχός, ποιό τὸ ἔργο του
καὶ ποιά ἡ προκοπὴ καὶ ἄνοδός του.

[…]
Τὸ κελλὶ τούτων οὐρανὸς καὶ ἥλιος εἶναι ἐκεῖνοι
καὶ εἶναι μέσα τους τὸ φῶς τὸ ἀνέσπερο καὶ θεῖο,
ὁποὺ φωτᾶ κάθε ἄνθρωπον ἐρχόμενον στὸν κόσμο
καὶ ξεκινώντας ἔρχεται σ᾽ ἐμᾶς ἀπ᾽ τ᾽ ἅγιο Πνεῦμα.
Ἔτσι σὲ νύχτα αὐτοὶ δὲ ζοῦν· πῶς, νὰ σοῦ πῶ δὲν ξέρω,
μὲ φρίκη σοῦ τὰ γράφω αὐτὰ καὶ ποὺ τὰ ἀναλογιέμαι
τρέμω μὰ σὲ διδάσκω πῶς ζοῦνε καὶ μὲ ποιό τρόπο
ὅσοι εἶναι δοῦλοι τοῦ Θεοῦ κι αὐτὸν μέσα σὲ ὅλους
μονάχα ἀφοῦ ἀναζήτησαν καὶ μόνον ἀφοῦ βρῆκαν
καὶ μόνο ἀφοῦ ἀγαπήσανε κι ἑνώθηκαν μαζί του.
Κι ἀφοῦ γενῆκαν μοναχοὶ μόνοι μ᾽ αὐτὸν μονάχα,
ἂν καὶ σὲ κόσμο ἀμέτρητο εἶναι μπλεγμένοι μέσα.
Αὐτοὶ εἶναι οἱ γνήσιοι μοναχοί, ποὺ ζοῦν στὴ μοναξιά τους,
ποὺ μόνοι εἶναι μὲ τὸ Θεὸ κι ὁ Θεὸς μ᾽ ἐκείνους μόνος,
γυμνοὶ ἀπὸ κάθε στοχασμὸ καὶ φαντασία κάθε,
ποὺ βλέπουν μόνο τὸ Θεὸ μὲ νοῦ μὲ δίχως νόηση,
μὲ νοῦ μπηγμένο μὲς στὸ φῶς σὰν βέλος μὲς στὸν τοῖχο,
ἢ τ᾽ ἄστρο ὅπως στὸν οὐρανὸ κι ἢ πῶς ἀλλιῶς δὲν ξέρω.
Ὅμως σὰν ἄλλο ὁλόφωτο νυμφώνα κατοικοῦνε
τὰ κελλιὰ καὶ στὸν οὐρανὸ θαρροῦν πὼς κατοικοῦνε
ἢ καὶ στ᾽ ἀλήθεια κατοικοῦν κι ἐσὺ μὴν ἀμφιβάλεις.
Γιατὶ δὲ βρίσκονται στὴ γῆ, στὴ γῆ κι ἂς περπατοῦνε,
ἀλλὰ μὲς στοῦ μελλοντικοῦ τὸ φῶς τοῦ αἰῶνα ζοῦνε,
οἱ ἄγγελοι ὅπου κατοικοῦν κι ὅπου περιπατοῦνε
καὶ ποὺ ἁρπάζει τὶς οὐράνιες ἀρχὲς καὶ ἐξουσίες
κι οἱ θρόνοι καὶ οἱ κυριότητες ἐνδυναμώνονται ὅλες.
Γιατὶ κι ἂν ξεκουράζεται ὁ Θεὸς στοὺς ἅγιούς του,
οἱ ἅγιοι ὡστόσο μὲς στὸ Θεὸ καὶ ζοῦνε καὶ κινοῦνται,
βαδίζοντας μέσα στὸ φῶς ὅπως στὸ χῶμα ἐπάνω.
[…]

~•~

Ὕμνος ΛΗ΄

Περὶ θεολογίας καὶ ὅτι ὁ νοῦς καθαρμένος ἀπὸ τὰ σωματικὰ πάθη
ἀντικρίζει μὲ ἄϋλα μάτια τὸν ἄϋλο καὶ ἀόρατο.

Δρόμο νὰ περπατήσω ποιόν, ποιό δρόμο νὰ ξεκλίνω;
Πάλι, ποιά σκάλα ν’ ἀνεβῶ, ποιά πύλη νὰ περάσω,
ποιά πόρτα καὶ ποιά κάμαρη καὶ πῶς νὰ τὴν ἀνοίξω;
Σὲ σπίτι ποιό καὶ ποιᾶς λογῆς μέσα του μέλλω νά ᾽βρω
ἐκεῖνον ποὺ τὰ σύμπαντα στὴ φούχτα μέσα κλείνει;
Σὲ ποιό ὄρος ν᾽ ἀναρριχηθῶ καὶ ἀπὸ ποιά μεριά του
καὶ ποιό τάχατε σπήλαιον ἐκεῖ νὰ ἀνερευνήσω;
ποιά νὰ περάσω τέλματα γιὰ ν᾽ ἀξιωθῶ, ὁ τάλας,
τὸν πού ᾽ναι πανταχοῦ παρὼν κι ἀσύλληπτος ὡστόσο
κι ἀόρατος νὰ τὸν ἰδῶ μὰ καὶ νὰ τὸν ἀγγίξω;
Σὲ ποιόν ἅδη νὰ κατεβῶ, σ᾽ ποιόν οὐρανὸ ν᾽ ἀνέβω
καὶ σὲ ποιᾶς τάχα θάλασσας τὰ πέρατα καὶ ἂν φτάσω
αὐτὸν ποὺ εἶναι ἀπροσπέλαστος ὁλότελα γιὰ νά ᾽βρω
καὶ ποὺ σὲ ὅρια δὲ χωρεῖ κι ἄγγισμα δὲν τὸν πιάνει
τὸν ἄϋλο μὲς στὰ ὑλικά, τὸν κτίστη μὲς στὴν κτίση,
τὸν ἄφθαρτο μὲς στὰ φθαρτὰ πῶς νὰ τὸν βρῶ γιὰ πές μου;
Πῶς νὰ διαβῶ τὰ σύνορα τοῦ κόσμου ὅπου ὑπάρχω,
πῶς νὰ ἑνωθῶ μὲ τ᾽ ἄϋλο ὁ δεμένος μὲ τὴν ὕλη;
Πῶς νὰ πλεχτῶ μὲ τὸ ἄφθαρτο, ἀφοῦ φθαρτὸς ἐγώ ᾽μαι
πῶς κὰν ν᾽ ἀγγίξω τὴ ζωὴ στὸ θάνατο κλεισμένος
καὶ στὸν ἀθάνατο ὁ νεκρὸς πῶς τάχα νὰ πλησιάσω;
Πῶς νὰ τολμήσω τὴ φωτιὰ ν᾽ ἀγγίξω ἐγὼ χορτάρι;
[…]

Συμεών ο Νέος Θεολόγος, Ὕμνοι (Φιλοκαλία των νηπτικών και ασκητικών / Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας), μτφρ. Ιγνάτιος Σακαλής, Πατερικαί εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς», τόμ. 19Ε & 19ΣΤ, Θεσσαλονίκη 1989 & 1990.

~·~

Τα πρωτότυπα

Ὕμνος ΙΖ΄

Ὅτι ὁ φόβος γεννᾷ τὴν ἀγάπην, ἡ δὲ ἀγάπη ἐκριζοῖ τὸν φόβον ἀπὸ τῆς
ψυχῆς καὶ μένει μόνη ἐν αὐτῇ πνεῦμα θεῖον οὖσα καὶ ἅγιον.

[…]
τούτου ῥίζας ἐκ βαθέων
ἐξανάσπασον, Χριστέ μου,
καὶ καθάρισον ψυχῆς μου
καὶ καρδίας τὰς ἀρούρας
καὶ ἐμφύτευσον τὸν φόβον
ἐν αὐταῖς τὸν σόν, οἰκτίρμον,
καὶ ἀξίωσον ῥιζῶσαι
καὶ καλῶς ἀναβλαστῆσαι,
ὅπως αὐξηθῇ εἰς ὕψος
φυλακῇ τῶν ἐντολῶν σου
προστιθέμενος καθ’ ὥραν·
τῇ προσθήκῃ δὲ δακρύων
προστιθεὶς ῥοὰς βλυζούσας,
ποτιζόμενος δ’ ἐκ τούτων
ἐπὶ πλεῖον καὶ αὐξάνει·
καὶ καθ’ ὅσον στερεοῦται
καὶ εἰς ὕψος ἀναβαίνει,
ἀναλόγως συναυξάνει
ἡ ταπείνωσις τῷ φόβῳ·
ταπεινώσει δὲ τὰ πάθη
ἅπαντα ὑποχωροῦσι,
σὺν αὐτοῖς δὲ καὶ δαιμόνων
ἀπελήλαται ἡ φάλαγξ·
ἀρεταὶ δὲ πᾶσαι ὥσπερ
βασιλίδι κύκλῳ ταύτης
συνεπόμεναι ὁρῶνται,
οἷα φύλακες καὶ φίλαι
καὶ θεράπαιναι δεσποίνης·
τούτων συναθροισθεισῶν δὲ
καὶ ἑνωθεισῶν ἀλλήλαις
μέσον τούτων, ὥσπερ δένδρον
εἰς ὑδάτων διεξόδους,
φόβος σὸς πεφυτευμένος
ἐξανθεῖ καὶ κατ’ ὀλίγον
δείκνυσί μοι ξένον ἄνθος,
ὦ Χριστέ μου, ξένον ἄνθος·
ξένον εἶπον, ὅτι πᾶσα
φύσις κατὰ γένος τίκτει
καὶ τῶν δένδρων πάντων σπέρμα
κατὰ γένος ἐν ἑκάστῳ·
ὁ δὲ φόβος σου καὶ ἄνθος
ξένης φύσεως δεικνύει
καὶ καρπὸν ὁμοίως ξένον
καὶ ἀλλότριον ἐκείνου.
ἔστι γὰρ ὁ φόβος φύσει
κατηφείας πεπλησμένος
καὶ τοὺς τοῦτον κτησαμένους
ἀεννάως σκυθρωπάζειν
ἀπεργάζεται ὡς δούλους,
ὡς πολλῶν πληγῶν ἀξίους,
ὡς ἐλπίζοντας καθ’ ὥραν
ἐκτομὴν τὴν τοῦ θανάτου,
καὶ τὸ δρέπανον ὁρῶντας
καὶ τὴν ὥραν ἀγνοοῦντας
καὶ μὴ ἔχοντας ἐλπίδα
μήτε μὴν πληροφορίαν
συγχωρήσεως τελείας,
ἀλλὰ τρέμοντας τὸ πέρας,
ἀλλὰ φρίττοντας τὸ τέλος,
ὡς ἀμφίβολον τῆς δίκης
περιφέροντας ἐκείνης
τὴν ἀπόφασιν, θεέ μου·
τὸ γοῦν ἄνθος, ὅπερ φέρει,
ἄφραστον τῷ εἴδει πέλει,
ἀφραστότερον τῷ τρόπῳ·
ἐξανθοῦν γὰρ καθορᾶται,
ἀποκρύπτεται δ’ εὐθέως,
ὅπερ φύσεως οὐκ ἔστιν,
ἀλλ’ οὐδὲ ἀκολουθίας,
ὑπὲρ φύσεως δὲ φύσιν,
πᾶσαν φύσιν ὑπεραῖρον
τέως δείκνυται ὡραῖον
ἄνθος ὑπὲρ πάντα λόγον
καὶ ἁρπάζει πρὸς τὴν θέαν
τὴν ἐκείνου ὅλον νοῦν μου
μηδενὸς ἐῶν μεμνῆσθαι,
ἃ παρέχειν οἶδε φόβον,
ἀλλὰ λήθην τούτων πάντων
ἀπεργάζεταί μοι τότε
καὶ ἀφίπταται συντόμω·
τὸ δὲ δένδρον τὸ τοῦ φόβου
πάλιν ἄνθους ἔστι δίχα·
καὶ λυποῦμαι καὶ στενάζω
καὶ πρὸς σὲ θερμῶς κραυγάζω·
καὶ τὸ ἄνθος πάλιν βλέπω
ἐν τοῖς κλάδοις τοῖς τοῦ δένδρου
καὶ τὸ ὄμμα, ὦ Χριστέ μου,
πρὸς τὸ ἄνθος μόνον ἔχων
οὐχ ὁρῶ τὸ δένδρον τότε·
συχνοτέρως δὲ τὸ ἄνθος
ἐπανθοῦν καὶ πρὸς ἐκεῖνο
ὅλον με τῷ πόθῳ ἕλκον
εἰς καρπὸν ἀγάπης λήγει·
ὁ καρπὸς δὲ οὗτος πάλιν
οὐκ ἀνέχεται τῷ δένδρῳ
τῷ τοῦ φόβου βασταχθῆναι,
ἀλλὰ μᾶλλον, ὅτε πλήρης
ὡριμάσει, τότε μόνος
δίχα δένδρου καθορᾶται·
φόβος γὰρ ἐν τῇ ἀγάπῃ
οὐχ εὑρίσκεται οὐδ’ ὅλως,
οὐδὲ πάλιν δίχα φόβου
ἐν ψυχῇ καρποφορεῖται·
ὄντως θαῦμα ὑπὲρ λόγον,
ὑπὲρ ἔννοιαν δὲ πᾶσαν,
ὅτι δένδρον μετὰ κόπου
ἐξανθεῖ καὶ καρποφορεῖ
ὁ καρπὸς αὐτοῦ δὲ πάλιν
ὅλον ἐκριζοῖ τὸ δένδρον,
μένει δ’ ὁ καρπὸς καὶ μόνος·
πῶς καρπὸς τοῦ δένδρου δίχα;
ὅλως ἐξειπεῖν οὐκ ἔχω.
τέως μένει, τέως ἔστιν
ἡ ἀγάπη δίχα φόβου
τοῦ αὐτὴν ἀποτεκόντος·
[…]
ἄκουε δὲ τῆς ἀγάπης,
εἰ βούλῃ, τὰς ἐνεργείας
καὶ μαθήσῃ, πῶς ὑπάρχει
μείζων πάντων ἡ ἀγάπη.
ποίων πάντων; οὐκ ἀκούεις
βοῶντος τοῦ ἀποστόλου;
τοῦ λαλεῖν ἀγγέλων γλώσσαι;
καὶ ἁπάντων τῶν ἀνθρώπων,
τοῦ τὴν πίστιν πᾶσαν ἔχειν,
ὥστε ὄρη μεθιστάνειν,
τοῦ εἰδέναι πᾶσαν γνῶσιν
βάθος τε τῶν μυστηρίων,
τοῦ σκορπίσαι πάντα πλοῦτον
καὶ πτωχὸν αὐτὸν γενέσθαι,
τοῦ καὶ τὸ σῶμα εἰς καῦσιν
ὑπὲρ τοῦ Χριστοῦ ἐκδοῦναι
μείζων ἔστιν ἡ ἀγάπη·
καὶ τοσούτῳ μείζων πέλει,
ὅτι δίχα ταύτης ταῦτα
(εἴτε ἓν εἴτε καὶ πάντα)
εἰς οὐδὲν τῷ κεκτημένῳ
ὄφελος ὅλως ὑπάρχει·
ὅστις οὖν καὶ τῆς ἀγάπης
καὶ τῶν εἰρημένων πάντων
ἀπεστέρηται, εἰπέ μοι,
ποῦ φανεῖται, τί ποιήσει,
πῶς πιστὸν τοῖς ἐρωτῶσιν
εἰπεῖν ἑαυτὸν τολμήσει;
διὰ τοῦτο προσεκτέον
λέγοντι περὶ ἀγάπης·
κάθημαι ἐν τῷ κελλίῳ
ἐν νυκτὶ ἢ ἐν ἡμέρᾳ,
συνυπάρχει ἀφανῶς μοι
καὶ ἀγνώστως ἡ ἀγάπη·
ἔξω δὲ κτισμάτων πάντων οὖσα
ἔστιν αὖ καὶ μετὰ πάντων·
ἔστι πῦρ, ἔστι καὶ αἴγλη,
γίνεται φωτὸς νεφέλη,
ἥλιος ἀποτελεῖται.
ὡς οὖν πῦρ ψυχὴν θερμαίνει
καὶ καρδίαν μου ἐκκαίει
καὶ διανιστᾷ πρὸς πόθον
καὶ ἀγάπην τὴν τοῦ κτίστου·
ἱκανῶς δὲ πυρωθέντα
καὶ ψυχὴν ἀναφλεχθέντα
ὥσπερ αἴγλη φωτοφόρος
περιΐπταταί με πᾶσα
φεγγοβόλους ἀφιεῖσα
τῇ ψυχῇ μου τὰς ἀκτῖνας
καὶ τὸν νοῦν λαμπρύνουσά μοι
καὶ πρὸς θεωρίας ὕψος
ἐπιτήδειον δεικνύει
ὀπτικὸν ἐργασαμένη·
τοῦτο ἦν, ὅπερ προεῖπον
ἄνθος εἶναι τὸ τοῦ φόβου·
κατιδὼν δ’ ἐγὼ τὴν αἴγλην
καὶ πλησθεὶς χαρᾶς ἀφάτου
οὐκ ἐχάρην, ὅτι εἶδον,
ἀλλ’ αὐτὴ χαρᾶς με θείας
ἐμφορήσασα ἀπέπτη
καὶ συνήρπασε τὸν νοῦν μου
καὶ τὴν αἴσθησιν καὶ πᾶσαν
κοσμικὴν ἐπιθυμίαν·
καὶ κατέτρεχεν ὁ νοῦς μου
καὶ καταλαβεῖν ἐζήτει
τὴν φανεῖσαν αἴγλην πόθῳ·
ἀλλ’ οὐχ εὕρισκε τὸ κτίσμα
οὐδ’ ἠδύνατο γενέσθαι
τῶν κτισμάτων ὅλως ἔξω,
ἵνα δράξηται τῆς αἴγλης
τῆς ἀκτίστου καὶ ἀλήπτου·
ὅμως περιῄει πάντα
καὶ ἰδεῖν ἐμηχανᾶτο·
ἐξηρεύνα τὸν ἀέρα,
οὐρανοὺς περιεπόλει,
περιήρχετο ἀβύσσους
καὶ τὰ ἔσχατα τοῦ κόσμου,
ὡς ἐδόκει, ἐξεζήτει,
ἀλλ’ οὐδὲν ἐν τούτοις πᾶσιν
εὕρισκε· κτιστὰ γὰρ πάντα·
καὶ ἐθρήνουν καὶ ἐπένθουν
καὶ τὰ σπλάγχνα ἐφλεγόμην
καὶ ὡς ἔκφρων ἐν ἐκστάσει
γεγονὼς οὕτως διῆγον.
ἦλθεν οὖν, ὡς ἠβουλήθη,
καὶ νεφέλης ὥσπερ εἶδος
φωτεινῆς ἐπιπεσοῦσα
ὅλη πρὸς τῇ κεφαλῇ μου
ἑωρᾶτο καθημένη
καὶ κραυγάζειν ἐνεποίει
ἐν ἐκπλήξει γενομένῳ·
ὅμως πάλιν ἀποπτᾶσα
ἐγκατέλιπέ με μόνον·
καὶ ζητοῦντι μοι ἐμπόνως
ταύτην αἴφνης ὅλη πάλιν
ἐν ἐμοὶ γνωστῶς εὑρέθη
ἐν καρδίᾳ μοῦ τε μέσον
ὡς φωστήρ, ὡς δίσκος ὄντως
τοῦ ἡλίου καθωράθη·
οὕτω δὲ ἀναφανεῖσα
καὶ γνωστῶς ἀποδειχθεῖσα
ἔτρεψε δαιμόνων στῖφος·
ἀπεδίωξε δειλίαν,
ἐνεποίησεν ἀνδρείαν·
τῆς αἰσθήσεως τοῦ κόσμου
ἀπεγύμνωσε τὸν νοῦν μου
καὶ αἰσθήσεως χιτῶνα
νοερᾶς ἐνέδυσέ με·
ὁρατῶν δ’ ἐχώρισέ με
καὶ συνῆψεν ἀοράτοις
καὶ τὸν ἄκτιστον ὁρᾶν με
ἐχαρίσατο καὶ χαίρειν,
ὅτι πάντων ἐχωρίσθην
τῶν κτιστῶν καὶ ὁρωμένων
καὶ συντόμως φθειρομένων·
καὶ ἡνώθην τῷ ἀκτίστῳ,
τῷ ἀφθάρτῳ, τῷ ἀνάρχῳ,
καὶ τοῖς πᾶσιν ἀοράτῳ·
τοῦτο γὰρ ἀγάπη πέλει·
[…]

~•~

Ὕμνος ΙΗ΄

Διδασκαλία σὺν θεολογίᾳ περὶ τῶν ἐνεργειῶν τῆς ἁγίας ἀγάπης,
ἤγουν αὐτοῦ τοῦ φωτὸς τοῦ ἁγίου πνεύματος.

[…]
οὐ γὰρ εἰσδέξασθαι χωρεῖ αἴφνης ὅλον τὸ πνεῦμα
ὁ ἄνθρωπος ὁ ψυχικὸς καὶ ἀπαθὴς γενέσθαι·
ἀλλ’ ὅταν τὰ εἰς δύναμιν διαπράξηται πάντα,
γύμνωσιν, ἀπροσπάθειαν, χωρισμὸν τῶν ἰδίων,
ἐκκοπὴν τοῦ θελήματος καὶ ἄρνησιν τοῦ κόσμου,
ὑπομονὴν τῶν πειρασμῶν καὶ προσευχὴν καὶ πένθος,
εὐτέλειαν, ταπείνωσιν, ὅσον ἰσχύος ἔχει,
τότε ὀλίγον ὡς λεπτὴ αἴγλη καὶ σμικροτάτη
αἴφνης τὸν νοῦν κυκλώσασα εἰς ἔκστασιν ἁρπάζει
καταλιμπάνουσα ταχύ, ἵνα μὴ ἀποθάνῃ,
ὥστε τῷ τάχει τῷ πολλῷ μηδὲ κατανοῆσαι
μὴ κάλλους μνημονεύειν τε συγχωρεῖν τὸν ἰδόντα,
[…]
ὅταν οὖν ταύτην κτήσωμαι καὶ ταπεινὸς γένωμαι,
τότε ὑπάρχει σὺν ἐμοὶ ἀχώριστος κἀκείνη·
ὁμιλεῖ μοι, φωτίζει με, βλέπει με, ἣν καὶ βλέπω·
ἐν τῇ καρδίᾳ μου ἐστίν, ἐν οὐρανῷ ὑπάρχει,
ἑρμηνεύει μοι τὰς γραφὰς καὶ προστιθεῖ μοι γνῶσιν,
μυστήρια διδάσκει με, ἃ λαλεῖν οὐκ ἰσχύω·
ἐκ τοῦ κόσμου δεικνύει μοι πῶς αὕτη ἥρπασέ με
καὶ ἐλεεῖν προστάσσει με πάντας τοὺς ἐν τῷ κόσμῳ.
τοῖχοι οὖν με συνέχουσι καὶ σώματι κρατοῦμαι
καὶ ἔξω τούτων ἀληθῶς εἰμί, μὴ ἀπιστήσῃς.
κτύπων οὐκ ἐπαισθάνομαι, φωνὰς δὲ οὐκ ἀκούω,
οὐδὲ φοβοῦμαι θάνατον· παρῆλθον γὰρ καὶ τοῦτον·
θλῖψιν οὐκ οἶδα τί ἐστι, κἂν πάντες με λυπῶσιν·
αἱ ἡδοναὶ πικρία μοι· φεύγουσι πάντα πάθη,
καὶ φῶς ὁρῶ διὰ παντὸς ἐν νυκτὶ καὶ ἡμέρᾳ·
ἡμέρα νύξ μοι φαίνεται· καὶ νὺξ ἡμέρα ἔστιν
καὶ ὑπνῶσαι οὐ βούλομαι· ζημία γάρ μοι τοῦτο.
ὅταν δὲ πάντα τὰ κακὰ περικυκλώσωσί με
καὶ τῷ δοκεῖν καθέλξωσι καὶ κατισχύσωσί μου,
ἔξω πάντων εὑρίσκομαι σὺν αὐτῇ αἴφνης τότε
χαροποιῶν καὶ λυπηρῶν καὶ ἡδονῶν τοῦ κόσμου·
ἐπαπολαύω τῆς χαρᾶς τῆς ἀρρήτου καὶ θείας,
κάλλους αὐτῆς κατατρυφῶ, συχνῶς ἀσπάζομαι ταύτην.
καταφιλῶ καὶ προσκυνῶ, χάριν ἔχω μεγάλην
τοῖς ἐμὲ προξενήσασιν ἰδεῖν, ἥνπερ ἐπόθουν,
καὶ τοῦ ἀφράστου μετασχεῖν φωτὸς καὶ φῶς γενέσθαι
καὶ κοινωνῆσαι τῆς αὐτοῦ δωρεᾶς ἀπ’ ἐντεῦθεν
καὶ κτήσασθαι τὸν χορηγὸν τῶν ἀγαθῶν ἁπάντων
καὶ γενέσθαι ἀνελλιπὴς ψυχικῶν χαρισμάτων.
[…]

~•~

Ὕμνος ΚΖ΄

Ὁποῖον δεῖ εἶναι τὸν μοναχόν· καὶ τίς ἡ ἐργασία καὶ τίς ἡ τούτου
προκοπὴ καὶ ἀνάβασις.

[…]
τούτων ἡ κέλλα οὐρανός, ἥλιος δὲ ἐκεῖνοι,
καὶ τὸ φῶς ἔστιν ἐν αὐτοῖς τὸ ἄδυτον καὶ θεῖον,
ὃ καὶ φωτίζει ἅπαντα ἐρχόμενον ἐν κόσμῳ
ἄνθρωπον καὶ γενόμενον ἐκ πνεύματος ἁγίου.
νὺξ οὖν οὐκ ἔστιν ἐν αὐτοῖς· πῶς εἰπεῖν σοι οὐκ ἔχω·
φρίττω γὰρ ταῦτα γράφων σοι καὶ ἐννοῶν δὲ τρέμω,
ἀλλὰ διδάσκω σε τὸ πῶς ζῶσι καὶ ποίω τρόπῳ
οἱ τῷ θεῷ δουλεύοντες κἀκεῖνον ἀντὶ πάντων
μόνον ἐπιζητήσαντες, μόνον καὶ εὑρηκότες,
μόνον καὶ ἀγαπήσαντες, μόνῳ καὶ ἑνωθέντες,
καὶ γεγονότες μοναχοὶ ὡς μετὰ μόνου μόνοι,
εἰ καὶ ἐν δήμῳ παμπληθεῖ εἰσὶν ἀπειλημμένοι·
οὗτοι γὰρ ὄντως μοναχοὶ καὶ μονάζοντες μόνοι,
οἱ μετὰ μόνου τοῦ θεοῦ καὶ ἐν θεῷ δὲ μόνοι·
γυμνοὶ καὶ ἐνθυμήσεων καὶ λογισμῶν παντοίων,
μόνον ὁρῶντες τὸν θεὸν ἐν νοῒ ἀνεννοίῳ
ἐμπεπηγμένῳ ἐν φωτί, ὥσπερ ἐν τοίχῳ βέλος,
ἢ ὡς ἀστὴρ ἐν οὐρανῷ, ἢ πῶς εἰπεῖν οὐκ ἔχω
ὅμως ὡς ἄλλον φωτεινὸν νυμφῶνα κατοικοῦσι
τὰς κέλλας καὶ ἐν οὐρανῷ νομίζουσι διάγειν,
ἢ ἀληθῶς διάγουσι· βλέπε μὴ ἀπιστήσῃς·
οὐ γάρ εἰσιν ἐπὶ τῆς γῆς, εἰ καὶ τῇ γῇ κρατοῦνται,
ἀλλ’ ἐν φωτὶ διάγουσι τοῦ μέλλοντος αἰῶνος,
ᾧ κατοικοῦσιν ἄγγελοι, ἐφ’ ᾧ περιπατοῦσιν,
ὑφ’ οὗπερ διαρπάζονται ἀρχαὶ καὶ ἐξουσίαι,
θρόνοι καὶ κυριότητες πᾶσαι ἐνδυναμοῦνται·
εἰ γὰρ καὶ ἐπαναπαύεται θεὸς ἐν τοῖς ἁγίοις,
ἀλλ’ ἐν θεῷ οἱ ἅγιοι ζῶσί τε καὶ κινοῦνται,
βαδίζοντες ἐν τῷ φωτί, ὥσπερ ἐπὶ ἐδάφους·
[…]

~•~

Ὕμνος ΛΗ΄

Περὶ θεολογίας. Καὶ ὅτι ὁ νοῦς τῆς ὕλης τῶν παθῶν καθαρθεὶς
ἀΰλως τὸν ἄϋλον καὶ ἀόρατον καθορᾷ
.

Ποίαν ὁδὸν ὁδεύσοιμι, ποίαν ἐκκλίνω τρίβον;
ποίαν ἀνέλθω κλίμακα, ποίαν εἰσέλθω πύλην
ἢ πῶς ἀνοίξω θύραν δέ, καὶ ποίου κουβουκλίου,
ὁποίας δὲ καὶ ποταπῆς ἔνδον οἰκίας εὕρω
τὸν ἐν χειρὶ τὰ σύμπαντα καὶ παλάμῃ κρατοῦντα;
ὄρος εἰς ποῖον ἀναβῶ ἐκ ποίου τε τοῦ μέρους
καὶ ποῖον ἄρα σπήλαιον ἐκεῖσε ψηλαφήσω,
ἢ ποῖον ἕλος διελθὼν τὸν πανταχοῦ παρόντα
καὶ ἄληπτον τυγχάνοντα ἀόρατόν τε ὄντα
τοῦ κατιδεῖν ἀξιωθῶ καὶ κατασχεῖν ὁ τάλας;
εἰς ποῖον ᾅδην καταβῶ, εἰς οὐρανὸν δὲ ποῖον
ἀνέλθω καὶ εἰς ἔσχατα ποίας θαλάσσης ἆρα
γενόμενος εὑρήσαιμι τὸν ἀπρόσιτον πάντῃ,
τὸν πάμπαν ἀπερίγραπτον, ἀψηλάφητον ὅλον;
τὸν ἄϋλον ἐν ὑλικοῖς, τὸν κτίστην ἐν τῇ κτίσει,
τὸν ἄφθαρτον ἐν τοῖς φθαρτοῖς, εἰπέ μοι, πῶς εὑρήσω;
πῶς δ’ ἔξω κόσμου γένωμαι ὁ τυγχάνων ἐν κόσμῳ,
πῶς τῷ ἀΰλῳ συναφθῶ ὁ συνημμένος ὕλῃ,
πῶς τῷ ἀφθάρτῳ συμπλακῶ φθαρτὸς ὅλος ὑπάρχων;
ὁ ἐν θανάτῳ τῇ ζωῇ πῶς ὅλως πλησιάσω,
τῷ ἀθανάτῳ ὁ νεκρὸς πῶς ἆρα προσπελάσω;
ὁ χόρτος ὅλος τῷ πυρὶ πῶς προσψαῦσαι τολμήσω;
[…]

, , , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.