Η διαμάχη Κέυνς-Χάγιεκ

Παρουσιάζουμε το βιβλίο Keynes – Hayek του Nicholas Wapshott (εκδόσεις W. W. Norton & ΣΙΑ). 

Το βιβλίο αναφέρεται στη σχέση Κέυνς και Χάγιεκ και στην αντιπαράθεση των ιδεών τους καθώς και στην εφαρμοσμένη πολιτική οικονομία του νεοφιλελευθερισμού κατά τη διάρκεια της θητείας του Ρ. Ρήγκαν στις ΗΠΑ και της Μ. Θάτσερ στη Βρετανία. 
Ο Nicholas Wapshott εξέδωσε το βιβλίο Keynes-Hayek The Clash That Defined Modern Economics όπου αφηγείται την πνευματική σύγκρουση μεταξύ των δύο οικονομολόγων και περιγράφει τις διαφορετικές καταλήξεις που είχαν οι ιδέες τους στο επιστημονικό και το πολιτικό πεδίο. Ο Nicholas Wapshott δεν είναι οικονομολόγος, αλλά ένας εξαιρετικός δημοσιογράφος των επιχειρήσεων, στον οποίο οφείλουμε πολλές βιογραφίες πολιτικών προσώπων ( Margaret Thatcher και Ronald Reagan), ανθρώπων του κινηματογράφου (Peter O’Toole, Rex Harrison, Carol Reed ) κ.ά. 

Μια σύνθετη και λεπτή πλούσια ιστορία

Ο Wapshott ασχολείται περισσότερο με τις συνέπειες που ο Κέυνς και ο Χάγιεκ έχουν εξάγει από τις σχετικές αναλύσεις τους με όρους πολιτικής οικονομίας και πολιτικής φιλοσοφίας παρά με τις τεχνικές λεπτομέρειες των θεωριών τους. Το βιβλίο έχει το μεγάλο πλεονέκτημα να τραβάει την προσοχή στο πρώτο μέρος που είναι αφιερωμένο στις αντιπαραθέσεις μεταξύ των δύο ανδρών, σε ένα επεισόδιο της ιστορίας της οικονομικής σκέψης οικείο αποκλειστικά στους ειδικούς. Γενικά, βοηθά να γνωρίσουμε περισσότερο την προσωπικότητα και τη ζωή του Hayek, ενός συγγραφέα λιγότερο γνωστού από τον Keynes, που κυριαρχεί στην ιστορία της οικονομίας του εικοστού αιώνα. Το ενδιαφέρον για τον αυστριακό στοχαστή άρχισε κατά τη δεκαετία του 1980, όταν άρχισε η επιβολή σε πλανητικό πεδίο των «νεοφιλελεύθερων» δογμάτων που εν μέρει εμπνέονται από το Χάγιεκ.

Εκ των προτέρων είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς δύο τόσο διαφορετικά πρόσωπα. Όταν ο Hayek συνάντησε τον Keynes στις αρχές του 1930, ο δεύτερος ήταν ήδη διάσημος και ευκατάστατος. Στην ηλικία των τριάντα έξι χρόνων απέκτησε διεθνή φήμη με τη δημοσίευση του φυλλαδίου του «οι οικονομικές συνέπειες της Ειρήνης», στο οποίο κατήγγειλε έντονα τα σκληρά μέτρα που επιβλήθηκαν στη Γερμανία με τη Συνθήκη των Βερσαλλιών. Συγκεκριμένα, άσκησε κριτική για το αφόρητα υψηλό επίπεδο των πολεμικών αποζημιώσεων που καταλογίστηκαν σε βάρος της ηττημένης χώρας, σημειώνοντας, σωστά, όπως τα γεγονότα που ακολούθησαν έδειξαν, τον κίνδυνο που ενέχει για την ειρήνη η επιβολή των εν λόγω κυρώσεων. Θεωρείται από όλους εκείνους που έχουν ασχοληθεί μαζί του ως το πιο έξυπνο άτομο που συνάντησαν στη ζωή τους («Ο Keynes είχε μία διάνοια τόσο καίρια και σαφή», έγραψε γι’ αυτόν ο φιλόσοφος Μπέρτραντ Ράσελ). Ο Keynes, αφού έγινε αστέρι, δίπλα σ’ αυτά της μικρής ομάδας των διανοουμένων και των καλλιτεχνών με το αριστοκρατικό πνεύμα και τα ελεύθερα ήθη που έγινε γνωστή με το όνομα «Ομάδα του Bloomsbury», έγινε ο επίσημος σύμβουλος της βρετανικής κυβέρνησης για τη δημοσιονομική και νομισματική πολιτική. Ετερόδοξος κληρονόμος της περίφημης οικονομικής σχολής του Cambridge, που αποπνέει σε όλους τους τομείς μία ασφάλεια που αγγίζει την αλαζονεία.

Ο Χάγιεκ είναι νεότερος κατά δέκα έξι χρόνια του Κέυνς και μιλά αγγλικά με αυστριακή προφορά που τον καθιστά σχεδόν ακατανόητο στους βρετανούς ακροατές του. Τρομερά τυπικός στις επαφές του, ο Hayek δεν είχε ούτε την εξουσία ούτε την ικανότητα της σαγήνης εκείνου που θα γινόταν ο απόλυτος αντίπαλός του. Παρά την έντονη πνευματική αντίθεση των  Κέυνς και Χάγιεκ, ο σεβασμός τους ήταν αμοιβαίος. «Είναι ο μόνος πραγματικά σπουδαίος άνθρωπος που γνώρισα και για τον οποίο είχα απέραντο θαυμασμό», έγραψε ο Hayek όταν πέθανε ο Keynes.

Με την πάροδο του χρόνου οι δύο άνδρες θα αναπτύξουν φιλία. Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν το London School of Economics, όπου δίδαξε, έπρεπε να εκκενωθεί, ο Hayek κατέφυγε στο Cambridge. Ο Keynes επέμενε τότε ότι ο αντίπαλός του έπρεπε να στεγάζεται στις εγκαταστάσεις του Kings College. «Μοιραστήκαμε πολλά ενδιαφέροντα» θα σημειώσει αργότερα ο Hayek (ήταν και οι δύο βιβλιόφιλοι). Αλλά όταν «συναντιόμαστε, σταματούσαμε να μιλάμε για την οικονομία». Έγιναν, λοιπόν, καλοί φίλοι, ο Χάγιεκ, ο Κέυνς και η Lokopova, πρώην χορεύτρια στο θίασο του Ντιαγκίλεφ, την οποία ο Keynes θα παντρευτεί κατά γενική κατάπληξη, καθώς είχε συνάψει μία σειρά ομοφυλόφιλων δεσμών στα νιάτα του. 

Οι Κέυνς και Χάγιεκ, όμως, δεν είχαν μοιραστεί μόνο την αγάπη των παλαιών βιβλίων. Στο βιβλίο «Qu’est-ce que le libéralisme?» η Catherine Audard συνοψίζει πολύ καλά τι τους έφερε κοντά επιστημολογικά. «Και οι δύο επέκριναν την μαθηματικοποίηση της οικονομίας, που κατείχε δεσπόζουσα θέση στη νεοκλασική σχολή, αλλά την οποία η Αυστριακή Σχολή απαξίωνε πλέον. Και οι δύο ενδιαφέρονται για πολλά πράγματα εκτός της οικονομίας, ιδιαίτερα για την ψυχολογία, και δεν αντιμετώπιζαν την οικονομία σαν μια επιστήμη, αλλά ως ένα «γνωστικό αντικείμενο» που απαιτεί πολλαπλές και διασταυρωμένες γνώσεις και, κυρίως, τη διαίσθηση [ …] . Και οι δύο ήταν πεπεισμένοι ότι η γνώση στην οικονομία μπορεί να έχει μόνο περιορισμένο χαρακτήρα, δεδομένων των στοιχείων της αβεβαιότητας και των πιθανοτήτων που εμπλέκονται σ’ αυτή».

 Αυτή η κοινή οπτική δεν εμπόδισε τους δύο άνδρες να έχουν σχεδόν αντιθετικές πνευματικές ιδιοσυγκρασίες. Ο Hayek ήταν κυρίως ένας λόγιος, ενώ ο Keynes ενδιαφερόταν για την Πράξη μέσω των ιδεών και της αυθόρμητης παρέμβασης. «Ενώ ο Hayek, που απορροφάται από την οικονομική θεωρία την οποία αγαπά καθεαυτή (σ.σ. όπως η τέχνη για την τέχνη), σκόπιμα διατηρείται μακριά από την πολιτική», σημειώνει Wapshott, ο «Keynes ενδιαφέρεται για την εφαρμογή της οικονομίας ως ένα μέσο για τη βελτίωση της ζωής των ανθρώπων». Και αν θα μπορούσαν να συναντηθούν σε θέματα για τη φύση και τη θέση της οικονομικής επιστήμης (economics), οι απόψεις τους για την οικονομία ως μια πραγματικότητα (economy) διίστανται. Ο «Hayek ήταν πεπεισμένος ότι η οικονομία εν τω συνόλω της είναι ένα άπιαστο θέμα, το οποίο δεν μπορεί να καταλάβει τη λειτουργία της αγοράς  ειμή μόνο με την εξέταση των αλληλεπιδράσεων των ατόμων στην αγορά. Ο Keynes [ … ] πιστεύει, αντίθετα. ότι αυτή η λειτουργία θα μπορούσε να γίνει καλύτερα κατανοητή λαμβάνοντας υπόψη την συνολική εικόνα, παρατηρώντας τα μεγέθη των στοιχείων, όπως η προσφορά, η ζήτηση και τα επιτόκια. Ο Hayek περιορίστηκε σε αυτό που έγινε γνωστό ως «μικροοικονομία», ενώ ο Keynes ήταν απασχολημένος με το άλμα προς ένα νέο τρόπο θεώρησης της οικονομίας». 

Αυτή η διαφορά στη φιλοσοφία εξηγεί σε μεγάλο βαθμό τη διαφορά στην ανάλυση του κύκλου εργασιών, το θεμελιώδες ερώτημα που ενδιαφέρει και τους δύο. Για τον Keynes, ο οποίος ήταν σοκαρισμένος από την ανεργία που υπέστη η Βρετανία το 1920, το κεντρικό πρόβλημα της οικονομίας ήταν εκείνο της υποαπασχόλησης και της δυσλειτουργίας της αγοράς εργασίας. Γενικότερα, η ανεπαρκής αξιοποίηση των παραγωγικών δυνάμεων. Για τον Hayek, το θέμα ήταν η θεώρηση του τρόπου με τον οποίο ένα διαταραγμένο οικονομικό σύστημα μπορεί αυθόρμητα να επανέλθει στη βασική του ισορροπία από την οποία ποτέ δεν θα μπορούσε να αποκλίνει για πολύ καιρό, αν δεν παρεμβαίνουμε αδικαιολόγητα(σ.σ. όπως κατά τη γνώμη του κάνει το κράτος) στη λειτουργία του. Σύμφωνα με την επιτυχή διατύπωση του βιογράφου του Κέυνς, Robert Skidelsky: «Ενώ ο Hayek ξεκίνησε από ένα συλλογισμό που δεν μπορεί να οδηγήσει σε κανένα κακό αποτέλεσμα, ο Keynes ξεκινά από τις κακές συνέπειες και προσπαθεί να χτίσει το συλλογισμό του για να τις εξηγήσει».

Για τον Keynes, η αγορά δεν θα μπορούσε από μόνη της να πραγματοποιήσει σε όλες τις περιπτώσεις τη βέλτιστη κατανομή των πόρων, η ύφεση είναι το αποτέλεσμα των ανεπαρκών επενδύσεων και ο τρόπος να σταματήσει είναι η τόνωση των επενδύσεων και της κατανάλωσης μέσα από ένα συνδυασμό φορολογικών κινήτρων (μείωση φόρων), μείωση επιτοκίων και μέτρων στήριξης της οικονομίας( δρομολόγηση μεγάλων δημόσιων έργων από το κράτος). Στα μάτια του Hayek, αντίθετα, αυτό που προκαλεί την ύφεση είναι οι υπερβολικές επενδύσεις λόγω του φθηνού δανεισμού και της χαλαρής νομισματικής πολιτικής, και αυτό που πρέπει είναι να αφήσουμε την οικονομία να απαλλαγεί από τις επενδύσεις που υπερβαίνουν τις δυνατότητες απορρόφησης. Η εξήγηση αυτή υιοθετείται απολύτως από την τρόικα στην περίπτωση της Ελλάδας.
Κέυνς και Χάγιεκ διασταύρωσαν τα ξίφη τους πολλές φορές και είχαν πολλές ευκαιρίες για να εκφράσουν τις σκληρές επικρίσεις τους για τις ιδέες του άλλου. Συναντήθηκαν για πρώτη φορά το 1928 στο Cambridge, όπου ο Hayek είχε προσκληθεί σε μια επιστημονική συνάντηση. Τρία χρόνια αργότερα, ο Lionel Robbins, το ανερχόμενο αστέρι της οικονομίας στο London School of Economics, τον κάλεσε να δώσει τέσσερις διαλέξεις στο Λονδίνο. Στο πνεύμα του Robbins, που χαρακτηρίζεται από τις απόψεις των οικονομολόγων «Continental» ( Γάλλων, Γερμανών, Αυστριακών), ήταν ένας τρόπος για να δώσει ένα τέλος στην αυξανόμενη επιρροή του Keynes και του κύκλου των νέων οικονομολόγων-οπαδών του στο Cambridge (Richard Kahn, Joan και Austin Robinson, Piero Sraffa και άλλοι), το οποίο είχε αποκαλέσει «το τσίρκο του Cambridge». Ο Hayek παρέμεινε στην Αγγλία δεκαεπτά χρόνια, και θα θεωρήσει εκ των υστέρων την εκεί παραμονή του ως την πιο ευτυχισμένη και παραγωγική περίοδο της ζωής του.

Σε μια καλά τεκμηριωμένη αφήγηση, ο Nicholas Wapshott ανασυνθέτει την πνευματική αντιπαράθεση των δύο ανδρών μέσα από την αλληλογραφία τους, τις δημόσιες παρεμβάσεις τους, τα άρθρα και τις κριτικές που δημοσίευσε ο ένας σχετικά με τα βιβλία και τις θεωρίες του άλλου.

Ο Hayek εκτιμούσε ιδιαίτερα ένα βιβλίο του Κέυνς που δημοσιεύθηκε το 1923 με τίτλο «Η νομισματική μεταρρύθμιση», στην οποία είχε βρει μια προήχηση των δικών του απόψεων, όπως η ιδέα ότι μια επιστροφή στον κανόνα του χρυσού (που ο Churchill πραγματοποίησε δύο χρόνια αργότερα) θα είναι επιζήμια για τη βρετανική οικονομία, διότι εξαρτούσε τη σταθερότητα των εγχώριων τιμών και της απασχόλησης από τη συναλλαγματική ισοτιμία. Αλλά δέκα χρόνια αργότερα, οι ιδέες του Keynes είχαν αναπτυχθεί με τρόπο που τις απομάκρυνε από εκείνες του Hayek. Η κριτική του τελευταίου στο νέο βιβλίο του Keynes, η «Πραγματεία περί νομίσματος», στην οποία άρχισε να αναπτύσσει πρωτότυπες ιδέες που βρίσκουν την τελική τους μορφή μετά από έξι χρόνια στη «Γενική Θεωρία της Απασχόλησης, του τόκου και του χρήματος», είχε μια σπάνια σκληρότητα. Η υιοθέτηση σε όλο το κείμενό του ενός «θυμωμένου ύφους αγανάκτησης» (σύμφωνα με τον Wapshott), ο Hayek περιγράφει τις απόψεις του Κέινς ως «σκοτεινές», «ακατανόητες» και «στερούμενες νοήματος». Πληγωμένη ήταν η απάντηση του Keynes στο έργο του «απάντηση στον Hayek», όπου του αντιτέθηκε λέγοντας πως «Η Τιμή και η παραγωγή» του αυστριακού (η οποία περιλαμβάνει τέσσερις διαλέξεις στο Λονδίνο): «Αυτό το βιβλίο δείχνει με ένα εξαιρετικό τρόπο πως εκκινώντας από λανθασμένη αφετηρία, ένα πνεύμα αδίστακτα λογικό μπορεί να καταλήξει στο Benlam(το ψυχιατρείο Bethlem Royal Hospital).  

Την ίδια στιγμή που δημοσιεύονται αυτά, ωστόσο, ο Κέινς αποστασιοποιείται από την «πραγματεία περί χρήματος». Η παλινωδία αυτή είναι ένας λόγος που ο Hayek αργότερα θα επικαλεστεί για να δικαιολογήσει τη σιωπή του για τη Γενική Θεωρία της απασχόλησης, των τόκων και του νομίσματος. Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες πτυχές αυτής της ιστορίας είναι ότι από τη στιγμή που δημοσιεύθηκε το έργο το οποίο έθεσε τα θεμέλια για την «κεϋνσιανή επανάσταση», ο Hayek δεν πήρε ποτέ ανοιχτά το λόγο για να αμφισβητήσει τις θέσεις  του. Για ποιο λόγο; Πολλοί ερμήνευσαν τη στάση του Hayek ως αποδοχή εκ μέρους του, ότι είχε ηττηθεί.  

Περιθωριοποιημένος στον ακαδημαϊκό κόσμο μετά την επιτυχία του Keynes, ο Hayek θα γνωρίσει τη δημόσια αναγνώριση με τη δημοσίευση το 1938 του βιβλίου του «Ο δρόμος προς τη δουλεία». Σε έναν αγωνιώδη τόνο που εξηγεί το ιστορικό πλαίσιο της εποχής -την άνοδο του ναζισμού στη Γερμανία και τον θρίαμβο του κομμουνισμού, του οποίου άρχισαν να εμφανίζονται οι πιο σκοτεινές πλευρές στη Σοβιετική Ένωση- θα κάνει σε αυτό το κείμενο μία δυνατή έκκληση υπέρ της οικονομίας της αγοράς και της πολιτικής ελευθερίας, με το ίδιο πνεύμα του φίλου του φιλόσοφου Karl Popper στο σχεδόν σύγχρονο βιβλίο του για την «Ανοικτή Κοινωνία και τους εχθρούς της». Μάλλον απερίσκεπτα, ο Hayek προέβλεψε τη μοιραία εξέλιξη των δυτικών δημοκρατιών, υπό την επίδραση των «σοσιαλιστικών» πολιτικών (δηλαδή παρεμβατικών) προς τον ολοκληρωτισμό. Αυτή η περιπετειώδης προφητεία θα του επιδαψιλεύσει σαρκαστικά σχόλια, τότε αλλά και πολύ αργότερα. «Η Σουηδία και οι άλλες σκανδιναβικές χώρες», έλεγε ειρωνικά μερικές δεκαετίες αργότερα ο κεϋνσιανός Paul Samuelson, «είναι η πιο «σοσιαλιστική» χώρα με τη χονδροειδή έννοια με την οποία ο Hayek χρησιμοποιούσε τη  λέξη. «Που είναι τα στρατόπεδα συγκέντρωσης;»

 Το έργο παρόλ’ αυτά έγινε καλώς αποδεκτό από διάφορες προσωπικότητες οι οποίες, χωρίς να μοιράζονται τη φιλοσοφία του Hayek, ένιωθαν ένα έντονο αίσθημα αποτροπιασμού για τον ολοκληρωτισμό. Ο Τζορτζ Όργουελ, για παράδειγμα, σε μία κριτική του βιβλίου ιδιαίτερα υποδειγματική, διαυγή και ειλικρινή σημείωνε: «Στο αρνητικό μέρος της θέσης του καθηγητή Χάγιεκ υπάρχει πολλή αλήθεια. Ο κολεκτιβισμός δεν είναι εγγενώς δημοκρατικός. [ … ] είναι, επίσης, πιθανώς σωστό να πούμε ότι [ … ] οι διανοούμενοι είναι πιο κοντά στον  ολοκληρωτισμό από τους απλούς ανθρώπους. Αλλά ο ίδιος δεν βλέπει, ή δεν θέλει να παραδεχτεί, ότι η επιστροφή στον «ελεύθερο» ανταγωνισμό θα σημάνει για το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού μια τυραννία μάλλον χειρότερη, γιατί θα είναι (αυτή η επιστροφή στον ελεύθερο ανταγωνισμό) πιο ανεύθυνη, από εκείνη του κράτους. Το πρόβλημα με τον ανταγωνισμό είναι ότι υπάρχει πάντα κάποιος που κερδίζει.»

Στο ίδιο πνεύμα, ο Κέινς συγχαίρει τον Hayek που προειδοποιεί για έναν κίνδυνο που ο ίδιος γνώριζε καλά, εκείνον δηλαδή όπου μια κυβέρνηση λαμβάνει αποφάσεις που οδηγούν στον ολοκληρωτισμό. «Οι επικίνδυνες ενέργειες», έγραψε σε επιστολή του προς αυτόν, «μπορεί να λαμβάνονται με ασφάλεια σε μια κοινωνία που σκέφτεται και αισθάνεται σωστά. [Αλλά] που εκτελούνται από άτομα που σκέφτονται και αισθάνονται με τέτοιο τρόπο που οι πράξεις ανοίγουν το δρόμο προς την κόλαση». Μεταξύ του υπερβολικού παρεμβατισμού και την πλήρη απουσία της κρατικής παρέμβασης, ωστόσο, υποστήριζε ο Keynes, είναι δυνατό και απαραίτητο να βρεθεί μια μέση λύση. Η αδυναμία της θέσης του Hayek, σύμφωνα με τον ίδιο, ήταν η υποτίμηση της πρακτικότητας μιας μέσης οδού.

artinews.gr

, , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.