Η Δεύτερη μεταβατική περίοδος της Αρχαίας Αιγύπτου και η ηγεμονία των Υξώς

του Μανώλη Χατζημανώλη,

Στις αρχές του 3ου αιώνα π.Χ στην πτολεμαϊκή Αίγυπτο, ένας αρχιερέας ονόματι Μανέθων έγραφε στο έργο του Αιγυπτιακά:

“Δεν γνωρίζω γιατί οι θεοί δυσαρεστήθηκαν μαζί μας. Απροσδόκητα οι πολεμιστές μιας άγνωστης φυλής ήλθαν από τις χώρες της Ανατολής. Ήταν βέβαιοι για τη νίκη τους και βάδισαν κατά της χώρας μας. Την κυρίευσαν με τη δύναμή τους, εύκολα και χωρίς να δώσουν μάχη”.

Οι Ασιάτες στους οποίους αναφερόταν ο Μανέθων στο ιστορικό του έργο δεν ήταν άλλοι από τους λεγόμενους Υξώς, από το αιγυπτιακό hequau khasut που σημαίνει ηγεμόνες των ξένων χωρών. Έχοντας ως κέντρο τους την πόλη Άβαρι στο ανατολικό Δέλτα του Νείλου, οι Υξώς επέκτειναν κατά τους 17ο-16ο αιώνες π.Χ την κυριαρχία τους στο σύνολο της αρχαίας χώρας ιδρύοντας την αινιγματική 15η φαραωνική δυναστεία.

Επηρεασμένοι από την δραματική αφήγηση του Μανέθωνα, οι αιγυπτιολόγοι επί δεκαετίες πίστευαν ότι όντως οι Υξώς, εισάγοντας την πολεμική χρήση του ίππου και αξιοποιώντας τεχνολογικές καινοτομίες όπως το δίτροχο άρμα μάχης, το σύνθετο τόξο, η αιγυπτιακού τύπου κοπίδα (khopesh) και οι φολιδωτές πανοπλίες, συνέτριψαν την παραπαίουσα βασιλική 13η δυναστεία της Αιγύπτου και κυβέρνησαν την χώρα επί 100 χρόνια (περ. 1650-1550 π.Χ). Αυτό το υπεραπλουστευτικό αφήγημα κατέστησε σταδιακά παρωχημένο αξιοποιώντας τα συνεχώς εμπλουτιζόμενα αρχαιολογικά ευρήματα η σύγχρονη έρευνα.

Η 12η φαραωνική δυναστεία (1991 π.Χ-1786 π.Χ) υπήρξε μια από τις λαμπρότερες της περιόδου του Μέσου Βασιλείου. Έχοντας ως κέντρο τους την πόλη Μέμφιδα στον μέσο ρου του Νείλου, οι Φαραώ αυτής της δυναστείας επέκτειναν την κυριαρχία τους προς τα χρυσοφόρα εδάφη της Νουβίας στον Νότο και σύναψαν σχέσεις επικυριαρχίας με αρχαίες πόλεις της εύφορης ημισελήνου όπως η Βύβλος. Χάρη στον εισαγόμενο πλούτο η κεντρική εξουσία ισχυροποιήθηκε, ενώ σημειώθηκε πολιτισμική και οικονομική ανάπτυξη. Οι Αιγύπτιοι εκμεταλλεύτηκαν στο έπακρο τις δυνατότητες που τους προσέφερε ο Νείλος κατασκευάζοντας αρδευτικά έργα και τεχνητές οάσεις ακόμα και σε άνυδρες περιοχές και δημιουργώντας διατροφικά πλεονάσματα που είχαν ως αποτέλεσμα την αύξηση του πληθυσμού της χώρας. Την λαμπρή αυτή εποχή ακολούθησε μια περίοδος πολιτικής αστάθειας και συγκρούσεων που έμεινε γνωστή ως η Β’ Ενδιάμεση Περίοδος. Γύρω στο 1785 π.Χ τον βασιλιά Αμμενέμη Δ’ διαδέχθηκε η άσημη βασίλισσα Νεφρουσομπέκ, σηματοδοτώντας το τέλος της ένδοξης 12ης δυναστείας. Κατά τα επόμενα 150 χρόνια ακολούθησαν οι σύντομες βασιλείες περίπου 70(!) φαραώ, ενώ αναβίωσε ο ανταγωνισμός μεταξύ των πριγκίπων της Άνω (νότιας) και Κάτω (βόρειας) Αιγύπτου. Την κατάσταση φαίνεται ότι χειροτέρευσαν και οι πλημμύρες του Νείλου που οδήγησαν σε μια σειρά κακών σοδειών, προκαλώντας πείνα και υπονομεύοντας το κύρος του Φαραώ ως μεσάζοντα μεταξύ του κόσμου των θεών και των θνητών.

Η πολιτική κατάσταση κατά τη Δεύτερη μεταβατική περίοδο της Αιγύπτου (~1650-~1550 π.Χ.). Οι Θήβες για σύντομο διάστημα είχαν κατακτηθεί από τους Υξώς περίπου το 1580 π.Χ.

Σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο οι διπλωματικές και οικονομικές σχέσεις μεταξύ της Αιγύπτου και των σημιτικών λαών της εύφορης ημισελήνου εντάθηκαν. Ήδη από την εποχή της βασιλείας του βασιλιά Σενρουσέτ Β’ (περί το 1890 π.Χ) καταγράφονται επαφές με ομάδες ξένων που αποκαλούνται ως Aamu και αναγνωρίζονται ως κάτοικοι της Χαναάν ή Βεδουίνοι της περιοχής του Σινά. Καθ’ όλη την διάρκεια των επόμενων δύο αιώνων δυτικοσημιτικά γένη εγκαθίσταντο με τα κοπάδια και τις οικοσκευές τους στην εύφορη και κομβική εμπορικά περιοχή του Δέλτα ως έμποροι, τεχνίτες ή κι ως μισθοφόροι πολεμιστές για τον φαραωνικό στρατό, καθώς σε πολλές τοιχογραφίες απεικονίζονται να φέρουν όπλα. Ειδικά η πόλη Άβαρις, έχοντας ιδιαίτερη σημασία ως κόμβος διαμετακομιστικού εμπορίου, φαίνεται πως αποτελούσε πόλο έλξης των νεοφερμένων από την Ανατολή.
Μετά τον θάνατο του φαραώ της 13ης Δυναστείας Σομπεχοτέπ Δ’ περί το 1725 π.Χ, η κεντρική εξουσία στην Αίγυπτο τελικά κατέρρευσε, με την χώρα να διασπάται σε πολλά επιμέρους μικρά βασίλεια. Ένα εξ αυτών βρισκόταν στην Άβαρι, όπου κυβερνούσε η κατά τα φαινόμενα ασιατικής καταγωγής 14η Δυναστεία. Περί το 1650 π.Χ, αδιευκρίνιστο αν έγινε ως αποτέλεσμα εισβολής ή εξέγερσης, το ανάκτορο της πόλης καταστράφηκε και την 14η Δυναστεία της Αβάρεως διαδέχθηκε η 15η των Υξώς. Σύντομα οι ξένοι ηγεμόνες επεκτάθηκαν προς πάσα κατεύθυνση υποτάσσοντας τους πρίγκιπες του Δέλτα και αποκόβοντας την νότια Αίγυπτο από τις τεχνολογικές εξελίξεις που λάμβαναν χώρα την ίδια περίοδο στην Μέση Ανατολή. Εκμεταλλευόμενοι την καίρια θέση της πρωτεύουσας τους στο ανατολικό Δέλτα και αξιοποιώντας το οικονομικό και τεχνολογικό τους πλεονέκτημα, επέκτειναν την επιρροή τους σε περιοχές του Σινά, της Συροπαλαιστίνης, στην Λιβύη και στην Κρήτη. Σύντομα κατέλαβαν και την Μέμφιδα, σηματοδοτώντας το τέλος της 13ης Δυναστείας, και επέβαλαν καθεστώς υποτέλειας στην 16η Δυναστεία των Θηβών, φτάνοντας μέχρι το Κουσάε.

Αν και οι Υξώς κατηγορήθηκαν από τους κατοπινούς Αιγύπτιους ότι “έκαψαν ανελέητα τις πόλεις, γκρέμισαν τους ναούς των θεών και μεταχειρίστηκαν ολόκληρο τον ντόπιο πληθυσμό με τρομαχτική σκληρότητα“, είναι βέβαιο από τα αρχαιολογικά ευρήματα πως οι ίδιοι σαγηνεύτηκαν από τον πολιτισμό των κατεκτημένων, καθώς υιοθέτησαν πλήρως τις αιγυπτιακές μεθόδους. Χρησιμοποίησαν Αιγύπτιους διαχειριστές και φορεισπράκτορες, έγραφαν στην ιερογλυφική, ενώ οι ηγεμόνες τους αυτοαποκαλούνταν Φαραώ. Αν και εξακολούθησαν να λατρεύουν τους θεούς τους, τιμούσαν επίσης το αιγυπτιακό πάνθεον (όπως φαίνεται από αφιερώματα των βασιλέων της 15ης Δυναστείας σε ιερά του Ρα, του Σομπεκ και της Αθώρ που έχουν διασωθεί), ενώ η πολιούχος θεότητα της Αβάρεως, ο τρομερός Σετ, ταυτίστηκε με τον χαναανικό θεό της θύελλας Βα ‘αλ Ζαφούν. Παράλληλα εισήγαγαν στοιχεία του δικού τους πολιτισμού, όπως βελτιωμένες μεθόδους μεταλλουργίας, μουσικά όργανα όπως το λαούτο, η λύρα και το όμποε και έναν νέο, κάθετο αργαλειό που βελτίωσε τις αιγυπτιακές τεχνικές ύφανσης, ενώ στον πολιτικό τομέα εισήγαγαν τον ανατολίτικο θεσμό του βεζύρη (imy-r khetemet) ως επικεφαλής της διοίκησης.

Αν και στους ξένους ηγεμόνες αποδιδόταν παραδοσιακά η εισαγωγή του ίππου και του πολεμικού άρματος, σύγχρονοι μελετητές αμφισβητούν τον ρόλο που αυτά είχαν στην άνοδό τους, καθώς αφενός δεν υπάρχουν αναφορές ευρείας χρήσης τους παρά μόνο κατά την περίοδο του Νέου Βασιλείου, αφετέρου υποστηρίζεται ότι η τέχνη της ιππασίας δεν ήταν άγνωστη στους Αιγύπτιους της περιόδου του Μέσου Βασιλείου.

Όπως και να έχει, οι Αιγύπτιοι ποτέ δεν αποδέχτηκαν την ξένη επικυριαρχία. Ήδη από το 1580 π.Χ, καταγράφεται ο πρώτος πόλεμος μεταξύ του φαραώ των Θηβών Σεκενενρέ Β’ της 17ης Δυναστείας και του βασιλέα της Αβάρεως Απόφη (Αουσέρρ Απέπι Α’, 1585-1542 π.Χ). Τον πόλεμο αυτό του Σεκενενρέ Α’, που πιθανότατα σκοτώθηκε σε κάποια από τις συγκρούσεις όπως φαίνεται από τα πολλαπλά τραύματα από πέλεκυ στο κεφάλι που φέρει η μούμια του, συνέχισε ο διάδοχός του Καμόσις (1573-1570 π.Χ). Ο ηγεμόνας των Θηβών, παρά τις αντιρρήσεις των συμβούλων του, συγκέντρωσε μεγάλη στρατιωτική δύναμη και επιτέθηκε -με επιτυχία αρχικά- στα νότια σύνορα των Υξώς. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται σε μία επιγραφή όπου περιγράφεται η νικηφόρα επίθεση του Καμόσι εναντίον ενός τοπικού υποτελή άρχοντα των Υξώς:

“Όταν η γη φωτίστηκε από τον ήλιο, βρέθηκα πάνω του σαν να ήμουν γεράκι. Η ώρα για το γεύμα ήλθε. Τότε τον ανέτρεψα. Ισοπέδωσα το τείχος του, σκότωσα τους ανθρώπους του και ταπείνωσα την γυναίκα του. Οι στρατιώτες μου ήταν σαν τα λιοντάρια όταν κυνηγούν την λεία τους. Άρπαζαν τους υπηρέτες, τα ζώα, το γάλα, το βούτυρο και το μέλι των νικημένων, ενώ μοίραζαν τα υπάρχοντά τους.”

Αν και ο Απόφις κατάφερε τελικά να αντεπιτεθεί και να απωθήσει τον Καμόσι, σταδιακά οι βασιλείς των Θηβών θα εκδίωκαν τους εισβολείς και θα δημιουργούσαν τις προϋποθέσεις για να μετατραπεί το επανενωμένο βασίλειο σε αυτοκρατορία.

Κατά την διάρκεια της βασιλείας του φαραώ Άμωσι Α’ της 18ης Δυναστείας (1570-1546 π.Χ) η χώρα θα μεταμορφωνόταν σε μία από τις σημαντικότερες στρατιωτικές δυνάμεις της εποχής της. Ο νέος Φαραώ, αφού κατέστρεψε την Άβαρι και εκδίωξε τους ξένους ηγεμόνες, κατέλαβε την πόλη Σαρουχέν (Τελ ελ-Φαράχ) της νότιας Παλαιστίνης, όπου είχαν καταφύγει τα απομεινάρια της ηγεσίας τους. Οι αξιωματικοί και οι απλοί στρατιώτες του φαραώ ανταμοίφθηκαν πλουσιοπάροχα για τις υπηρεσίες τους, αποκομίζοντας πλήθος λαφύρων και δούλων, μετατρεπόμενοι σε μια νέα ισχυρή κοινωνική τάξη, αυτή των στρατιωτικών. Οι τεχνολογικές καινοτομίες από την Ανατολή ενσωματώθηκαν πλήρως στον στρατό του Φαραώ, οι άνδρες του οποίου διέθεταν πλέον ορειχάλκινες κοπίδες, πέλεκεις, λινούς θώρακες και κράνη και ένα νέο ισχυρό σώμα ευέλικτων δίτροχων αρμάτων μάχης. Σπάζοντας την γεωγραφική τους απομόνωση, οι Αιγύπτιοι θα κατάφερναν κατά την διάρκεια της χρυσής εποχής του Νέου Βασιλείου να δημιουργήσουν μια αυτοκρατορία που θα εκτεινόταν σε 3.000 και πλέον χιλιόμετρα, από την χώρα των μαύρων Νουβίων στον νότο, μέχρι τον ποταμό Ευφράτη στην βορρά, κυριαρχώντας στους μεγάλους εμπορικούς δρόμους και εξαπλώνοντας την επιρροή τους σε όλη την ανατολική Μεσόγειο.

Αν και πλήθος Ασιατών εξακολούθησαν να κατοικούν στην χώρα του Νείλου ως τεχνίτες, υπηρέτες και μισθοφόροι, οι κατοπινές γενιές των Αιγυπτίων θα επέβαλαν στην ασιατική δυναστεία των Υξώς ένα είδος damnatio memoriae, είτε παραλείποντάς τους εντελώς από τα χρονικά, είτε λοιδωρώντας τους, όπως ο Μανέθων τον 2ο αιώνα π.Χ, ως βίαιους κατακτητές και καταπιεστές του αιγυπτιακού λαού. Η δαιμονοποίηση αυτή αντανακλάται ακόμα και στην ίδια την αιγυπτιακή θρησκεία, μέσα από την αρχέγονη μάχη μεταξύ του ζηλόφθονου πολιούχου θεού της Αβάρεως Σετ και των θεοτήτων των Θηβών Άμμωνα-Ρα και Όσιρι. Ενδιαφέρον έχει επίσης η ταύτιση από τον Ρωμαιο-εβραίο ιστορικό του 1oυ αιώνα μ.Χ Τίτο Φλάβιο Ιώσηπο των Υξώς με τους Ισραηλίτες της Παλαιάς Διαθήκης. Αν και αυτή η αναφορά του Ιώσηπου έχει ωθήσει κάποιους μελετητές να ταυτίζουν την εκδίωξη των Υξώς από την Αίγυπτο με την εβραϊκή Έξοδο, είναι σχεδόν σίγουρο ότι πρόκειται για αναχρονισμό. Καθώς μάλιστα η ισραηλιτική εθνογένεση μάλλον έλαβε χώρα κατά τον 13ο αιώνα π.Χ στην Ιουδαία, ερευνητές θεωρούν πιθανό η ανάμνηση της εκδίωξης των Υξώς να πέρασε και να καταγράφηκε τον 7ο αιώνα ως μέρος της εβραϊκής παράδοσης.
Όπως και να έχει, η εικόνα των μυστηριωδών Υξώς, που ήλθαν από την Ανατολή με τα άρματα μάχης και τις φολιδωτές πανοπλίες τους για να ισοπεδώσουν κάθε αιγυπτιακή αντίσταση κάτω από τα σανδάλια τους, εξακολουθεί να παραμένει ανεξίτηλη στη συλλογική μας μνήμη, με την σύγχρονη έρευνα να αξιοποιεί την αποκρυπτογράφηση της ιερογλυφικής αιγυπτιακής γραφής και τα αρχαιολογικά ευρήματα που έρχονται συνεχώς στο φως προκειμένου να διαχωρίσει σταδιακά την ιστορική αλήθεια από τους μύθους και την προκατάληψη αιώνων…

Πηγή: Ελληνική και Παγκόσμια Στρατιωτική Ιστορία

, , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.