Η δαιδαλώδης συνύπαρξη του χριστιανισμού με την αρχαία παιδεία στο πρώιμο Βυζάντιο (4ος – 6ος αι.)

του Χαράλαμπου Ανδριανόπουλου,

Φτάνοντας στον 4ο αιώνα μ.Χ., το εκπαιδευτικό σύστημα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας δεν είχε υποστεί θεμελιώδεις αλλαγές από την ελληνιστική εποχή, δηλαδή για ένα διάστημα περίπου πέντε αιώνων.[1] Όμως, με την εντεινόμενη εγκατάλειψη των παλαιών θρησκειών, την εξάπλωση του χριστιανισμού και την τελική του επικράτηση, η συνεργασία του κράτους με την Εκκλησία έγινε μεγαλύτερη, καθιστώντας έτσι την κοινή θρησκευτική πίστη ως πνευματικό στοιχείο ενότητας της αυτοκρατορίας.[2]

Για την Εκκλησία, η αρχαία παιδεία ήταν σε τελική ανάλυση ειδωλολατρική στην ευρύτερη προοπτική της και βασιζόταν άμεσα στη μελέτη ειδωλολατρών συγγραφέων. Οι Αποστολικοί Κανόνες (4ος αιώνας) είναι ανυποχώρητοι στο θέμα αυτό:

«Απόφευγε όλα τα εθνικά βιβλία. Τι χρειάζεσαι τις ξένες συγγραφές, τους νόμους και τους ψευδοπροφήτες που οδηγούν τους ανόητους μακριά από την πίστη; Τι βρίσκεις να λείπει από τον Θείο Νόμο που το ζητάς στους εθνικούς μύθους; Αν επιθυμείς να διαβάσεις ιστορίες, έχεις το βιβλίο των Βασιλειών, αν ρητορική και ποιητική, έχεις τους Προφήτες, έχεις τον Ιώβ, έχεις τις Παροιμίες, όπου θα βρεις σοφία μεγαλύτερη από κάθε ποιητική και σοφιστική, γιατί αυτά είναι τα λόγια του Κύριου, του μόνου σοφού. Αν επιθυμείς τραγούδια έχεις του Ψαλμούς, αν αρχαίες γενεαλογίες, έχεις τη Γένεση. αν νομικά βιβλία και επιταγές, έχεις τον ένδοξο Θείο Νόμο. Γι’ αυτό απόφευγε με επιμονή κάθε εθνικό και διαβολικό βιβλίο».[3]

Ένα άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Ακάθιστος Ύμνος:

[…] «χαίρε, φιλοσόφους ασόφους δεικνύουσα

χαίρε, τεχνολόγους αλόγους ελέγχουσα

χαίρε, ότι εμωράνθησαν οι δεινοί συζητηταί

χαίρε, ότι εμαράνθησαν οι των μύθων ποιηταί

χαίρε, των Αθηναίων τας πλοκάς διασπώσα

χαίρε, των αλιέων τας σαγήνας πληρούσα

χαίρε, βυθού αγνοίας εξέλκουσα

χαίρε, πολλούς εν γνώσει φωτίζουσα».[4]

Ύστερα από το φανατισμό και τη μισαλλοδοξία που επέδειξαν οι γιοι του Κωνσταντίνου, Κώνστας και Κωνστάντιος, στη συμπεριφορά τους προς τον ειδωλολατρισμό [5], με την άνοδο του Ιουλιανού (361-363) το πρόβλημα της συμβίωσης του αρχαίου πολιτισμού και της αρχαίας θρησκείας με τη νέα θρησκεία και τα δόγματά της ήρθε στο προσκήνιο, [6] μέσω μιας πολιτικής που οδήγησε τη μετέπειτα εκκλησιαστική βιβλιογραφία σε μειωτικές προσωνυμίες για τον Ιουλιανό. Ο ίδιος αποκάλυψε αμέσως δημόσια κάτι που ήταν ήδη γνωστό στον κύκλο των στενών του φίλων, ότι δηλαδή κατά τη διάρκεια των σπουδών του, πρώτα στη Νικομήδεια το 351 και μετά στην Έφεσο, είχε απορρίψει τον Θεό του Κωνσταντίνου και είχε ενστερνιστεί τα μυστήρια του νεοπλατωνικού παγανισμού. Κατά την περίοδο της βασιλείας του, που μετά βίας θα ξεπερνούσε τους 18 μήνες, ο Ιουλιανός αφαίρεσε τα προνόμια που κατείχαν η χριστιανική Εκκλησία και ο κλήρος, διέταξε να αναβιώσει η λατρεία στους παγανιστικούς ναούς της αυτοκρατορίας [7] και απαγόρευσε στους χριστιανούς δασκάλους να διδάσκουν αρχαιοελληνικά γράμματα.[8] Η θρησκευτική πολιτική του όμως βάδιζε ενάντια στο ρεύμα της εποχής και ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία. Ένας ιστορικός θα μπορούσε εύκολα να τον χαρακτηρίσει ως έναν αθεράπευτο ιδεαλιστή, όμως όσο εκκεντρικός κι αν ήταν ο παγανισμός του Ιουλιανού, η επιβολή του σίγουρα δε θα ήταν ακατόρθωτη, ιδίως αν ο Ιουλιανός είχε στο περσικό μέτωπο τις ίδιες στρατιωτικές επιτυχίες που είχε και στη Γαλατία.[9] Όταν σε μία σύγκρουση με τους Πέρσες πληγώθηκε θανάσιμα (363), μεταφέρθηκε στη σκηνή του κι έπειτα υπέκυψε στα τραύματά του. Μέχρι την τελευταία στιγμή συνδιαλεγόταν με τους φίλους και συντρόφους του για την sublitimas animorum, ήρεμος και γαλήνιος σαν αληθινός φιλόσοφος. Δεν είναι αλήθεια ότι την ώρα του θανάτου του ανέκραξε: «νενίκηκάς με, Γαλιλαίε», το μεταγενέστερο όμως αυτό χριστιανικό πλάσμα εκφράζει επιγραμματικά την ολοσχερή αποτυχία του έργου του ρομαντικού οραματιστή. [10]

Τον Ιουλιανό διαχέχθηκε ο Ιοβιανός, και ένα χρόνο αργότερα την εξουσία ανέλαβε ο Βάλης (364-378). Προτού εξαφανιστεί στη σφοδρότατη μάχη της Ανδριανούπολης, στις 9 Αυγούστου 378, ανάμεσα στους Βυζαντινούς και τους Βησιγότθους, όπου οι βάρβαροι επικράτησαν απόλυτα (πιθανότατα κάηκε σε ένα χωριάτικο σπίτι που είχε καταφύγει), αν και απαίδευτος, είχε ενδιαφερθεί ιδιαίτερα για τη βιβλιοθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και διόρισε γραφείς (antiquarii) για την αντιγραφή των ελληνικών και λατινικών χειρογράφων που φθείρονταν από τη χρήση. Στο θρησκευτικό τομέα όμως απέτυχε, όχι επειδή αρειάνιζε, αλλά επειδή προσπάθησε να επιβάλει με τη βία τις αντιλήψεις του στους υπηκόους, χωρίς να διστάσει να καταφύγει και σε σκληρότητες και καταδιώξεις κατά την εφαρμογή της πολιτικής αυτής. [11]

Ο διάδοχος του Βάλη, Θεοδόσιος Α’(379-395), ύστερα από τη σύγκληση της Β’ Οικουμενικής Συνόδου στην Κωνσταντινούπολη, ήταν ο πρώτος αυτοκράτορας που κήρυξε τον ορθόδοξο χριστιανισμό ως την επίσημη θρησκεία και το επίσημο δόγμα του κράτους και θέσπισε αυστηρότατα μέτρα όχι μόνο εναντίον των ειδωλολατρών αλλά και των μη ορθόδοξων χριστιανών.[12] Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα του Θεοδωσιανού Κώδικα, σύμφωνα με το οποίο ακόμα και μία απλή επίσκεψη σε αρχαίο ναό προβλεπόταν με θανατική ποινή και δήμευση περιουσίας.[13] Λίγο παρακάτω επίσης διαβάζουμε ότι αν κάποια αγάλματα βρίσκονταν ακόμη μέσα σε αυτούς τους ναούς, η ρητή διαταγή ήταν «να ξεριζωθούν εκ θεμελίων, τα κτίρια να παραδοθούν σε δημόσια χρήση και οι βωμοί να καταστραφούν»,[14] καθώς και οι τοπικοί άρχοντες «να εξαγνίσουν τα απομεινάρια των ναών και ιερών με την ύψωση του σημείου της σεβαστής χριστιανικής θρησκείας».[15] Η εντεινόμενη πολιτική πίεση του Θεοδόσιου στους εκπροσώπους και τα ορόσημα του αρχαίου πολιτισμού, καθώς και η ανοχή του προς την την βία που κατά καιρούς υποκινούσαν φανατικοί χριστιανοί, οδήγησαν σε καταστροφή και φθορά αρκετών αρχαίων ναών και ομοιωμάτων, όπως για παράδειγμα το Σεράπειον στην Αλεξάνδρεια, το οποίο φιλοξενούσε και μια πτέρυγα της μεγάλης Βιβλιοθήκης. Τελευταίος διευθυντής του Μουσείου της Αλεξάνδρειας θεωρείται ότι ήταν ο Θέων, γνωστός όχι μόνο ως πατέρας της Υπατίας, αλλά και για την δική του έκδοση των Στοιχείων του Ευκλείδη, επίτευγμα που δίδαξε την ανθρωπότητα γεωμετρία για περίπου μιάμιση χιλιετία, και «παραμένει ακόμα ένα λαμπρό βοήθημα», σύμφωνα με τον αστροφυσικό Carl Sagan. Γνωρίζουμε ότι και οι επιδρομές των Βησιγότθων προκάλεσαν ανυπολόγιστες καταστροφές. Όσον αφορά τους Ολυμπιακούς Αγώνες, ο Θεοδόσιος απαγόρευσε τις θυσίες κατά τη διάρκειά τους, όμως σύμφωνα με νεότερες έρευνες, δεν κατήργησε την τέλεση των Αγώνων, οι οποίοι μάλιστα θεωρείται ότι συνεχίστηκαν για περίπου τρεις δεκαετίες ακόμη. [16]

Ενδιαφέρουσα εξαίρεση στη συνολική στάση του Θεοδόσιου είναι η απονομή του τιμητικού τίτλου του πραίτορα στον κατ’ εξοχήν διανοούμενο του 4ου αιώνα και ειδωλολάτρη, τον Λιβάνιο (314-393). Γεννημένος δέκα χρόνια προτού ο Κωνσταντίνος γίνει κύριος των ανατολικών επαρχιών, φίλος και θαυμαστής του Ιουλιανού, ο Λιβάνιος ήταν πολύ διάσημος για να λογοκριθεί ή να τιμωρηθεί από μία χριστιανική κυβέρνηση. Περίπου διακόσιοι από τους μαθητές του είναι γνωστοί με το όνομά τους και ο ίδιος έκανε ό,τι μπορούσε για να τους βοηθήσει με τις γνωριμίες του. Οι μαθητές του έγιναν αυτοκρατορικοί αξιωματούχοι, δικηγόροι, δάσκαλοι, μέλη δημοτικών συμβουλίων, δημιουργώντας έτσι ένα τεράστιο δίκτυο προσωπικών σχέσεων. Ανάμεσά τους υπήρχαν χριστιανοί, στους οποίους συγκαταλέγονται (έτσι τουλάχιστον λέγεται) ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός και ο Θεόδωρος Μοψουεστίας, ένας εξέχων θεόλογος της συριακής Εκκλησίας. Ο Λιβάνιος ασχολήθηκε με ορισμένα θέματα που τον αφορούσαν: υπερασπίστηκε τον πολιτισμό όπως τον αντιλαμβανόταν, επέκρινε τους «επαγγελματίες» που άρχισαν να μελετούν νομικά και στενογραφία για να προαχθούν στην αυτοκρατορική υπηρεσία και θρήνησε για το κλείσιμο των ειδωλολατρικών ναών. Ποιό ήταν το μυστικό της επιτυχίας του; Σίγουρα όχι η προσωπικότητά του. Στην αυτοβιογραφία του παρουσιάζεται ματαιόδοξος, νευρωτικός, προληπτικός και κακόβουλος, ιδιαίτερα προς τους αντιπάλους του. Θα πρέπει, λοιπόν, να συμπεράνουμε ότι η φήμη του Λιβάνιου, που διατηρήθηκε αναλοίωτη και στις επόμενες γενιές, οφειλόταν στις αδιαμφισβήτητες φιλολογικές και ρητορικές ικανότητές του, ο οποίος άλλωστε παρέμεινε το πρότυπο της ρητορικής σε όλη τη βυζαντινή περίοδο. [17]

Η γνωστότερη άποψη χριστιανού διανοούμενου για την απόρριψη ή μη της αρχαίας ελληνικής γραμματείας εκείνη την εποχή, είναι του Μεγάλου Βασιλείου.[18] Σε ένα εξαιρετικά καλοδουλεμένο κείμενο αττικού λόγου, διανθισμένο με άμεσες και έμμεσες αναφορές στον Πλάτωνα και τον Πλούταρχο, τον Όμηρο και τον Ησίοδο, τον Σόλωνα, τον Θεογνή και κάμποσους άλλους κλασσικούς συγγραφείς, παρουσιάζει μια μορφή προσφώνησης, σύμφωνα με την οποία μπορεί κάποιος να ωφεληθεί από την ελληνική γραμματεία, αρκεί να επιλέγει απ’ αυτήν ό,τι οδηγεί στην αρετή και να απορρίπτει όλα τα παραδείγματα ασωτείας. Η ιδέα να απορρίψει την ειδωλολατρική κληρονομιά δεν πέρασε καν από το νου του νομοθέτη του ανατολικού μοναχισμού. [19]

Από τη στιγμή που οι Πατέρες υποστήριξαν με το κύρος τους τη διατήρηση της κλασικής παιδείας, η Εκκλησία ούτε απέκλεισε τα εθνικά κείμενα από το σχολικό πρόγραμμα ούτε εγκαθίδρυσε ένα ξεχωριστό εκπαιδευτικό σύστημα. [20]

Στην πραγματικότητα, και στα τρία επίπεδα της βυζαντινής εκπαίδευσης (βασική: «εγκύκλιος παίδευσις», μέση: «εγκύκλια γράμματα» / «γραμματική» και ανώτερη»), τόσο οι αρχαίοι συγγραφείς όσο και η Βίβλος και διάφορα πατερικά και άλλα εκκλησιαστικά κείμενα διδάσκονταν εκτενώς. [21] Τα χριστιανόπουλα συνέχισαν να πηγαίνουν στον ίδιο γραμματιστή, στον ίδιο γραμματικό και στον ίδιο ρήτορα όπως και τα παιδιά των ειδωλολατρών, μελετούσαν τον Όμηρο και εξοικειώνονταν με τις ιστορίες της αρχαίας μυθολογίας. [22]

Η ανώτερη εκπαίδευση έφτασε μάλιστα σε αρκετά υψηλό επίπεδο, ειδικά μετά την ίδρυση του πανεπιστημίου της Κωνσταντινούπολης ή «Σχολής όλων των επιστημών» (Πανδιδακτήριο) το 425 με περίπου δέκα έδρες ελληνικής φιλοσοφίας και δύο ρωμαϊκής νομολογίας. [23] Προφανώς το πανεπιστήμιο δεν ιδρύθηκε από ανιδιοτελή επιθυμία για την καλλιέργεια των Μουσών, αλλά ειδικά για να εκπαιδεύσει κρατικούς υπαλλήλους. Αυτό φαίνεται, μεταξύ άλλων, από το γεγονός ότι οι καθηγητές διορίζονταν από τον έπαρχο της πόλης στο όνομα του αυτοκράτορα. [24]

Μπορεί οι σχέσεις μεταξύ χριστιανών και ειδωλολατρών εντός εκπαιδευτικών χώρων να έμοιαζαν εξαιρετικά ομαλές κατ’ εκείνη την περίοδο, περιστατικά όμως όπως ο βίαιος θάνατος της νεοπλατωνικής φιλοσόφου, μαθηματικού και αστρονόμου Υπατίας το 415 από χριστιανικό όχλο στην Αλεξάνδρεια κηλιβδώνουν αυτήν την εικόνα. Στην Αλεξάνδρεια, πάλι, μερικές δεκαετίες αργότερα (περί το 480), εκτυλίσσεται μια σπάνια εικόνα φοιτητικής ζωής στην πρώιμη βυζαντινή περίοδο, που μάς παρέχει ο Βίος του Σεβήρου, του μονοφυσίτη πατριάρχη της Αντιόχειας, συγγραφέας του οποίου ήταν ο φίλος του Ζαχαρίας ο Ρήτωρ.[25] Καταγόμενος από επιφανή οικογένεια της Πισιδίας, ο Σεβήρος στάλθηκε από τον πατέρα του στην Αλεξάνδρεια για να σπουδάσει γραμματική και ρητορική, ελληνική και λατινική. Οι καθηγητές ήταν στην πλειονότητά τους ειδωλολάτρες χωρίς να ενοχλούνται από κανέναν, αλλά υπήρχαν σημάδια έντασης μεταξύ των χριστιανών και ειδωλολατρών σπουδαστών. Ανάμεσα στους χριστιανούς υπήρχαν αρκετοί δραστηριοποιημένοι, που συμμετείχαν σε οργανώσεις λαϊκών ζηλωτών (τους ονόμαζαν φιλοπόνους στην Αλεξάνδρεια), είχαν επαφές με μοναστήρια και ήταν πάντα έτοιμοι να καταδώσουν στις αρχές κραυγαλέες περιπτώσεις ειδωλολατρείας. Ένας απ’ αυτούς, που ονομαζόταν Παράλιος, εξακόντιζε τόσο προσβλητικές βρισιές κατά της ειδωλολατρικής θρησκείας (ενώ ο ίδιος είχε καθηγητή τον ειδωλολάτρη Ωραπόλλωνα), που στο τέλος τον ξυλοφόρτωσαν οι συμφοιτητές του. Το επεισόδιο όμως το εκμεταλλεύτηκαν με επιτυχία οι χριστιανοί, με αποτέλεσμα το θέμα να πάρει μεγαλύτερες προεκτάσεις, ο Ωραπόλλων να αναγκαστεί αν κρυφτεί, τα ανακαλυφθέντα είδωλά του να καούν δημόσια και ο ίδιος ο έπαρχος της Αιγύπτου να βρεθεί σε δύσκολη θέση. Από την Αλεξάνδρεια ο Σεβήρος κι ο Ζαχαρίας πήγαν στη Βυρηττό να σπουδάσουν νομικά. Εκεί σε μια περίπτωση δημιουργήθηκε ένα μεγάλο σκάνδαλο που αφορούσε μαγικές τελετουργίες. Για άλλη μια φορά οι ζηλωτές εκμεταλλεύτηκαν το γεγονός: έγινε έρευνα στο σπίτι του κύριου ενόχου, τα μαγικά του βιβλία κατασχέθηκαν, οι συνένοχοί του καταγγέλθηκαν στον επίσκοπο και τα απόκρυφα βιβλία κάηκαν δημόσια. [26]

Αν η συνύπαρξη του αρχαίου πολιτισμού με τα δόγματα της χριστιανικής θρησκείας ήταν ταραχώδης στο τέλος του 5ου αιώνα, η ένταση αυτή στο μέλλον επρόκειτο να λάβει μεγαλύτερες διαστάσεις. Η πολιτική του Ιουστινιανού καθοριζόταν από δύο βασικές αρχές: ως Ρωμαίος αυτοκράτορας επεδίωκε την αποκατάσταση της αυτοκρατορίας στα παλαιά της όρια. Ως χριστιανός ορθόδοξος ηγεμόνας θεωρούσε τον εαυτό του υποχρεωμένο να αγωνιστεί για την επιβολή του ορθόδοξου δόγματος σε όλη την επικράτεια.[27] Μέχρι την εποχή του, σπίθες κλασικής παιδείας συνέχιζαν ανελλιπώς να είναι υπαρκτές στην Αθήνα, από έναν περιορισμένο, αλλά αξιόλογο αριθμό νεοπλατωνιστών. Ο Πρίσκος που υπήρξε δάσκαλος του Μεγάλου Βασίλειου, του Ιουλιανού και του Λιβάνιου, ο Πρόκλος που μάς άφησε μια εκτεταμένη βιβλιογραφία και επηρέασε σημαντικούς φιλοσόφους της Αναγέννησης, ο Μαρίνος ο Νεαπολίτης που έγραψε τη βιογραφία του δάσκαλού του Πρόκλου και τον διαδέχθηκε ως διευθυντής της Ακαδημίας, ο Πλούταρχος Αθηνών που συνείσφερε στις αριστοτελικές σπουδές, είναι μερικοί από τους διανοούμενους που θεωρούνταν άξιοι σεβασμού όχι μόνο από τους εναπομείναντες ειδωλολάτρες, αλλά και χριστιανούς αξιωματούχους και λογίους.

Το διάταγμα που έκλεινε την Ακαδημία της Αθήνας το 529, ήταν μέρος μιας γενικότερης πρωτοβουλίας νομικών κυρώσεων εις βάρος κάθε αιρετικού χριστιανού, καθώς και για τους Μανιχαίους, τους Σαμαρίτες, τους Ιουδαίους και τους ειδωλολάτρες.[28] Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το απόσπασμα του Ιουστινιάνειου Κώδικα [29] που εκδόθηκε τον Απρίλιο του 529, όλοι οι ανήκοντες στην παραπάνω κατηγορία αποκλείστηκαν από κάθε θέση διδασκαλίας, τη δυνατότητα να δέχονται κρατική αμοιβή, να εργαστούν ως νομικοί, να καταταχθούν στο στρατό ή να δεχθούν κρατικό αξίωμα. Οποιοσδήποτε μη ορθόδοξος που κατείχε μια από αυτές τις θέσεις όφειλε να την αποποιηθεί, και ο νόμος προέβλεπε βαριά πρόστιμα για όσους αποτύγχαναν ή αρνούνταν να τις αποποιηθούν.[30] Με μορφή διατάγματος (εδίκτου), όπως μάς περιγράφει ο χρονογράφος Ιωάννης Μαλάλας, «στο έτος υπατείας του Δεκίου» (529) ο Ιουστινιανός απαγόρευσε τη διδασκαλία της φιλοσοφίας στην Αθήνα (πρόσταξιν έπεμψεν εν Αθήναις, κελεύσας μηδένα διδάσκειν φιλοσοφίαν).[31] Αυτό που βλέπουμε σε σχέση με τον Κώδικα είναι ότι το διάταγμα κατά της Αθήνας όριζε την πλήρη απαγόρευση διδασκαλίας της φιλοσοφίας και της νομικής στη συγκεκριμένη πόλη, δηλαδή ακόμα σε χριστιανό ορθόδοξο. Εν πάση περιπτώσει αυτό που στόχευε το παρατιθέμενο διάταγμα ήταν η καταστολή της «βλασφημίας», ειδωλολατρικής φιλοσοφίας δηλαδή που διδασκόταν από ειδωλολάτρες.[32] Ίσως η πνευματική ζωή της Αθήνας να ήταν πλήρως συνυφασμένη με την ειδωλολατρία, στο νου του Μαλάλα τουλάχιστον, γι’ αυτό να αποτυπώθηκε έτσι η συγκεκριμένη αναφορά. Ύστερα από ανασκαφές που έλαβαν χώρα το 1955 στην Αθήνα, αποκαλύφθηκε το λεγόμενο «Κτίριο Χ», λίγο πιο κάτω από την Ακρόπολη, το οποίο πιθανώς να είναι, σύμφωνα με τα έως τώρα δεδομένα, ο «Οίκος του Πρόκλου», όπου συναρθροίζονταν τα μέλη της Νεοπλατωνικής Σχολής για θρησκευτικές λατρείες, διαλέξεις και συμπόσια.[33] Ο χώρος, που έχει καθαρές ενδείξεις παγανιστικής λατρείας και ταιριάζει με τις τοπογραφικές περιγραφές του -μαθητή του Πρόκλου- Μαρίνου Νεαπολίτη, βρισκόταν υπό συνεχή χρήση καθ’ όλη τη διάρκεια του 5ου αιώνα, αλλά τον 6ο αι. εγκαταλείφθηκε οριστικά, χωρίς φυσικά να ξέρουμε αν αυτό οφειλόταν στο διάταγμα του 529.[34] Αυτά που γνωρίζουμε, όπως μάς υπενθυμίζει ο ιστορικός Cyril Mango, είναι ότι η Ακαδημία συνέχισε να λειτουργεί, υποβαθμισμένα βέβαια, για μερικές δεκαετίες ακόμη, ενώ στην Αλεξάνδρεια ο ειδωλολάτρης Ολυμπιόδωρος δίδασκε φιλοσοφία μέχρι και μετά το 565, έτος θανάτου του Ιουστινιανού.[35] Μπορεί το 529 να μην ήταν το τέλος της Ακαδημίας των Αθηνών, ήταν όμως η αρχή του τέλους. Δύο έτη αργότερα, δηλαδή το 531, ο Ιουστινιανός εξέδωσε δύο νέους νόμους [36] που προέβλεπαν δήμευση περιουσίας για τους εθνικούς. Έτσι ο Δαμάσκιος, που διετέλεσε ως ο τελευταίος καταγεγραμμένος διευθυντής της Ακαδημίας και ήταν γνωστός για τις οντολογικές και κοσμολογικές του αναζητήσεις, αυτοεξορίστηκε μαζί με έξι μαθητές του στο παλάτι του Σασσανίδη βασιλιά της Περσίας, Χοσρόη Α’, κάπου μεταξύ του φθινοπώρου του 531 και της άνοιξης του 532. Ανάμεσα στους μαθητές του που τον ακολούθησαν ήταν ο Σιμπλίκιος, σημαντικός σχολιαστής του Αριστοτέλη, που προσπάθησε να συνδυάσει αριστοτελισμό και πλατωνισμό αναζητώντας τα κοινά τους σημεία. Τη φυγή στην Κτησιφώντα μάς την παραθέτει ο ιστορικός Αγαθίας. ανάγει δε το λόγο αυτής στη μη αποδοχή της ρωμαϊκής θρησκείας από τους φιλοσόφους και την άποψή τους ότι το περσικό κράτος θα μπορούσε να είναι πολιτισμικά ανώτερο.[37] Όπως λέει όμως ο Wildberg, «φαίνεται σίγουρο, ότι ο Δαμάσκιος και ο κύκλος του αφού χάσανε τις περιουσίες τους αναγκάστηκαν να επιλέξουν μεταξύ εξορίας και εκτέλεσης».[38]

Παρ’ όλα αυτά οι φιλόσοφοι φαίνεται ότι απογοητεύθηκαν απ’ όσα αντίκρυσαν στην Περσία, κι όταν υπογράφθηκε η συνθήκη ειρήνης μεταξύ της ρωμαϊκής και της σασσανιδικής αυτοκρατορίας το 532, επέστρεψαν χωρίς να γνωρίζουμε τον ακριβή τόπο εγκατάστασής τους. Ο συσχετιζόμενος όρος της συνθήκης, που ονομάστηκε «Απέραντος Ειρήνη» (διήρκεσε λιγότερο από οκτώ χρόνια), προέβλεπε την εγγύηση της ασφάλειας και της ιδεολογικής ακεραιότητας των εφτά φιλοσόφων και αποτελεί, σύμφωνα με την ιστορικό Αθανασσιάδη, «η μόνη δήλωση ιδεολογικής ανοχής που υπέγραψε ποτέ ο Ιουστινιανός».[39]

Πιθανόν οι απαγορεύσεις κι οι τιμωρίες που όριζε προς τους μη χριστιανούς ορθόδοξους να μην εφαρμόζονταν παντού, αλλά δεν μπορούμε να αμφιβάλλουμε για το συστηματικό διωγμό των ειδωλολατρών που έγινε, κι όχι μόνο στη διετία 529-531. το 546, «πλήθος γραμματικοί, σοφιστές, νομικοί, και γιατροί» σύρθηκαν μπροστά στον ιεροεξεταστή, τον Ιωάννη της Εφέσου (που ήταν κι ο ίδιος αιρετικός), και τιμωρήθηκαν με μαστίγωση και φυλακίσεις, [40] ενώ το 562 ειδωλολατρικά βιβλία παραδόθηκαν στην πυρά. [41] Εύκολα μπορεί κανείς να φανταστεί τις επιπτώσεις αυτών των μέτρων στο ηθικό των ακαδημαϊκών δασκάλων, που υπομονεύτηκε ακόμη περισσότερο με την κατάργηση των κρατικών επιχορηγήσεων στους καθηγητές. [42] Έτσι δεν προκαλεί φυσικά έκπληξη ότι στο τέλος του 6ου αιώνα η παράδοση της ανώτερης παιδείας είχε επιζήσει μόνο στην Κωνσταντινούπολη, την Αλεξάνδρεια και τη Βηρυτό.

«Μπορεί ο Ιουστινιανός να έχει βαριά ευθύνη για την εξασθένηση του εκπαιδευτικού συστήματος, για την κατοπινή του κατάρρευση όμως αιτία είναι αναμφίβολα η εξαφάνιση των πόλεων», επισημαίνει ο C. Mango.[43] Αρκετές από τις μεγαλεπήβολες ιδέες του Ιουστινιανού επέφεραν επιτυχίες. χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι η επανάκτηση μεγάλου μέρους του άλλοτε δυτικού τμήματος της αυτοκρατορίας, η ανοικοδόμηση της Αγιάς Σοφιάς και η αναδιοργάνωση του ρωμαϊκού δικαίου. Πέραν αυτών, όμως, ο «Αιώνας του Ιουστινιανού» αποτελεί μια εποχή με ολέθριες εκφάνσεις για τους υπηκόους της αυτοκρατορίας. φυσικές καταστροφές όπως ο σεισμός στην Αντιόχεια το 526, αστικές συρράξεις με αποκορύφωμα τη Στάση του Νίκα το 532, σειρά επιδημιών με κυριότερη τη βουβωνική πανώλη του 541-2, ανθρώπινες απώλειες από τους μακροπρόθεσμους πολέμους σε Δύση και Ανατολή και βαρύτατη φορολογία για τη χρηματοδότησή τους, απώλεια μεγάλου μέρους της Ιταλίας από τους Λομβαρδούς (568-572) κι η μαζική εισβολή Σλάβων και Αβάρων από το Δούναβη είναι μερικοί από τους καθοριστικότατους παράγοντες που προκάλεσαν δημογραφικό αποδεκατισμό, συρρίκνωση του αριθμού των πόλεων και ερήμωση της επαρχίας. Έχοντας όλα αυτά υπ’ όψιν, είναι δύσκολο, επομένως, να φανταστούμε αυτήν την εποχή γόνιμη για πνευματική καλλιέργεια.

Η παρακμή της παιδείας θα συνεχιστεί και τον 7ο αιώνα, με λίγες εξαιρέσεις διανοουμένων όπως ο Στέφανος ο Αλεξανδρέας και ο Τυχικός, ωσότου η αναγέννηση των κλασικών σπουδών αρχίσει με βραδύ ρυθμό προς το τέλος του 8ου αιώνα, και επίκεντρο την πρωτεύουσα.[44]

Η πρώιμη βυζαντινή περίοδος αποτέλεσε μια εποχή συγκρούσεων ανάμεσα στον αρχαίο ελληνισμό και τον χριστιανισμό, που διαμόρφωσαν τη μεσαιωνική παιδεία και τις προεκτάσεις της. Ο χριστιανισμός έφερε μια ιδεολογική επανάσταση στον αρχαίο κόσμο, που έπρεπε να κατανοηθεί. Για τους φιλοσόφους, η λογική κι η θεολογία ήταν ανέκαθεν κάτι συγκεχυμένο. ξεκινώντας ορθολογικά το συλλογισμό τους έτειναν να καταλήγουν σε συμπεράσματα πίστης, όπως το Εν, η ουράνια ιεράρχηση, η αθανασία της ψυχής. Αντιθέτως, οι πεποιθήσεις του χριστιανισμού βασίζονταν στην αποκάλυψη αυτών, και το περιεχόμενο αυτής της πίστης, με την υπόσχεση της παγκόσμιας σωτηρίας μέσω του θανάτου ενός θεού που έγινε άνθρωπος, σταυρώθηκε και αναστήθηκε, αψηφούσε τη λογική. Αυτό που χρειαζόταν, ήταν ένα ορθολογικό πλαίσιο πάνω στο οποίο θα μπορούσαν αυτά τα δόγματα πίστης να κατανοηθούν, να συζητηθούν και να υπεραμυνθούν, αλλά κανένας πνευματικός θεσμός δεν μπορούσε να προσφέρει ένα τέτοιο πλαίσιο, όπως μπορούσε η παγανιστική φιλοσοφία με τα λογικά και μεταφυσικά έργα της. Και απ’ ό,τι φαίνεται αυτός είναι ο λόγος που η κλασική φιλοσοφία προξένησε αναγκαστικά διχασμό στο χριστιανικό κόσμο του Βυζαντίου: σύμμαχος και εχθρός ταυτόχρονα, το μέσο αλλά όχι ο σκοπός, ένας πειρασμός αδύνατο να τον απαρνηθεί και εξίσου αδύνατο να τον ασπαστεί.[45]

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1] Cyril Mango, Βυζάντιο, η Αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης, σελ. 151

[2] Αικατερίνη Χριστοφιλοπούλου, Τα Πολιτεύματα και οι Θεσμοί της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, 324-1204, Κράτος, Δίοικηση, Οικονομία, Κοινωνία, σελ. 22

[3] Const. apost., i. 6, έκδ. F. X. Funk, Didascalia et Constitutiones apostolorum, Paderborn 1905, 13-15, παραπομπή από το βιβλίο του C. Mango, Βυζάντιο, σελ. 158

[4] C. A. Trypanis (εκδ.), Fourteen Early Byzantine Cantica, Βιέννη 1968, στροφή 17, σσ. 36-7, παραπομπή από το βιβλίο του C. Mango, Βυζάντιο, σσ. 158-9

[5] Ιωάννης Καραγιαννόπουλος, Το Βυζαντινό Κράτος, σελ. 76

[6] Ι. Καραγιαννόπουλος, Το Βυζαντινό Κράτος, σελ. 79

[7] Peter Sarris, Ιστορία του Βυζαντίου, επιμ. C. Mango, σελ. 55

[8] Ι. Καραγιαννόπουλος, Το Βυζαντινό Κράτος, σελ. 80

[9] Peter Sarris, Ιστορία του Βυζαντίου, επιμ. C. Mango, σελ. 58

[10] Παραπομπές στο βιβλίο του Ι. Καραγιαννόπουλου, Το Βυζαντινό Κράτος, σελ. 81: Amm. Marc. XXV. 3. 6 κ.ε. – Θεοδώρητος, Εκκλ. Ιστορία ΙΙΙ. 20 – Για τις φήμες γύρω από το θάνατο του Ιουλιανού Th. BüttnerWobst, Tod 561-580,

[11] Ιωάννης Καραγιαννόπουλος, Το Βυζαντινό Κράτος, σσ. 83-84

[12] Ι. Καραγιαννόπουλος, Το Βυζαντινό Κράτος, σελ. 86

[13] Θεοδοσιανός Κώδιξ 16. 10. 7

[14] Θεοδοσιανός Κώδιξ 16. 10. 19

[15] Θεοδοσιανός Κώδιξ 16. 10. 25

[16] Κορομηλά Μαριάννα, «Εν τω Σταδίω», Howell και Robinson

[17] C. Mango, Βυζάντιο, σσ. 141-142

[18] N. G. Wilson (εκδ.), On the Value of Greek Literature, Λονδίνο 1975, παραπομπή από το βιβλίο του C. Mango, Βυζάντιο, σελ. 160

[19] C. Mango, Βυζάντιο, σελ. 160

[20] C. Mango, Βυζάντιο, σελ. 161

[21] Αλέξιος Σαββίδης, Benjamin Hendrickx, Εισαγωγή στη Βυζαντινή Ιστορία (248-1461), σελ. 88

[22] C. Mango, Βυζάντιο, σελ. 161

[23] Αλέξιος Σαββίδης, Benjamin Hendrickx, Εισαγωγή στη Βυζαντινή Ιστορία (248-1461), σελ. 88

[24] C. Mango, Βυζάντιο, σελ. 157

[25] M. –A. Kugener (εκδ.), PO 2, 7 κε., παραπομπή από το βιβλίο του C. Mango, Βυζάντιο, σελ. 161

[26] C. Mango, Βυζάντιο, σσ. 161-2

[27] Βλ. PG 86. 947 Α κ.ε., 993 C: «αναγκαίον ηγησάμεθα πάσαν πρόφασιν αναιρούντες τοις σκανδαλιζομένοις ή σκανδαλίζουσι την της ορθής πίστεως ομολογίαν, την εν τη αγία του Θεού εκκλησία κηρυττόμενην, φανερόν δια του παρόντος ηδίκτου ποιήσασθαι, προς το και τους την ορθήν πίστιν ομολογούντας εν βεβαίω ταύτην φυλάττειν, και τους προς ταύτην φιλονεικούντας, μανθάνοντας την αλήθειαν, σπουδάσαι ενωθήναι τη αγία του Θεού εκκλησία», παραπομπή στο βιβλίο του Ι. Καραγιαννόπουλου, Το Βυζαντινό Κράτος, σελ. 81

[28] Christian Wildberg, The Cambridge Companion to the Age of Justinian, επιμ. Michael Maas, κεφ. 13: Philosophy in the Age of Justinian, σελ. 330

[29] Ιουστινιάνειος Κώδικας, I. 5. 18. 4-5

[30] Ιουστιν. Κώδ. Ι. 5. 18.10-11

[31] Ιωάννης Μαλάλας, Χρονογραφία, Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae, επιμ. B. G. Niebuhr, εκδ. Impensis Ed. Weberi, Βόννη, 1831, Κεφ. 18, σελ. 451: «Επί δε της υπατείας του αυτού Δεκίου ο αυτός βασιλεύς θεσπίσας πρόσταξιν έπεμψεν εν Αθήναις, κελεύσας μηδένα διδάσκειν φιλοσοφίαν μήτε νόμιμα εξηγείσθαι μήτε κόττον εν μιά των πόλεων γίνεσθαι, επειδή εν Βυζαντίω ευρεθέντες τίνες των κοττίστών και βλασφημίαις δειναίς εαυτούς περιβαλόντες χειροκοπηθέντες περιεβωμβήθησαν εν καμήλοις»

[32] Christian Wildberg, The Cambridge Companion to the Age of Justinian, επιμ. Michael Maas, κεφ. 13: Philosophy in the Age of Justinian, σελ. 331

[33] Anna Afonasina και Eugene Afonasin, The Houses of Philosophical Schools in Athens, σελ. 14: «The excavators were the first to suggest that the building (now labeled as House Chi) can be identified with the one owned by Plutarch’s family and associated with the names of the founder of the Athenian school of Neoplatonism and his closest associates, Syrianus and Proclus. Indeed, in addition to the fact that it perfectly matches Marinus’ description, it clearly belongs to the type of buildings used in Antiquity. As Frantz writes, “for the gathering of audiences and accommodating lectures and called generally ‘philosophical schools’.” It is equally important that the building seems to be used continuously during the fifth century, but was abandoned in the sixth century C.E. The hypothesis has now been materialized in the form of a memorial plate hung in situ. », και παραπέμπεται εκ νέου η ανασκαφέας της αρχαίας αγοράς Alison Frantz: «The house in question fits all the topographical specifications in the VP, and furthermore, its site, as far as it could be estimated from its scattered known parts, precludes the existence of anything comparable in the area…» (Frantz 1988, 43), για περισσότερα βλ. Frantz, A., Tompson, H., Travlos, J. (1988) The Athenian Agora. Results of Excavations conducted by the Americal School of Classical Studies at Athens. Vol. XXIV: Late Antiquity, A. D. 267–700. Princeton, N. J.; reviewed by P. Castrén in: Gnomon 63 (1991)

[34] Arja Karivieri, The “House of Proclus” on the Southern Slope of the Acropolis: A Contribution, σελ. 131, κεφάλαιο από το βιβλίο Post-Herulian Athens, επιμ. P. Castrén

[35] C. Mango, Βυζάντιο, σελ. 163

[36] Ιουστιν. Κώδ. Ι.11.10.1

[37] Αγαθίας, Ιστορίαι, 2.30.3

[38] Christian Wildberg, The Cambridge Companion to the Age of Justinian, επιμ. Michael Maas, κεφ. 13: Philosophy in the Age of Justinian, σελ. 333

[39] Παραπομπή 54η στο βιβλίο The Cambridge Companion to the Age of Justinian, επιμ. Michael Maas, κεφ. 13: Philosophy in the Age of Justinian, σελ. 340, στην οποία ο C. Wildberg γράφει ακριβώς τα εξής: «Though it may well be, as Athanassiadi puts it, “the only profession of ideological toleration ever signed by Justinian” (“Persecution and Response in Late Paganism”, 25)».

[40] F. Nau, «L’ Histoire ecclesiastique de Jean d’ Asie», ROC 2 (1897), 481-2, παραπομπή στο βιβλίο του C. Mango, Βυζάντιο, σ. 163

[41] Μαλάλας, Χρονογραφία, CSHB, 491, παραπομπή στο βιβλ. του C. Mango, Βυζάντιο, σ. 163

[42] Προκόπιος, Ανέκδοτα, xxvi. 5., παραπομπή στο βιβλ. του C. Mango, Βυζάντιο, σ. 163

[43] C. Mango, Βυζάντιο, σελ. 163

[44] C. Mango, Βυζάντιο, σσ. 163-5

[45] Christian Wildberg, The Cambridge Companion to the Age of Justinian, επιμ. Michael Maas, κεφ. 13: Philosophy in the Age of Justinian, σελ. 336

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Mango Cyril, Βυζάντιο, η Αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης, μτφρ. Δ. Τσουγκαράκης, 6η ανατύπ., εκδ. Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα, 2013

Μαλάλας Ιωάννης, Χρονογραφία, Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae, επιμ. B. G. Niebuhr, εκδ. Impensis Ed. Weberi, Βόννη, 1831

Καραγιαννόπουλος Ιωάννης, Το Βυζαντινό Κράτος, 4η έκδ., εκδ. Βανιάς, Θεσσαλονίκη, 2001

Wildberg Christian, Philosophy in the Age of Justinian, κεφάλαιο από το συλλογικό βιβλίο The Cambridge Companion to the Age of Justinian, επιμ. Michael Maas, Cambridge University Press, 2005

Σαββίδης Αλέξιος Γ.Κ., Hendrickx Benjamin, Εισαγωγή στη Βυζαντινή Ιστορία (248-1461), 2η αναθεωρημένη έκδοση, εκδ. Ηρόδοτος, Αθήνα, 2008

Karivieri, Arja, The «House of Proclus» on the Southern Slope of the Acropolis. A Contribution, κεφάλαιο από το συλλογικό βιβλίο Post-Herulian Athens, Aspects of Life and Culture in Athens A.D. 267-529, επιμ. Paavo Castrén, Papers and Monographs of the Finnish Institute at Athens vol. 1, Ελσίνκι, 1994

Sarris Peter, Η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία από τον Κωνσταντίνο μέχρι τον Ηράκλειο (306-641), κεφάλαιο από το συλλογικό βιβλίο του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, Ιστορία του Βυζαντίου, επιμ. C. Mango, μτφρ. Ο. Καραγιώργου, επιμ. ελλ. εκδ. Γ. Μωυσείδου, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 2006

Χριστοφιλοπούλου Αικατερίνη, Τα Πολιτεύματα και οι Θεσμοί της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, 324-1204, Κράτος, Δίοικηση, Οικονομία, Κοινωνία, Αθήνα, 2004

Afonasina Anna, Afonasin Eugene, The Houses of Philosophical Schools in Athens, The Centre for Ancient philosophy and the Classical Tradition, Novosibirsk State University, Institute of Philosophy and Law, Russia, 2014

, , , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.