Η γερμανική πολιτική στην Ανατολή: Από το Lebensraum στους ντόπιους συνεργάτες των ναζί

Η γερμανική πολιτική στην Ανατολή: Από το Lebensraum (1941-1943) στην αντισοβιετική συνεργασία με τους σλαβικούς λαούς της ΕΣΣΔ (1943-1945)

Γράφει ο Νικόλαος Γιώτης

Σήμερα θεωρείται γενικά αποδεκτό ότι το Γ’ Ράιχ έχασε ουσιαστικά τον πόλεμο στην ΕΣΣΔ, εξαιτίας μια αλυσίδας στρατιωτικών και πολιτικών λαθών. Ήταν πράγματι το στρατιωτικό μέτωπο που έκρινε την έκβαση του πολέμου στην Ευρώπη, δεδομένων των αριθμών που ενεπλάκησαν εκεί, τόσο από γερμανικής όσο κι από σοβιετικής πλευράς. Πολλά έχουν ειπωθεί και γραφεί για τα στρατιωτικά λάθη των Γερμανών στο Ανατολικό Μέτωπο, λιγότερα όμως είναι γνωστά για τα γερμανικά πολιτικά λάθη της σύγκρουσης, που ήταν εξίσου κοστοβόρα (αν όχι περισσότερο) κι έπαιξαν εξίσου καθοριστικό ρόλο στην τελική ήττα. Οι προσπάθειες της “τελευταίας στιγμής” εκ μέρους της Γερμανίας να ανατραπεί το πολιτικό σκηνικό στις σχέσεις της με τους σλαβικούς πληθυσμούς της Σοβιετικής Ένωσης ήρθαν πολύ αργά για να αλλάξουν ο,τιδήποτε και φυσικά δεν άλλαξαν τίποτα. Ωστόσο η παρουσίαση τους παρουσιάζει ερευνητικό ενδιαφέρον.
Όταν το Γ’ Ράιχ εισέβαλλε στην ΕΣΣΔ, τα ξημερώματα της 22ας Ιουνίου 1941, πέρα από το μέχρι θανάτου πόλεμο ενάντια στον Κομμουνισμό που ξεκινούσε (ένα “νέο είδος πολέμου” κατά τα λεγόμενα των Γερμανών ιθυνόντων), και που συνεπαγόταν τη διαταγή για επιτόπιες εκτελέσεις πολιτικών επιτρόπων του ΚΚΣΕ (“Kommissarbefehl”), την εκρίζωση των δομών του προϋπάρχοντος καθεστώτος, μέχρι και την ισοπέδωση πόλεων με συμβολική σημασία για το σοβιετικό καθεστώς (π.χ. Λένινγκραντ), υπήρχαν έτοιμα και γεωπολιτικά σχέδια για τα εδάφη της χώρας που θα καταλαμβάνονταν, βασισμένα στην εθνικοσοσιαλιστική κοσμοθεωρία.

Σχέδια που προέβλεπαν εκτοπίσεις εκατομμυρίων σλαβογενών πέρα από τα Ουράλια, πολιτιστικό εκγερμανισμό των πληθυσμών που θα κρίνονταν βάσει του καθεστώτος φυλετικά άξιοι και θα παρέμεναν στα εδάφη τους, και τη δημιουργία πρότυπων αγροτικών αποικιών από Γερμανούς εποίκους στα πιο εύφορα εδάφη της χώρας. Ήταν το Generalplan Ost, το “Γενικό Σχέδιο Ανατολή”, ένας μακροχρόνιος στόχος με ορίζοντα δεκαετιών, και η εκπλήρωση της υπόσχεσης του Χίτλερ για γερμανικό “ζωτικό χώρο”, στόχου ξεκάθαρα διακηρυγμένου ήδη στο δίτομο ιδεολογικό του βιβλίο “Ο Αγών Μου” τη δεκαετία του 1920. Πολιτικά ήταν γνήσιο τέκνο της υπερχιλιετούς γερμανο-σλαβικής πολιτικοστρατιωτικής και πολιτιστικής διένεξης, της οποίας οι απαρχές εντοπίζονται στο 10ο αιώνα μ.Χ. Το δόγμα “Πορεία προς Ανατολάς” (Drang nach Osten) είχε από πολύ νωρίς μπολιάσει τον Εθνικοσοσιαλισμό με το βαθιά ριζωμένο στη γερμανική ψυχή αντισλαβισμό και οι Σλάβοι γενικά θεωρούνταν φυλετικά κατώτεροι των Γερμανών. Tο Generalplan Ost ήταν έκφραση αυτού του “προαιώνιου μίσους” και η “τελική τιμωρία” αυτού του “επικίνδυνου εχθρού” του γερμανικού έθνους.
Όταν λοιπόν το καλοκαίρι του 1941 “άνοιξαν οι ασκοί του Αιόλου” στην Ανατολή, οι Γερμανοί οργάνωσαν την κατοχή των σοβιετικών εδαφών με βάση αυτές τις αρχές, με ελάχιστες εξαιρέσεις. Ο Hans Frietzsche, δημοφιλής σχολιαστής του γερμανικού ραδιοφώνου με επιρροή και υπαγόμενος στο υπουργείο προπαγάνδας του Γκαίμπελς, είπε τον Οκτώβριο του 1941, ενώ όλα φαίνονταν να πηγαίνουν καλά για το Γ’ Ράιχ: “Οι Γερμανοί θα πρέπει να διαπαιδαγωγηθούν στην αυτοκρατορική ευρωπαϊκή ιδέα, και να προετοιμαστούν για συνεχείς ελλάσονες στρατιωτικές επιχειρήσεις στα ανατολικά μετά την ήττα της ΕΣΣΔ, ανάλογες με τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι Βρετανοί στην Ινδία”. Ιδιαίτερα σκληρή υπήρξε η κατοχή της Ουκρανίας, καθώς ο εκεί Κομμισσάριος του Ράιχ Έριχ Κοχ έβαλε στόχο να απομυζήσει οικονομικά τη χώρα για τις ανάγκες του πολέμου, και φερόταν με ιδιαίτερη σκληρότητα στο γηγενή πληθυσμό, τον οποίο θεωρούσε ικανό μόνο για σκλαβιά: “Θα ρουφήξω όλο το μεδούλι απ’ αυτή τη χώρα. Δεν ήρθα εδώ να σπείρω την ευτυχία, αλλά να βοηθήσω το Φύρερ” είχε πει χαρακτηριστικά.

Παρόλα αυτά, μέσα στο καθεστώς υπήρχαν και φωνές που διαφωνούσαν με την ως άνω “Ostpolitik”: Ο Υπουργός των Κατεχόμενων Ανατολικών Εδαφών Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ διαφωνούσε έντονα με την κακομεταχείριση των Ουκρανών, τους οποίους ήθελε να πάρει με το μέρος του στα πλαίσια του κοινού αντικομμουνιστικού πολέμου. Πραγματοποιούσε συνεχή διαβήματα στην Καγκελαρία για την καταστροφική πολιτική του υφισταμένου του Έριχ Κοχ στην Ουκρανία και τον Απρίλιο του 1943 συναντήθηκε μαζί του και με το Χίτλερ για να επιφέρει αλλαγές, χωρίς όμως να αλλάξει ο,τιδήποτε, καθώς ο Γερμανός καγκελάριος πήρε το μέρος του Κοχ, ενώ είχε την υποστήριξη του Μπόρμαν και του Γκαίρινγκ. Το ίδιο σκεπτικό είχε κι ο Baldur von Schirach, πρώην αρχηγός της Χιτλερικής Νεολαίας και Gauleiter της Βιέννης, που είχε επίσης διαφωνήσει ανοικτά με τον αρχηγό του σχετικά με τη μεταχείριση των ανατολικών λαών σε συνάντησή τους στο Berghof τον Ιούνιο του 1943. Αυτή η ενέργεια του κόστισε δυσμένεια για το υπόλοιπο του πολέμου. Εξαίρεση επίσης αποτέλεσε ο πρώτος πολιτικός διοικητής της Λευκορωσίας από το 1941 μέχρι τη δολοφονία του από τους παρτιζάνους το Σεπτέμβριο του 1943, ο Wilhelm Kube, που διαφοροποιήθηκε από το Βερολίνο και προσπάθησε να κερδίσει τη συμπάθεια των Λευκορώσων. Αν και είχε ξεκαθαρίσει ότι δεν θα υποσχόταν στους Λευκορώσους “ούτε κοινοβουλευτικές ανοησίες, ούτε δημοκρατικές υποκρισίες”, τους θεωρούσε “έναν υγιή αγροτικό πληθυσμό” κι επιθυμούσε “την αφύπνιση της λευκορωσικής εθνικής συνείδησης” μετά από αιώνες εκρωσισμού. Είχε την άποψη ότι εθνολογικά “οι Λευκορώσοι δεν είναι Ρώσοι, είναι Ρουθηνοί”, κι οργάνωσε τη “Λευκορωσική Αυτοβοήθεια” και τη “Ένωση Λευκορωσικής Νεολαίας”. Αυτή του η πολιτική βεβαίως, τον έφερνε συχνά σε αντιπαραθέσεις στα “παιχνίδια εξουσίας” με τους οπαδούς της “σκληρής γραμμής” υψηλόβαθμους αξιωματούχους του καθεστώτος, και φυσικά δεν απέτρεπε τις γερμανικές αστυνομικές αρχές από το να επιβάλλουν ιδιαίτερα αυστηρά αντίποινα στη λευκορωσική ύπαιθρο λόγω της δράσης των παρτιζάνων.

Όσο η Γερμανία προήλαυνε νικηφόρα, διαφωνίες τέτοιου είδους δεν λαμβάνονταν υπ’ όψην ή στην καλύτερη περίπτωση ήταν μειοψηφικές και η σκληρή γραμμή παρέμενε ο κανόνας. Όμως στις 13 Ιανουαρίου 1943, με την καταστροφή του Στάλινγκραντ προ των πυλών, ο Χίτλερ έδωσε νέα σαφή εντολή: Όλα τα μακροχρόνια σχέδια για την Ανατολική Ευρώπη θα αναστέλλονταν μέχρι να τελειώσει ο πόλεμος. Έξι μήνες αργότερα, με τη σύγκρουση για πρώτη φορά να έχει πάρει σαφή τροπή εναντίον της Γερμανίας μετά την ήττα στη μάχη του Κουρσκ τον Ιούλιο, η γερμανική ηγεσία αναγκάστηκε να αναθεωρήσει σταδιακά τη στάση της, και να προσβλέπει σε συνεργασία με τους κατακτημένους σλαβικούς πληθυσμούς.
Η αρχή έγινε από τη Λευκορωσία: Προκειμένου να συγκεντρωθούν εθελοντές για τα ένοπλα σώματα και να επέλθει υποστήριξη από το λευκορωσικό πληθυσμό και την “ελίτ” του έθνους, ο στρατηγός της Αντικατασκοπίας Reinhard Gehlen πρότεινε στην Ανώτατη Στρατιωτική Διοίκηση να γίνουν κάποιες παραχωρήσεις στους Λευκορώσους συνεργάτες με τη δημιουργία μιας λευκορωσικής κατοχικής κυβέρνησης. Η ημιαυτόνομη κυβέρνηση εγκαθιδρύθηκε από τους Γερμανούς το Δεκέμβριο του 1943 κι ονομάστηκε “Λευκορωσικό Κεντρικό Συμβούλιο”. Ο δήμαρχος του Σμολένσκ Radaslau Astrouski ορίστηκε πρόεδρος. Ο δε Γερμανός Κομμισσάριος Kurt von Gottberg πήρε το Λευκορώσο πολιτικό Ivan Yermachenka που ζούσε στην Πράγα ως σύμβουλο για τις λευκορωσικές υποθέσεις. Το Λευκορωσικό Κεντρικό Συμβούλιο είχε περιορισμένο ρόλο βέβαια στη διακυβέρνηση, με τις βασικές αποφάσεις να εξακολουθούν να παίρνονται από τη γερμανική διοίκηση της “Generalbezirk Weiβruthenien”. To Συμβούλιο απαρτιζόταν από δώδεκα τμήματα: Εκπαίδευση, Επιστήμη και Πολιτισμός, Προπαγάνδα και Τύπος, Κοινωνική Ασφάλεια, Οικονομικά, ζητήματα νεολαίας, Θρησκεία, έλεγχος, διαχειριστικά ζητήματα, Οικονομία, Εθνικές Μειονότητες κι Αυτοάμυνα. Ο θεσμός επιτηρούσε και τις δραστηριότητες φορέων που είχαν εγκαθιδρυθεί ήδη νωρίτερα από τους Γερμανούς: Την Ένωση Λευκορωσικής Νεολαίας, τη Λευκορωσική Επιστημονική Εταιρεία, τη Λευκορωσική Πολιτιστική Ένωση, τη Λευκορωσική Αυτοβοήθεια και τις εργατικές ενώσεις. Κατάφερε να διευρύνει τη χρήση της λευκορωσικής γλώσσας στα σχολεία και στη δημόσια ζωή κι εργαζόταν για την ίδρυση μέχρι και πανεπιστημιακού ιδρύματος. Σε αντίθεση δε με προγενέστερες οργανώσεις συνεργατών, το Λευκορωσικό Κεντρικό Συμβούλιο προάσπιζε με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα τα συμφέροντα του λευκορωσικού λαού από τις κατοχικές αρχές.

Τα γραφεία του Λευκορωσικού Κεντρικού Συμβουλίου στο Μινσκ.

Τα SS επίσης έδωσαν άδεια για μια αυτοκέφαλη Λευκορωσική Ορθόδοξη Εκκλησία, ανεξάρτητη από το Πατριαρχείο της Μόσχας, του οποίου η επιρροή σκοπός ήταν να εκμηδενιστεί. Η ιδέα στηρίχθηκε στο ότι οι τοπικοί ιερείς είχαν μεγάλη επιρροή στον αγροτικό πληθυσμό και στήριζαν ανοικτά την ήττα της ΕΣΣΔ, λόγω της τρομοκρατίας των χριστιανικών πληθυσμών της Δυτικής Λευκορωσίας από τους Σοβιετικούς κατά τη σοβιετική εισβολή της Πολωνίας το Σεπτέμβριο του 1939. Το Μάρτιο του 1944, το Λευκορωσικό Κεντρικό Συμβούλιο οργάνωσε κι επιστράτευση μεταξύ των νεαρών Λευκορώσων. Δημιουργήθηκε έτσι η Λευκορωσική Πολιτοφυλακή με 28.000 άνδρες έτοιμους για εκπαίδευση με τη βοήθεια μερικών χιλιάδων από τα τάγματα της λευκορωσικής βοηθητικής αστυνομίας.

Το καλοκαίρι του 1944, λίγο πριν εκκενωθεί το Μινσκ λόγω της μεγάλης σοβιετικής αντεπίθεσης (επιχείρηση “Bagration”), τo Λευκορωσικό Κεντρικό Συμβούλιο πραγματοποίησε εκεί συνέδριο. Στο συνέδριο συγκεντρώθηκαν 1039 αντιπρόσωποι από διάφορες περιοχές της Λευκορωσίας κι από τις λευκορωσικές οργανώσεις εμιγκρέδων. Το συνέδριο επικύρωσε τη διακήρυξη της λευκορωσικής ανεξαρτησίας κι όρισε το Λευκορωσικό Κεντρικό Συμβούλιο ως το ανώτατο λευκορωσικό αντιπροσωπευτικό σώμα, με γερμανική ανοχή λόγω των δυσμενών πολεμικών συνθηκών. Ο σκοπός του συνεδρίου ήταν να αποκτήσει το Συμβούλιο νομιμότητα αναγνωρισμένη από τη λευκορωσική κοινωνία, κι όχι μόνο βάσει αποφάσεων των γερμανικών αρχών. Με την προέλαση του σοβιετικού στρατού δυτικότερα, το Συμβούλιο ακολούθησε τους Γερμανούς στην υποχώρηση κι εγκαταστάθηκε σε περιοχές της Πολωνίας και της Ανατολικής Πρωσίας που βρισκόταν ακόμη υπό γερμανικό έλεγχο.

Κι όσο ο πόλεμος στρεφόταν στρατιωτικά κατά των Γερμανών με τις συνεχείς τους ήττες, τόσο η γερμανική πολιτική φαινόταν να κάνει στροφή 180 μοιρών: Το Φθινόπωρο του 1944, με την έγκριση του Γερμανού Καγκελαρίου και την υποστήριξη του αρχηγού των SS Heinrich Himmler, δημιουργήθηκε η “Επιτροπή για την απελευθέρωση των λαών της Ρωσίας”, με επικεφαλής το στρατηγό Αντρέι Βλασώφ. Ο στρατηγός Βλασώφ υπήρξε ο στρατιωτικός αρχηγός των αντικομμουνιστικών ρωσικών στρατιωτικών μονάδων που πολεμούσαν με τη γερμανική πλευρά ήδη από το 1942 με το όνομα “Ρωσικός Απελευθερωτικός Στρατός”. Η επιτροπή απαρτιζόταν από πολιτικούς και στρατιωτικούς συνεργάτες των Γερμανών κυρίως ρωσικής καταγωγής. Ιδρύθηκε στις 14 Νοεμβρίου 1944 στην Πράγα, σε μια συμβολική ενέργεια, καθώς η τελευταία ήταν μια μεγάλη και ιστορική σλαβική πόλη ακόμη υπό τον έλεγχο του Γ’ Ράιχ.

Bundesarchiv Bild 146-1984-101-29, Andrej Wlassow.jpg
Ο στρατηγός Αντρέι Βλασώφ, συνεργάτης των ναζί

Οι στόχοι της επιτροπής διατυπώθηκαν στο “Μανιφέστο της Πράγας”. Τα 14 σημεία του μανιφέστου εγγυόταν την ελευθερία του λόγου, του τύπου, την ανεξιθρησκεία, το δικαίωμα του “συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι” καθώς και το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού για κάθε εθνική μειονότητα ζούσε σε ρωσικά εδάφη. Το Μανιφέστο της Πράγας δεν περιελάμβανε αντισημιτική ή οποιαδήποτε φυλετική ρητορική, κάτι που αρχικά προκάλεσε τις αντιδράσεις των Γερμανών προπαγανδιστών. Παρόλα αυτά, στο προσχέδιο του κειμένου συμπεριλήφθηκε και κριτική ενάντια στους Δυτικούς Συμμάχους, κυρίως προς τις ΗΠΑ και τη Μεγάλη Βρετανία. Η επιτροπή θεωρήθηκε ως το “πολιτικό σκέλος” του Ρωσικού Απελευθερωτικού Στρατού του Βλασώφ στον οποίο έγινε αναφορά παραπάνω. Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι στην επιτροπή συμμετείχαν κι άλλες εθνικότητες της ΕΣΣΔ, αλλά κι Ουκρανοί αντικομμουνιστές, καθώς το Φθινόπωρο του 1944 η πρόταση του Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ εισακούστηκε και η ηγεσία του Γ’ Ράιχ πραγματοποίησε τελικά επίσημες επαφές με ουκρανικούς εθνικιστικούς κύκλους. Έγινε επίσης προσπάθεια δημιουργίας αντισοβιετικού “Ουκρανικού Απελευθερωτικού Στρατού” υπό τον Ουκρανό στρατηγό Pavlo Shandruk.

Τόσο το Λευκορωσικό Κεντρικό Συμβούλιο όσο και η Επιτροπή για την απελευθέρωση των λαών της Ρωσίας έπαυσαν τις δραστηριότητές τους μετά τη συνθηκολόγηση της Γερμανίας το Μάιο του 1945. Στα τέλη του 1945, ο Astrouski σε μια συνάντηση του Συμβουλίου αποφάσισε τη διάλυση της κυβέρνησης για να αποφύγει την κατηγορία της συνεργασίας με τους Γερμανούς. Όμως στις 25 Μαρτίου 1948 το Λευκορωσικό Κεντρικό Συμβούλιο αποφάσισε τη συνέχιση των δραστηριοτήτων του στην εξορία, κι έκτοτε υπήρξε η “οργάνωση-ομπρέλλα” όλων των λευκορωσικών κοινοτήτων εμιγκρέδων στη Δύση μέχρι την οριστική διάλυσή του το 1995.
Σχετικά δε με την Επιτροπή, στην άμεση μεταπολεμική περίοδο διάφορες οργανώσεις εμφανίστηκαν για να συνεχίσουν το αντικομμουνιστικό έργο της: “H Λεγεώνα της σημαίας του Αγίου Ανδρέα”, η “επιτροπή των ενωμένων βλασωφικών”, η “Ένωση για τη μάχη για την απελευθέρωση των λαών της Ρωσίας” κ.α. που οργανώθηκαν από βετεράνους της Επιτροπής και του Ρωσικού Απελευθερωτικού Στρατού οι οποίοι κατόρθωσαν να αποδράσουν και να αποφύγουν τον υποχρεωτικό επαναπατρισμό στην ΕΣΣΔ. Οι τελευταίες δύο οργανώσεις συμμετείχαν ενεργά και σε αμερικανικές προσπάθειες στα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου για τη συγκρότηση ενός ενιαίου αντισοβιετικού φορέα από Σοβιετικούς εμιγκρέδες.

Από την Ομάδα FB Ελληνική και Παγκόσμια Στρατιωτική Ιστορία

, , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.