Η Βυζαντινή Φιλοσοφία στην σύγχρονη έρευνα

Από το βιβλίο «Μεσαιωνική Φιλοσοφία. Σύγχρονη Έρευνα και Προβληματισμοί», Εκδ. ΠΑΡΟΥΣΙΑ, Αθήναι, 2000

Γράφει ο Λίνος Μπενάκης

Η ομιλία αυτή προγραμματίσθηκε να είναι η πρώτη ως γενικότερη και εισαγωγική στην σπουδαία θεματική του Συμποσίου «Η Βυζαντινή Φιλοσοφία και οι αρχαίες πηγές της», που κλείνει την Σειρά των Φιλοσοφικών Συνεδρίων των οργανωμένων στην Θεσσαλονίκη, Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης για το 1997. Στο Πρόγραμμα του Συνεδρίου υπογραμμίζεται σωστά, ότι «το Συνέδριο φιλοδοξεί να προβάλει τόσο στην επιστημονική κοινότητα όσο και στο ευρύτερο κοινό … την Βυζαντινή Φιλοσοφία ως ένα ιδιαίτερα ενδιαφέροντα και σημαντικό τομέα για την κατανόηση του βυζαντινού πολιτισμού…». Για την επιλογή αυτή αισθάνομαι ευτυχής, επειδή ελπίζω ότι θα μπορέσω να δώσω μία ζωντανή εικόνα του σημαντικού έργου, που συντελείται στις τελευταίες δεκαετίες, με εντυπωσιακούς ρυθμούς και πλούσιους καρπούς, στην περιοχή της Βυζαντινής Φιλοσοφίας.

Με την θέση αυτή δεν θέλω να αμφισβητήσω όσα προγραμματικά για το Συμπόσιο λέγονται στο τρίπτυχο του Προγράμματος, ότι δηλαδή «η Βυζαντινή Φιλοσοφία παραμένει σήμερα terra incognita». Είναι και δική μου πεποίθηση, ότι δεν έχουμε ακόμα διερευνήσει σε ικανοποιητικό βαθμό και με τρόπο που να εξασφαλίζει τις προϋποθέσεις για μια έγκυρη συνολική θεώρηση την επίδοση των Βυζαντινών στην Φιλοσοφία και τις επιστήμες. Γι’ αυτό και έχω ως σήμερα αρνηθεί δύο τουλάχιστον σοβαρές προτάσεις για την συγγραφή μιας νέας ολοκληρωμένης «Ιστορίας της Βυζαντινής Φιλοσοφίας» (τον όλο και πιο αναγκαίο πλέον «νέο Τατάκη»), ενώ στην πρόσκληση του μεγάλου Βρετανικού εκδοτικού οίκου Routledge, να γράψω το λήμμα «Βυζαντινή Φιλοσοφία» για τη νέα δεκάτομη «Φιλοσοφική Εγκυκλοπαίδεια», εκάλυψα το άρθρο με δύο βασικές ενότητες, που έχουν τους τίτλους «Τα γενικά χαρακτηριστικά της Βυζαντινής Φιλοσοφίας» και «Οι βασικές θέσεις της φιλοσοφικής σκέψης στο Βυζάντιο», ενώ προτάσσεται ένα πολύ «Σύντομο Ιστορικό Διάγραμμα» και παρατίθεται στο τέλος επιλογή βιβλιογραφίας, κατάλληλη για το πιο ειδικά ενδιαφερόμενο κοινό.* Δεν είμαστε ακόμα έτοιμοι για μια συνθετική «Ιστορία της Βυζαντινής Φιλοσοφίας», παρά την μεγάλη πρόοδο, ερευνητική και εκδοτική (εννοώ τις εκδόσεις κειμένων), από την εποχή του κλασικού πια Τατάκη (Παρίσι 1949) ή της ελληνικής έκδοσής του (Αθήνα 1977). Γι’ αυτό και το Συμπόσιο έχει μεγάλη σημασία, προκειμένου να κινηθούμε προς τον στόχο μας, που είναι η καλή γνώση των πηγών και η σωστή κατανόηση του πλούσιου, όπως αποδεικνύεται, και αξιόλογου υλικού της περιόδου που μελετούμε.

Πρόθεσή μου λοιπόν είναι να καταγράψω μεθοδικά την σημερινή πραγματικότητα και να δώσω την δυνατότητα για μια νέα εκτίμηση του επιπέδου της σπουδής, γνώσης και κατανόησης του συνολικού χώρου της Βυζαντινής Φιλοσοφίας. Χρειάζεται όμως ένα ακόμη σχόλιο στο κείμενο του Προγράμματος του Συμποσίου, στο σημείο ακριβώς που αφορά την θεματική του. «Η διερεύνηση των επιδράσεων, που άσκησε η αρχαία φιλοσοφία στη βυζαντινή διανόηση, βρίσκεται σε σύγκριση με άλλους τομείς της Βυζαντινολογίας στα πρώτα της στάδια», διαβάζουμε στο τρίπτυχο. Έτσι είναι πραγματικά, γιατί ως προς τις πηγές των φιλολογικών και ιστορικών κειμένων του Βυζαντίου έχει συντελεσθεί πολύ πιο ολοκληρωμένη έρευνα -και κυρίως κριτικές εκδόσεις κειμένων-, ενώ για τα φιλοσοφικά και γενικότερα για τα κείμενα των «επιστημών» της εποχής (αστρονομία, μαθηματικά, αρμονική, δηλαδή μουσική θεωρία, ιατρική κλπ.) μένει πολλή δουλειά να γίνει ακόμη.

Την πλευρά αυτή του ερευνητικού μας χώρου την θεώρησα από την αρχή της αφιέρωσής μου στην σπουδή της Βυζαντινής Φιλοσοφίας -των εκπροσώπων της και των κειμένων τους- βασικό πόλο γνώσης και κατανόησής της και την έχω καλύψει από την εποχή της διδακτορικής διατριβής μου (για τα ανέκδοτα εκτενή Σχόλια του Μιχαήλ Ψελλού στα «Φυσικά» του Αριστοτέλους) ως σήμερα με 25 περίπου δημοσιεύματα, μεταξύ των οποίων αρκετές κριτικές και σχολιασμένες εκδόσεις κειμένων, που καλύπτουν πολλές πτυχές της σχέσης Αρχαίας Ελληνικής και Μεσαιωνικής Ελληνικής (Βυζαντινής) Φιλοσοφίας.

Η θεματική του Συμποσίου αποτελεί τον ένα πόλο της ιστορικής πορείας της Μεσαιωνικής Ελληνικής Φιλοσοφίας (εννοώ του ελληνόφωνου ανατολικού πολιτιστικού χώρου, σε διάκριση προς τον λατινικό δυτικό Μεσαίωνα). Ο άλλος σημαντικός πόλος είναι η ελληνική Πατερική παράδοση. Σχετικά παραπέμπω απλώς στην Ανακοίνωση μου: «L’heritage patristique et la philosophic Byzantine» στο 9ο Διεθνές Συνέδριο Μεσαιωνικής Φιλοσοφίας, στην Οττάβα του Καναδά το 1992. Και βέβαια δεν εξαντλούμε έτσι τις πτυχές της προσέγγισής μας στην Βυζαντινή Φιλοσοφία- υπάρχουν και άλλες λιγότερο ή περισσότερο σημαντικές παράμετροι, που την διαμόρφωσαν: ο χαρακτήρας της ανώτερης παιδείας στο Βυζάντιο και το «καθεστώς» (status) των διδασκάλων της Φιλοσοφίας, ο ρόλος της πολιτικής και εκκλησιαστικής εξουσίας, η γλώσσα της φιλοσοφικής παιδείας και των φιλοσοφικών κειμένων -τόσο συγγενής με την φιλοσοφική γλώσσα του ύστερου Ελληνισμού-, οι σχέσεις με την Δύση και η -υποτιμημένη ως σήμερα- λατινομάθεια των Βυζαντινών, η σχέση με τις θρησκείες, ιδεολογίες και τους πολιτισμούς της Ανατολής κλπ.

Επανέρχομαι όμως στην ειδική θεματική του Συμποσίου, τις αρχαιοελληνικές φιλοσοφικές πηγές της σκέψης των Βυζαντινών (ή «τις επιδράσεις που άσκησε η αρχαία φιλοσοφία στην Βυζαντινή διανόηση», κατά το Πρόγραμμα), για να παρατηρήσω ότι αυτήν την πλευρά της προσέγγισης της Βυζαντινής Φιλοσοφίας φαίνεται να επέλεξε πρόσφατα ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Κωνσταντίνος Νιάρχος, δίνοντας στο σχετικό πανεπιστημιακό του σύγγραμμα τον τίτλο: «Η Ελληνική Φιλοσοφία κατά την Βυζαντινή της περίοδο». Ο τίτλος όμως αυτός δεν δικαιώνεται από το περιεχόμενο του βιβλίου• τείνω μάλιστα να πιστέψω ότι αποτελεί ανεπιτυχή διέξοδο στον προβληματισμό για το περιεχόμενο του όρου «Βυζαντινή Φιλοσοφία». Ο τίτλος που χρησιμοποιείται πάσχει όμως και καθ’ εαυτόν, γιατί θεωρεί την φιλοσοφική δραστηριότητα στο Βυζάντιο συλλήβδην συνέχεια των άλλων περιόδων της Ελληνικής Φιλοσοφίας χωρίς υποδήλωση του ιδιαίτερου -του χριστιανικού- χαρακτήρα της. Το στοιχείο της ελληνικής συνέχειας είναι βέβαια σημαντικό και πρέπει να τονίζεται, αλλά δεν είναι το κυρίαρχο χαρακτηριστικό μιας περιόδου με εντελώς διαφορετικά ηθικά, κοινωνικά, πολιτικά και πολιτιστικά -γενικώς πνευματικά- δεδομένα.

Για τον προβληματισμό σχετικά με τον όρο «Βυζαντινή Φιλοσοφία» θυμίζω τις αντιδράσεις που προκάλεσε στην δεκαετία του 1950 η κυκλοφορία του έργου «La philosophie Byzantine» («η πρώτη και μόνη ως τώρα συνθετική ιστορική παρουσίαση της Βυζαντινής Φιλοσοφίας», λέγει για το έργο του ο ίδιος ο Τατάκης το 1963 ακόμη) στις τάξεις των θεολόγων κυρίως του ακαδημαϊκού χώρου. Χαρακτηριστική είναι η εκτίμηση που διατύπωσε ο Δ. Μπαλάνος κατά την παρουσίαση του βιβλίου στην Ακαδημία Αθηνών το 1950: «Αλλ’ άραγε υπάρχει εις το Βυζάντιον φιλοσοφία εν κυριολεξία, εφ’ όσον εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων η Φιλοσοφία χαρακτηρίζεται ως «θεραπαινίς της θεολογίας»;»• Έχω δείξει σε ένα συστηματικό μελέτημά μου ότι (αντίθετα προς την Δύση -«ancilla theologiae» η Φιλοσοφία- και παρά την Πατερική παράδοση: υπ’ όψη και το στοιχείο αυτό) στο Βυζάντιο δεν κυριαρχεί η αντίληψη της Φιλοσοφίας ως «θεραπαινίδας της θεολογίας». Το πρόβλημα της θεωρητικής και πρακτικής αυτονομίας της Φιλοσοφίας στον Μεσαίωνα ήταν το κεντρικό θέμα του 8ου Διεθνούς Συνεδρίου Μεσαιωνικής Φιλοσοφίας (Ελσίνκι 1987) και η Ανακοίνωσή μου σε αυτό δημοσιεύθηκε στον πρώτο τόμο των «Πρακτικών».

Πρέπει όμως να σχολιάσω επιλεκτικά ορισμένες ακόμη περιπτώσεις διδακτικών, κυρίως, εγχειριδίων. Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Νίκος Πολίτης δίνει σε σχετικό βιβλίο του (1992) τον τίτλο «Η Φιλοσοφία εις το Βυζάντιο. Α ‘ τόμ.: Α ‘-ΣΤ’ αιώνες», ενώ βέβαια θα έπρεπε να είναι: «Η Ελληνική Φιλοσοφία στους πρώτους έξι χριστιανικούς αιώνες», γιατί δεν μπορούμε να μιλούμε για Βυζαντινή Φιλοσοφία πριν από τον 9ο τουλάχιστον αιώνα. Προηγουμένως έχουμε την Φιλοσοφία του Ύστερου Ελληνισμού και την γνώση και χρήση της εθνικής Φιλοσοφίας από τους Έλληνες Πατέρες και θεολόγους (ως τον Ιωάννη Δαμασκηνό) στις ανατολικές ρωμαϊκές επικράτειες και στο πρώιμο Βυζάντιο.

Ο καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Νίκος Ματσούκας κυκλοφόρησε το 1994 μία δική του «Ιστορία της Βυζαντινής Φιλοσοφίας», που καλύπτει κι αυτή και τους «Πρώτους πέντε αιώνες» καθώς και την περίοδο «Από τον 6ο ως τον 9ο αιώνα», ενώ τα επόμενα κεφάλαια τα τιτλοφορεί πιο προσεκτικά («Σταθμοί της βυζαντινής διανόησης»• βλ. και το Β’ κεφάλαιο του έργου του ιδίου «Ιστορία της Φιλοσοφίας».

Ως προς την όποια κάλυψη και της Πατερικής περιόδου από μια «Ιστορία της Βυζαντινής Φιλοσοφίας», κατά το παράδειγμα Τατάκη προφανώς, πρέπει να εξηγηθεί αυτό που είχε δηλώσει ο ίδιος (Συνέντευξη στην Ε.Ρ.Τ., περιοδικό «Ευθύνη», τεύχος 76, Απρίλιος 1978), ότι δηλαδή τούτο (η κάλυψη, συνοπτική πάντως, της Πατερικής περιόδου από τον 6ο αιώνα) στο βιβλίο του έγινε, επειδή του το ζήτησε ο επιμελητής της Σειράς Emile Brehier, καθώς αποτελούσε τόμο μιας Γενικής Ιστορίας της Φιλοσοφίας από την Αρχαιότητα ως τους Νεότερους Χρόνους. Και πάντως τότε τον Τατάκη δεν τον απασχόλησε το θέμα της αρχής της Βυζαντινής Φιλοσοφίας. Άλλο ζήτημα είναι βέβαια η πραγμάτευση της εξάρτησης των Βυζαντινών από την Πατερική θεολογία, πράγμα που είναι προφανώς αναγκαίο. Και σ’ αυτό ρίχνει το βάρος ο ίδιος ο Τατάκης στο νεότερο, γαλλικό κι αυτό, έργο του, το εκτενές κεφάλαιο «Βυζαντινή Φιλοσοφία» στην Ιστορία της Φιλοσοφίας της «Encyclopédie de la Pleiade», 1969 (ελληνική μετάφραση από τον Κλείτο Ιωαννίδη στο περιοδικό «Δευκαλίων» 14/1975).

Σήμερα τα πράγματα είναι πολύ πιο ξεκαθαρισμένα. Ο όρος «Βυζαντινή Φιλοσοφία» είναι απόλυτα νόμιμος για ό,τι καλύπτει την φιλοσοφική δραστηριότητα των Βυζαντινών: διδασκαλία, σχολιασμός των κλασικών κειμένων Λογικής και Φυσικής κυρίως, συγγραφές για τα μεγάλα θέματα της φύσης και του ανθρώπου, πολύ συχνά με αφετηρία την διδασκαλία των σημαντικότερων φιλοσόφων της Ελληνικής Αρχαιότητας, είτε για ερμηνεία και σχολιασμό είτε για αντίκρουση και προώθηση των νέων θέσεων στο πλαίσιο της νέας κοσμοθεωρίας και πολλά άλλα, από τον 9ο αιώνα ως το τέλος του Βυζαντίου, στα μέσα του 15ου αιώνα (από τον Φώτιο δηλαδή και τον Αρέθα ως τον Πλήθωνα και τους άλλους σοφούς των Παλαιολόγειων χρόνων).

Είναι αυτονόητο, ότι είναι πολύ χρήσιμη μία εισαγωγική αναφορά, όπου θα επιχειρείται ένας ιστορικός συσχετισμός με τα πνευματικά, θεολογικά, φιλοσοφικά, επιστημονικά «φαινόμενα» των προηγούμενων αιώνων, ιδιαίτερα των πρώτων χριστιανικών αιώνων και της πολιτικής ιστορίας του Βυζαντίου (από τον 4ο αιώνα). Και με βάση, μεταξύ άλλων, την τοποθέτηση αυτή έχουν ασφαλώς τη θέση τους στο Συμπόσιο οι πρώτες Ανακοινώσεις του Προγράμματος, που αφορούν θέματα της Πατερικής περιόδου και του Ύστερου Ελληνισμού. Είμαι βέβαιος ότι θα προκύψουν χρήσιμα στοιχεία για την κατανόηση και της κυρίως Βυζαντινής περιόδου.
Η «Βυζαντινή Φιλοσοφία» έχει λοιπόν πλέον και ως τίτλος καθιερωθεί στην διεθνή έρευνα και σπουδή• στην σχετική Commission της Société Internationale pour l’Etude de la Philosophie Médiévale, ήδη από το 1975 (υπό την προεδρία μου), στο Corpus «Βυζαντινοί Φιλόσοφοι – Philosophi Byzantini» της Ακαδημίας Αθηνών στο πλαίσιο του «Corpus Philosophorum Medii Aevi» της Διεθνούς Ακαδημαϊκής Ενώσεως, και σε πολλά -γερμανικά κυρίως και αυστριακά- δημοσιεύματα (βλ. τις Βιβλιογραφίες μου των περιόδων 1949-1976 και 1977-1990), από τα οποία αναφέρω τα σημαντικότερα: Herbert Hunger, κεφάλαιο «Φιλοσοφία» στην «Hochsprachliche profane Literatur der Byzantiner» (1978)• του ίδιου, το πολύ καλά ενημερωμένο -και σε μεγάλη έκταση βασισμένο στις νέες κριτικές εκδόσεις της Σειράς της Ακαδημίας Αθηνών- λήμμα «Byzantinische Philosophie» στο «Lexikon des Mittelalters», VI (1993)• Klaus Oehler, «Antike Philosophie und byzantinisches Mittelalter», και του ιδίου το νεότερο Forschungsbericht «Byzantinische Philosophie» (1990)• Günter Weiss (1986), Jan Beckmann (1990), Theodor Nikolaou (1977) Από τα πρόσφατα δημοσιεύματα επιλέγω τα εξής: Dominic O’Meara, λήμμα «Philosophy» στον 3ο τόμο (1991) της Εγκυκλοπαίδειας της Οξφόρδης «Byzantium»- Alain de Libera, κεφάλαιο 45 σελίδων με τίτλο: «La philosophie à Byzance» για πρώτη φορά στη δεύτερη έκδοση (Δεκέμβριος 1995) του έργου του: «La philosophie médiévale»(P.U.F., «Collection Premier Cycle»)• «Philosophie grecque», υπό την διεύθυνση της Monique Canto-Sperber (Paris, P.U.F., 1997, πανεπιστημιακό εγχειρίδιο κι αυτό της Σειράς «Collection Premier Cycle», με συμβολή του Luc Brisson για τα κεφάλαια «Les traditions platoniciennes et aristotéliciennes», όπου δύο παράγραφοι με τίτλο: «L’aristotélisme dans le monde byzantin»: 689-695, και: «Le monde byzantin et la philosophie grecque»: 745-779)• την ογκώδη «Histoire de la philosophie ancienne et médiévale. Figures illustres», Paris (Le Collége de Philosophie) Bernard Grasset, 1998 (1332 σελ.) του Lambros Couloubaritsis, όπου ο πολύ καλά ενημερωμένος στην πλουσιότατη βιβλιογραφία για είκοσι αιώνων φιλοσοφική παραγωγή συγγραφέας επιχειρεί για πρώτη φορά και με επιτυχία μία παράλληλη για κάθε επιμέρους επίπεδο επισκόπηση και αξιολόγηση των επιδόσεων του ελληνικού Βυζαντίου και της λατινικής Δύσης. Αλλά στο θέμα θα αναφερθώ και στα επόμενα, σχολιάζοντας ορισμένα από τα παραπάνω έργα και κάνοντας λόγο για την συμβολή τους στην σύγχρονη σπουδή της Βυζαντινής Φιλοσοφίας.

Σύμφωνα με τον τίτλο του παρόντος κειμένου κύριος στόχος μου πρέπει να είναι μία συστηματική ενημέρωση για την σύγχρονη έρευνα στην περιοχή της Βυζαντινής Φιλοσοφίας, όσο αυτό μπορεί να γίνει στο πλαίσιο μιας ανοικτής ομιλίας. Το θέμα προσιδιάζει ασφαλώς πολύ περισσότερο σε ακαδημαϊκό πρόγραμμα διαρκείας, σε ένα, ας πούμε, Μεταπτυχιακό Σεμινάριο με το άφθονο διαθέσιμο υλικό στα χέρια των ενδιαφερομένων.

Έχω επιδοθεί, όπως είναι σε πολλούς γνωστό, στο είδος αυτό της προσέγγισης της περιόδου, που ερευνώ, στην καταγραφή δηλαδή και στην κριτική αποτίμηση, αλλά και στη συζήτηση γενικότερης σημασίας θεμάτων και στην διατύπωση προτάσεων για επιθυμητούς ερευνητικούς στόχους της επιστημονικής εργασίας συγκεκριμένων περιόδων των νεότερων χρόνων, σ’ αυτό που διεθνώς ονομάζουμε Forschungsbericht / Tour d’horizon, στην περιοχή της Βυζαντινής Φιλοσοφίας. Το νεότερο και πληρέστερο σχετικά για τα ως το 1993 δεδομένα είναι αυτό που παρουσίασα γερμανικά («Griechische Philosophie im Mittelalter. Stand der Forschung») στο Ελληνο-Δανικό Συμπόσιο των Αθηνών τον Νοέμβριο του 1993. Είχε οργανωθεί με πρωτοβουλία του νεοσύστατου Ινστιτούτου Κλασικών Σπουδών και Αρχαιολογίας της Δανίας στην Αθήνα με οργανωτική ευθύνη του καθηγητού Sten Ebbesen (ένα άλλο τμήμα του Συμποσίου ήταν αφιερωμένο στη Βυζαντινή Μουσική, στην σπουδή της οποίας η Κοπεγχάγη έχει μεγάλη παράδοση). Τα περισσότερα κείμενα του Συμποσίου εκείνου δημοσιεύθηκαν το 1996 στο τεύχος 66 των «Cahiers», που εκδίδονται από το «Ινστιτούτο Μεσαιωνικών Ελληνικών και Λατινικών Σπουδών» του Πανεπιστημίου της Κοπεγχάγης.

Ανάλογες κριτικές επισκοπήσεις τα τελευταία 20 χρόνια -μετά την πρώτη εκτενή δική μου του 1971-, προερχόμενες μάλιστα από επιστήμονες του εξωτερικού, είναι οι εξής. Η νεώτερη όλων (1990) είναι του Klaus Oehler, του γνωστού (ομότιμου σήμερα) καθηγητού του Αμβούργου, συγγραφέα πολλών σημαντικών έργων, για τον Αριστοτέλη κυρίως (η έγκυρη σχολιασμένη γερμανική μετάφραση των «Κατηγοριών» είναι ίσως η μεγαλύτερη προσφορά του), ειδικού και στην περιοχή της σύγχρονης Σημειωτικής (μνημονεύω το μελέτημά του «Αριστοτέλης και Σημειωτική»), αντεπιστέλλοντος μέλους και της Ακαδημίας Αθηνών. Η συμβολή του στον χώρο μας (κριτική επισκόπηση για την Βυζαντινή Φιλοσοφία) περιλαμβάνεται στο πολύτομο έργο -πού εκδόθηκε με πρωτοβουλία του Διεθνούς Ινστιτούτου Φιλοσοφίας και της FISP –«Contemporary Philosophy: A New Survey», του οποίου ο 6ος τόμος είναι αφιερωμένος στην Μεσαιωνική Φιλοσοφία. Θεωρώ χρήσιμο να μεταφέρω εδώ την πρώτη παράγραφο, που εκφράζει χαρακτηριστικά το σύγχρονο ενδιαφέρον για την Βυζαντινή Φιλοσοφία και την αναγνώριση της σημασίας της. Μεταφράζω:
Η σημερινή θέση της έρευνας της Βυζαντινής Φιλοσοφίας οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στις αγαθές επιδράσεις του βιβλίου του Β.Ν. Τατάκη, που κυκλοφόρησε γαλλικά λίγο μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Αυτή η πρώτη και μοναδική ως σήμερα προσπάθεια να δοθεί μια διεξοδική συνολική παρουσίαση της Βυζαντινής Φιλοσοφίας υπήρξε ένα πρωτοποριακό επίτευγμα, που θα κρατήσει την επιστημονική του αξία ακόμα κι αν νέα ερευνητικά δεδομένα μας οδηγήσουν σε επαναπροσδιορισμό και συμπλήρωση πολλών θεμάτων.
Έχω και εγώ γράψει, ότι εκείνο που πρέπει να εκτιμηθεί περισσότερο, μερικές δεκαετίες μάλιστα μετά την συγγραφή του έργου του Τατάκη, είναι «η ορθή βασικά σύλληψη του γενικού χαρακτήρα της Βυζαντινής Φιλοσοφίας και η σωστή κατά κανόνα αξιολόγηση των εκπροσώπων της». Και ο Oehler συνεχίζει:

Η νεοελληνική μετάφραση της πρώτης γαλλικής έκδοσης, οφειλόμενη στην φροντίδα του Λ.Γ. Μπενάκη, περιλαμβάνει και μία βιβλιογραφία 30 σελίδων για την περίοδο 1949-1976, που συνέταξε μεθοδικά ο ίδιος. Σε σύγκριση με άλλους στόχους των μεσαιωνικών σπουδών η έρευνα της Βυζαντινής Φιλοσοφίας, παρά την πρόοδο των τελευταίων 30 χρόνων, βρίσκεται ακόμη στις αρχές … Το 1971 ο Λ.Γ. Μ. μας έδωσε μία υποδειγματική επισκόπηση της σύγχρονης γραμματείας για την ιστορία της Βυζαντινής Φιλοσοφίας. Στην δική μου επισκόπηση θα προσπαθήσω, παρακολουθώντας την επισκόπηση εκείνη, να παρουσιάσω τη θεματική και τα ενδιαφέροντα της σχετικής έρευνας από την δική μου σκοπιά.
Θέματα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, πέρα από τον ορίζοντα της «Ιστορίας» του Τατάκη, είναι για τον Oehler τα εξής: η εξάρτηση της Βυζαντινής Φιλοσοφίας από αρχαίες και πατερικές πηγές και η πρωτοτυπία της, τα προβλήματα των χρονικών ορίων και των περιόδων της, της συντήρησης και παράδοσης έτοιμων ή επεξεργασμένων ιδεών και λύσεων, της επιβίωσής τους και επιρροής στους επόμενους αιώνες κ.ά. Ο Oehler τονίζει πολύ σωστά ότι η συνειδητοποίηση αυτών των θεμάτων και η εντατικοποίηση της ενασχόλησης με αυτά και άλλα έγινε δυνατή χάρη στις νέες εκδόσεις βυζαντινών φιλοσοφικών κειμένων και σε μονογραφίες με συγκεκριμένες θεματικές τομές. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να συνειδητοποιήσουμε καλύτερα την πολυπλοκότητα του αντικειμένου της έρευνάς μας, από την σκοπιά κυρίως ότι η θεωρητική φιλοσοφική παραγωγή στο Βυζάντιο αποτελεί ιστορικά την μεσαιωνική φάση της Ελληνικής Φιλοσοφίας, που σφραγίζεται έντονα αφ’ ενός από την τελευταία φάση της Αρχαίας Φιλοσοφίας και αφ’ ετέρου από την Πατερική θεολογία.

Οι προσωπικές ερευνητικές και κριτικές συμβολές του ίδιου του Oehler, συγκεντρωμένες από το 1969 στον τόμο: «Antike Philosophie und Byzantinisches Mittelalter», τον οδήγησαν στην εξής βασική πεποίθηση: ότι η Ελληνική Φιλοσοφία συνεχίζεται και πέρα από αυτό που ονομάζουμε «τέλος του αρχαίου κόσμου». Η έκθεση αυτής της πραγματικότητας παίρνει στο άρθρο του Oehler (1990) σημαντική έκταση, συνοδευόμενη μάλιστα από επίκληση και ορισμένων ελάχιστα γνωστών θέσεων του μεγάλου Hegel, και καλύπτει βέβαια και το σκέλος της οφειλής των Βυζαντινών στην Πατερική παράδοση. Για την παρουσία της αρχαίας σκέψης στο Βυζάντιο ο Oehler επικαλείται την εξαντλητική παράγραφο «Πλάτων και Αριστοτέλης στο Βυζάντιο» στο σύγγραμμα του Herbert Hunger (1978• δική μου ελληνική μετάφραση του κεφαλαίου «Φιλοσοφία» με συμπληρώσεις 1987), καθώς και περισσότερες από δέκα εργασίες μου, μεταξύ των οποίων τις κριτικές και σχολιασμένες εκδόσεις φιλοσοφικών κειμένων του Ψελλού, του Χούμνου, του Πλήθωνος και άλλων, όπως και τις εργασίες των P. Joannou, Ε. Stephanou, J. Verpeaux, I. Ševčenko και άλλων, για να επανέλθει στην καίρια θέση του, ότι -σε αντίθεση με παλαιότερες αντιλήψεις- η σύγχρονη έρευνα δεν αφήνει καμιά αμφιβολία, ότι για τους φιλοσόφους του Βυζαντίου είναι δεδομένη η γνώση των κειμένων της αρχαίας Φιλοσοφίας, και ότι πρέπει να εκτιμηθεί πλέον πολύ πιο σωστά και η αποφασιστική για την κατανόησή τους μεγάλη εσωτερική οικείωση με την φιλοσοφική γλώσσα των αρχαιοελληνικών πηγών, ιδίως του Νεοπλατωνισμού, που είναι η χρονικά πλησιέστερη στους Βυζαντινούς φάση της ελληνικής Φιλοσοφίας (βλ. την σχετική θέση μου στο μελέτημα του 1971).

Μετά από μία σχετικά σύντομη επισκόπηση της έρευνας για «αιτήματα καταστατικής σημασίας», όπως τα χαρακτηρίζει ο Oehler (η προσωπική ύπαρξη του Θεού, ο Θεός ως αρχή της ουσίας και της ύπαρξης, η δημιουργία του κόσμου από τον Θεό, το χρονικά πεπερασμένο του κόσμου, η ύπαρξη σκοπιμότητας στον κόσμο, ο αισθητός χαρακτήρας του υλικού κόσμου ως έγχρονη έκφραση της νοητής παρουσίας του αιώνιου θείου Νου, η προσωπική θεία δύναμη και πρόνοια, η κατάφαση του αυτεξουσίου του ανθρώπου, η προσωπική ύπαρξη της ψυχής ως πνευματικής ουσίας, η αγάπη ως το καθοριστικό στοιχείο της σχέσης Θεού-ανθρώπου, η κεντρική θέση του ανθρώπου στην κτίση, η λειτουργία των συμβόλων και των εικόνων σε σχέση με τον Λόγο κ.ά.), ο συγγραφέας διαπιστώνει ότι η φιλοσοφική σκέψη στο Βυζάντιο, παρά το ότι κινείται σε ένα χώρο στενά συνδεδεμένο με την Θεολογία, φθάνει σε πρωτότυπες λύσεις καθαρά φιλοσοφικών προβλημάτων. Και το σημαντικό είναι ότι στους Βυζαντινούς εμφανίζεται για πρώτη φορά, σε σχέση με άλλους πολιτισμούς, μια κριτική αυτοσυνειδησία απέναντι στην παράδοση της ισχυρής κλασικής φιλοσοφικής σκέψης.

Στις τελευταίες τρεις πυκνές σελίδες της επισκόπησής του ο Oehler προσδιορίζει τα καίρια σημεία των γνώσεων και εκτιμήσεων, που έχουν επιτευχθεί σε συγκεκριμένες θεματικές περιοχές (π.χ. για τον λεγόμενο «Πλατωνισμό», «Αριστοτελισμό», «Νεοπλατωνισμό» των Βυζαντινών σε αντίθεση με την υπαρκτή γνώση του ιστορικού Πλάτωνος, του ιστορικού Αριστοτέλους κλπ. στο Βυζάντιο), καθώς και τους στόχους που πρέπει να έχει η σύγχρονη έρευνα. Βασική είναι κι εδώ η θέση του για την συνέχεια της Ελληνικής Φιλοσοφίας. Μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα η κατακλείδα του. Μεταφράζω:

Σήμερα γνωρίζουμε, ότι μόνο με την ακριβή ανάλυση της εξέλιξης της σκέψης στην διαδρομή της από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη και τον Μέσο και Νέο Πλατωνισμό και αργότερα την Βυζαντινή Φιλοσοφία θα διαμορφώσουμε μια συνολική εικόνα για την πορεία της Ελληνικής Φιλοσοφίας στην Αρχαιότητα και τον Μεσαίωνα. Από τον στόχο αυτό απέχουμε ακόμα πολύ, αν και τώρα βλέπουμε πολύ πιο καθαρά τη συνέχεια αυτή, απ’ όσο παλαιότερα, και σε πολλές περιπτώσεις έχουμε νέες πηγές κατανόησης και ερμηνείας των παλαιότερων φιλοσοφημάτων μέσα από τα νεότερα. Αλλά το ερώτημα φαίνεται πως παραμένει: σε ποια έκταση μπορούμε να δούμε την Αρχαία και την Μεσαιωνική Ελληνική Φιλοσοφία ως μία ενότητα; Στην απάντηση αυτού του ιστορικοφιλοσοφικού προβλήματος θα πλησιάσουμε με τη βοήθεια των σύγχρονων ιστορικοφιλοσοφικών μεθόδων και της καλής γνώσης και κατανόησης των φιλοσοφικών και θεολογικών συστημάτων και των δύο αυτών εποχών.

Την ίδια χρονιά της δημοσίευσης του άρθρου του Oehler (1990) κυκλοφόρησε σε νέα συμπληρωμένη έκδοση η γνωστή «Ιστορία της Φιλοσοφίας» του Karl Vorländer. Για τον Μεσαίωνα και την Αναγέννηση ριζικά ανανεωμένος είναι ο 2ος τόμος. Ο επιμελητής του Jan Beckmann προσέθεσε ένα πολύ σύντομο κεφάλαιο για την Βυζαντινή Φιλοσοφία, που κλείνει με τα εξής χαρακτηριστικά (σελ. 73):

Αναμφίβολα, οι γνώσεις μας για την Βυζαντινή Φιλοσοφία είναι ακόμη περιορισμένες, κυρίως λόγω της ελλιπούς παράδοσης των κειμένων και της απουσίας πολλών κριτικών εκδόσεων. Ωστόσο η νεότερη έρευνα έδειξε, ότι η σημασία της Φιλοσοφίας στο Βυζάντιο δεν περιορίζεται στο επίπεδο της διάσωσης και της παράδοσης ελληνικών φιλοσοφημάτων και στην καλλιέργεια και ανάδειξη της Μυστικής Θεολογίας. Εξίσου σημαντικά είναι τα επιτεύγματα της βυζαντινής σκέψης στο πεδίο της λογικής και της μεταφυσικής θεώρησης των φιλοσοφικών προβλημάτων.

Λίγο παλαιότερη (1986) είναι η συμβολή του Günter Weiss με το «Kritischer Forschungs- und Literaturbericht 1968-1985» του ειδικού τεύχους 14 της «Historische Zeitschrift» του Μονάχου, αφιερωμένου στο Βυζάντιο (κεφάλαιο 12.5: «Φιλοσοφία»). Δεν είναι εδώ ο χώρος για να παρουσιάσω αναλυτικά τις κριτικές θέσεις του έμπειρου από εκδοτικές (μικρά κείμενα του Ψελλού) και συνθετικές εργασίες (Αναστάσιος Α’, Ιωάννης Καντακουζηνός κ.ά.) Γερμανού βυζαντινολόγου• ορισμένες θέσεις του όμως έχουν ιδιαίτερη αξία. Το βιβλίο του Τατάκη (Παρίσι 1949, Αθήνα 1977) ο Weiss το θεωρεί «allzu wenig problematisierend» («πολύ περιορισμένου προβληματισμού»), ενώ για τον Oehler παρατηρεί ότι «βλέπει με κάποια υπερβολή την Βυζαντινή Φιλοσοφία ως άμεση, ζωντανή συνέχεια της Αρχαίας Φιλοσοφίας». Ταυτόχρονα ο Weiss υποδεικνύει ορθά ότι «ο ελληνικός Μεσαίωνας δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται μονομερώς υπό το πρίσμα του λατινικού». Τις δικές μου εκτιμήσεις -καθώς και του Θ. Νικολάου (θα αναφερθώ παρακάτω σ’ εκείνον)- τις βλέπει να συμφωνούν στην βασική κατεύθυνσή τους με τις απόψεις του Oehler, κυρίως σε ό,τι αφορούν τον «εξισορροπητικό χαρακτήρα της Βυζαντινής Φιλοσοφίας μεταξύ Αρχαιότητας και Χριστιανισμού» («ein ausgleichender Charakter der byzantinischen Philosophic zwischen Antike und Christentum»), για να δεχθεί και ο ίδιος ότι:

«αυτόν τον χαρακτήρα, στον οποίο πρέπει να προστεθεί ένας universalismus, όπου εδράζεται η φιλοσοφία αυτής της περιόδου, φαίνεται να τον επιβεβαιώνουν με έμφαση χαρακτηριστικά κείμενα του Ψελλού και του Χούμνου».

Για το θέμα της παρουσίας μιας «γνήσιας προαγωγής της Φιλοσοφίας» στο Βυζάντιο ο Weiss δίνει μεγάλη βαρύτητα στις θέσεις της εκτεταμένης έρευνας του Gerhard Podskalsky (4 εργασίες από το 1974 ως το 1977) με ολοκληρωμένο καρπό το πυκνό βιβλίο του «Theologie und Philosophie in Byzanz» (Μόναχο 1977), που θέμα του έχει την «διαμάχη για την θεολογική μέθοδο (Methodik) στην πνευματική ιστορία του ύστερου Βυζαντίου (14ος-15ος αιώνας)», δηλαδή στα πλαίσια της ησυχαστικής έριδας και της απόπειρας μεταφοράς της δυτικής Σχολαστικής στο Βυζάντιο. Σε αντίθεση με την υποτίμηση της σημασίας αυτής της αντιπαράθεσης για τον γενικότερο χαρακτηρισμό της ιστορίας της βυζαντινής σκέψης από παλαιότερους ερευνητές (π.χ. τον Etienne Stephanou), η εντυπωσιακή σε γνώση των πηγών έρευνα του Podskalsky επιβεβαιώνει τη σημαντική θέση, ότι ακριβώς επειδή στο Βυζάντιο η Θεολογία ουδέποτε αποτέλεσε επιστήμη με δική της (γνωσιοθεωρητική, λογική) μέθοδο, τα όρια Θεολογίας – Φιλοσοφίας παρέμειναν σαφή, με τη δεύτερη να διατηρεί πάντα την αυτονομία της τόσο σε θεωρητικό όσο και σε πρακτικό επίπεδο (διδασκαλία, συγγραφικό ερμηνευτικό έργο, θέση των διδασκάλων της στο κοινωνικό και πολιτικό σύστημα κλπ.).

Δύο ακόμα παρατηρήσεις με αφορμή τις κριτικές θέσεις του Günter Weiss. Στο 16ο Διεθνές Βυζαντινολογικό Συνέδριο (Βιέννη 1981) ιδιαίτερη εντύπωση προξένησε η Ανακοίνωση του Ρώσσου βυζαντινολόγου της Πετρούπολης Igor Medvedev: «Neue philosophische Ansatze im spaten Byzanz», η βασική θέση του οποίου είναι ότι στο Βυζάντιο του 14ου-15ου αιώνα έχουμε σε μικρογραφία ολόκληρη την μεταγενέστερη πνευματική ιστορία της Δύσης. Πώς; Με τον «ανθρωπισμό» του Μετοχίτη, την «αντιμεταρρύθμιση» του Παλαμά, τον «διαφωτισμό του Πλήθωνος», για να μείνουμε στα σημαντικότερα πνευματικά φαινόμενα. Την θέση αυτή ο Weiss τη θεωρεί «περισσότερο πρόκληση για συζήτηση και ασφαλώς υπερβολική», ενώ αντιπαραθέτει «γεγονότα», όπως την δίκη και την (ανακληθείσα, έστω) καταδίκη του Ιωάννου Ιταλού, για να προβάλει τις ανασταλτικές δυνάμεις, που έδρασαν με επιτυχία στο Βυζάντιο για την παρεμπόδιση της προαγωγής της (εθνικής) Φιλοσοφίας. Ο Weiss όμως εδώ θα έπρεπε να έχει προσέξει την σημαντική Διατριβή του (πρόωρα χαμένου) Lowel Clucas «The Trial of John Italos and the Crisis of Intellectual Values in Byzantium in the Eleventh Century» (Μόναχο 1981), από την έρευνα του οποίου προκύπτει μια διαφορετική εικόνα για τον χαρακτήρα και την σημασία του επεισοδίου αυτού, όπως και άλλων αναλόγων: στις περιπτώσεις που σημειώθηκε επέμβαση της κρατικής (αυτοκρατορικής) εξουσίας ή των εκκλησιαστικών αρχών στο εκπαιδευτικό έργο διδασκάλων της Φιλοσοφίας (για «απόκλιση από την Ορθοδοξία»), ξέρουμε καλά τώρα ότι τα ελατήρια ήταν κυρίως πολιτικά και προσωπικά. Οπωσδήποτε όμως σε μονιμότερη βάση τα φαινόμενα αυτά συνδέονται και με την αδύνατη θέση (σε σύγκριση με τους διάφορους κρατικούς αξιωματούχους) των διανοουμένων και των διδασκάλων, που κινούνταν και εργάζονταν πάντοτε ως ιδιώτες και όχι στα πλαίσια ενός εκπαιδευτικού συστήματος καλά οργανωμένου από την πολιτεία ή την εκκλησία. Γενικά δεν υπήρξε ποτέ στο Βυζάντιο κάποια «συντεχνιακή» αυτονομία των καθηγητών της Φιλοσοφίας απέναντι στην κρατική ή εκκλησιαστική εξουσία, όπως στον δυτικό Μεσαίωνα, όπου η εξέλιξη ήταν πολύ διαφορετική, εκτός των άλλων και γιατί εκεί υπήρξε ένας ανταγωνισμός μεταξύ πολιτειακών και εκκλησιαστικών κέντρων εξουσίας, καθώς και μια συνεχής δημιουργία περισσότερων αστικών κέντρων (ανεξάρτητων και ημιανεξάρτητων πόλεων) και μία συνακόλουθη πολιτική και κοινωνική αποκέντρωση.

Υπάρχουν και άλλες νεότερες εργασίες, τις οποίες είναι κρίμα που δεν μπορούσε να γνωρίζει ο Weiss• για παράδειγμα, το εκτενές μελέτημα του Αυστριακού Hans-Veit Beyer: «Zum Begriff des Humanismus und zur Frage nach dessen Anwendbarkeit auf Byzanz und andere vergleichbare Kulturen» («Βυζαντινά» 15/1989), που αποτελεί συγχρόνως έναν ισχυρό αντίλογο στα όσα υποστήριξε το 1987 η Eva de Vries van der Velden στο βιβλίο της «Theodore Metochite. Une réévaluation» (Amsterdam). Επίσης συνιστώ θερμά την μελέτη του Spyros Vryonis: «Introductory Remarks on Byzantine Intellectuals and Humanism» (Σκέψις/Scepsis 2/1991).

Ο Έλληνας καθηγητής στο Ινστιτούτο Ορθόδοξης Θεολογίας του Πανεπιστημίου του Μονάχου Θεόδωρος Νικολάου δημοσίευσε το 1977 στα «Βυζαντινά» της Θεσσαλονίκης το μελέτημα: «Grundlegende Gedanken über die byzantinische Philosophie». To παρουσιάζω κι αυτό στο Forschungsbericht του 1993 (σελ. 62-63), γιατί συνοψίζει σωστά τους κύριους σταθμούς στην νεότερη περίοδο της σπουδής της Βυζαντινής Φιλοσοφίας, όπως λέγει ο ίδιος: Τατάκης 1949, Oehler 1969, Μπενάκης 1971. Σε κρίσιμα ωστόσο θέματα, όπως ο ορισμός και το περιεχόμενο της Βυζαντινής Φιλοσοφίας, ο Νικολάου αποφεύγει να διατυπώσει προσωπική θέση και αρκείται στην έκθεση των κυρίαρχων απόψεων.

Νεότερο είναι το δημοσίευμα του Νίκου Ματσούκα στην «Επιστημονική Επετηρίδα της Θεολογικής Σχολής» του ΑΠΘ (1992: 391-405) με τίτλο: «Το περιεχόμενο της Βυζαντινής Φιλοσοφίας. Κρίσεις και απόψεις πάνω στο έργο του Β.Ν. Τατάκη «Η Βυζαντινή Φιλοσοφία». Εδώ έχουμε σαφή άποψη για το περιεχόμενο και τα κύρια χαρακτηριστικά της Φιλοσοφίας στο Βυζάντιο, με έμφαση στην διάκρισή της από την Θεολογία. Σωστή είναι και η επισήμανση ότι η Φιλοσοφία καλύπτει και τις επιστήμες της εποχής, και μαζί Φιλοσοφία και επιστήμες στο Βυζάντιο «προτείνουν με κριτικό τρόπο αρχές και αντιλήψεις για τον κόσμο, τον άνθρωπο, την κοινωνία και την συνολική πραγματικότητα». Το δημοσίευμα του Ματσούκα συνοψίζει σε «πέντε κύριες αρχές της Βυζαντινής Φιλοσοφίας» τις βασικές αντιλήψεις της περιρρέουσας ατμόσφαιρας του βυζαντινού πολιτισμού, που εκφράζουν το «κοσμοείδωλο, την εικόνα του ανθρώπου, την πορεία και τον προορισμό της ζωής σε όλες τις μορφές της». Χρήσιμες είναι, τέλος, ορισμένες παρατηρήσεις θεολογικού χαρακτήρα για το βιβλίο του Τατάκη, κυρίως στην ελληνική μετάφραση του 1977, σχετικά με την (λιγότερο δόκιμη ίσως) απόδοση συγκεκριμένων όρων, κυρίως δογματικών.

Περνώντας τώρα στα στοιχεία, που συνθέτουν την σημερινή πραγματικότητα στον επιστημονικό χώρο πού μας ενδιαφέρει, θα αναφερθώ (α) στις εκδόσεις βυζαντινών φιλοσοφικών κειμένων, (β) στα ειδικά βιβλιογραφικά βοηθήματα, (γ) στις γενικές προσεγγίσεις της Βυζαντινής Φιλοσοφίας, (δ) στα άρθρα και λήμματα σε Λεξικά και Εγκυκλοπαίδειες) και (ε) σε ορισμένα συναφή θέματα. Φυσικά θα περιοριστώ στα πολύ νεότερα δεδομένα, πιστεύοντας ότι πολλά άλλα σημαντικά είναι γνωστά από άλλες ευκαιρίες.

(α) Εκδόσεις κειμένων. Θα αναφερθώ κατά πρώτο λόγο στο Corpus των Βυζαντινών Φιλοσόφων, που εγκαινιάσθηκε στην Αθήνα το 1984 στο πλαίσιο του «Corpus Philosophorum Medii Aevi» (CPhMA), υπό την αιγίδα δηλαδή της «Διεθνούς Ακαδημαϊκής Ενώσεως», με επιστημονική ευθύνη και χρηματοδότηση της Ακαδημίας Αθηνών. Έχουμε χρέος να αποδώσουμε κι εδώ φόρο τιμής στο ενδιαφέρον και την αποφασιστική υποστήριξη των αείμνηστων Ακαδημαϊκών Ι.Ν. Θεοδωρακόπουλου, Κ. Τρυπάνη, Δ. Ζακυθηνού και R. Browning. Κύρια φροντίδα μας ήταν και είναι η υψηλή ποιότητα των κριτικών εκδόσεων κατά τις προδιαγραφές της σύγχρονης φιλολογικής και ιστορικοφιλοσοφικής επιστήμης. Η διαφορά μας, και υπεροχή μας, απέναντι στις κλασικές εκδόσεις, π.χ. της «Teubneriana», είναι ότι οι εκδόσεις της Ακαδημίας περιλαμβάνουν και εκτενείς φιλολογικές και φιλοσοφικές εισαγωγές, μετάφραση των εκδιδόμενων κειμένων (οι περισσότερες) και ερμηνευτικά σχόλια, καθώς και εκτενείς πίνακες ονομάτων, λέξεων κλπ. Πιστεύω ότι οι δέκα ως σήμερα τόμοι ικανοποιούν γενικά αυτή την απαίτηση, όπως φαίνεται και από τις πολλές ευνοϊκές βιβλιοκρισίες (όσο κι αν για κάποιους τόμους γνωρίζουμε ορισμένες αδυναμίες). Πολύ ενθαρρυντικά είναι και τα στοιχεία της διάθεσης των τόμων, στο εξωτερικό κυρίως, από την οποία η Σειρά έχει καταστεί σχεδόν αυτοχρηματοδοτούμενη (παρά το γεγονός ότι η οικονομική κάλυψη των εκδόσεων έχει εξασφαλισθεί από ισχυρό κληροδότημα της Ακαδημίας Αθηνών).

Δεν θα αναφερθώ αναλυτικά στους επιμέρους τόμους- ο προτελευταίος, ο 8ος, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, γιατί πρόκειται για την πρώτη κριτική και πλούσια σχολιασμένη (μαζί με γερμανική μετάφραση) έκδοση του μαθηματικού έργου του Βαρλαάμ του Καλαβρού ‘Λογιστική’ από τον Παντελή Καρέλο (Βερολίνο). Ο Βαρλαάμ έδρασε στην Θεσσαλονίκη και τον γνωρίζουμε σχεδόν αποκλειστικά από την ενεργό ανάμιξή του στην ησυχαστική έριδα. Ιδού τώρα που αποδεικνύεται και καλός μαθηματικός (και αστρονόμος) με καλή φιλοσοφική υποδομή. Ο 9ος τόμος περιλαμβάνει κριτική έκδοση της λαμπρής βυζαντινής μετάφρασης του πεζού και ποιητικού έργου του Βοηθίου «De consolatione philosophiae» από τον Μάξιμο Πλανούδη. Την έκδοση την οφείλουμε στον καθηγητή Μανώλη Παπαθωμόπουλο. Πρόκειται για την πληρέστερη σε φιλολογική βάση και ποικίλο σχολιασμό έκδοση, με πλούσια ευρετήρια -όπως άλλωστε όλες οι εκδόσεις της Σειράς- και με παράλληλη παράθεση του καλύτερου ως σήμερα λατινικού κειμένου του Βοηθίου, ελεγμένου σε ορισμένα σημεία από την παλαιότερη χειρόγραφη παράδοση της βυζαντινής μετάφρασης.

Οι επόμενοι τόμοι βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο ετοιμασίας. Ο τόμος 10 με το εντελώς ανέκδοτο έργο του Θεοφάνους Νικαίας (+ περ. 1380) «Απόδειξις ότι εδύνατο εξ αϊδίου γεγενήσθαι τα όντα και ανατροπή ταύτης» από τον Ιωάννη Δ. Πολέμη (Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης), ο τόμος 11 με το επίσης ανέκδοτο έργο του Θεοδώρου Σμυρναίου «Επιτομή των όσα περί φύσεως και των φυσικών αρχών τοις παλαιοίς διείληπται», μια παλιά δική μου οφειλή. Και ακολουθούν τόμοι με τους ανέκδοτους λόγους του Θεοδώρου Β’ Δούκα Λάσκαρι «Περί αρετής και Περί σοφίας» από την Πολυτίμη-Μαρία Παλαιολόγου (Παρίσι-Αθήνα), καθώς και την πρώτη κριτική έκδοση των «Νόμων» του Πλήθωνος από την εκδότη Πληθωνικών κειμένων της Σειρας (τόμοι 3 και 7) Brigitte Tambrun-Krasker (Παρίσι) και τα ανέκδοτα σχόλια του Μιχαήλ Ψελλού από τον γράφοντα.

Το 1994 εγκαινιάσθηκε η παράλληλη Σειρά των «Βυζαντινών Σχολίων στον Αριστοτέλη» με το αρχαιότερο σχετικό έργο, τα σχόλια του Αρέθα Καισαρείας (9ος/10ος αιώνας) στην «Εισαγωγήν» του Πορφυρίου και σε ένα μεγάλο μέρος των «Κατηγοριών» του Αριστοτέλους. Εκδότης ο Αμερικανο-αυστραλός Michael Share, μαθητής του αείμνηστου L.G. Westerink, που είχε βοηθήσει πολύ στην έναρξη της Σειράς και εξέδωσε μαζί με μαθητές του στο Πανεπιστήμιο του Buffalo της Νέας Υόρκης τα Σχόλια του Γεωργίου Παχυμέρη στον ‘Παρμενίδη’ του Πλάτωνος, από το σημείο, στο οποίο διακόπτονται τα αντίστοιχα Σχόλια του Πρόκλου. Μνημονεύοντας τον τόμο αυτόν (τον 4ο της Σειράς) με τα βυζαντινά Σχόλια στον Πλάτωνα -και πρέπει να τονίσω ότι στον Dieter Harlfinger οφείλεται και αυτή η επιτυχία, δηλαδή η αναγνώριση του ανωνύμου χειρογράφου της Laurentiana με τα Σχόλια στον ‘Παρμενίδη’ ως αυτογράφου του Παχυμέρη- πρέπει να υπογραμμίσω την σημασία των νέων εκδόσεων για το ζήτημα της παρουσίας του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη στο Βυζάντιο, αφού αλλάζει πια η εικόνα της «παντελούς απουσίας» Βυζαντινών Σχολίων στον Πλάτωνα. Όπως ελπίζουμε, άλλωστε, ένας από τους επόμενους τόμους της Σειράς θα περιέχει ένα πολύ σημαντικό ανέκδοτο έργο του μεγάλου Βησσαρίωνος, την μακροχρόνια ενασχόλησή του με τους «Νόμους» του Πλάτωνος. Πρόκειται για μια έγκυρη μακροχρόνια κριτική εκδοτική εργασία του Βίκτωρος Tiftixoglu (Μόναχο) με βάση τρεις διαφορετικές χειρόγραφες φάσεις της εργασίας του Βησσαρίωνος, που ήταν καρπός της επιθυμίας του να «διορθώσει» την λατινική μετάφραση των «Νόμων» από τον Γεώργιο Τραπεζούντιο. Ο Βησσαρίων προτάσσει μία ευρεία περίληψη του περιεχομένου και των 13 βιβλίων των «Νόμων» και προσθέτει χρήσιμα ερμηνευτικά σχόλια.

Τέλος, ο 2ος τόμος των «Βυζαντινών Σχολίων στον Αριστοτέλη» αποτελεί την πρώτη κριτική έκδοση των Σχολίων του Γεωργίου Παχυμέρη (1242-1310) στα «Μετά τα φυσικά» του Αριστοτέλους από την Ελένη Παππά, που αποτέλεσαν το θέμα της διδακτορικής της διατριβής στο Αμβούργο. Εδώ θα σημειώσω με μεγάλη ικανοποίηση την συμφωνία με τους συναδέλφους του Βερολίνου και του Αμβούργου (οι οποίοι έχουν πίσω τους μεγάλη παράδοση και πείρα) να μας προωθούν τις έτοιμες εργασίες που καταρτίζονται στα Πανεπιστήμια τους, για να εκδοθούν στο πλαίσιο της νέας Σειράς των Αθηνών. Περισσότερα για την συνεργασία αυτή και το ιστορικό της νέας Σειράς μας εκθέτω στον αγγλικό Πρόλογο του 1ου τόμου των «Βυζαντινών Σχολίων στον Αριστοτέλη».

Ολοκληρώνοντας την παράγραφο «Νέες εκδόσεις βυζαντινών φιλοσοφικών κειμένων» δεν πρέπει να αγνοήσω τις άλλες οργανωμένες ή μεμονωμένες προσπάθειες, που κατέβαλαν παλαιότερα (στη δεκαετία του 1970, δυστυχώς χωρίς συνέχεια) οι βυζαντινολόγοι της Νεάπολης με την πρωτοβουλία του Antonio Garzya και την προσφορά κυρίως του Ugo Criscuolo (τρία τομίδια με κείμενα του Μιχαήλ Ψελλού, ο ανώνυμος «Τιμαρίων» και ένας τόμος με τον «Φλωρέντιον ή περί σοφίας» του Νικηφόρου Γρηγορά), και τέσσερις τόμους της ελληνικής μετάφρασης της «Summa theologiae» του Θωμά Ακυινάτη από τον Δημήτριο Κυδώνη στην Σειρά «Corpus Philosophorum Graecorum Recentiorum» (1976-1982, υπεύθυνος της Σειράς ο ακαδημαϊκός Ευάγγελος Μουτσόπουλος και εκδότες της μετάφρασης οι Γ. Λεοντσίνης, Α. Γλυκοφρύδου, Φ.Α. Δημητρακόπουλος, Μ. Μπρεντάνου, Σ. Σιδέρη, Π. Φωτοπούλου), οι οποίοι καλύπτουν μέρος από το σύνολο της μετάφρασης. Σημαντική, επίσης, είναι και εδώ η φημισμένη Bibliotheca Teubneriana με Φώτιο, Μιχαήλ Ψελλό (δύο τόμοι με πολλά μικρά φιλοσοφικά κείμενα από τους καθηγητές John Duffy και Dominic O’Meara -παραπέμπω στην εκτενή βιβλιοκρισία, που δημοσίευσα στα ‘Ελληνικά’ του 1995, για την εξαίρετη εργασία τους-, δύο ακόμη τόμοι με θεολογικά και άλλοι με μικρά ρητορικά, ποιητικά και άλλα κείμενα του μεγάλου σοφού και επιστήμονα) και Πλήθωνα («Προς τας Σχολαρίου υπέρ Αριστοτέλους αντιλήψεις», έκδ. E.V. Maltese, κ.ά.).

Για τα δημοσιευμένα σε Επετηρίδες και βυζαντινολογικά περιοδικά μικρότερα κείμενα (του πρόωρα χαμένου Paul Gautier στην «Revue des Etudes Byzantines», τα δικά μου στην «Φιλοσοφία» της Ακαδημίας Αθηνών και άλλων αλλού) έχω να παρατηρήσω ότι η διασπορά τους σε όχι πάντα προσιτές εκδόσεις συνιστά πραγματικό πρόβλημα. Ιδού όμως η λύση: χάρη στην σύγχρονη τεχνολογία σε ένα-δύο χρόνια θα είναι έτοιμος ένας «οπτικός δίσκος» (CD) του Ελληνικού «θησαυρού της Ελληνικής Γλώσσας», που ιδρύθηκε πριν από τρία περίπου χρόνια για να συνεχίσει τον «Ibycus» (το μεγάλο επίτευγμα του «Thesaurus Linguae Graecae» των Η.Π.Α.) από τον 7ο αιώνα μ.Χ. ως και τον 20ό αιώνα για όλη την ελληνική γραμματεία. Στον δίσκο θα συμπεριλαμβάνονται τα κείμενα των Βυζαντινών φιλοσόφων, που έχουν ήδη συγκεντρωθεί με σχετική πληρότητα και μπορούν μάλιστα να αποτελέσουν ένα «πιλοτικό δείγμα» της όλης εργασίας.

β) Βιβλιογραφίες. Όπως έχω δηλώσει, οι συστηματικές βιβλιογραφικές εργασίες, ιδιαίτερα όταν καλύπτουν περιοχές έρευνας που βρίσκονται σε ανάπτυξη, δεν αποτελούν μόνο «τεχνική» απασχόληση, αλλά προσφέρουν μια μεθοδική κάλυψη όλου του υλικού της σχετικής περιοχής, από την οποία μπορούν να προκύψουν αξιολογήσεις, να εντοπιστούν κενά και desiderata, να γίνουν συσχετισμοί, να τεθούν προτεραιότητες κ.ά. Μετά την πρώτη, πιο σύνθετη τότε, εργασία μου -μεταξύ βιβλιογραφίας και Forschungsbericht-του 1971, συνέθεσα την πρώτη εκτενή, συστηματική και χρονολογική, Βιβλιογραφία της περιόδου 1949-1976 για χάρη της ελληνικής μετάφρασης της «Philosophic Byzantine» του Τατάκη. Σε 30 σελίδες καταγράφονται περισσότεροι από 500 τίτλοι, μερικοί από τους οποίους αφορούν και τη φιλοσοφία της Πατερικής περιόδου, επειδή, όπως εξήγησα, το βιβλίο του Τατάκη καλύπτει και την περίοδο αυτή από τον 6ο αιώνα. Το 1991 για το 18ο Διεθνές Συνέδριο Βυζαντινών Σπουδών της Μόσχας η Ελληνική Επιτροπή Βυζαντινών Σπουδών παρουσίασε τον τόμο «Bibliographic Byzantine» (Αθήνα 1991, εκτός εμπορίου), που καλύπτει τις περιοχές της Ιστορίας, της Τέχνης και Αρχαιολογίας, του Δικαίου (σε αυτές όμως τα δημοσιεύματα μόνον Ελλήνων επιστημόνων) καθώς και της Βυζαντινής Φιλοσοφίας (με διεθνή κάλυψη) για την περίοδο 1977-1990 με την μέθοδο και διάταξη της προηγούμενης Βιβλιογραφίας, η οποία μάλιστα αναδημοσιεύθηκε μαζί, προκειμένου να έχουμε μία Βιβλιογραφία της περιόδου 1949-1990. Στην δεύτερη Βιβλιογραφία συγκεντρώθηκαν σε 27 σελίδες 420 νέοι τίτλοι, με αποτέλεσμα να έχουμε συνολικά 920 τίτλους, από τους οποίους 430 αφορούν κατεξοχήν φιλοσοφικά θέματα ή είναι εκδόσεις και μονογραφίες για Βυζαντινούς φιλοσόφους από τον Φώτιο ως το τέλος της αυτοκρατορίας.

Πολύ σύντομα θα δημοσιευθεί (και μάλιστα και σε ηλεκτρονική μορφή) από τις εκδόσεις «Παρουσία» η νεότερη Βιβλιογραφία, στην οποία ενσωματώνονται οι προηγούμενες (περίοδος 1949-1976 και 1977-1990) σε ενιαία μορφή, πάντοτε συστηματικά και χρονολογικά, όχι αλφαβητικά.

Επίσης, πολύτιμη βοήθεια στους ερευνητές προσφέρουν τώρα η νέα μορφή της Βιβλιογραφίας της «Byzantinische Zeitschrift» («Bibliographische Notizen und Mitteilungen», με ειδική παράγραφο «Φιλοσοφία»), οι Βιβλιογραφίες του Dumbarton Oaks, αλλά και οι νεότατες ηλεκτρονικές μέθοδοι αναζήτησης (και απόκτησης με διακρατική διαδικασία δανεισμού ή φωτοαντιγραφής) νεότερων και παλαιότερων δημοσιευμάτων.

(γ) Γενικές επισκοπήσεις της Βυζαντινής Φιλοσοφίας. Μετά την ελληνική έκδοση της Βυζαντινής Φιλοσοφίας του Β.Ν. Τατάκη (Αθήνα 1977, με επανειλημμένες ανατυπώσεις), έχουμε από το 1978 το δίτομο βασικό πλέον σύγγραμμα του ιδρυτή της σχολής της Βιέννης Herbert Hunger: «Die hochsprachliche profane Lileratur der Byzantiner» (München, Beck, στο πλαίσιο του «Handbuch der Altertumswissenschaft»). To πρώτο κεφάλαιο του Α’ τόμου είναι αφιερωμένο στη Φιλοσοφία. Σε 60 σελίδες ο συγγραφέας καλύπτει τα εξής κύρια θέματα, κατά τους τίτλους των παραγράφων: «Φιλοσοφία – φιλόσοφος – φιλοσοφείν», «Πλατωνισμός και Αριστοτελισμός στο Βυζάντιο», «Φιλοσοφία και Θεολογία», «Ο χριστιανικός ανθρωπισμός». Προστίθεται επιλεκτική αλλά πολύ πλούσια βιβλιογραφία σε 8 πυκνοτυπωμένες σελίδες και διαρθρωμένη κατά κατηγορίες, ενώ πλούσια δευτερεύουσα βιβλιογραφία περιέχουν οι πολλές υποσελίδιες σημειώσεις.

Κατά τη διάρκεια του 16ου Συνεδρίου Βυζαντινών Σπουδών στη Βιέννη (1981) επήρα την πρωτοβουλία να συζητήσω τις δυνατότητες και τους όρους μιας ελληνικής μετάφρασης του μεγάλου έργου, πράγμα που έγινε δυνατόν χάρη στην αποδοχή της πρότασης από το «Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος», με την γενναία οικονομική και τεχνικά ανυπέρβλητη υποστήριξη της τρίτομης πια έκδοσης (σύνολο σελίδων 1565). Η επιτυχία του έργου οφείλεται όμως κυρίως στην συστράτευση των πλέον ειδικών για κάθε θεματική ενότητα μεταφραστών από τον κύκλο των Ελλήνων βυζαντινολόγων καθώς και στο προσωπικό ενδιαφέρον του καθηγητού Hunger, που επέλυσε πολλά προβλήματά μας και ενεθάρρυνε συμπληρώσεις, βελτιώσεις και κυρίως την βιβλιογραφική ενημέρωση κάθε κεφαλαίου. Ο τόμος Α’ κυκλοφόρησε το 1987, ο Γ’ το 1994, με πολλές ανατυπώσεις έκτοτε, του Α’ μάλιστα μία δεύτερη βελτιωμένη και συμπληρωμένη έκδοση το 1991. Το κεφάλαιο «Φιλοσοφία», σε μετάφρασή μου, αποτέλεσε το διδακτικό βοήθημα των φοιτητών στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, όπου δίδαξα Βυζαντινή Φιλοσοφία το 1987/88.

(δ) Άρθρα σε Λεξικά και Εγκυκλοπαίδειες. Δύο σημαντικά Λεξικά, αφιερωμένα στον Μεσαίωνα, ολοκληρώθηκαν τα τελευταία χρόνια. Στο γερμανικό «Lexikon des Mittelalters» το λήμμα «Ή Φιλοσοφία στο Βυζάντιο» το υπογράφει ο Herbert Hunger (τόμος VI, 1993, στήλες 2092-2100). Πρόκειται για ένα πυκνό σε στοιχεία, στο πνεύμα της Βυζαντινής Λογοτεχνίας του, κείμενο, στο οποίο έχω την ιδιαίτερη ικανοποίηση να επισημάνω την αξιοποίηση και ρητή μνεία των έξι έως τότε κριτικών εκδόσεων της Σειράς «Βυζαντινοί Φιλόσοφοι». Στο «Oxford Dictionary of Byzantium» (γενικός επιμελητής ο αείμνηστος Alexander Kazhdan) το με θετικό πνεύμα και καλογραμμένο λήμμα «Φιλοσοφία» το έγραψε ο D.J. O’Meara (που είχε ήδη δημοσιεύσει το 1989 στην «Freiburger Zeitschrift für Philosophic und Theologie» μία αναλυτική και πολύ ενισχυτική για το έργο μας βιβλιοπαρουσίαση των πρώτων τριών τόμων της Σειράς «Βυζαντινοί Φιλόσοφοι»). Με τους υπεύθυνους της νέας έκδοσης του «Historisches Wörterbuch der Philosophic» (Basel/Berlin) δημιουργήσαμε πολύ αργά επαφή και έτσι μόνο στον τόμο 7/1989 (P-Q) δημοσιεύονται δύο λήμματα σχετικά με τη Βυζαντινή Φιλοσοφία: το λήμμα «Βυζαντινή Φιλοσοφία» του G. Podskalsky και το λήμμα «Φαντασία (στους Βυζαντινούς συγγραφείς)» από εμέ. Τέλος τώρα έχουμε την νέα μεγάλη «Routledge Encyclopedia of Philosophy» (σε 10 τόμους και σε CD), στην οποία δημοσιεύεται το λήμμα μου «Βυζαντινή Φιλοσοφία», στον χαρακτήρα και την μορφή του οποίου αναφέρθηκα παραπάνω.

(ε) Άλλα χαρακτηριστικά γεγονότα. Χαρακτηριστικό για το διεθνές ενδιαφέρον, που προκαλεί σήμερα η μελέτη της Βυζαντινής Φιλοσοφίας, θεωρώ το γεγονός ότι δύο νέα περιοδικά στον χώρο της Μεσαιωνικής Φιλοσοφίας περιέλαβαν στις προγραμματικές ανακοινώσεις τους τη δημοσίευση άρθρων και για την ελληνική φιλοσοφική παράδοση στους Μέσους Χρόνους (Βυζάντιο). Πρόκειται για το «Medieval Philosophy and Theology», που από τον τόμο 5/1996 επανεκδίδεται δύο φορές τον χρόνο από το Cambridge University Press (με την διεύθυνση των Norman Kretzmann (+) και Scott McDonald) και το «Bochumer Philosophisches Jahrbuch für Antike mid Mittelalter» (τόμ. 1/1996, με την διεύθυνση των καθηγητών Β. Mojsisch, Ο. Pluta και R. Rehn του Πανεπιστημίου του Bochum). Η θέση μου μεταξύ των Editorial Advisors και στα δύο περιοδικά δείχνει προφανώς το διεθνές ενδιαφέρον και για την Βυζαντινή Φιλοσοφία.

Τέλος, πρόσφατα κυκλοφόρησε ο τόμος: «Néoplatonisme et Philosophie Médiévale» της Société Internationale pour l’Etude de la Philosophie Médiévale (S.I.E.P.M.), στην Σειρά «Rencontres de Philosophie Médiévale» (Brepols, Βέλγιο, τόμ. 6, 1997- αναλυτική παρουσίαση: Π.-Μ. Παλαιολόγου, «Φιλοσοφία» 29/1999: 235-238), που περιέχει τα Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου της S.I.E.P.M., που οργάνωσε στην Κέρκυρα τον Οκτώβριο του 1995 με την πρωτοβουλία και την οργανωτική μου ευθύνη η νεοσύστατη τότε «Ομάδα εργασίας για την σπουδή της Βυζαντινής Φιλοσοφίας στην Ελλάδα». Το σημαντικό εδώ είναι ότι μία από τις συνεδρίες, με πέντε Ανακοινώσεις (μεταξύ αυτών και Ελληνοαμερικανών συναδέλφων, μελών της «International Society for Neoplatonic Studies», πρώτη έδρα Norfolk, Virginia, U.S.A.), ήταν αφιερωμένη στο Βυζάντιο και στην σχέση Βυζαντινών φιλοσόφων με εκπροσώπους του Νεοπλατωνισμού.

Θα κλείσω την παρούσα επισκόπηση της σύγχρονης σπουδής της Βυζαντινής Φιλοσοφίας με ένα αισιόδοξο μήνυμα για το μέλλον των σπουδών της Μεσαιωνικής Φιλοσοφίας εν γένει. Μια τέτοια αισιοδοξία ενισχύεται από το γεγονός της αξιοσημείωτης (αριθμητικά και ποιοτικά) παρουσίας νέων μελετητών και ερευνητών. Και εδώ αξίζει να υπογραμμισθεί η αξία και προσφορά των λεγόμενων «μικρών Συμποσίων» για την προαγωγή της επιστημονικής έρευνας, όχι μόνο με την παρουσίαση ανακοινώσεων ποιότητας αλλά και με τις συζητήσεις, εντός και εκτός των συνεδριάσεων, την ανταλλαγή επιστημονικών «ειδήσεων» και την ενίσχυση των προσωπικών σχέσεων συνεργασίας μεταξύ των ομοτέχνων σε διεθνές επίπεδο.


* «Routledge Encyclopedia of Philosophy», London, 1998, τόμ. 2 : 160-165. Μία ελληνική επεξεργασία του κειμένου αυτού δημοσιεύεται στον τόμο «Φιλοσοφία και Κοινωνικές Επιστήμες» της «Εκπαιδευτικής Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας» της Εκδοτικής Αθηνών, τόμ. 22, Αθήνα, 1997: 62-66.

Επιλογή εργογραφίας Λίνου Γ. Μπενάκη,
σχετική με την θεματική «Ή Βυζαντινή Φιλοσοφία και οι αρχαίες πηγές της».

«Η Σύνοψις εις την Αριστοτέλους Λογικήν και ο Μιχαήλ Ψελλός», ‘Ελληνικά’ 16, (1958) 222-226.

«Studien zu den Aristoteles-Kommentaren des Michael Psellos. I. Εin unedierter Kommentar zur «Physik» des Aristoteles», ‘Archiv für Geschichte der Philosophic’ 43 (1961) 215-238.

«Sludien zu den Aristoteles-Kommentaren des Michael Psellos. II. Die aristotelische Begriffe Physis, Materie, Form nach Michael Psellos», ‘Archiv für Geschichte der Philosophic’ 44 (1962) 33-61.

«Michael Psellos’ Kritik an Aristoteles und seine eigene Lehre zur Physis- und Materie-Form-Problematik», «Byzantinische Zeitschrit» 53 (1963) 213-227.

«Doxographische Angaben über die Vorsokratiker im unedierten Kommentar zur «Physik» des Aristoteles von Michael Psellos», στο: «Χάρις Κ. Βουρβέρη», Αθήναι, 1964, 345-354.

«Η σπουδή της Βυζαντινής Φιλοσοφίας. Κριτική επισκόπηση 1949-1971», ‘Φιλοσοφία’ 1 (1971)390-433.

«Η γένεση της λογικής ψυχής στον Αριστοτέλη και στη χριστιανική σκέψη. Με αφορμή ένα νέο κείμενο του Αρέθα», ‘Φιλοσοφία’ 2 (1972) 327-336.

«Νικηφόρου Χούμνου, «Περί της ύλης και των ιδεών». Εισαγωγή, κριτική έκδοση και νεοελληνική μετάφραση», ‘Φιλοσοφία’3 (1973) 339-381.

«Πλήθωνος, «Προς ήρωτημένα άττα άπόκρισις» (Για το αριστοτελικό αξίωμα της αντιφάσεως και για τη σύνθετη φύση του ανθρώπου). Πρώτη έκδοση με Εισαγωγή και νεοελληνική μετάφραση», ‘Φιλοσοφία’ 4 (1974) 330-376.

«Μιχαήλ Ψελλού, «Περί των ιδεών, ας ο Πλάτων λέγει», ‘Φιλοσοφία’ 5-6 (1975-76) 393-423.

«Aus der Geschichte des christlichen Gottesbegriffes. Die Problematik bei Photios, dem Begründer des ersten byzantinischen Humanismus», στο: D. Papenfuss (έκδ.), «Tranzendenz und lmmanenz. Philosophie und Theologie in der veränderten Welt (Symposium der Alex, von Humboldt-Stiftung 1976), Stuttgart, 1977, 159-168.

«To πρόβλημα των γενικών εννοιών και ο εννοιολογικός ρεαλισμός των Βυζαντινών», ‘Φιλοσοφία’ 8-9(1978-79)311-340.

«Χρόνος και αιών. Αντιπαράθεση ελληνικής και χριστιανικής διδασκαλίας στο ανέκδοτο έργο του Μιχαήλ Ψελλοϋ», ‘Φιλοσοφία’ 10-11 (1980-81) 398-421.

«Αγνοήθηκε στο Βυζάντιο η πολιτική φιλοσοφία του Αριστοτέλους;», στο: «Φιλοσοφία και Πολιτική. Πρακτικά Α ‘ Πανελληνίου Συνεδρίου Φιλοσοφίας (Αθήνα 22-24.5.1981)», Αθήνα, Ελληνική Φιλοσοφική Εταιρεία, 1982, 230-236.

«David der Armenier in den Werken der byzantinischen Kommentatoren des Aristoteles», στο: “David the Invincible, the Great Philosopher of Ancient Armenia. Scientific Conference dedicated to the 1500th Anniversary of David”, Yerevan, 1983: 558-570 (= «Δαβίδ o Αρμένιος και η παρουσία του στα έργα των Βυζαντινών Σχολιαστών του Αριστοτέλους», στο: «Αρετής μνήμη. Αφιέρωμα «εις μνήμην» Κωνστ. Ι. Βουρβέρη, Αθήνα, Ελληνική Ανθρωπιστική Εταιρεία, 1983, 279-290.

«Ο Δημόκριτος και οι Βυζαντινοί φιλόσοφοι», ‘Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου για τον Δημόκριτο’ (Ξάνθη 6-9 ‘Οκτωβρίου 1983), Ξάνθη, 1984, τόμ. 2, 267-276.

«Βυζαντινή φιλοσοφία: Κατάφαση της ελευθερίας του ανθρώπου (αυτεξούσιον) και αναγωγή της αναγκαιότητας στην βούληση και δύναμη του Θεού (Θεία Πρόνοια)», ‘Πρακτικά Ε’ Διεθνούς ανθρωπιστικού Συμποσίου’ (1981), Αθήνα, 1985: 163-177 ( = «Ελευθερία και αναγκαιότητα στην Βυζαντινή Φιλοσοφία», ‘Δωδώνη’ 25/1996, 203-220).

«Die Stellung des Menschen im Kosmos in der byzantinischen Philosophie (1. Besonderheit und kosmische Verbundenheit des Menschen. 2. Wille und Notwendigkeit)», στο: «L’homme et son univers au Moyen Age. Actes du VIΙe Congrès International de philosophie médiévale» (30.8.-4.9.1982), έκδ. Christian Wenin, Louvain-La-Neuve, Editions de l’Institut Supérieur de Philosophie, 1986, τόμ. 1 («Philosophies Medievaux», τόμ. XXVII) 56-75.

«Neues zur Proklos-Tradition in Byzanz», στο: Proclus et son influence. Actes du Collogue Intern, organisé a I’occasion du 1500 anniversaire de la mort de Proclus (Neuchâtel 20-23.6.1985), Neuchâtel, 1987, 241-253.

«Grundbibliographie zum Aristoteles-Studium in Byzanz», στο: «Aristoteles. Werk und Wirkung, Paul Moraux gewidmet», τόμ. 2 («Kommentierung, Überlieferung, Nachleben»), Berlin/ New York, 1987, 352-379.

«Commentaries and Commentators on the Logical Works of Aristotle in Byzantium», στο:«Gedankenschrift für Klaus Oehler», Tübingen, Stauffenburg, 1988, 3-12.

«Commentaries and Commentators on the Works of Aristotle (except the Logical Ones)», στο: «Historia Philosophiae Medii Aevi. Festschrift für Kurt Flasch», Amsterdam/Philadelphia, B.R. Grüner, 1991, 45-54.

«Der heutige Stand der Studien im Bereich der mittelalterlichen griechischen (byzantinischen) Philosophie» (Europa Forum. Philosophie: Europa und die griechische Philosophie. Regionalkongress in Delphi, 31.3.-2.4.1994), στο: «Association Internationale des Professeurs de Philosophie, Documentation», Novembre 1996, 33-42.

«Nikephoros Choumnos über die Seele gegen Plotin», στο: ‘Actes du Collogue International’ «Neoplatonisme et Philosophie Médiévale» (Corfou 1995), ό.π., 319-326.

«Η Αριστοτελική Ηθική στο Βυζάντιο», στο: «Η Αριστοτελική Ηθική και οί επιδράσεις της. Α ‘ Διεθνές Συνέδριο Αριστοτελικής Φιλοσοφίας» (Αθήναι 24-26Μαΐου 1995), Αθήνα, Εταιρεία Αριστοτελικών Μελετών «Το Λύκειον», 1996, 252-259.

ΜΥΡΙΟΒΙΒΛΟΣ

, ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.