Η γερμανική εισβολή στην Ελλάδα

του Χαρίτου Αναστασίου,

Η γερμανική εισβολή στην Ελλάδα είχε αποφασιστεί ήδη από τις 4 Νοεμβρίου 1940, όταν οι Γερμανοί έλαβαν τις πρώτες πληροφορίες για αποβίβαση περίπου 5,000 Βρετανών στρατιωτών στην Σούδα. Ο Ιωάννης Μεταξάς πρότεινε ανοικτά στους Βρετανούς στις 17 Νοεμβρίου την έναρξη κοινής επιθετικής δράσης σε βαλκανικό επίπεδο, η Βρετανία έθεσε τις επιφυλάξεις της καθώς οι δυνάμεις της Αυτοκρατορίας στην Μεσόγειο δεν αρκούσαν. Ο ίδιος ο Μεταξάς ήταν αρνητικός σε βρετανικές προσφορές για αποστολή μικρών δυνάμεων καθότι τις θεωρούσε ανεπαρκείς και πρόκληση ικανή για γερμανική επίθεση. Τον Ιανουάριο 1941 ο Στρατηγός Παπάγος ζήτησε από τους Βρετανούς 9 Μεραρχίες και αντίστοιχη αεροπορική κάλυψη, οι Βρετανοί όντας πιεσμένοι με το Βόρειο- Αφρικανικό μέτωπο προτείνουν την διάθεση μίας μεραρχίας. Η Ελλάδα απορρίπτει την πρόταση προς ανακούφιση του βρετανικού επιτελείου Μέσης Ανατολής.

Ο Churchill επιμένει να σχεδιάζει την δημιουργία κοινού Βαλκανικού Μετώπου Ελλάδας, Γιουγκοσλαβίας και Τουρκίας, οι διαπραγματεύσεις ξεκινούν ξανά υπό τον ίδιο τον Eden και τελικώς αποφασίζεται η αποστολή 100,000 ανδρών της Κοινοπολιτείας στην Ελλάδα, κάτι που δεν συνέβη ποτέ. Παράλληλα τον Απρίλιο οι Γιουγκοσλάβοι υπόσχονται να φυλάξουν την κοιλάδα του Στρυμόνα σε περίπτωση γερμανικής εισβολής, ο Παπάγος προτείνει την κοινή Ελληνο-Γιουγκοσλαβική επίθεση στους Ιταλούς στην Αλβανία, σε περίπτωση γερμανικής επίθεσης. Πάνω από 62,000 Βρετανοί, Αυστραλοί, Νεοζηλανδοί, Κύπριοι και Παλαιστίνιοι φτάνουν στην Ελλάδα ως Force W υπό τον Αντιστράτηγο Sir Henry Maitland Wilson.

Ο Ελληνικός Στρατός ήταν ως επί το πλείστον επικεντρωμένος στο Αλβανικό Μέτωπο, με περίπου 14 Μεραρχίες να βρίσκονται εκεί ως η άτυπη Στρατιά Αλβανίας, άθροισμα του Τμήματος Στρατιάς Ηπείρου (ΤΣΗ) και του ΤΣ Δυτικής Μακεδονίας (ΤΣΔΜ). Την κεντρική και ανατολική Μακεδονία φρουρούσαν νέες μεραρχίες με στρατιώτες που μόλις είχαν ενταχθεί, δίχως εμπειρία και με μέτριο εξοπλισμό. Το Τμήμα Στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας (ΤΣΑΜ) υπό τον Αντιστράτηγο Λεωνίδα Μπακόπουλο κάλυπτε όλη την περιοχή των 21 εξαιρετικών αλλά υπο-επανδρωμένων οχυρών της Γραμμής Μεταξά από το όρος Μπέλες μέχρι και τον Νέστο, αποτελούμενη από 4 Μεραρχίες ΠΖ (η μία μηχανοκίνητη), καθώς και 2 Ταξιαρχίες Νέστου και Έβρου.

Την όχθη του Νέστου κάλυπτε η Νέστου υπό τον Συνταγματάρχη Αναστάσιο Κάλη. Σε Δυτική Θράκη και Νησιά δεν υπήρχε ανάγκη στρατευμάτων χάριν του Ελληνοτουρκικού Συμφώνου Μεταξά- Ινονού, όσα δε ελληνικά σώματα βρίσκονταν στην Ροδόπη είχαν υποχωρήσει προς Νέστο αμέσως μετά την είσοδο των Γερμανικών δυνάμεων στην Βουλγαρία. Η Ταξιαρχία Έβρου συμπτύχθηκε και διέφυγε σε τούρκικο έδαφος, στην Ανατολική Θράκη, πλήθος στελεχών της έπειτα διέφυγε μέσω της ουδέτερης Τουρκίας προς την βρετανική Αίγυπτο. Ακολουθούσε το Τμήμα Στρατιάς Κεντρικής Μακεδονίας (ΤΣΚΜ) υπό τον Αντιστράτηγο Ιωάννη Κωτούλα, στην περιοχή από το Βέρμιο μέχρι και τον Αλιάκμονα, αποτελούμενη από 2 μόλις μεραρχίες ΠΖ. Ήταν δε κομμάτι της ευρύτερης W Force της Κοινοπολιτείας.

Η W Force κάλυπτε όλη την ζώνη από την Φλώρινα μέχρι και το Αιγαίο κοντά στην Κατερίνη, αποτελούνταν από μία Αυστραλιανή Μεραρχία υπό τον Αντιστράτηγο Sir Thomas Blamey να καλύπτει την κοιλάδα του Αλιάκμονα, μία Νεοζηλανδική Μεραρχία υπό τον Υποστράτηγο Bernard Fryberg και με τομέα ευθύνης βόρεια του Ολύμπου και την Βρετανική 1η Τεθωρακισμένη Ταξιαρχία υπό τον Ταξίαρχο Charrington. Η έδρα της διοίκησης ήταν στην Λάρισα, ενώ τα αεροσκάφη της RAF επιχειρούσαν από τα συχνά ανεπαρκή αεροδρόμια της Κεντρικής και Νοτίου Ελλάδας. Οι Βρετανοί είχαν αρκετά καλές μηχανοποιημένες δυνάμεις, με εξοπλισμό και άνδρες που είχαν ήδη δοκιμαστεί στην Δυτική Έρημο αλλά όχι στα ελληνικά βουνά. Υπήρχε όμως απουσία τεθωρακισμένων και βαριού οπλισμού ενώ οι γραμμές εφοδιασμού από Αίγυπτο και Παλαιστίνη προς Ελλάδα ήταν υποκείμενες στα πλοία και τα βομβαρδιστικά του Άξονα. Η άθλια κατάσταση του ελληνικού οδικού και σιδηροδρομικού δικτύου έκανε ακόμη πιο δύσκολη την κατάσταση. Οι δυνάμεις της Κοινοπολιτείας διέθεταν επίσης 100 τεθωρακισμένα και περίπου 200- 300 αεροσκάφη, τα 20 τεθωρακισμένα που είχε λάφυρα από τους Ιταλούς ο ΕΣ βρίσκονταν όλα στην Αλβανία.
Συνολικά 65,110 Έλληνες και 62,610 άνδρες της Κοινοπολιτείας είχαν παραταχθεί για να αντιμετωπίσουν την γερμανική εισβολή.

Την ζώνη μεταξύ Φλώρινας και Αξιού είχαν αναλάβει να φρουρούν οι Γιουγκοσλάβοι, η 5η Γιουγκοσλαβική Στρατιά είχε παραταχθεί διαγώνια προς προς τα ελληνικά σύνορα, με κακή όμως επάνδρωση και απουσία καλού εξοπλισμού.

Απέναντι τους βρίσκονταν η Γερμανική 12η Στρατιά υπό τον Στρατάρχη Wilhelm List, έτοιμη για την Επιχείρηση Marita κατά της Ελλάδας και της Γιουγκοσλαβίας. Η 1η Ομάδα Panzer υπό τον Αρχιστράτηγο von Kleist στόχευε από Ρουμανία και Βουλγαρία στην κεντρική Γιουγκοσλαβία, κινούμενη έπειτα προς το Ζάγκρεμπ, ενώ το XL Σώμα Panzer υπό τον Αντιστράτηγο Stumme στην νότια. Απέναντι από την Γραμμή Μεταξά ήταν παρατεταγμένο το XVIII Ορεινό Σώμα, 1 Μεραρχία Panzer, 2 Μεραρχίες ΠΖ και άλλες 2 Ορεινών Καταδρομών, όλες υπό τον Στρατηγό ΠΖ Böhme. Τους υποστήριζε το XXX Σώμα Στρατού αποτελούμενο από 2 ακόμη Μεραρχίες ΠΖ υπό τον Στρατηγό ΠΒ Hartmann. Στην Ρουμανία παρέμενε το L Σώμα Στρατού ως εφεδρεία, τέλος η 16η Μεραρχία Panzer κάλυπτε τα τουρκοβουλγαρικά σύνορα για να προλάβει τυχών επίθεση από εκεί. Περίπου 680,000 Γερμανοί με 1,200 τεθωρακισμένα και 700 αεροσκάφη. Άλλοι 565,000 Ιταλοί με μεγάλο αριθμό αεροσκαφών και τεθωρακισμένων απασχολούσαν πάνω από 300,000 Έλληνες στο μέτωπο της Αλβανίας.

Συνολικά 1,245,000 άνδρες του Άξονα βρίσκονταν απέναντι σε 492,612 Έλληνες και Βρετανούς, όλος πάλι ο Γιουγκοσλαβικός Στρατός αριθμούσε 850,000 άνδρες και ούτε οι μισοί δεν ήταν κατάλληλα εξοπλισμένοι. Η Τουρκία παρέμενε εμμονικά ουδέτερη προξενώντας τον εκνευρισμό σε βρετανικά αυτοκρατορικά και ελληνικά επιτελεία. Αντίθετα δε με την κοινή διοίκηση ελληνικών και βρετανικών στρατευμάτων, δεν υπήρχε κάποια αντίστοιχη ενιαία διοίκηση με τις γιουγκοσλάβικες δυνάμεις, η γρήγορη κατάρρευση του γιουγκοσλαβικού μετώπου σήμανε και την αυτόματη κατάρρευση του μετώπου στα ελληνικά σύνορα.

Αυτή ήταν η αντιπαράθεση των δυνάμεων Άξονα και Συμμάχων στα Βαλκάνια όταν στις 6:15 της 6ης Απριλίου ξεκίνησε η τρομερή γερμανική εισβολή, η οποία και κατέληξε στην ολοκληρωτική κατάρρευση του μετώπου και των δύο χωρών, στην ηρωϊκή αντίσταση του Ελληνικού Στρατού σε Οχυρά και Λίμνη Καστοριάς, στην εκκένωση της Βορείου Ηπείρου, στις άγριες μάχες με τους Βρετανούς σε Όλυμπο, Βεύη, Θερμοπύλες και κυρίως Κρήτη, στην τριπλή Κατοχή της Ελλάδας και στον πρώτο τεμαχισμό και κατοχή της Γιουγκοσλαβίας.

Πηγή: Ελληνική και Παγκόσμια Στρατιωτική Ιστορία

, , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.