Η διοικητική δομή της Ορθόδοξης εκκλησίας κατά την οθωμανική περίοδο

Δημήτρης Παπασταματίου, Φωκίων Κοτζαγεώργης, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ, σ. 97-100.

Κείμενο: Φωκίων Κοτζαγεώργης

Στο οικουμενικό πατριαρχείο αναγνωρίστηκε η εδαφική δικαιοδοσία του με την ονομαστική αναγραφή των υποκείμενων σ’ αυτό μητροπόλεων. Πρόκειται ουσιαστικά για έναν άτυπο μητροπολιτικό κατάλογο του «κλίματος» του πατριαρχείου. Εντός αυτής της εδαφικής δικαιοδοσίας ο πατριάρχης έχει το δικαίωμα να διορίζει και να παύει τους μητροπολίτες και κανένας άλλος δεν έχει δικαίωμα να παρεμβαίνει στη διαδικασία. Η διοικητική εξουσία του πατριάρχη επεκτεινόταν σε όλα τα μέλη του ιερατείου μέχρι τον τελευταίο ιερέα. Αργότερα, κατά τον 18ο αιώνα, θα διευρυνθούν οι σχετικές αρμοδιότητες, καθώς ο πατριάρχης θα γίνει ο μεσάζων στην υποβολή αιτημάτων των υφισταμένων του ιεραρχών προς την οθωμανική Πύλη.

Βοήθεια 50.000 ευρώ από το Οικουμενικό Πατριαρχείο στην Ελλάδα για τον  κορωνοϊό - Kosnews24.gr


Η διοίκηση του πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως ασκούταν από τον πατριάρχη, ο οποίος εκλεγόταν από τη σύνοδο των μητροπολιτών και επικυρωνόταν ο διορισμός του από την Υψηλή Πύλη. Ο ρόλος της οθωμανικής εξουσίας στην επιλογή του προσώπου για τον πατριαρχικό θρόνο δεν ήταν de jure έγκυρος με βάση το εκκλησιαστικό δίκαιο. Στην πράξη, πάντως, συχνά το κράτος επενέβαινε για την παύση πατριαρχών. Σε τέσσερις, μάλιστα, περιπτώσεις πατριάρχες απαγχονίστηκαν με διαταγή της Πύλης (Κύριλλος Α΄ Λούκαρης το 1638, Παρθένιος Β΄ το 1651, Παρθένιος Γ΄ το 1657 και Γαβριήλ Β΄ επίσης το 1657). Τα επιχειρήματα που επικαλούταν η οθωμανική εξουσία για να παύσει έναν πατριάρχη ήταν κατά βάση δύο: α) ότι διασάλευε τη δημόσια τάξη με τη συμπεριφορά του ή και γινόταν επικίνδυνος για το κράτος και β) ότι δεν κατέβαλε απρόσκοπτα τους φόρους στο κρατικό ταμείο. Κατά συνέπεια, de facto η οθωμανική εξουσία μπορούσε να παύει πατριάρχες.

Κύριλλος Λούκαρις Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως – Times News
Κύριλλος Α΄ Λούκαρης


Μέχρι τα μέσα του 18ου αιώνα στις σχέσεις με το οθωμανικό κράτος η εξουσία του πατριάρχη ήταν απόλυτη, παρ’ όλες τις προσπάθειες, κυρίως λαϊκών κύκλων της Κωνσταντινούπολης, να χειραγωγήσουν την εξουσία του. Ειδικά τα πρώτα πενήντα χρόνια μετά την Άλωση, διάφοροι ισχυροί άρχοντες των χριστιανών είχαν καταφέρει να προωθήσουν δικούς τους υποψηφίους για τον πατριαρχικό θρόνο. Για παράδειγμα, η μητριά του σουλτάνου Μεχμέτ Β΄, Σερβίδα πριγκίπισσα Μάρα Μπράνκοβιτς, η οποία ασκούσε σημαντική επιρροή στον Μεχμέτ, πέτυχε να ανέλθει στον πατριαρχικό θρόνο ο ευνοούμενός της Διονύσιος (Α΄) το 1466. Αλλά και τον 16ο αιώνα υπήρξαν αντίστοιχα παραδείγματα παρεμβάσεως λαϊκών στην εκλογή ενός πατριάρχη, όπως του Μητροφάνη Γ΄ (1565-1572), ο οποίος ανήλθε στον πατριαρχικό θρόνο έχοντας την υποστήριξη του πανίσχυρου άρχοντα Μιχαήλ Καντακουζηνού. Δίπλα στον πατριάρχη υπήρχε η Σύνοδος των μητροπολιτών, η οποία συναποφάσιζε για τα θέματα του πατριαρχείου. Με ένα σύστημα εναλλαγής, συγκεκριμένοι μητροπολίτες κάθε χρόνο έπρεπε να διαμένουν στην Κωνσταντινούπολη (ενδημούσα σύνοδος) και να ασκούν μαζί με τον πατριάρχη τη διοίκηση. Από τα μέσα του 17ου αιώνα η ενδημούσα σύνοδος απέκτησε μεγαλύτερη δύναμη, αν και όχι θεσμική, ενώ αυξήθηκε σταδιακά και ο διοικητικός ρόλος των πλησιόχωρων στην Κωνσταντινούπολη μητροπολιτών (Ηρακλείας, Κυζίκου, Νίκαιας, Νικομηδείας και Χαλκηδόνος).


Πέραν αυτών, οι πατριάρχες πλαισιώνονταν από ένα σύνολο διοικητικών αξιωματούχων, οι οποίοι ονομάζονταν οφφικιάλιοι. Οι θέσεις αυτές υπήρχαν από τη βυζαντινή εποχή και στελεχώνονταν σχεδόν αποκλειστικά από ιερείς του πατριαρχείου. Ήταν χωρισμένες σε πεντάδες με ιεραρχική σειρά (1η πεντάδα, 2η πεντάδα κ.ο.κ.). Κατά την οθωμανική περίοδο, δεν διατηρήθηκαν όλα τα αξιώματα και συχνά αρκετά από όσα επιβίωσαν παρέμεναν κενά για μεγάλο χρονικό διάστημα. Επιπλέον, με αυξανόμενο ρυθμό αρκετά από τα αξιώματα που δίνονταν σε ιερωμένους κατά τη βυζαντινή εποχή, τώρα παραχωρούνταν σε λαϊκούς.

Ελεύθερη Έρευνα – www.freeinquiry.gr – ΤΑ ΦΑΝΕΡΑ ΣΧΟΛΕΙΑ

Η κατοχή πατριαρχικών αξιωμάτων ήταν ένας τρόπος για να ανέλθει κάποιος λαϊκός κοινωνικά και πολιτικά μέσα στη ελληνορθόδοξη κοινότητα. Τα αξιώματα της πρώτης πεντάδας, των οποίων οι κάτοχοι συμμετείχαν και στη σύνοδο του πατριαρχείου, ήταν: ο μέγας οικονόμος, ο μέγας σακελλάριος, ο μέγας σκευοφύλαξ, ο μέγας χαρτοφύλαξ, ο του σακελλίου, ο μέγας πρωτέκδικος, ο μέγας λογοθέτης, ο μέγας ρήτωρ και ο μέγας εκκλησιάρχης. Ιδιαίτερη αναφορά θα πρέπει να γίνει στο αξίωμα του μεγάλου λογοθέτη. Επρόκειτο για το πρόσωπο που ήταν υπεύθυνο για τη φύλαξη της πατριαρχικής σφραγίδας και τη σύνταξη των λόγων του πατριάρχη∙ είχε, μάλιστα, ανέλθει από την δεύτερη πεντάδα στην πρώτη μετά το 1453. Το οφφίκιο δινόταν αποκλειστικά σε λαϊκούς. Κατά τον 18ο αιώνα έγινε έμμισθο, ανήλθε ως πρώτο στην ιεραρχική τάξη του πατριαρχείου και ο κάτοχός του ήταν σημαίνον μέλος της ελληνορθόδοξης κοινότητας της Πόλης. Ήταν το πρόσωπο που εκπροσωπούσε το πατριαρχείο στην Υψηλή Πύλη και διαλεγόταν απευθείας με τον μεγάλο βεζίρη.


Η έδρα του πατριαρχείου πέρασε από διάφορες φάσεις μέχρι την τελική εγκατάσταση. Αρχικά ο Μεχμέτ Β΄ έδωσε στο νέο πατριάρχη το ναό των Αγίων Αποστόλων, έναν ιστορικό βυζαντινό ναό, στον οποίο ήταν θαμμένοι αρκετοί βυζαντινοί αυτοκράτορες. Σύντομα, όμως, ο Γεννάδιος τον εγκατέλειψε για να εγκατασταθεί στην πρώην γυναικεία μονή της Παμμακαρίστου. Ο ναός αποτέλεσε την έδρα του πατριαρχείου μέχρι το 1587, όταν ο τότε σουλτάνος Μουράτ Γ΄ τον κατέσχεσε, προκειμένου να τον μετατρέψει σε τζαμί. Το πατριαρχείο μεταφέρθηκε στο ναό της Θεοτόκου Παραμυθίας και το 1597 στο ναό του Αγίου Δημητρίου Ξυλόπορτας, για να καταλήξει το 1601 στο μικρό ναό του Αγίου Γεωργίου στο Φανάρι. Από τότε μέχρι σήμερα παραμένει εκεί η έδρα του πατριαρχείου.


Η διοικητική ιεραρχία του πατριαρχείου αρθρωνόταν, όπως και στη βυζαντινή περίοδο, σε μητροπόλεις, επισκοπές και ενορίες. Η κάθε μητρόπολη αποτελούταν από έναν αριθμό επισκοπών και οι επισκοπές από έναν αριθμό ενοριών. Μέσα από καταλόγους μητροπόλεων και επισκοπών (συνταγμάτια και βεράτια) πληροφορούμαστε για τη γεωγραφική δικαιοδοσία του πατριαρχείου στην ιστορική διαχρονία του και για την ιεραρχική τάξη των μητροπόλεων και επισκοπών. Αν και σε γενικές γραμμές οι μητροπόλεις είχαν διατηρήσει την ιεραρχική τους θέση όπως στη βυζαντινή εποχή, οι επισκοπές αρκετά συχνά εξαφανίζονταν ή ιδρύονταν νέες ή επανεμφανίζονταν παλαιές. Η εικόνα αυτής της συνεχούς αλλαγής εξαρτιόταν από τη δημογραφική και οικονομική ισχύ του χριστιανικού στοιχείου κάθε εκκλησιαστικής επαρχίας. Δηλαδή, όταν μια επισκοπή εξαφανίζεται από τους εκκλησιαστικούς καταλόγους, σημαίνει ότι ο χριστιανικός πληθυσμός της είτε μετανάστευσε για κάποιο λόγο σε άλλη επαρχία, είτε περιέπεσε σε εξαιρετική ένδεια, είτε εξισλαμίστηκε, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να συντηρηθεί ο τοπικός επίσκοπος κι έτσι η επισκοπή να καταργηθεί.

Τέλος, πολλές ενορίες συγκροτούσαν μια επισκοπή. Δίπλα σ’ αυτό το αυστηρώς ιεραρχημένο διοικητικό σύστημα υπήρχαν και οι αρχιεπισκοπές. Αυτές ήταν συνήθως πρώην επισκοπές, τις οποίες για κάποιο λόγο ο πατριάρχης τις υπήγαγε απευθείας στο διοικητικό έλεγχό του, παρακάμπτοντας τις μητροπόλεις. Κι αυτές υπόκειντο σε συνεχείς αλλαγές, καθώς μια επαρχία μπορούσε να μετατραπεί από επισκοπή σε αρχιεπισκοπή και το αντίστροφο. Τέλος, μέσα στα όρια των μητροπόλεων ήταν δυνατό να υπάρχουν χωριά, ή ομάδες χωριών και νησιών, τα οποία ανήκαν διοικητικά απευθείας στον πατριάρχη. Αυτές οι οικιστικές ενότητες ονομάζονταν πατριαρχικές εξαρχίες. Ο θεσμός εμφανίζεται ήδη από τον 14ο αιώνα, αλλά γνώρισε μεγάλη διάδοση κατά την οθωμανική περίοδο. Σύμφωνα μ’ αυτόν, ο πατριάρχης παραχωρούσε σε λαϊκούς την επιστασία και την επικαρπία των εκκλησιαστικών εισοδημάτων από μεμονωμένες περιοχές μέσα στην αυτοκρατορία που του ανήκαν. Ο λαϊκός είχε την ευθύνη να επιλέξει τον ιερέα που θα ασκούσε τα θρησκευτικά καθήκοντα στην περιοχή. Με την πατριαρχική εξαρχία το πατριαρχείο μπορούσε να ανταμείψει κάποια λαϊκά πρόσωπα, παραχωρώντας τους εισοδήματα που δεν υπόκειντο σε κανενός είδους φορολόγηση.


Στα μέσα του 18ου αιώνα το διοικητικό σύστημα του πατριαρχείου θα αλλάξει. Η αλλαγή που συνέβη έμεινε γνωστή με την ονομασία γεροντισμός. Ο όρος προέρχεται από τον τίτλο γέροντες που είχαν οι ανώτεροι ιεραρχικά μητροπολίτες του θρόνου της Κωνσταντινούπολης (Ηρακλείας, Κυζίκου, Νικομηδείας, Νικαίας, Χαλκηδόνας), οι οποίοι ήταν και οι πλησιόχωροι σ’ αυτήν. Η αιτία για την επιβολή του συστήματος βρίσκεται κατά κύριο λόγο στη δύναμη που είχαν αποκτήσει οι πλησιόχωροι μητροπολίτες, αλλά στην ερμηνεία του φαινομένου θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η γενικότερη κοινωνικο-οικονομική κατάσταση στην ελληνορθόδοξη κοινωνία της Κωνσταντινούπολης του 18ου αιώνα. Οι πλησιόχωροι μητροπολίτες διαμένοντας στην πρωτεύουσα, είχαν αποκτήσει μια ικανότητα στο να διαμορφώνουν διαύλους επικοινωνίας και δίκτυα τόσο μέσα στην ελληνορθόδοξη κοινωνία όσο και μέσα στην οθωμανική κεντρική εξουσία.

Από την άλλη, από τα τέλη του 17ου αιώνα και κυρίως κατά τον 18ο αιώνα είχαν διαμορφωθεί νέες κοινωνικές ομάδες που λόγω της συσσώρευσης πλούτου είχαν αναδειχθεί σε σημαντικούς παράγοντες των ελληνορθόδοξων της Πόλης. Πρόκειται για τους Φαναριώτες και για τα μέλη των συντεχνιών. Οι πλησιόχωροι μητροπολίτες είχαν διεισδύσει σ’ αυτούς τους χώρους, αναπτύσσοντας σχέσεις, τις οποίες θα εκμεταλλευτούν στη συνέχεια. Μέχρι τα μέσα του 18ου αιώνα αυτές οι ομάδες είχαν συνδεθεί με το πατριαρχείο ως πιστωτές του. Όπως προαναφέρθηκε, η ενδυνάμωση της εξουσίας της συνόδου των μητροπολιτών είχε αρχίσει να παρατηρείται ήδη από τα τέλη του 17ου αιώνα. Το 1741 για πρώτη φορά θα εκδοθεί σουλτανικό διάταγμα επί του θέματος, σύμφωνα με το οποίο ο κάθε υποψήφιος πατριάρχης για να εκλεγεί στη θέση αυτή θα πρέπει να έχει τη σύμφωνη γνώμη των γερόντων μητροπολιτών. Το μέτρο δεν φαίνεται αρχικά να εφαρμόστηκε, αλλά ούτε και μέσω του διατάγματος εισήχθη άμεσα κάποιο καινούργιο διοικητικό σύστημα, δεδομένου ότι ο ρόλος των μητροπολιτών παρέμενε γνωμοδοτικός.

Οι Φαναριώτες – Cognosco Team

Λόγω των αντιδράσεων που προκλήθηκαν, χρειάστηκαν περίπου είκοσι χρόνια για την τελική αλλαγή. Το 1763 με την έκδοση ενός αυτοκρατορικού διατάγματος, ύστερα από εισήγηση του πατριάρχη Σαμουήλ Χαντζερή, η πατριαρχική σφραγίδα διαιρέθηκε σε τέσσερα μέρη (ένα θα κρατούσε ο πατριάρχης και τρία ισάριθμοι συνοδικοί μητροπολίτες) και οι γέροντες μητροπολίτες (οι πέντε προαναφερθέντες πλησιόχωροι με την προσθήκη των μητροπολιτών Δέρκων, Καισαρείας και Εφέσου) αναλάμβαναν μαζί με τον πατριάρχη τη διοίκηση της Εκκλησίας. Επιπλέον, πιθανώς μετά από αυτή την αλλαγή επικράτησε η συνήθεια να συμμετέχουν στο εκλεκτορικό σώμα για τον πατριάρχη εκτός από τους γέροντες και λαϊκοί. Έκτοτε και για περίπου εκατό χρόνια μέχρι την έκδοση των «Γενικών Κανονισμών» (1860), το πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης θα διοικείται με αυτό τον τρόπο. Ο πατριάρχης, συνεπώς, παύει να είναι ο αποκλειστικός υπεύθυνος άσκησης εξουσίας και αντ’ αυτού ασκεί το λειτούργημά του μαζί με συνοδικούς μητροπολίτες.


Τα βεράτια, όπως προαναφέρθηκε, αναφέρουν ονομαστικά τις επαρχίες, στις οποίες εκτεινόταν η δικαιοδοσία του πατριαρχείου. Αυτές οι πηγές σε συνδυασμό με τα ελληνικά συνταγμάτια3 δίνουν τον ιεραρχικό κατάλογο των μητροπόλεων και των επισκοπών. Μέσω αυτών φαίνεται και η γεωγραφική δικαιοδοσία του πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης. Ένα σύνολο 74 μητροπόλεων και 72 ή 73 επισκοπών συναπάρτιζαν το πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως κατά τον 18ο αιώνα. Μέχρι το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα στο πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης υπάγονταν οι μικρασιατικές περιοχές μέχρι μια νοητή γραμμή από την Τραπεζούντα στο βορρά ως την Κιλικία στο νότο, οι νότιες, ανατολικές και βόρειες επαρχίες της βαλκανικής χερσονήσου μαζί με τις παραδουνάβιες ηγεμονίες (σημερινά κράτη Ελλάδας, Βουλγαρίας, Ρουμανίας και μέρους της Αλβανίας), τα νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου, η Κριμαία και η δυτική Ουκρανία (μέχρι τα μέσα του 17ου αιώνα).


Το 1766 και το 1767 προστέθηκαν διαδοχικά άλλες δύο εκκλησιαστικές οντότητες. Καθ’ όλη την οθωμανική περίοδο στα Βαλκάνια, εκτός από τις περιοχές του «κλίματος» του πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης, υπήρχαν οι περιοχές που ανήκαν στις δύο από τις τρεις αυτοκέφαλες Αρχιεπισκοπές που υπήρχαν στον ορθόδοξο χώρο: της Αχρίδας και του Ιπεκίου. Η πρώτη είχε ως έδρα την Αχρίδα (σημερινή Οχρίδα στην ΠΓΔΜ) και περιλάμβανε περιοχές της σημερινής ΠΓΔΜ, Αλβανίας και Δυτικής Μακεδονίας. Η δεύτερη είχε ως έδρα το Ιπέκιο (σημερινό Πετς στο Κόσσοβο) και περιλάμβανε τις σερβικές περιοχές των Βαλκανίων. Το 1766 και 1767 η σύνοδος των αρχιερέων των δύο Αρχιεπισκοπών με αίτημά τους ζήτησαν την ενσωμάτωσή τους στο πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης. Ο λόγος ήταν τα διογκωμένα χρέη που αντιμετώπιζαν οι δυο αρχιεπισκοπές και η αδυναμία τους να τα εξοφλήσουν. Το αίτημα έγινε δεκτό και έτσι οι δύο Αρχιεπισκοπές αποτέλεσαν τμήμα των πατριαρχικών επαρχιών της βαλκανικής. Αυτή η αλλαγή δεν συνέβη ξαφνικά.

Ήδη από τα τέλη του 17ου αιώνα είχε αρχίσει η παρέμβαση του οικουμενικού πατριαρχείου στις εκλογές των Αρχιεπισκόπων Αχρίδας. Η περίοδος ήταν εποχή παρακμής για την Αρχιεπισκοπή σε σχέση με τον 16ο αιώνα. Η Αρχιεπισκοπή Ιπεκίου, που για ένα διάστημα κατά τα μέσα του 16ου αιώνα είχε αναβιβαστεί σε πατριαρχείο (1557), είχε δείξει σημάδια έλλειψης νομιμοφροσύνης προς την οθωμανική εξουσία. Ο πόλεμος των Οθωμανών με τους Αψβούργους (1684-1699) και η φιλοαυστριακή στάση του αρχιεπισκόπου Αρσενίου Γ΄ που οδήγησε σε μεγάλη μετανάστευση σερβικών πληθυσμών προς βορρά (1690), είχε συνέχεια και με τον αρχιεπίσκοπο Αρσένιο Δ΄, ο οποίος στο πλαίσιο ενός άλλου αυστρο-οθωμανικού πολέμου (1736-1739) διέφυγε στα αυστριακά εδάφη, αφήνοντας κενό τον αρχιεπισκοπικό θρόνο.

Ως αποτέλεσμα, το οθωμανικό κράτος θεωρώντας ότι η στάση τους δε χαρακτηριζόταν από νομιμοφροσύνη έναντι του κράτους, κατά το πρώτο μισό του 18ου αιώνα επέτρεψε την εκλογή αρχιεπισκόπων Ιπεκίου από τους κόλπους του πατριαρχείου και ελληνικής καταγωγής. Τελικά, η εδαφική διεύρυνση του πατριαρχείου στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα το κατέστησε τη μοναδική εκκλησιαστική αρχή στο βαλκανικό και μικρασιατικό χώρο έκτοτε και για πάνω από έναν αιώνα.


Εκτός «κλίματος» πατριαρχείου στον ελληνικό χώρο είχε παραμείνει μόνο η αυτοκέφαλη Αρχιεπισκοπή Κύπρου. Η προσπάθεια ανάμιξης του πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης στην Εκκλησία της Κύπρου κατά τον πρώτο αιώνα μετά την οθωμανική κατάκτηση του νησιού (1571) θα πρέπει να εννοηθεί ως μια προσπάθεια επιβολής του συγκεντρωτικού ελέγχου στα εκκλησιαστικά πράγματα και της ομαλής ένταξης της μεγαλονήσου στην οθωμανική έννομη τάξη. Το πατριαρχείο, δηλαδή, λειτούργησε ως όχημα της οθωμανικής πολιτικής για να εμπεδωθεί ο οθωμανικός συγκεντρωτικός έλεγχος. Μετά τα μέσα του 17ου αιώνα και κυρίως κατά τον 18ο η τοπική Εκκλησία της Κύπρου αναδείχθηκε ως βασικός πολιτικός παράγων του νησιού, επιβεβαιώνοντας την εκκλησιαστική αυτοκεφαλία της από την Κωνσταντινούπολη.

, , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.