Η γεωπολιτική ιστορία της Μεσαιωνικής αυτοκρατορίας υπό τις θεωρίες του Καρλ Σμιτ

Ο Καρλ Σμιτ υπήρξε από τους σημαντικότερους αλλά και πλέον αμφιλεγόμενους πολιτικούς στοχαστές του 20ου αιώνα. Ο Γερμανός διανοητής διακρίθηκε για τις θεωρίες του περί κράτους, εξουσίας και πολιτικής θεολογίας, κατηγορήθηκε δε για τη σύντομη σύμπραξη του με το εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς. Ο μελετητής του Μεσαίωνα αναγνωρίζει εύκολα τη θεώρηση της χριστιανικής αυτοκρατορίας ως το «κατέχον», δηλαδή θεόπεμπτη δύναμη η οποία με την παρουσία της ελέγχει τις δυνάμεις της ανομίας και καθυστερεί την έλευση των εσχάτων. Και οι πιο σύγχρονης αναφοράς θεωρίες του όμως, μπορεί να φανούν χρήσιμες στην εξέταση της μεσαιωνικής ιστορίας. Εδώ, η αυτοκρατορική τάξη πραγμάτων του Βυζαντίου θα αντιπαραβληθεί με εκείνην της Δυτικής Ευρώπης και αμφότερες θα ιδωθούν μέσα από τα πλαίσια τριών όρων που χρησιμοποιούνται από τον Σμιτ: εκτός από το Κατέχον είναι ο Μείζων χώρος (Großraum) και η αυτοκρατορία (Reich).

Γράφει ο Μάριος Νοβακόπουλος,

Η διατύπωση και το περιεχόμενο των όρων

Εκ πρώτης όψεως ο συγκεκριμένος σμιτιανός στοχασμός αποτυπώνεται σε συνθήκες και θεματολογία πολύ μακρινές από το θέμα μας. Το 1941 εκδίδεται στη Σαγκάη της Κίνας (τότε υπό ιαπωνική κατοχή) το πρώτο τεύχος του ναζιστικού περιοδικού «20ος αιώνας». Εκεί ο Καρλ Σμιτ δημοσιεύει το άρθρο «Großraum und Reich», σύνοψη παλαιότερου βιβλίου του. Στο κείμενο αυτό ο Γερμανός πολιτικός επιστήμονας προσπαθεί να αποδομήσει τη δυτική, φιλελεύθερη τάξη που επικρατεί στο διεθνές δίκαιο και τη διεθνή πολιτική. Σε αντιδιαστολή με την κατ’ αυτόν παρωχημένη θεωρία του κυριάρχου κράτους και τις παγκόσμιες πολιτικές συνθήκες που επέβαλλε δια της θαλασσοκρατίας της η Μεγάλη Βρετανία, αντιπροτείνεται η εισαγωγή στη νομική ορολογία των εννοιών του Μείζονος Χώρου και της Αυτοκρατορίας.

Ο Μείζων Χώρος «είναι ένας συνδυασμός τριών παραγόντων: ενός πολιτικά αφυπνισμένου πληθυσμού, μιας πολιτικής ιδέας και μιας πολιτικής περιοχής η οποία είναι υπό την κυριαρχία αυτής της ιδέας και αποκλείει κάθε ξένη επέμβαση».[1] Αρχέτυπο του Μείζονος Χώρου κατά το Σμιτ είναι το Δόγμα Μονρόε, το οποίο διεκήρυξε ο ομώνυμος πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών το 1823. Το δόγμα όριζε τις ΗΠΑ ως κυρίαρχη δύναμη της αμερικανικής ηπείρου και κήρυσσε απαράδεκτη κάθε ευρωπαϊκή ανάμιξη εκεί, την επαύριον της ανεξαρτησίας των ισπανικών αποικιών. Οι αμερικανικοί λαοί είχαν αποδεσμευθεί από την ευρωπαϊκή πολιτική ηγεμονία και γύρω από τις αρχές της αυτοδιάθεσης και της αποαποικιοποίησης απέκλεισαν τις δυνάμεις της Γηραιάς Ηπείρου από το παίγνιο ισχύος στο δυτικό ημισφαίριο. Ανεξαρτήτως εάν το Δόγμα Μονρόε συνιστά πολιτική πράξη ή αρχή διεθνούς δικαίου (ερώτημα το οποίο ο Σμιτ θα αφήσει αναπάντητο ως επουσιώδες), δημιουργείται ένα Großraum διεθνούς δικαίου, αφού κατοχυρώνεται η αρχή της μη επέμβασης και της άρνησης του παλαιού ευρωκεντρικού-μοναρχικού καθεστώτος. Αντίθετα η Βρετανική αυτοκρατορία, λόγω του ότι οι κτήσεις της ήταν διεσπαρμένες παντού στην υφήλιο και η συνοχή της εξαρτάτο από την ελεύθερη ναυσιπλοΐα, προώθησε μία ερμηνεία της ισχύος οικουμενική και ανεδαφική.[2]

Ένας Μείζων Χώρος δεν μπορεί να διαμορφωθεί μόνος του: χρειάζεται να τον κηρύξει, οριοθετήσει και υπερασπίσει μία σημαντική δύναμη. Δύναμη η οποία έχει τη βούληση και τη δυνατότητα να κατοχυρώσει προνομιακό της Großraum δεν είναι απλώς κράτος, ίσο και όμοιο με τα πάμπολλα ασήμαντα που συνιστούν τη διεθνή κοινωνία. Η δύναμη αυτή είναι Reich, Αυτοκρατορία. Αυτοκρατορίες είναι «εκείνες οι ηγέτιδες δυνάμεις που οι πολιτικές ιδέες τους ακτινοβολούν σε μία μείζονα, καθορισμένη γεωγραφική σφαίρα, η οποία αποκλείει αξιωματικά τις επεμβάσεις εξωτερικών δυνάμεων εντός της, και που ως δυνάμεις υψώνονται πάνω από τα κρατικά σύνορα και τα πληθυσμιακά όρια ενός και μόνο λαού». Διευκρινίζεται πως Αυτοκρατορία δεν είναι απλώς ένα μεγάλο γεωγραφικά κράτος ούτε μία σφαίρα επιρροής. Τα κράτη εντός του Μείζονος Χώρου της Αυτοκρατορίας διατηρούν την υπόσταση τους, έστω ως υφιστάμενα.[3]

Μιλώντας για γεωγραφία, ο συγγραφέας προσπαθεί να ορίσει την έννοια του χώρου σε συνάφεια με την διεθνοπολιτικό σχήμα Großraum-Reich: «ο χώρος, αφ’ εαυτός, ξεκάθαρα δε συνιστά συμπαγή τάξη. Αλλά εξίσου ξεκάθαρα, κάθε συμπαγής τάξη και κοινότητα έχει ένα συγκεκριμένο περιεχόμενο σε όρους τόπου και χώρου. Υπό αυτήν την έννοια, μπορεί να πει κανείς πως κάθε νομικό καθίδρυμα-κάθε θεσμός-έχει μία σύλληψη του χώρου εσωτερική για τον εαυτό του, και συνεπώς φέρνει μαζί της τη δική του εσωτερική ουσία και τα δικά του εσωτερικά όρια».[4] Γίνεται λόγος για μία μεγάλη επανάσταση στην έννοια του χώρου, όπως αυτή που είχε μεταβάλει τον 16-17ο αιώνα τη μεσαιωνική (δικτυακή, αλληλεπικαλυπτόμενη, διασπασμένη) σε νεωτερική (κρατική, αποκλειστική, ενιαία).[5]

Έχοντας εκθέσει τους προτεινόμενους όρους, ο Καρλ Σμιτ παρατηρεί πως ανακύπτουν τέσσερα νομικά πλαίσια σχέσεων: μεταξύ Großraume, μεταξύ ηγετικών Reiche, μεταξύ των λαών εντός του Großraum και μεταξύ λαών διαφορετικών Großraume.[6] Βεβαίως, οι σκέψεις αυτές γίνονται στα πλαίσια του 20ου αιώνα και δη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, σκιαγραφώντας μία παγκόσμια κατανομή ισχύος μεταξύ ΗΠΑ, Μεγάλης Βρετανίας, Γερμανίας, Ιταλίας, Ιαπωνίας και Σοβιετικής Ένωσης. Είναι τα διανοητικά, ιδεολογικά και νομικά εργαλεία για την κατοχύρωση της εξάπλωσης και διεκδίκησης θέσης ηγεμόνα της εθνικοσοσιαλιστικής Γερμανίας.[7] Όμως οι περιγραφόμενες καταστάσεις θυμίζουν εντυπωσιακά την γεωπολιτική κατάσταση του ευρωπαϊκού Μεσαίωνα, και ιδιαίτερα τους χώρους και τις αλληλεπιδράσεις Ανατολικής και Δυτικής Χριστιανοσύνης.

Το μεσαιωνικό Reich και το Großraum του

Για τη συσχέτιση Μεσαίωνος και Reich δε χρειάζεται πολλή ανάλυση. Reich άλλωστε σημαίνει αυτοκρατορία. Στην πολιτική θεωρία του Σμιτ το υπόδειγμα του Reich προέρχεται από τη μεσαιωνική αυτοκρατορία της Δύσεως (Καρολίγγειοι-Οθωνίδες, Αγία Ρωμαϊκή αυτοκρατορία). Εκείνη με τη σειρά της αποτελούσε μιμητή και επίδοξο εταίρο ή αντικαταστάτη της ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Για να αναδειχθεί η φύση της αυτοκρατορίας και της αυτοκρατορικής τάξεως πραγμάτων, θα εξετασθεί αντίστροφα, από την αποσύνθεση της προς τις βάσεις.

Αναφέρθηκε ήδη πως ο Σμιτ δε δεχόταν τη νομική ισότητα των κρατών με τα Reiche και καλεί για τη διαφορετική ταξινόμηση και αντιμετώπιση τους βάσει διεθνούς δικαίους. Η αρχή της τυπικής ισότητος μεταξύ των κυριάρχων κρατών προέκυψε στη δυτική Ευρώπη μετά την Ειρήνη της Βεστφαλίας το 1648. Η εν λόγω συνθήκη σηματοδότησε την λήξη του εξαιρετικά καταστροφικού Τριακονταετούς πολέμου μεταξύ Ρωμαιοκαθολικών και Διαμαρτυρομένων και την κατάργηση της μεσαιωνική παπο-αυτοκρατορικής ordo rerum που καθόριζε τη δυτική ιστορία επί 8 αιώνες. Το ανεξάρτητο κράτος, κηρύττοντας και διαφυλάσσοντας για τον εαυτό του όλες τις εξουσιαστικές αρμοδιότητες και τις βάσεις νομιμοποίησης (συγκεντρωμένες γύρω από τον απόλυτο μονάρχη) μαζί με αποκλειστική εδαφικότητα, απεξαρτήθηκε από τα περίπλοκα υπερεθνικά πλέγματα πίστεως που απέρρεαν από το γερμανορωμαίο καίσαρα και τον λατινορωμαίο ποντίφικα.

Ως τότε το διεθνές σύστημα της ευρωπαϊκής Δύσεως χαρακτηριζόταν από σχέσεις ανισότητος και ιεραρχίας. Ο Φράγκος και ύστερα ο Γερμανός ηγεμόνας, βασιζόμενοι στις εντυπωσιακές κατακτήσεις τους (οι οποίες ενοποίησαν μεγάλο μέρος της ως τότε διασπασμένης κεντρικής και δυτικής Ευρώπης) και τη νομιμοποίηση που τους έδινε το χρίσμα του επισκόπου Ρώμης, κήρυξαν αυτοκρατορίες με αξιώσεις ιδιαίτερης θέσεως στη θεία πρόνοια και οικουμενικής εξουσίας στα κοσμικά πράγματα. Οι πάλαι ποτέ βάρβαροι προσπαθούσαν να αναζωπυρώσουν το μεγαλείο της αρχαίας Ρώμης, την οποία ναι μεν κατέλυσαν βιαίως, μετείχαν όμως ποικιλοτρόπως στην πολιτική και θρησκευτική της παράδοση. Η αίγλη της ρωμαϊκότητος και το διοικητικό κενό που άφησε η πτώση του 5ου αιώνος στην Εσπερία οδήγησε τον Κάρολο (800) και τον Όθωνα το Μέγα (962) να διεκδικήσουν τον τίτλο του Αυγούστου Καίσαρος. Εάν η Ρώμη ήταν η αιώνια και μέγιστη αυτοκρατορία που έμελλε να υποτάξει στο εκπολιτιστικό όραμα της την υφήλιο, η χριστιανική Ρώμη ήταν ακόμη υψηλότερη και απολυτότερη στη φύση ως θεοκυβέρνητο κράτος.

Το γερμανορωμαϊκό-λατινικό όραμα προσέκρουε όμως στο επιζόν ελληνορωμαϊκό. Ενόσω οι παραπάνω πολιτικές διεργασίες άλλαζαν άρδην τον χάρτη και τον πολιτικό πολιτισμό της Δύσεως, η ανατολική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία παρακολουθούσε με αποτροπιασμό. Εκείνη έφερε ήδη από τον 4ο αιώνα, αδιάκοπα και οργανικά, το αφήγημα του χριστιανικού ρωμαϊκού οικουμενισμού. Η αμφισβήτηση της ρωμαϊκής νομιμότητος της Κωνσταντινουπόλεως επένδυε αλλά και αναμόχλευε το υπάρχον κλίμα απομάκρυνσης μεταξύ των δύο μερών του παλαιού imperium, τη θεολογική απόκλιση ελληνοπρεπούς και λατινοπρεπούς χριστιανισμού και τον ανταγωνισμό μεταξύ Ρωμανίας και Φραγκίας. Το γεγονός πως αμφότερες είχαν τις ίδιες βάσεις (Χριστός, καίσαρ) καθιστούσε την ατμόσφαιρα τοξική, αφού η διαπάλη δεν ήταν μεταξύ διαφορετικών κοσμοθεωριών αλλά διεκδικητών της ίδιας κωνσταντίνειας κληρονομιάς, νομίμων και σφετεριστών, ορθοδόξων και κακοδόξων.

Με την εκτεταμένη αυτή εισαγωγή εκτίθενται τα δύο (κατά την ιστορική και την παράγωγη της σμιτιανή έννοια) Reiche του χριστιανισμού, το Δυτικό και το Ανατολικό. Και τα δύο λογίζονταν από εαυτούς και γείτονες ως ανώτεροι πολιτικοί οργανισμοί, με κορυφαία θέση στα ανθρώπινα πράγματα και προνομιούχα επαφή με τη θεία σφαίρα. Αμφοτέρων προΐστατο βασιλεύς αυτοκράτωρ με παγκόσμιες αξιώσεις και ιεροπρεπή θέση-αν και το κατά πόσον ο βασιλεύς ήταν και ιερεύς θα καθοριζόταν και στα δύο συστήματα μετά από μακρούς και επιπόνους αγώνες. Το εδαφικό αποτύπωμα των αυτοκρατοριών ήταν συνήθως πολύ μεγάλο, όμως το πεδίο ηγεμονίας τους δεν περιοριζόταν στη μεθόριο του αμέσου πολιτικού τους ελέγχου. Και έξω από αυτήν βασιλίσκοι, ηγεμόνες και άρχοντες δέχονταν την αυτοκρατορική επικυριαρχία. Στην ανατολή γύρω από το Βυζαντινό αυτοκράτορα απλωνόταν το δίκτυο των «αδελφών», των «υιών», των «φίλων» και των «δούλων» του, ηγεμόνων ποικίλης σημασίας και εγγύτητας με τον πολιτικό και πολιτιστικό πυρήνα της Κωνσταντινουπόλεως. Αυτού του «οίκου» προΐστατο ο βασιλεύς, με τον πατριάρχη δίπλα του να ποιμαίνει τις (περισσότερο ή λιγότερο αποκεντρωμένες) ορθόδοξες Εκκλησίες.

Στη δύση ο αυτοκράτορας είχε άμεση δικαιοδοσία επί των κυρίως γερμανικών εδαφών (τα οποία περιελάμβαναν σημαντικά τμήματα των σημερινών Κάτω Χωρών, της Γαλλίας, Ιταλίας, Τσεχίας και Πολωνίας), ως κορυφαίος της εκεί φεουδαλικής ιεραρχίας. Εκτός αυτών των συνόρων αναγνωριζόταν ως ανώτερος των λοιπών βασιλέων, συνήθως όμως η θέση αυτή δε συνεπαγόταν άμεση επιρροή. Το παράλληλο δίκτυο της συγκεντρωτικής λατινικής Εκκλησίας λειτουργούσε και συμπληρωματικά (ως μία στρατιωτική-ιερατική διαρχία) και ανταγωνιστικά, αφού οι πάπες όχι μόνο δε δέχονταν βασιλική ανάμιξη στα εκκλησιαστικά, αλλά αξίωναν υπεροχή και στην κοσμική σφαίρα. Στο απόγειο της, επί Ιννοκεντίου Γ’ (1198-1216) η παποσύνη ασκούσε άμεσο φεουδαλικό έλεγχο επί μεγάλου μέρους της Ευρώπης: ο εν λόγω πάπας καθαίρεσε τον βασιλέα Ιωάννη Ακτήμονα της Αγγλίας, για να τον ξαναδιορίσει αμέσως ως φόρου υποτελή. Η Εκκλησία διατηρούσε δομές οικονομικές, εκπαιδευτικές (πανεπιστήμια) και στρατιωτικές (μοναστικά τάγματα, σταυροφορικά κράτη). Αντίθετα με την αυτοκρατορία της οποίας τα όρια ήταν πρακτικώς καθορισμένα, έστω και στην πλέον διασταλτική θέαση τους, στη συντεταγμένη δυτική Χριστιανοσύνη, η Αγία Έδρα ήταν οικουμενική και πανανθρώπινη.[8]

(συνεχίζεται)

 

[1] α) Carl Schmitt-Robert M. W. Kempner, (2016) Ο Καρλ Σμιτ στο δικαστήριο της Νυρεμβέργης, Αθήνα: εκδόσεις συγχρονικότητα, σελ. 35, β) William Hooker, (2009) Carl Schmitt’s International Thought-Order and Orientation, Καίμπριτζ: Cambridge University Press, σελ. 133
[2] Carl Schmitt’s International Thought, σελ. 134-135.
[3] α) Ο Καρλ Σμιτ στο δικαστήριο της Νυρεμβέργης, σελ. 39, β) Ο.π., σελ. 136.
[4] Ο.π., σελ. 142.
[5] Ο.π., σελ. 143.
[6] α) Ο Καρλ Σμιτ στο δικαστήριο της Νυρεμβέργης, σελ. 43-44, β) Ο.π., σελ. 137.
[7] Carl Schmitt’s International Thought, σελ. 137-141.
[8] Carl Schmitt’s International Thought, σελ. 77-78.

,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *