Η Γεωπολιτική της Ορθοδοξίας στην Ελλάδα

Γράφει ο Κωνσταντίνος Τσοπάνης, Δρ Φιλοσοφίας και Ιστορίας των Θρησκειών

Η Ορθοδοξία παίζει έναν πολύ σημαντικό γεωπολιτικό ρόλο στην Ελλάδα αφού ασκεί αρκετά μεγάλη επιρροή σε ένα σημαντικό ποσοστό του ελληνικού λαού. Ωστόσο η μόνιμη, αν και αδιόρατη πολλές φορές, αντιπαράθεση της με τη σλαβική Ορθοδοξία – εξαιτίας της πανσλαβιστικής θεωρίας της «Τρίτης Ρώμης – Μόσχας» – δεν της επέτρεψε να σχηματίσει το «Ορθόδοξο Τόξο» στην περιοχή των Βαλκανίων κι έτσι να συντονίσει την επιρροή και τη δράση της από το Αιγαίο έως τη Μαύρη Θάλασσα.

Τόσο το σύγχρονο ελληνικό κράτος, όσο και το νέο ελληνικό έθνος είναι απότοκα της μεγάλης Επαναστάσεως του 1821. Μιας επαναστάσεως με έντονο θρησκευτικό χρώμα αφού ουσιαστικά ήταν εξέγερση των υποδούλων χριστιανών εναντίον του Ισλάμ, που κυριαρχούσε από αιώνες στη χερσόνησο του Αίμου. Το πρώτο Σύνταγμα του ελληνικού κράτους μάλιστα, γραμμένο και ψηφισμένο αμέσως μετά την Επανάσταση του 1821, ξεκινάει με αναφορά στο όνομα της Αγίας Τριάδος και ορίζει πως Έλλην πολίτης είναι πας ο εις Χριστόν πιστεύων, ανεξαιρέτως αν αυτός είναι Βλάχος, Αρβανίτης, Σκλαβούνος (Σλαύος), Λατίνος κλπ. Με άλλα λόγια, ήδη από το ξεκίνημα του νέου ελληνικού κράτους, η θρησκεία και δη η Ορθόδοξη Εκκλησία έπαιζε ένα πολύ σημαντικό ρόλο αποτελώντας πάντοτε την altera pars του Κράτους.

Αυτόν τον ρόλο συνεχίζει να παίζει η Ορθόδοξη Εκκλησία μέχρι και σήμερα στο ελληνικό κράτος. Ας μην ξεχνάμε εξάλλου ότι η ίδια είναι ο μεγαλύτερος μέτοχος στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, επηρεάζοντας και με αυτόν τον τρόπον και τις οικονομικές τύχες του έθνους. Η σημασία της θρησκείας για την Ελλάδα, γίνεται επιπλέον εύκολα κατανοητή, αν σκεφτούμε ότι στα εδάφη της διαβιούν τοπικές κοινωνίες οι οποίες έχουν δομηθεί βάσει αριστοτελικών και ιουδαϊκών προτύπων. Άρα οι κοινωνίες αυτές προσδίδουν ιδιαίτερη σημασία στο «συναίσθημα» ως παράγοντα δημιουργίας κοινωνικών σχέσεων και κατ΄ επέκταση, πολιτικής.

Η μεγάλη επιρροή της Ορθόδοξης Εκκλησίας στον ελληνικό λαό είναι αυτή που πολλές φορές τον φρενάρησε από μια ξέφρενη πορεία που ακολουθούσε μιμούμενος τη δυτική Ευρώπη λόγω αντίθεσης με τη μουσουλμανική Τουρκία. Με αυτή της την ιδιότητα ως πνευματικού καθοδηγού και με τη δύναμη που διαθέτει, στάθηκε πάντα εκείνος ο παράγοντας που κράτησε μονίμως τον νέο ελληνισμό στραμμένο προς τα Ανατολικά, προς τον κόσμο του Ισλάμ της Εγγύς Ανατολής δηλαδή. Κι αυτό σε πείσμα της νοοτροπίας του νεοέλληνα που επεδίωκε να κόψει κάθε δεσμό με το Ισλάμ και την Ανατολή. Με το Ισλάμ η Ορθοδοξία διατήρησε πάντοτε μια ιδιαίτερη σχέση, σε αντίθεση με την Καθολική Εκκλησία της Δύσεως που ήρθε σε άμεση ρήξη με τον ισλαμικό κόσμο πολλές φορές στο παρελθόν.

Από την εποχή των Σταυροφοριών μέχρι και τους πολέμους του Ριφ – όταν ο βασιλιάς Αλφόνσο ΧΙΙΙ της Ισπανίας ύψωνε συμβολικά τη σπάθα του Χριστιανισμού υποσχόμενος στον Πάπα ότι θα φέρει τη βόρειο Αφρική πίσω στην Εκκλησία – η Ορθόδοξη Εκκλησία προσπαθούσε να βρει τρόπους συνδιαλλαγής και συμβίωσης με το Ισλάμ που κυριαρχούσε στα εδάφη της. Πολλές φορές μάλιστα το χρησιμοποίησε στη διαμάχη της με την Καθολική Εκκλησία ως το αντίπαλο αλλά και το προτιμούμενο δέος. Όλοι θυμούνται την έκφραση του Λουκά Δούκα – Νοταρά, πρωθυπουργού του τελευταίου Βυζαντινού Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου ΧΙ Παλαιολόγου, «κάλλιον ιδείν εν μέση Πόλη βασιλεύον φακιόλιον τουρκικόν ή καλύπτραν λατιικήν!» (Καλύτερα να δω μέσα στην Κωνσταντινούπολη να βασιλεύει το τούρκικο φακιόλι, πάρα η καλύπτρα των Λατίνων). Κι αυτά τα έλεγε ενώ η Πόλη ήταν περικυκλωμένη από τα στρατεύματα του σουλτάνου Μωάμεθ του Πορθητού ο οποίος, λίγο καιρό αργότερα την κατέλαβε (29 Μαΐου 1453). Ο νικητής σουλτάνος αντάμειψε φυσικά αυτή τους τη στάση αναβιβάζοντας σε υψηλά αξιώματα εκείνους τους Βυζαντινούς που ήταν κατά της Δύσης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι εκείνο του Βυζαντινού Γεννάδιου Σχολάριου ο οποίος αντί να πολεμήσει στα τείχη της Κωνσταντινουπόλεως κλείστηκε σε μοναστήρι κηρύττοντας καθημερινώς εναντίον του φιλοδυτικού Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου ΧΙ που έπεσε πολεμώντας στα τείχη. Μετά την είσοδο των Οθωμανών στην Πόλη ο σουλτάνος ανακήρυξε ως πρώτο μετά την Άλωση Πατριάρχη των Ορθοδόξων αυτόν τον ίδιο τον Γεννάδιο Σχολάριο.

Απομεινάρια αυτής της συνδιαλλαγής μεταξύ Ορθοδοξίας και Ισλάμ, τουρκικού και αραβικού ανιχνεύονται, κατά κάποιον τρόπον και σήμερα στις μη φιλικές σχέσεις του Οικουμενικού Θρόνου Κωνσταντινουπόλεως με τον Πατριαρχείο Μόσχας και τις σλαβικές εν γένει Εκκλησίες. Εδώ ίσως χρειάζεται να υπενθυμίσουμε ότι τόσο στη Νότιοανατολική Μεσόγειο όσο και στα Βαλκάνια επίσης, η Ορθοδοξία αποτελεί βασικό συνδετικό κρίκο που ενώνει από τα χρόνια του Βυζαντίου έως σήμερα τους πληθυσμούς των περιοχών αυτών με ένα ενιαίο θρησκευτικό παρελθόν. Η διασύνδεση επομένως «Ορθοδοξίας» και «Γεωπολιτικής» είναι πέρα ως πέρα αληθινή και υπαρκτή. Ο «δεσμός» αυτός είναι σε θέση να καταδείξει τον τρόπο με τον οποίο η Ορθοδοξία μπορεί να αναγνωρισθεί ως ενεργός παράγοντας του σύγχρονου παγκόσμιου γίγνεσθαι.

Η αντιπαλότητα τώρα της ελληνόφωνης Ορθοδοξίας με τη σλαβόφωνη Ορθοδοξία πηγαίνει αιώνες πίσω και εδράζεται κυρίως στη θεωρία της «Μόσχας ως Τρίτης Ρώμης», ενώ έλαβε σοβαρές διαστάσεις από την εμφάνιση του Πανσλαβισμού κι εντεύθεν. Κινούμενοι μέσα στα πλαίσια του Πανσλαβισμού οι Ρώσοι προσπάθησαν όχι μόνον να οικειοποιηθούν τον ρόλο του διοικητικού και πνευματικού κέντρου της Ορθοδοξίας, αλλά και να καταλάβουν σημαντικά κέντρα και ιερούς τόπους της όπως το Άγιον Όρος και οι Άγιοι Τόποι στην Παλαιστίνη. Ένας αδήλωτος ανταγωνισμός μαίνεται τους τελευταίους αιώνες για την κατοχή αυτών των τόπων με τους Ρώσους να προσπαθούν να διεισδύσουν παντού και τους Έλληνες να αγωνίζονται να διατηρήσουν τα κεκτημένα τους. Σε αυτήν την αδήλωτη, πλην συνεχή αντιπαλότητα, ήταν που ναυάγησε και η ιδέα περί «Ορθοδόξου Τόξου» στα Βαλκάνια, σε αντίθεση με το μουσουλμανικό τόξο που ήδη υφίσταται επάνω από τα βόρεια σύνορα της Ελλάδος. Και εξηγούμαστε.

webRNS Orthodox Split2 103118

Σε αυτήν την ανατολική πλευρά της Ευρώπης διαγκωνίζονται από αιώνες τέσσερις κόσμοι και τρεις θρησκείες με ιδιαίτερα πολιτισμικά χαρακτηριστικά έκαστος. Ο βαλκανικός στον νότο, ο κεντροευρωπαϊκός (Ρουμανία, Ουγγαρία κ.α.) ο ρωσικός και ο βαλτικός, με την Ορθοδοξία και το Ισλάμ να κατέχουν τον κύριο ρόλο από αιώνες ενώ τις τελευταίες δεκαετίες στο γεωπολιτικό παιχνίδι έχει εισέλθει και ο Ιουδαϊσμός (Ισραήλ). Η πολιτική σταθερότητα αυτών των «κόσμων», αποτελεί ζήτημα υψίστης σημασίας για την οικονομική ευημερία της Δύσης, μιας και αυτές οι περιοχές αποτελούν τον «ομφάλιο λώρο» μεταξύ της αναπτυγμένης οικονομικά Ευρώπης και των περιοχών που «στηρίζουν» την ανάπτυξη αυτή. Ταυτοχρόνως, οι τελευταίες αυτές περιοχές αποτελούν τον ξεχασμένο «μη υλιστικό πυρήνα» από τον οποίο άντλησε η Δυτική Ευρώπη όλες τις πνευματικές, ηθικές, θρησκευτικές αντιλήψεις που την βοήθησαν στην οικοδόμηση εκείνων των πτυχών του πολιτισμού της, οι οποίες στάθηκαν επωφελείς για τον άνθρωπο.

Σε αυτόν τον κόσμο όμως η ελληνική Ορθοδοξία έρχεται όλο και σε ευρύτερη ρήξη με τη σλαβική ρωσική Ορθοδοξία. Πέρα από τα διακυβεύματα του Αγίου Όρους και των Αγίων τόπων, τα τελευταία χρόνια η κατάσταση των μεταξύ τους σχέσεων επειδεινώθηκε αφ’ ότου ο Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντινούπολεως ίδρυσε την Αυτόνομη Εκκλησία της Εσθονίας αποσχίζοντας την από το Πατριαρχείο Μόσχας και αφού ανακήρυξε Αυτοκέφαλη την Εκκλησία της Ουκρανίας που επίσης αποσχίθηκε από το Πατριαρχείο Μόσχας. Δεδομένου μάλιστα πως οι Ρώσοι θεωρούν το Κίεβο ως εθνικό τους λίκνο και κοιτίδα, αυτό ήχησε ως επιθετική ενέργεια κι είχε σοβαρές επιπτώσεις στις μεταξύ τους σχέσεις. Απότοκο αυτής της εντάσεως ήταν και να μην παραστεί ο Πατριάρχης Μόσχας Κύριλος στην Πανορθόδοξη Σύνοδο που συνεκάλεσε ο Οικουμενικός Θρόνος στην Κρήτη, αποδεικνύοντας έτσι πόσο βαθειά διχασμένη παραμένει η Ορθοδοξία. Η Σύνοδος αυτή που συγκαλείται υπό τη φρούρηση της αμερικανικής CIA κατάφερε να συγκεντρώσει όλες τις ελληνόφωνες ορθόδοξες τοπικές εκκλησίες, αλλά απείχαν ενδεικτικά οι Ρώσοι καθώς κι όσοι σχετίζονταν άμεσα μαζί τους (Πατριάρχης Αντιοχείας, Συρία).

Σε όλα αυτά πρεπει να δει κάποιος την προσπάθεια του Οικουμενικού Θρόνου να ξεφυγει από τα πολύ στενά πλαίσια στα οποία τον έχει περιορίσει το κεμαλικό καθεστώς της Τουρκίας υπαγοντάς τον ως ένα απλό ίδρυμα στη Νομαρχία Κωνστατινουπόλεως και να επεκτείνει την επιρροή του στους Ορθοδόξους της δυτικής Ευρώπης, αποκαθιστώντας έτσι, κατά κάποιον τρόπον, την ιδιοτητα του ως οικουμενικού κέντρου της Ορθοδοξίας. Το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, σε αντίθεση με την Εκκλησία της Ελλάδος, συνειδητοποίησε από νωρίς ότι θα πρέπει να διαθέτει μια βάση, πέρα από αυτή στην Κωνσταντινούπολη, μια βάση στην Δυτική Ευρώπη με πιθανό στόχο την διεκδίκηση εκτεταμένης εκκλησιαστικής δικαιοδοσίας του Οικουμενικού Θρόνου στο μεγαλύτερο μέρος των εδαφών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, γεγονός που δυσχεραίνει η ύπαρξη πολλών εκκλησιαστικών δικαιοδοσιών στον συγκεκριμένο χώρο. Όλα αυτά όμως έχουν δυσκολέψει μετά την πτώση του κομμουνισμού, ο οποίος είχε περιορίσει πολύ αισθητά τη δύναμη και τη δράση του Πατριαρχείου Μόσχας το οποίο τώρα ξαναμπήκε δυναμικά στο γεωπολιτικό παιχνίδι. Τώρα πια η μοσχοβίτικη Ορθοδοξία αναζητά να κερδίσει το χαμένο έδαφος φτάνοντας να προσεγγίσει ακόμα και την Αρχιεπισκοπή Αθηνών – πάντα πιστή στον Οικουμενικό Θρόνο – η οποία όμως δεν βλέπει με καθόλου καλό μάτι τις συνεχείς επεμβάσεις του Οικουμενικού Πατριάρχη στις μητροπόλεις των Νέων Χωρών της Ελλάδος (Ηπείρου, Μακεδονίας, Θράκης), που εδώ και έναν αιώνα της παραχώρησε το Πατριαρχείο με ξεχωριστό Τόμο. Κι όλα αυτά είναι πολύ επικίνδυνα σε ένα χώρο όπου η Ορθοδοξία διαδραματίζει έναν από τους πιο σημαντικούς πολιτιστικούς ρόλους στον κόσμο, και ο οποίος χώρος υπήρξε ανέκαθεν η «πυριτιδαποθήκη» της Ευρώπης. Τον ίδιο ρόλο κατέχει και σήμερα για αυτό αρκεί ένα σκίρτημα και μόνο για να μεταβληθεί η γεωπολιτική ισορροπία σε παγκόσμιο γεωπολιτικό κυκλώνα στην παραπάνω περιοχή. Αν λάβουμε μάλιστα υπόψιν ότι η Ορθοδοξία αποτελεί τον αιώνιο καταλύτη υποφωσκουσών συμπεριφορών στην περιοχή, γίνεται αντιληπτό ότι μπορεί να αποτελέσει σημαντικό παράγοντα για την ομαλή επίλυση των σοβαρών προβλημάτων, εάν κι εφ’ όσον διατηρεί τη δυνατότητα να προσφέρει την πνευματική διάσταση σε έναν αποπνευματοποιημένο κόσμο.

ΤΡΙΤΟΣ ΔΡΟΜΟΣ

Διαβάστε περισσότερα

Ορθοδοξία και Γεωπολιτική στην καθ’ ημάς Ανατολή: Γράμμα από το 1991

Θρησκευτική Γεωπολιτική και Ελλάδα

, , , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.