Η Γερμανική εισβολή της Γαλατίας: Ο Ιούλιος Καίσαρας απωθεί τους βαρβάρους

Γράφει ο Μανώλης Χατζημανώλης

Το 58 π.Χ ο Ρωμαίος ανθύπατος της Πέραν των Άλπεων Γαλατίας Γάιος Ιούλιος Καίσαρας είχε πλέον εμπλακεί για τα καλά στις πολιτικές διενέξεις των γαλατικών φυλών βορείως του ποταμού Ροδανού. Αφού εξάλειψε την απειλή που συνιστούσε η μεταναστευτική ορδή των Ελβετών κατά την διάρκεια μόλις μίας εκστρατευτικής σεζόν, ο Καίσαρας ανάπαυε τις έξι λεγεώνες του κοντά στην συμμαχική πόλη Βιβράκτιο, όπου δέχθηκε αντιπροσωπίες από τις κελτικές φυλές της περιοχής. Οι Γαλάτες αρχηγοί επιζητούσαν την συμμαχία της ισχυρής Ρώμης, αλλά και την προστασία της έναντι μιας νέας απειλής από την ανατολή.

Όπως και οι Κέλτες νωρίτερα, έτσι και οι Γερμανοί κατά την διάρκεια των 2ου και 1ου αιώνα π.Χ άρχισαν να εγκαταλείπουν κατά φυλές ή γένη τα παγωμένα δάση του βορρά και να κατευθύνονται προς νότο, επιζητώντας ευκρατότερα κλίματα και ευφορότερα εδάφη για εγκατάσταση. Κάποια φύλα, όπως οι Κίμβροι και οι Τεύτονες στα τέλη του 2ου αιώνα, έφτασαν μέχρι τις μεσογειακές ακτές προκαλώντας προβλήματα και στην Ρώμη, ενώ άλλα εδραιώθηκαν ανατολικά του Ρήνου, όπου υπέταξαν τα ήδη εγκατεστημένα κελτικά και προκελτικά φύλα δημιουργώντας νέες φυλετικές ενώσεις. Μία από αυτές, οι Σουηβοί, έκανε ιδιαίτερα αισθητή την παρουσία της στην ανατολική Γαλατία κατά το πρώτο μισό του 1ου αιώνα π.Χ.

Το 71 π.Χ δύο κελτικές φυλές της περιοχής, οι Σηκουανοί και οι Αίδουοι, ενεπλάκησαν σε μακροχρόνια διαμάχη, κατά την διάρκεια της οποίας οι πρώτοι βρέθηκαν σε δυσχερή θέση. Έτσι ζήτησαν την βοήθεια των Σουηβών, οι οποίοι υπό τον βασιλιά τους Αριόβιστο πέρασαν τον Ρήνο με χιλιάδες πολεμιστές το 61 π.Χ και συνέτριψαν τους Αίδουους. Διαπιστώνοντας τα πλεονεκτήματα της χώρας, με τα εύφορα εδάφη για καλλιέργεια και τους πλωτούς ποταμούς που ευνοούσαν το εμπόριο, 120.000 Σουηβοί εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της σημερινής Αλσατίας, ενώ άρχισαν να διενεργούν επιδρομές στις γύρω γαλατικές φυλές καθιστώντας τις φόρου υποτελείς. Το 59 π.Χ δε, κατά την διάρκεια της υπατίας του Καίσαρα, ο Αριόβιστος είχε και μια διπλωματική επιτυχία, αναγνωριζόμενος ως βασιλιάς και «φίλος» της Ρώμης από τη ρωμαϊκη σύγκλητο.

Προχωρώντας στην υλοποίηση της φιλοδοξίας του για ένα ισχυρό βασίλειο πέραν του Ρήνου, τον επόμενο χρόνο, και ενώ ο Καίσαρας ως ανθύπατος πλέον βρισκόταν στη Γαλατία, ο Αριόβιστος κάλεσε άλλους 24.000 Γερμανούς από την φυλή των Αρούδων να εγκατασταθούν σε τμήμα της χώρας των πρώην συμμάχων του Σηκουανών. Αυτή η επιδεινούμενη γερμανική απειλή, καθώς και η εντυπωσιακή του νίκη εναντίον των Ελβετών, ώθησε τους Κέλτες αρχηγούς να ζητήσουν επισήμως την βοήθεια του Καίσαρα.

Το ζήτημα ήταν λεπτό, καθώς ο Αριόβιστος ήταν «φίλος» της Ρώμης και μάλιστα με δική του εισήγηση. Έτσι ο Ρωμαίος ανθύπατος έπρεπε να δράσει διπλωματικά, επιχειρώντας να παρουσιαστεί ως έντιμος διαμεσολαβητής μεταξύ δύο αντιμαχόμενων μερών. Ο Καίσαρας απαίτησε από τον Αριόβιστο να μην φέρει άλλους Γερμανούς πέρα από τον Ρήνο και να πάψει να παρενοχλεί τους Γαλάτες συμμάχους της Ρώμης. Ο Αριόβιστος από την άλλη θεωρώντας πως έχει ισχυροποιήσει την θέση του και αντιλαμβανόμενος λανθασμένα την «φιλία» του με την Ρώμη ως σχέση μεταξύ ίσων, αρνήθηκε προκλητικά να συμμορφωθεί καλώντας τον Καίσαρα να του επιτεθεί αν ήθελε, ενώ κάλεσε άλλα εκατό γένη Σουηβών να περάσουν στην Γαλατία. Ως απάντηση στην προκλητική συμπεριφορά του Γερμανού βασιλιά, ο Καίσαρας κινητοποίησε τις λεγεώνες του για να εισέλθει στην επικράτεια του Αριόβιστου.

Οι αντίπαλοι στρατοί συναντήθηκαν στην χώρα των Σηκουανών. Αφού αντιμετώπισε μια κρίση λιποψυχίας των στρατιωτών του στην σηκουανική πρωτεύουσα Βεσόντιο απέναντι στον άγνωστο εχθρό, ο Καίσαρας οδήγησε τις λεγεώνες του απέναντι από το γερμανικό στρατόπεδο περίπου 40 χλμ από την πόλη, στην περιοχή του σημερινού Μπελφόρ. Οι δύο ηγέτες συνοδευόμενοι μόνο από τους ακολούθους τους συναντήθηκαν για απευθείας διαπραγματεύσεις, οι οποίες κατέρρευσαν όταν οι Σουηβοί συνοδοί του Αριόβιστου συγκρούστηκαν με έφιππους άνδρες της Δέκατης Λεγεώνας που συνόδευαν τον Καίσαρα. Ήταν σαφές πως ο Γερμανός αρχηγός αντιλαμβανόταν, ενδεχομένως δικαιολογημένα, πως ο φιλόδοξος Ρωμαίος ανθύπατος δρούσε εκτός της δικαιοδοσίας της ρωμαϊκής συγκλήτου και εξωθούσε την κατάσταση στα άκρα.

Χρησιμοποιώντας ένα μικτό σώμα ιππέων και ελαφρά οπλισμένων πεζών ως προκάλυψη, ο Αριόβιστος μετέφερε τον στρατό του σε απόσταση μόλις 3 χλμ από το οχυρωμένο στρατόπεδο του Καίσαρα, ενώ τις επόμενες μέρες οι Γερμανοί ιππείς και ακροβολιστές παρενοχλούσαν συστηματικά τον ανεφοδιασμό των Ρωμαίων από την γύρω ύπαιθρο. Καθώς το ιππικό που διέθετε ο Καίσαρας ήταν αποκλειστικά Γαλάτες βοηθητικοί μειωμένης αξιοπιστίας, όπως είχε δείξει η κακή απόδοσή τους έναντι των Ελβετών λίγους μήνες νωρίτερα, o Ρωμαίος στρατηγός ανέτρεψε την δυσμενή γι’ αυτόν κατάσταση αξιοποιώντας την ρωμαϊκή πειθαρχία και την επιδεξιότητα στην οχυρωματική τέχνη.

Αφού άφησε μια μικρή φρουρά στο στρατόπεδό του, ο Καίσαρας παρέταξε το στράτευμά του σε τρεις σειρές και σε απόσταση μόλις 550 μέτρων από τον γερμανικό καταυλισμό. Υπό την κάλυψη των δύο πρώτων σειρών, οι λεγεωνάριοι της τρίτης έκτισαν επιτόπου οχυρό (castrum) το οποίο επανδρώθηκε με δύο από τις έξι λεγεώνες και τους βοηθητικούς συμμάχους, ιππείς και ακροβολιστές. Έτσι, σε μια ανατροπή της προηγούμενης κατάστασης, οι Γερμανοί βρέθηκαν αποκλεισμένοι στο ίδιο τους το στρατόπεδο εξαναγκαζόμενοι ουσιαστικά να δώσουν κατά παράταξη μάχη σε χρόνο και χώρο της επιλογής του αντιπάλου τους.

Την επόμενη μέρα και υπό την κάλυψη των ακροβολιστών και των ιππέων του, ο Καίσαρας παρέταξε και τις έξι λεγεώνες του για μάχη, με τους λεγεωνάριους να προελαύνουν ξανά προς το οχυρωμένο με άμαξες γερμανικό στρατόπεδο στην κλασική τους τριπλή διάταξη. Οι Γερμανοί παρατάχθηκαν κατά φυλές (Σουηβοί, Αρούδες, Τριβόκοι, Μαρκομάννοι, Βαγγίονες, Νεμέτες και Σεδούσιοι, μέλη όλοι της σουηβικής φυλετικής ένωσης), ενώ πίσω τους, πάνω στις άμαξες, πήραν θέση τα γυναικόπαιδά τους που με ιαχές και προτροπές εμψύχωναν τους πολεμιστές. Ο Καίσαρας έλαβε την αρχηγία του δεξιού ρωμαϊκού κέρατος, το οποίο διέλυσε σχεδόν αμέσως την αδύναμη γερμανική αριστερή πτέρυγα, με τους Ρωμαίους να εκτοξεύουν πρώτα τα τρομερά διατρητικά pila τους και στη συνέχεια να ξιφουλκούν και να επιτίθενται ορμητικά με τα gladia τους. Στο αριστερό ρωμαϊκό κέρας όμως η εξέλιξη της μάχης ήταν διαφορετική, καθώς οι Γερμανοί πολεμιστές, αφού αντεπιτέθηκαν με ταχύτητα περνώντας με μικρές απώλειες τον φραγμό από τα pila, σχημάτισαν ένα συμπαγές τείχος από ασπίδες και απωθούσαν τους εκεί παρατεταγμένους λεγεωνάριους. Τότε ένας αξιωματικός του ιππικού, ο νεαρός Πόμπλιος Λικίνιος Κράσσος, πήρε την πρωτοβουλία και οδήγησε τους άντρες της τρίτης σειράς της ρωμαϊκής παράταξης, που είχε ρόλο εφεδρείας, εναντίον του ακάλυπτου πλευρού των Γερμανών. Η γερμανική παράταξη έσπασε και τράπηκε σε φυγή προς τον Ρήνο. Όσοι Σουηβοί εγκλωβίστηκαν στην δυτική όχθη του ποταμού εξοντώθηκαν μαζί με τα γυναικόπαιδά τους, ενώ πολλοί πνίγηκαν και κατά την διάβαση. Από τους 30.000 Γερμανούς που πολέμησαν εκείνη την ημέρα ελάχιστοι σώθηκαν στην αντίπερα όχθη, μεταξύ των οποίων και ο ίδιος ο Αριόβιστος, ο οποίος έχασε τις δύο συζύγους του και μια από τις κόρες του.

Ήταν μια μεγάλη νίκη που ανέστειλε προσωρινά την γερμανική εισχώρηση στην Γαλατία. Δύο χρόνια αργότερα, οι Σουηβοί θα προσπαθούσαν εκ νέου να ασκήσουν πίεση ωθώντας άλλες δύο γερμανικές φυλές, τους Ουσιπέτες και τους Τεγκτέρους, να εγκατασταθούν δυτικά του Ρήνου. Η απάντηση του Καίσαρα θα ήταν για άλλη μια φορά αδυσώπητη, καθώς, αφού θα συνελάμβανε κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων τους Γερμανούς αρχηγούς, θα επέπεφτε με τις λεγεώνες του στις ακέφαλες φυλές εξοντώνοντάς τις σχεδόν ολοκληρωτικά. Δέκα μέρες μετά θα διέσχιζε τον Ρήνο, εισβάλλοντας βαθιά μέσα στην Γερμανία, όπου μέσα σε 18 μέρες θα ερήμωνε τη χώρα εξανδραποδίζοντας ανθρώπους και υποτάσσοντας φυλές αποσπώντας ομήρους. Θα ήταν η πρώτη από πολλές επιδρομές που θα ακολουθούσαν τα επόμενα χρόνια στα γερμανικά εδάφη μεταξύ του Ρήνου και του Έλβα , δίνοντας την εντύπωση στους Ρωμαίους πως η Γερμανία αποτελούσε ακόμα μια χώρα έτοιμη για κατάκτηση. Οι προσδοκίες για την εύκολη υποταγή των «βάρβαρων» γερμανικών φύλων θα διαψεύδονταν με τραγικό τρόπο με την καταστροφή στον Τευτομβούργιο Δρυμό περίπου πενήντα χρόνια αργότερα, μετά την οποία ο Ρήνος θα γινόταν το οριστικό σύνορο της ρωμαϊκής Γαλατίας προς την ανατολή…

, , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.