Η δημώδης λογοτεχνία στο πέρασμα από τον 14ο στον 15ο αιώνα

Γράφει η Τασούλα Μ. Μαρκομιχελάκη

Καθώς ο καιρός περνά, η λογοτεχνία στη δημώδη φαίνεται να στερεώνεται περισσότερο και να δίνει όλο και πιο πολλούς καρπούς. Μια ομάδα έργων χρονολογείται με σχετική ασφάλεια, αλλά χωρίς περισσότερη ακρίβεια, στα τέλη του 14ου και τις αρχές του επόμενου αιώνα. Πρόκειται για έργα που συνεχίζουν την παραγωγή σε γραμματολογικά είδη τα οποία έχουμε ήδη αναφέρει ή ανήκουν σε νέα.

Στις αλληγορικές-σατιρικές ιστορίες με ζώα ανήκει το Συναξάριον του τιμημένου Γαδάρου, γραμμένο σε 400 περίπου ανομοιοκατάληκτους δεκαπεντασύλλαβους. Ο λύκος και η αλεπού, που αποτελούν αλληγορίες του κλήρου και των φεουδαρχών, έχουν βάλει στο μάτι τον καημένο γάιδαρο, που συμβολίζει τον φτωχό λαό, ο οποίος ωστόσο με την πονηριά του και το χιούμορ του θα καταφέρει να τους ξεφύγει και να επιβιώσει. Το Συναξάριον είναι ένα από τα έργα που, όπως είπαμε ήδη, αργότερα θα μετατραπούν σε ομοιοκατάληκτα και από τότε (μετά το 1495), με τη νέα του μορφή, θα γνωρίσει μια καινούργια ζωή, καθώς τυπώθηκε στη Βενετία και έγινε το δημοφιλέστερο λαϊκό ανάγνωσμα της εποχής του. Στην ίδια ομάδα έργων ανήκει και ο πεζός Οψαρολόγος, ο οποίος επίσης παρωδεί μια δίκη (όπως νωρίτερα ο Πωρικολόγος, του οποίου μάλλον αποτελεί μίμηση), υπό την προεδρία του βασιλιά Κήτους. Είναι ένα συντομότατο κείμενο που σώθηκε σε ένα μόνο χειρόγραφο από τα τέλη του 15ου αιώνα, του Εscorial, το οποίο περιέχει και τις αντίστοιχες διασκευές του Διγενή και του Λιβίστρου, αλλά και τον Πωρικολόγο και τον Πουλολόγο, από το ίδιο είδος έργων.

Στον χώρο της παρωδίας ανήκει και ένα ιδιότυπο έργο, ο Σπανός ή Ακολουθία του ανοσίου τραγογένη Σπανού, το οποίο ήδη από τον πλήρη τίτλο του δείχνει ότι έχει στόχο να παρωδήσει τα εκκλησιαστικά-λειτουργικά κείμενα. Το γραμματολογικό του είδος, ωστόσο, δεν είναι απλώς αυτό, καθώς ταυτόχρονα αποτελεί και μια σάτιρα εναντίον των σπανών (άτριχων) ανδρών. Το έργο, «χωρίς την αμφίεση της σάτιρας και μόνο με το ένδυμα των παρωδημένων λειτουργικών και των άλλων τυπικών, θα κατέληγε σε μια χοντροκομμένη και ανιαρή εξύβριση του σπανού· και χωρίς το σατιρικό καταποντισμό του σπανού, θα είχαμε να κάνουμε με μια ατέλειωτη και κενή σπίλωση των ιερών και οσίων» (Eideneier 1990, 24).

Από την ομάδα των έμμετρων ερωτικών μυθιστοριών και ειδικότερα από την υποκατηγορία των διασκευασμένων ή μεταφρασμένων από ξένα έργα, στην εποχή αυτή τοποθετείται ο Φλώριος (πλήρης τίτλος: Διήγησις εξαίρετος ερωτική και ξένη Φλωρίου του πανευτυχούς και κόρης Πλάτζια Φλώρης), έργο το οποίο διασκευάζει την ιταλική μετάφραση (Fiorio e Biancifiore) ενός γαλλικού μυθιστορήματος του 12ου αιώνα, του Floire et Blanchefleure. Έργο του ίδιου είδους, αλλά πρωτότυπο, ήταν και η Διήγησις του Αχιλλέως ή Αχιλληίδα, με πρωταγωνιστή τον γνωστό αρχαίο ήρωα, που όμως δεν έχει καμία σχέση με την ομηρική του εκδοχή. Στο μυθιστόρημα ο Αχιλλέας ερωτεύεται την κόρη ενός αντίπαλου βασιλιά, την οποία απάγει και ζουν μαζί έξι χρόνια ευτυχισμένου γάμου. Το ενδιαφέρον με την Αχιλληίδα, ενδεικτικό της ελευθερίας με την οποία διασκευάζονταν τα δημώδη έργα, είναι ότι σε καθεμιά από τις τρεις σωζόμενες εκδοχές της τελειώνει διαφορετικά: με τον θάνατο της κόρης, με τον θάνατο του Αχιλλέα ή με τη συμμετοχή του ήρωα εντέλει στον Τρωικό Πόλεμο, μετά τον θάνατο της αγαπημένης του.

Με απηχήσεις από τα δρακοντόκαστρα και τα ερωτόκαστρα των έμμετρων μυθιστοριών, ο Λόγος παρηγορητικός περί Δυστυχίας και Ευτυχίας είναι ένα ποίημα (μυθιστόρημα χαρακτηρίζεται από κάποιους μελετητές) σχεδόν 800 στίχων με ηθικοδιδακτικό χαρακτήρα. Κατά μία εκδοχή, η οποία βασίζεται στα υδατόσημα του ενός από τα δύο χειρόγραφα που μας το διασώζουν, το έργο είναι παλαιότερο, πριν από τα μέσα του 14ου αιώνα (Πολίτη-Σακελλαριάδη 1987, 286). Ο Λόγος έχει χαρακτηριστεί ως «γλωσσικά και υφολογικά άτεχνο κατασκεύασμα», στο οποίο ωστόσο «υπάρχει κάποια χάρη» (Αλεξίου 2010, 348).

Για όλα τα παραπάνω έργα δεν έχουμε έναν σαφή τοπικό προσδιορισμό της συγγραφής τους. Είναι προϊόντα συγγραφέων της Κωνσταντινούπολης ή όχι; Το γύρισμα στον 15ο αιώνα βρίσκει τη βυζαντινή επικράτεια περιορισμένη στην περιοχή της πρωτεύουσας, στις Σποράδες και στα νησιά του Βορείου Αιγαίου, Θάσο, Λήμνο, Σαμοθράκη και Ίμβρο, και περίπου στους σημερινούς νομούς Λακωνίας και Αρκαδίας της Πελοποννήσου. Μόνο για το τελευταίο έργο που θα μας απασχολήσει σε αυτήν την ενότητα, τη συλλογή Ερωτοπαίγνια ή Καταλόγια. Στίχοι περί έρωτος και αγάπης, έχει υποστηριχθεί ότι προέρχεται από το νησί της Ρόδου και επομένως αποτελεί περίπτωση ποίησης καλλιεργημένης σε φραγκοκρατούμενο χώρο, αν και έχει διατυπωθεί επίσης η γνώμη ότι πρόκειται για συλλογή ποιημάτων διαφορετικών συγγραφέων από διάφορα μέρη του νησιωτικού χώρου.

Μολονότι τα 112 ποιήματα που περιλαμβάνονται στα Ερωτοπαίγνια θυμίζουν δημοτικά τραγούδια, είναι σίγουρο ότι πρόκειται για προσωπικά ποιήματα. Μέσα σε αυτήν τη συλλογή λυρικών τραγουδιών υπάρχουν δύο αλφαβητικές ακροστιχίδες (δηλαδή ποιήματα που αρχίζουν από κάθε γράμμα του αλφαβήτου με τη σειρά – αν και δεν συμπληρώνονται όλα τα γράμματα)· μία ενότητα με «εκατόλογα», όπου η κοπέλα λέει αριθμούς και ο νέος αυτοσχεδιάζει στίχους με τον αντίστοιχο αριθμό, μέχρι να ενδώσει η αγαπημένη του· τέλος, μία ανταλλαγή επιστολών και παραπόνων. Τα Ερωτοπαίγνια ή Καταλόγια είναι «η εκτενέστερη και σημαντικότερη συλλογή ερωτικής ποίησης της μεσαιωνικής περιόδου, με πολύ αξιόλογα χαρακτηριστικά ποιητικής δεξιοτεχνίας» (Λεντάρη 2013β, 1057).

ΑΡΧΕΙΟ ΓΕΩΡΓΑΚΑ

, , , , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.