Η δυναστεία των Ιούλιων Κλαύδιων μετά το θάνατο του Οκταβιανού Αύγουστου

Γράφει ο Χαράλαμπος Ε. Ανδριανόπουλος*

Από την περίοδο της διακυβέρνησης του Αυγούστου (27 π.Χ. – 14 μ.Χ.) σημειώθηκε η εδραίωση του αυτοκράτορα στην κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας, ως αποκλειστικού ενσαρκωτή της ρωμαϊκής εξουσίας, με άμεση συνέπεια τον παραγκωνισμό των εξεχουσών οικογενειών που βρίσκονταν κατά την περίοδο της δημοκρατίας σε αυτή τη θέση. Ο αυτοκράτορας αποτελούσε το πρόσωπο που ενσάρκωνε όλες τις ρωμαϊκές αρετές: τη δικαιοσύνη (iustitia), την ευσέβεια (pietas), την πραότητα (clementia) και την ανδρεία (virtus). Ο ίδιος θεωρούσε το πολίτευμα που είχε ιδρύσει όχι σαν κάτι που θα διαρκούσε όσο η ζωή του, αλλά σαν μόνιμο καθεστώς και ήθελε η εξουσία του να γίνει κληρονομική. Για το λόγο αυτό αρχικά υιοθέτησε τους δύο εγγονούς του Γάιο και Λούκιο Καίσαρα και, ύστερα τον πρόωρο θάνατό τους, τον Τιβέριο Κλαύδιο Νέρωνα, γιο της συζύγου του Λιβίας, από τον πρώτο της γάμο.1

Ο Οκταβιανός Αύγουστος
  1. TIBERIVS IVLIVS CAESAR AVGVSTVS (14 – 31 μ.Χ.)

Το προσωπικό κύρος του Αύγουστου και το γενικό αίσθημα ότι για τη διατήρηση της ειρήνης και της τάξης ήταν απαραίτητη η ύπαρξη του «principatus», έκαναν δυνατή την ομαλή μεταβίβαση της εξουσίας στον Τιβέριο, το 14 μ.Χ. Ο στρατός, αμέσως μετά το θάνατο του Αύγουστου, τον αναγνώρισε αυτοκράτορα και του ορκίστηκε πίστη, ενώ αργότερα η Σύγκλητος του απένειμε όλες τις ιδιαίτερες εξουσίες, με τις οποίες ο Οκταβιανός είχε γίνει κύριος του κράτους.

Ο Τιβέριος ήταν μέλος της αρχαίας γενεάς των Κλαυδίων, που διέθετε λαμπρό αρχείο στρατιωτικών και διοικητικών επιτευγμάτων. Ήταν ένας άξιος στρατηγός  του παλιού ρωμαϊκού τύπου, αυστηρός, μεθοδικός, ειλικρινά αφοσιωμένος στην πατρίδα του, και τις ίδιες αρετές έδειξε στην πολιτική του δράση και στο κυβερνητικό του έργο. Άλλα ήταν και σκυθρωπός, καυστικός και καχύποπτος και δε διέθετε το ταλέντο του Αυγούστου για τις δημόσιες σχέσεις.2 

Αρχικά ο Τιβέριος φέρθηκε με μετριοπάθεια και φρόνηση. Από τις τιμές που του απονεμήθηκαν, μετά την ανάρρησή του στην εξουσία, δέχθηκε τις πιο ασήμαντες. Αρνήθηκε τη χρήση του τίτλου imperator και pater patriae. Απέφυγε, ακόμη, τη χρήση της ονομασίας Αύγουστος.3 Ακολουθώντας την τακτική του προκατόχου του, φερόταν με μεγάλη ευγένεια προς τους συγκλητικούς, κάποτε δε απευθυνόμενος προς τα μέλη του σώματος δήλωσε ότι ένας λογικός κι αληθινός ηγεμόνας, ο οποίος διαθέτει τις εξουσίες που του προσφέρθηκαν, οφείλει να βλέπει τον εαυτό του ως υπηρέτη της συγκλήτου και συχνά και του συνόλου του λαού. Όμως παρά την σθεναρή επιθυμία του (την τόνιζε μάλιστα) να παίζει το ρόλο της η Σύγκλητος στην λήψη των αυτοκρατορικών αποφάσεων, δεν τα κατάφερε να τα έχει καλά με τους συγκλητικούς, και ως άτομα και ως σύνολο (en masse).4

Έδωσε την εντύπωση ότι επανέφερε τις λαϊκές ελευθερίες, φροντίζοντας για την επαναφορά όλων των παλαιών τιμών και εξουσιών στη σύγκλητο και στους αξιωματούχους. Κατά τον Τάκιτο, οι εκλογές μεταφέρθηκαν από τη συνέλευση, η οποία είχε ούτως ή άλλως αποδυναμωθεί, στη σύγκλητο.5 Η σύγκλητος μετετράπη σε κέντρο των δημόσιων υποθέσεων, για την οικονομία, το εμπόριο, τον στρατό, και σε ανώτατο δικαστήριο για την εκδίκαση υποθέσεων που αφορούσαν υψηλά ιστάμενα άτομα, μέλη της αυτοκρατορικής οικογένειας, μέλη της τάξης των ιππέων ή της ίδιας της συγκλήτου. Μείωσε επίσης τις δαπάνες των δημοσίων θεαμάτων, ενώ κατήργησε με απόφαση της συγκλήτου την άσκηση στην πρωτεύουσα ξένων θρησκευτικών δογμάτων, συγκεκριμένα του αιγυπτιακού και του ιουδαϊκού, υποχρεώνοντας την καταστροφή των λατρευτικών τους χώρων και τον εκδιωγμό-στρατολόγηση 4000 πιστών για την αντιμετώπιση των ληστών στη Σαρδηνία.6

Ο Τιβέριος επέδειξε ενδιαφέρον για τα θύματα φυσικών καταστροφών. Το αμφιθέατρο στις Φοιδένες, κατά τη διάρκεια ενός θεάματος μονομαχιών, κατέρρευσε και λέγεται πως καταπλακώθηκαν πάνω από 20.000 θεατές.7 Το 17, ένας καταστρεπτικός σεισμός έπληξε τη δυτική Μ. Ασία, ισοπεδώνοντας δώδεκα πόλεις, μεταξύ των οποίων οι Σάρδεις κι η Φιλαδέλφεια. Ο Τιβέριος υποσχέθηκε αμέσως την αποστολή βοηθείας ύψους δέκα εκατομμυρίων σηστερσίων, καθώς και φορολογική απαλλαγή των πληγείσων περιοχών για  πέντε έτη. Όταν το 23 καταστράφηκε από πυρκαγιά το θέατρο του Πομπηίου, διέταξε την ανοικοδόμησή του με δικά του χρήματα. Επίσης, κατά τη διάρκεια μιας σοβαρής οικονομικής κρίσης, με χιλιάδες θύματα αισχροκερδίας, κατέβαλε από το αυτοκρατορικό ταμείο εκατό εκατομμύρια σηστερσίους, τα οποία μοιράσθηκαν σε ιδρυμένες τράπεζες, με σκοπό να χορηγηθούν τριετή άτοκα δάνεια για την εξόφληση των δανείων.8

Κατά τα πρώτα έτη της βασιλείας του χρησιμοποίησε ως κύριους στρατηγούς του τον ανηψιό του Γερμανικό και τον γιο του Δρούσο τον νεώτερο. Και οι δύο ενεπλάκησαν άμεσα στην κατάπνιξη των στάσεων των λεγεωνάριων που ξέσπασαν αμέσως μετά την ανάληψη της εξουσίας από τον Τιβέριο σε Γερμανία και Παννονία αμοιβαία. Στην συνέχεια ο Γερμανικός διεξήγαγε τρεις μαζικές αλλά ανεπιτυχείς εκστρατείες  κατά των Γερμανών πέραν του συνόρου του Ρήνου και προς στιγμήν επανέλαβε την προηγούμενη διείσδυση των Ρωμαίων ως τον Έλβα (14-16 μ.Χ.).

Τότε μετέφερε την σύγκρουση ανατολικότερα (προς Μικρά Ασία) και σε μεγαλύτερη κλίμακα. Το τέλος ήταν ο θάνατός του το 19, που σκόρπισε γενική θλίψη. Η σύζυγος του Γερμανικού, Αγριππίνα η πρεσβύτερη, δεν είχε καμία αμφιβολία ότι υπαίτιος του θανάτου του ήταν ο Τιβέριος, τον κατηγόρησε δε ευθέως μόλις επέστρεψε στη Ρώμη με τα παιδιά της και τις στάχτες του Γερμανικού. Έγινε δεκτή στην πρωτεύουσα από τον πενθούντα πληθυσμό με εκδηλώσεις λατρείας υπέρ του νεκρού, οργής κατά του Τιβερίου και καταγγελίες εις βάρος του.9

Ολόκληρη η Ρώμη πίστευε ότι ο Γερμανικός δολοφονήθηκε από τον Τιβέριο και τη Λιβία, αλλά πιθανώς πέθανε από φυσικό θάνατο.

Το 23, τέσσερα χρόνια μετά δηλαδή, πέθανε δηλητηριασμένος ο γιος του, ο Δρούσος, με ανάμειξη της συζύγου του Λιβίας Ιουλίας, γνωστής ως Λιβίλλας, αδελφής του Γερμανικού, η οποία είχε ερωτικές σχέσεις με τον διοικητή των πραιτοριανών, Σηιανό. Έτσι ο Τιβέριος έχασε και τους δυο του κληρονόμους.10

Τον ίδιο χρόνο, ο ραδιούργος Σηιανός, ετρουσκικής καταγωγής, συγκέντρωσε τους φρουρούς, που πριν είχαν διασπαρθεί σε γειτονικές πόλεις, σε ένα μόνο στρατόπεδο στην ίδια τη Ρώμη. Η κυβέρνηση έδειχνε συνεχώς ότι φοβόταν πραγματικές ή φανταστικές συνωμοσίες, τις οποίες θα έπρεπε να καταπνίξουν οι υπάρχοντες νόμοι περί προδοσίας, μεταξύ των παραπόνων για την ασάφεια αυτών των θεσπισμάτων και την επικίνδυνη δυνατότητα να χρησιμοποιηθούν ως όπλα επιβολής τυραννίας. Ο Σηιανός εγκαινίασε τέτοιες κατηγορίες, και κατέστη ακόμη ισχυρότερος μετά το 26, όταν ο Τιβέριος αποσύρθηκε από τη Ρώμη στο νησί Κάπρι της Καμπανίας. Ο θάνατος του Δρούσου, με τον οποίο οι σχέσεις τους χαρακτηρίζονταν από αμοιβαίο μίσος, του προσέφερε την ευκαιρία να διεισδύσει στην αυτοκρατορική οικογένεια, όταν όμως ζήτησε να του επιτραπεί ο γάμος με τη Λιβίλλα, η οποία αυτοκτόνησε το 31, το αίτημα του απορρίφθηκε από τον Τιβέριο. Ακούραστος, συνέχισε τις προσπάθειές του να απαλλαγεί από τους πιο σοβαρούς ανταγωνιστές του, την Αγριππίνα και τους γιους της. Σχεδόν μόλις πέθανε η μητέρα του Τιβερίου, Λιβία, η Αγριππίνα συνελήφθη, εξορίσθηκε, υπέστη άγρια βασανιστήρια, κατά τη διάρκεια των οποίων έχασε ένα από τα μάτια της και τελικά πέθανε αρνούμενη τροφή κι από τις κακουχίες. Οι δύο γιοι της, Νέρων και Δρούσος, καταγγέλθηκαν ως εχθροί του κράτους κι εκτελέσθηκαν, ενώ ο τρίτος, Γάιος (Καλιγούλας), εγκαταστάθηκε στο Κάπρι μαζί με τον Τιβέριο. 11

Από το 26 έως ο 31, ο Σηιανός φερόταν ως κύριος του κράτους. Αλλά γρήγορα ακολούθησε η πτώση του. Θεωρήθηκε ότι συνωμοτούσε κατά του Καλιγούλα, κι έτσι ο Τιβέριος έδωσε μυστικά την αρχηγία των πραιτοριανών στον έμπιστό του Μάκρωνα, που κανόνισε να συλληφθεί ο Σηιανός σε μια συνεδρίαση της Συγκλήτου. Έτσι κι έγινε, και τα μέλη της διέταξαν αμέσως την εκτέλεσή του, που επακολούθησε, και τον ακολούθησαν πολλοί άλλοι θάνατοι.12 Οι συνεργάτες του Σηιανού ξυλοκοπήθηκαν από το έξαλλο πλήθος μέχρι θανάτου και οι γιοι του εκτελέσθηκαν. Η σύζυγός του αυτοκτόνησε και η ανήλικη του κόρη βιάσθηκε και στραγγαλίστηκε. 

  Η πτώση του Σηιανού κατά τον Τάκιτο αλλάζει δραματικά τη ζωή και την ηγεμονία του Τιβερίου. Στα θέματα πολιτικής, ο Τιβέριος όρισε ως διάδοχό του τον Γάιο Καλιγούλα και τον Μάκρωνα ως υπεύθυνο για την εξόντωση των αντίπαλων του εντός της Συγκλήτου. Ο Σηιανός, εκτός από την θανάτωση του ιδίου και των κοντινών του ατόμων, τιμωρήθηκε και με damnatio memoriae.13

Κατά τα τέσσερα τελευταία έτη της βασιλείας του, μετά την εκκαθάριση των συνωμοτών του, δεν υπήρξαν ιδιαίτερα προβλήματα. Ο ίδιος ο Τιβέριος έδειχνε να μην είναι καλά στην ψυχική του υγεία, κουρασμένος και θυμωμένος με τις αποτυχίες των κρατικών του στελεχών, καθώς και με τον εαυτό του.14

  Παρά την τρομοκρατία του δευτέρου μέρους τη βασιλείας του, ο Τιβέριος άφησε πίσω του ένα πλούσιο κράτος, ενώ προώθησε τη συνοχή και την ασφάλεια της Αυτοκρατορίας αντί να εμπλακεί σε επεκτατικούς πολέμους. Η αυτοκρατορία ως σύνολο συνέχιζε να διοικείται καλά κι ελάχιστα ένιωσε αυτές τις μικροπολιτικές δονήσεις, αλλά η σταδιοδρομία του Σηιανού υπήρξε διδακτική. Η κρίση υπογράμμισε τη διφορούμενη στάση του στρατού κι ιδιαίτερα της πραιτοριανής φρουράς, που, ενώ είχε σκοπό να προστατεύει τον κυβερνήτη, μπορούσε να χρησιμοποιηθεί αντί γι’ αυτό από τον αρχηγό της, για να απειληθεί θανάσιμα ο αυτοκράτορας ή οι συγγενείς του. 

Ο Τιβέριος πέρασε τις τελευταίες του μέρες μισούμενος από το λαό, απομονωμένος από τους πάντες και υποψιάζοντας τους πάντες. Πέθανε στις 16 Μαρτίου 37 στην ηλικία των 79 ετών.15

  •  GAIVS IVLIVS CAESAR GERMANICVS (37 – 41 μ.Χ.)

Μεταξύ των ανθρώπων του περιβάλλοντος του Τιβερίου στο Κάπρι ήταν κι ο Γάιος, με το προσωνύμιο Καλιγούλας (από το caliga = μπότα μικρού στρατιώτη). Όταν πέθανε ο ηγεμόνας το 37 μ.Χ., η διαδοχή ρυθμίστηκε από τους αξιωματικούς της πραιτοριανής φρουράς, που ξεκίνησαν έτσι την σταδιοδρομία τους ως «κατασκευαστές αυτοκρατόρων».

  Ο Καλιγούλας επέστρεψε στη Ρώμη, όπου ο λαός, που θυμόταν πάντοτε τον πατέρα του Γερμανικό, και η σύγκλητος του επεφύλαξαν θριαμβευτική υποδοχή. Στην αρχή της βασιλείας του αναλώθηκε σε εορτές για την ανάρρησή του.

Έδωσε ελαφρυντικά και οικονομικές αποζημιώσεις σε πλήθος πολιτών ενώ με δαπάνη του αναστήλωσε τα τείχη και τους ναούς των Συρακουσών, το ανάκτορο του Πολυκράτη στη Σάμο και την αποπεράτωση του ναού του Απόλλωνος στη Μίλητο. Ενδιαφέρθηκε επίσης και για την εξόρυξη μιας διώρυγας στον ισθμό της Κορίνθου και διέταξε τη διεξαγωγή μιας επιτόπιας μελέτης για τη δυνατότητα πραγματοποίησης του έργου.16

Ο Καλιγούλας ήταν ο πρώτος αυτοκράτορας που έδειξε αποστροφή για τις πολλές ώρες κοπιαστικής εργασίας, απαραίτητης όμως για να μείνουν τα πράγματα υπό έλεγχο, και προτιμούσε να αναθέτει την  δουλειά του στους Έλληνες ή εξελληνισμένους απελεύθερους που ήταν γραμματείς του, για να επιδοθεί σε σειρά διασκεδάσεων.

Η ανεξέλεγκτη συμπεριφορά του και οι υπέρογκες δαπάνες για το υπόλοιπο της βασιλείας του είχαν ως αποτέλεσμα τη διάλυση του αυτοκρατορικού ταμείου, λόγω της δαπάνης 2700 εκατομμυρίων σηστερσίων, ενώ η καταλήστευση δεν περιορίσθηκε μόνο σε αυτό το ποσό, αλλά επεκτάθηκε και σε άλλους οικονομικούς φορείς. Όταν τελικά πτώχευσε, ο Καλιγούλας επιτέθηκε κατά των ευπόρων Ρωμαίων πολιτών, χρησιμοποιώντας ψευδείς κατηγορίες για να κατασχέσει τις περιουσίες τους.17

Επέβαλε νέους δασμούς και φόρους ενώ εκεί που φαίνεται ολοκληρωτικά η παράνοιά του ήταν στα σχέδια πολεμικών επιχειρήσεων. Προετοίμασε την εκστρατεία στη Βρετανία, η οποία περιορίσθηκε σε συγκέντρωση δυνάμεων, σε αναστάτωση της αμυντικής διάταξης των λεγεώνων, σε εκφώνηση υστερικών λόγων από τον ίδιο, σε παρουσίαση ψεύτικων αιχμαλώτων, σε μετακίνηση του στρατεύματος στις ακτές της Μάγχης με διαταγή του προς τους άνδρες να συλλέξουν όστρακα από την παραλία, και μετά στην επιστροφή στην Ρώμη, όπου κατηγόρησε τη σύγκλητο πως τον εμπόδισε να τελέσει τον θρίαμβο που του άξιζε για το επιτυχές τέλος της εκστρατείας.18

Στην εποχή του Καλιγούλα, οι σχέσεις μεταξύ Ρώμης και Ιουδαίων εισήλθαν στην πρώτη σοβαρή τους κρίση. Υπήρχαν δύο κατηγορίες Ιουδαϊσμού, οι Ιουδαίοι που συνέχιζαν κατοικούν στο Ισραήλ, και η εβραϊκή διασπορά που είχε ξεκινήσει μετά την εποχή του Αλέξανδρου και επεκτεινόταν στη Μεσοποταμία, την Ιταλία, τη Ρώμη και πολλές επαρχίες της αυτοκρατορίας.19

H υπερσυντηρητικότητα της ιουδαϊκής πίστης, αν και έτεινε να δημιουργεί αποδοκιμασία και εχθρότητα ανάμεσα στους πιστούς των ελληνο-ρωμαϊκών θρησκειών, δε δημιουργούσε ιδιαίτερη ανησυχία στους Ρωμαίους, που απλά τους θεωρούσαν δεισιδαίμονες, κι όχι πολιτική απειλή. Το είδος του ρωμαϊκού αντισημιτισμού θα μπορούσε, περιληπτικά, να θεωρεί ως ακίνδυνη περιφρόνηση. Αντιθέτως, σοβαρές μορφές μίσους εντοπίζονταν εντός των ελληνικών περιοχών, και κυρίως στην Αλεξάνδρεια. Η συνεργασία Εβραίων κι Αιγυπτίων ήταν αρχαιότατη, με αξιοσημείωτη εβραϊκή παρουσία από τη 2η χιλιετία π.Χ. ως και τις αρχές του 6ου αιώνα π.Χ. Κοιτίδες εβραϊκής διασποράς στην Αίγυπτο εμφανίστηκαν πάλι τον 3ο αιώνα π.Χ. με την ίδρυση του πτολεμαϊκού βασιλείου και της Αλεξάνδρειας.

Μετά την μάχη στο Άκτιο, και την προσθήκη του βασιλείου στη σφαίρα επιρροής της Ρώμης, οι Έλληνες είδαν τις πολιτικές τους ελευθερίες να χάνονται και έστρεψαν την οργή τους προς τους Ιουδαίους, που είχαν μπει σε σχέση συνεργασίας με τους νέους τους κατακτητές.

Υπάρχουν αναφορές από τον Φίλωνα για εμπρησμούς συναγωγών και σπιτιών, ενώ ο διοικητής της Αλεξάνδρειας περιόρισε όλο τον εβραϊκό πληθυσμό εντός μιας περιοχής της πόλης, της Δέλτα.20 Αυτό οδήγησε σε καταστρεπτικές συνέπειες για τους Ιουδαίους, που στην ουσία ζούσαν σε ένα αρχαίο γκέτο, με εξαθλιωτικές συνθήκες διαβίωσης και επιδημίες λόγω του υπερπληθυσμού. Παράλληλα η ελληνική βιαιότητα συνέχιζε δίχως έλεος και δε δίσταζαν να διαμελίζουν ή να καίνε δημοσίως Εβραίους που έβγαιναν εκτός της περιοχής Δέλτα. Μια άλλη σύγκρουση αναφέρεται στην πόλη Ιάμνεια, που ζούσαν κι εκεί εξίσου οι δύο λαοί. Λόγω της μη πολιτικής τακτικής που διακατείχε τους Εβραίους, τα αιματηρά επεισόδια συνεχίστηκαν στην Αλεξάνδρεια και την Ιουδαία, και, με το θάνατο του Καλιγούλα, οι Ιουδαίοι, που τόσο καιρό έκρυβαν όπλα στις περιοχές τους, ξεκίνησαν μακελειό εναντίον των Ελλήνων της Αλεξάνδρειας. Παρ’ όλο που η κατάσταση εξομαλύνθηκε κάπως από τον Κλαύδιο, η ένταση συνεχίστηκε για πολύ καιρό ακόμα στην περιοχή.21

Η αποφασιστική καμπή της βασιλείας του Καλιγούλα ήταν το 39 π.Χ., όταν δυσαρεστήθηκε πάρα πολύ με την Σύγκλητο, συναίσθημα που επιτάθηκε, όταν αποκαλύφθηκε ότι ένας τους, ο διοικητής της Άνω Γερμανίας, συμμετείχε σε συνωμοσία. Ο ίδιος βάδισε βόρεια για να καταπνίξει την στάση, γεγονός που συνοδεύτηκε από εκτελέσεις και εξορίες αξιωματούχων.

Αθεράπευτα τρομοκρατημένος και παρανοϊκός, ο Καλιγούλας εξοντώνει ανελέητα κάθε πρόσωπο που φοβάται. Προχωρεί σε τέτοιες αγριότητες, ώστε ο λαός της Ρώμης κυριολεκτικά αηδιάζει. Αναθρεμμένος με νεαρούς πρίγκηπες, γόνους των ελληνιστικών βασιλικών οικογενειών της Ανατολής, απαιτεί να του αποδίδονται θεϊκές τιμές, διακηρύσσει ότι δεν είναι απλώς princeps (πρώτος πολίτης της Ρώμης) αλλά dominus et deus (κύριος και θεός) και προκαλεί τη γενική αγανάκτηση, εισάγοντας ελληνιστικά έθιμα στην αυλή του. Έχει απροκάλυπτα ερωτικές σχέσεις με τις ίδιες του τις αδελφές και μια από αυτές την ανακηρύσσει σύζυγό του και θεά.21 Προσέθεσε στον εαυτό του υπερβολικούς τίτλους, όπως Caesar Optimus Maximus, του οποίου τα δύο δεύτερα επίθετα δίδονταν στον Δία. Ζητούσε να του φέρονται ως θεό, συνήθιζε να επισκέπτεται το ναό του Δία στο Καπιτώλιο, ενώ οι υπήκοοι του μπορούσαν να τον δουν να μιλάει ψιθυριστά στο άγαλμα του θεού. Υπέφερε από σοβαρές αϋπνίες, κοιμόταν τρεις ώρες τη νύχτα και μέχρι να ξημερώσει περιπλανιόταν στο ανάκτορο. Διακρινόταν από εναλλασσόμενες περιόδους εμπιστοσύνης προς τον εαυτό του και δειλίας. Διέταξε την εκτέλεση άλλοτε κοντινών του ανθρώπων, ενώ έκανε ό,τι μπορούσε για να ταπεινώνει τη σύγκλητο. Σύμφωνα με τον Σουητώνιο, σχεδίαζε να κάνει το άλογό του ύπατο της Ρώμης.23

Τελικά, δεν άργησε ο καιρός που η πραιτοριανή ηγεσία έκρινε ότι αποτελούσε μεγάλο κίνδυνο και νωρίς το 41 μ.Χ., στις 24 Ιανουαρίου, μια ομάδα των αξιωματικών της τον δολοφόνησε, μαζί με την γυναίκα του Καισωνία και την κόρη του, σε βρεφική ηλικία.24

3. TIBERIVS CLAVDIVS CAESAR AVGVSTVS  GERMANICVS  (41 – 54 μ.Χ.)

Η βασιλεία του Κλαύδιου ξεκίνησε τη μέρα του φόνου του ανιψιού του, Καλιγούλα, όταν οι πραιτοριανοί τον βρήκαν στα ανάκτορα να κρύβεται πανικόβλητος πίσω από μια κουρτίνα. Ανέλαβε την αυτοκρατορία σε ηλικία 51 ετών. Οι στενότεροι συγγενείς του τον αντιπαθούσαν και τον περιφρονούσαν βαθύτατα, γιατί είχε ασθενική κράση και κινητικά προβλήματα από τότε που γεννήθηκε.25 Γι’ αυτό και ως τότε δεν είχε καταλάβει οποιαδήποτε αρχή, εκτός από μια αργοπορημένη εκστρατεία τέσσερα χρόνια πριν, κι είχε αφιερώσει πολλά πρώιμα χρόνια του σε μελέτες.

Αλλά τώρα, ως αδελφός του πολυαγαπημένου Γερμανικού και ως μόνο επιζώντα αρσενικό απόγονο των γενεών Ιουλίας και Κλαυδίας, οι ανώτεροι αξιωματικοί που σκότωσαν τον Καλιγούλα τον βεβαίωσαν ότι θα ανέβαινε στον θρόνο στη θέση του νεκρού. Η Σύγκλητος όμως, που είχε συζητήσει την πιθανή αποκατάσταση της Δημοκρατίας μετά τον φόνο του Καλιγούλα, περιλάμβανε πολλά μέλη που δεν ήθελαν να δεχθούν τον Κλαύδιο, και την επόμενη χρονιά μετά την ανάρρησή του υποστήριξαν τη στάση που οργάνωσε ο διοικητής του Άνω Ιλλυρικού (της Δαλματίας δηλαδή). Αυτό τρομοκράτησε τον Κλαύδιο και την κατάπνιξη της εξέγερσης συνόδεψε νέα άγρια αύξηση των προφυλάξεων και νέα περαιτέρω μέτρα κατά των συγκλητικών με αμφίβολη πίστη.

Ταυτόχρονα όμως η διακυβέρνηση του Κλαυδίου ήταν εντυπωσιακά δραστήρια σε θέματα εξωτερικά και επαρχιακά. Ο ίδιος ο Κλαύδιος αφιέρωσε αδιάλειπτη φροντίδα για τα δικαστικά καθήκοντα, που ήταν μία από τις σημαντικότερες λειτουργίες ενός αυτοκράτορα.

Αύξησε μάλιστα την χρήση Ελλήνων απελεύθερων ως σύμβουλοι και αυτοκρατορικοί γραμματείς, και σε αυτή την περίοδο κάποιοι απ’ αυτούς, ιδιαίτερα ο Νάρκισσος και ο Πάλλας, απέκτησαν μεγάλη δύναμη. Αλλά ο Κλαύδιος εξακολουθούσε να έχει τέτοιους ανθρώπους, υπό τον αυστηρό προσωπικό του έλεγχο και χρησιμοποίησε ένα συγκλητικό, τον Λεύκιο Βιτέλλιο, ως κύριο σύμβουλό του.

Υιοθέτησε τον τίτλο των Ιουλίων, Καίσαρ, αλλά ποτέ τον imperator. Σε αντίθεση με την τακτική των προγενέστερων, ο Κλαύδιος ενσωμάτωσε στις τάξεις των Ρωμαίων πολιτών, αλλά και της συγκλήτου, πολλούς εκρωμαϊσμένους κατοίκους των επαρχιών. Απαγόρευσε εντελώς την άσκηση της κέλτικης θρησκείας των Γαλατών, επίσης έδιωξε από την Ρώμη όσους Ιουδαίους είχαν αποδεχθεί τη διδασκαλία του Ιησού.

Ακριβώς έναν αιώνα μετά τις αναγνωρίσεις στο νησί της Βρετανίας κατακτήθηκαν τώρα τα βόρεια και κεντρικά τμήματα της Αγγλίας, σε ό,τι υπήρξε ίσως η πιο καλά σχεδιασμένη απ’ όλες τις ρωμαϊκές κατακτήσεις, και επακολούθησε αμέσως η προσάρτησή τους ως επαρχία με το όνομα Βρεττανία. Ο ίδιος ο Κλαύδιος ήρθε στη χώρα το 43 μ.Χ., για την αποφασιστική κατάληψη του Καμουλόδουνου (Κόλτσεστερ), που έγινε η πρωτεύουσα της νέας επαρχίας. Και η Μαυριτανία και η Θράκη έπαψαν να είναι υποτελή κράτη και προστέθηκαν στην αυτοκρατορία, ιδρύοντας παράλληλα κι αποικίες εκεί και στις βόρειες συνοριακές περιοχές.  Επιπλέον, η πολιτική των χειραφετήσεων συνειδητά και σαφώς ενισχύθηκε κι υπήρξαν νέα άτομα που έγιναν δεκτά στη Σύγκλητο και διορίστηκαν σε κρατικά αξιώματα, για τα οποία ενθαρρύνθηκαν να τα επιδιώξουν οι Γαλάτες ιδιαίτερα. Ο αυτοκράτορας επέδειξε σημαντική ικανότητα για μακροχρόνιους σχεδιασμούς, π.χ., οργανώθηκε σε μόνιμη βάση ο επισιτισμός της πόλης και το λιμάνι της Όστιας ανακατασκευάστηκε, για να διευκολύνει τη σχετική κυκλοφορία.

Η αχίλλειος πτέρνα του Κλαύδιου, όπως αποδείχθηκε, ήταν το γυναικείο φύλο. Η νεαρή γυναίκα του Μεσσαλίνα, που του είχε δώσει μια κόρη, την Οκταβία, και έναν γιο, τον Βρεττανικό, ενδιαφερόταν περισσότερο για τις παντοειδείς τέρψεις παρά για την άσκηση εξουσίας. Το 48 κατηγορήθηκε ότι συμμετείχε στην προσπάθεια ενός από τους εραστές της να αρπάξει τον θρόνο ή να αντικαταστήσει τον Κλαύδιο με τον Βρεττανικό, και τότε οι δύο τους, Μεσσαλίνα κι εραστής, θανατώθηκαν.

Την πρωτοβουλία της κατάπνιξης της συνωμοσίας είχε αναλάβει ο Νάρκισσος. Αλλά η εποχή της ισχύος του τερματίστηκε απότομα τον επόμενο χρόνο, όταν ο Κλαύδιος ξαναπαντρεύτηκε και διάλεξε την ανιψιά του Αγριππίνα τη νεώτερη, που δεν ήταν η υποψήφια της προτίμησης του Νάρκισσου.

Στο υπόλοιπο της βασιλείας του ο ηλικιωμένος αυτοκράτορας, κατακουρασμένος, ταλαιπωρημένος από συνωμοσίες, ασθενής  λόγω αναπηρίας και πιοτού, βαθμιαία έχασε τον έλεγχο των πραγμάτων. Η εξουσία βρισκόταν στα χέρια του Πάλλαντα και της Αγριππίνας (ο Πάλλας υποστήριξε το γάμο της με τον Κλαύδιο) κι ενός άλλου από τους ευνοούμενους της του Βούρρου, που προερχόταν από την Βόρεια Γαλατία.

Εξαλείφοντας η Αγριππίνα τους αντιπάλους της κανόνισε το 50 μ.Χ. ο 13ετής γιος της, από τον προηγούμενο γάμο της με κάποιον αριστοκράτη, να υιοθετηθεί από τον Κλαύδιο ως γιος του με το όνομα Νέρων: ήταν λοιπόν φανερό ότι αυτός, παρά ο κατά τέσσερα έτη νεώτερος Βρεττανικός, θα γινόταν ουσιαστικά ο διάδοχος του θρόνου.

Και τότε ο Κλαύδιος πέθανε ξαφνικά στις 13 Οκτωβρίου 54 μ. Χ.. Πιστεύεται, και δικαιολογημένα, ότι η Αγριππίνα του είχε προσφέρει δηλητηριώδη μανιτάρια ως δείπνο. 

Πριν και μετά την ηγεμονία του έκανε αξιοσημείωτες συγγραφικές προσπάθειες. Θα μπορούσε χωρίς υπερβολή να χαρακτηρισθεί πατέρας των γραμμάτων. Προσπάθησε να έχει σχέση συνεργασίας με τη σύγκλητο και συμμετείχε στα δικαστήρια ως σύμβουλος, ασκώντας τα καθήκοντά του ευσυνείδητα. Η επιτυχία του κατά τη διάρκεια της εξουσίας του εναποτίθεται στην επιβίωσή του, την κρατική του οργάνωση και την ασφαλή κι ομαλή μεταβίβαση της διαδοχής του.

4. NERO CLAVDIVS CAESAR AVGVSTVS GERMANICVS (54 – 68 μ.Χ.)

Οπωσδήποτε ο Νέρων με την βοήθεια του δασκάλου του, του διακεκριμένου συγγραφέα Σενέκα, και του αρχηγού των πραιτοριανών Βούρρου, πήρε ειρηνικά τον θρόνο. Λόγω του νεαρού της ηλικίας του, η Αγριππίνα ήταν αυτή που ουσιαστικά κυβερνούσε το κράτος. Η εξουσία της όμως υπήρξε πάρα πολύ σύντομη, εφόσον κιόλας τον επόμενο χρόνο ο Νέρων ενηλικιωνόταν. Αναλαμβάνοντας τα αυτοκρατορικά του καθήκοντα, πρωτοεισηγήθηκε φιλελεύθερες ιδέες που δεν επιβλήθηκαν (σχετίζονταν με φορολογικές μεταρρυθμίσεις και την απαγόρευση των μονομαχιών). Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να χάσει το ενδιαφέρον του και στράφηκε σε πιο ευχάριστες δραστηριότητες, όπως την αρματοδρομία, την μουσική, το θέατρο και το σεξ.

Κι έτσι το κράτος διοικούσαν κυρίως η αρμονική κι αποτελεσματική δυάδα του Σένεκα και του Βούρρου, με την στήριξη των δικών τους συγκλητικών. Η σύγκλητος αποφάσιζε για πολλά θέματα και για ένα διάστημα υπήρξε ομαλότητα και ηρεμία.32 Μείωσε μερικούς από τους βαρύτερους φόρους. Προσέφερε σε κάθε Ρωμαίο πολίτη 400 σηστερσίους και ενίσχυσε το δημόσιο ταμείο με σαράντα εκατομμύρια σηστερσίους. Στους πραιτοριανούς προσέφερε δωρεάν μηνιαία παροχή σιτηρών. Απαγόρευσε τις επαρχιακές μονομαχίες και στράφηκε κατά της αισχροκέρδειας ιδιωτικών εταιρειών στα λιμάνια.33

Η μητέρα του, αδίστακτη και διψασμένη για εξουσία, πίστευε πως με τη βοήθεια του Πάλλαντα και ισχυρών της συμμάχων ότι θα μπορούσε να χειραγωγεί τον γιο της. Δεν πέρασε αρκετός καιρός ώσπου ο Νέρων, αφού απέλυσε τον Πάλλαντα από τα καθήκοντά του, δολοφόνησε τον γιο του Κλαύδιου, Βρεττανικό. Φοβούμενος παράλληλα ότι η μητέρα του, δυσαρεστημένη με τον παραγκωνισμό της, συνωμοτούσε εναντίον του, έψαχνε τρόπο να την ξεφορτωθεί. Ενθάρρυνε έτσι μια συνομωσία, την παρέσυρε στην ύπαιθρο της Καμπανίας, όπου φρόντισε να την εκτελέσουν, το 59.34 Ο Σενέκας κι ο Βούρρος ίσως ήταν μπλεγμένοι στο θάνατό της, αλλά στο εξής έβλεπαν όλο και πιο πολύ δύσκολο να κρατήσουν σε τάξη τον αυτοκράτορα.

Στην εξωτερική πολιτική η βασιλεία του σημαδεύεται από τα γεγονότα στην Ανατολή, τη μεγάλη εξέγερση στη Βρετανία και προβλήματα με τους Ιουδαίους. Μετά από συγκρούσεις με τους Πάρθους (53-60), τα ανατολικά ρωμαϊκά σύνορα ορίστηκαν πάλι στον Ευφράτη ποταμό. Στη Βρετανία η αρπακτικότητα και κακή συμπεριφορά των Ρωμαίων οδήγησε σε αιματηρή εξέγερση. Το 61, διψώντας για εκδίκηση, η Βοαδικεία ένωσε τις βρετανικές φυλές και επιτέθηκαν κατά του ανοχύρωτου Καμουλοδόνου, σφαγιάζοντας, σύμφωνα με τις πηγές, 70,000 άνδρες και γυναικόπαιδα. Στη συνέχεια διέλυσαν την 9η λεγεώνα αλλά εξοντώθηκαν από τον κυβερνήτη Παυλίνο. Τα αντίποινα ήταν άγρια και η Βοαδικεία αυτοκτόνησε για να μην πέσει στα χέρια του εχθρού.35

Το 62 πέθανε ο Βούρρος και ο Σενέκας, θεωρώντας αδύνατο να συνεχίσει μόνος του, αποσύρθηκε εκούσια.

Ο κύριος τώρα σύμβουλος του αυτοκράτορα ήταν ο Τιγγελίνος, μορφή φθαρμένη που ο Νέρων τον είχε τοποθετήσει ως συστρατηγό των πραιτοριανών. Ο Νέρων, προ πολλού αποξενωμένος από την νεαρή γυναίκα του Οκταβία, την χώρισε και την εκτέλεσε, και παντρεύτηκε μια περίφημη καλλονή, την Πομπαία, η οποία του έδωσε ένα βραχύβιο κορίτσι το 63.

Το επόμενο έτος, στις 19 Ιουλίου του 64, ξέσπασε στη Ρώμη μια καταστροφική πυρκαγιά. Ο τρόμος διήρκησε έξι μέρες και εφτά νύχτες.36 Εντός του λαού είχε δημιουργηθεί η εντύπωση ότι επρόκειτο για εμπρησμός και υποψιαζόταν ότι ο αυτοκράτορας ήταν υπεύθυνος, σκοπεύοντας να καταστρέψει όλη την πόλη για να κτίσει μια νέα πρωτεύουσα που θα της έδινε τ’ όνομά του.37

Οι υποψίες ενισχύθηκαν, όταν άρχισαν τα έργα για το νέο ανάκτορο, το Χρυσό Σπίτι, που είχε σχεδιαστεί σε ευρεία έκταση της πόλης και εν μέρει κατελάμβανε και τις τοποθεσίες των σπιτιών που είχαν καταβρωθεί από την φωτιά. Ήταν φανερό πως ο λαός θεωρούσε τον Νέρωνα εγκληματία και παράφρονα. Από τις περιοχές της Ρώμης μόνο τέσσερις διασώθηκαν, τρεις ισοπεδώθηκαν εντελώς, ενώ επτά μετατράπηκαν σε ερείπια και μισογκρεμισμένα, καμένα οικήματα.

Τα σχέδια του Νέρωνα για την ανοικοδόμηση ήταν μεγαλεπίβολα και υπερβολικά. Έτσι, σε συνδυασμό με τις αποζημιώσεις στους πληγέντες, προκλήθηκε κρίση στην κυκλοφορία χρυσών κι αργυρών νομισμάτων.

Τελικά, για να αντιμετωπίσει τις υποψίες και τις κατηγορίες για ανάμειξή του στην καταστροφή, ο Νέρων στράφηκε σε αναζήτηση αποδιοπομπαίου τράγου. Θύμα του, μετά από πρόταση του Τιγελλίνου, έπεσε η μικρή χριστιανική κοινότητα της Ρώμης. Ο Τάκιτος δίνει ενδιαφέρουσες πληροφορίες για το θέμα. Παρά το ότι δέχεται τις εις βάρος τους κατηγορίες για ανηθικότητα, καθιστά σαφές ότι ήταν αθώοι. Όπως γράφει, κι είναι ο πρώτος Ρωμαίος ιστορικός που το γράφει, ιδρυτής της θρησκείας των χριστιανών, όπως τους αποκαλούσε ο κόσμος, ήταν ο Χριστός, ο οποίος είχε εκτελεσθεί κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Τιβερίου από τον κυβερνήτη Πόντιο Πιλάτο. Παρά αυτή την προσωρινή δυσχέρεια, η «θανάσιμη πρόληψη» είχε εξαπλωθεί πάλι, όχι μόνο στην Ιουδαία, όπου άρχισε η απάτη, αλλά ακόμη και στη Ρώμη, όπου βέβαια «ανθεί κάθε αισχρή και ταπεινωτική συνήθεια».38 Ο Νέρων διέταξε τη σύλληψη χριστιανών. Ύστερα, βασιζόμενος στις ομολογίες τους, πως ήσαν χριστιανοί, διέταξε κι άλλες συλλήψεις, όχι τόσο για ανάμειξη των συλληφθέντων στην καταστροφή όσο για αντικοινωνική συμπεριφορά (odio humanis generis) ή, κατ’ άλλη ερμηνεία, επειδή το ανθρώπινο γένος τους μισούσε. Πάντοτε κατά τον Τάκιτο, η εξόντωση των αθώων θυμάτων προσέλαβε άγριες διαστάσεις. Καλυμμένοι με δέρματα ζώων, καταξεσχίσθηκαν από σκύλους, σταυρώθηκαν ή μετατράπηκαν σε ανθρώπινους πυρσούς για να φωτίζουν αγώνες στους αυτοκρατορικούς κήπους και στην αρένα του Βατικανού, όπου αργότερα κτίσθηκε η εκκλησία του Αγίου Πέτρου.

Οι αγριότητες προκάλεσαν αντίθετο αποτέλεσμα. Το πλήθος που παρακολουθούσε τα βάρβαρα θεάματα, παρουσία του ίδιου του Νέρωνος, που στεκόταν φορώντας στολή ηνιόχου επάνω σε άρμα, αισθάνθηκε οίκτο αντιλαμβανόμενο ότι αθώοι έπεφταν θύματα της αγριότητας ενός ατόμου κι όχι για να προστατευθεί το εθνικό συμφέρον. Είναι άγνωστος ο αριθμός των θυμάτων του πρώτου διωγμού των χριστιανών, αλλά κατά την παράδοση μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται και ο απόστολος Πέτρος, τελευταίος επιζών μαθητής του Χριστού, και ο απόστολος Παύλος. Έτυχε κι οι δύο να βρίσκονται στη Ρώμη, ο μεν για να σταθεροποιήσει την πρώιμη χριστιανική κοινότητα, ο δε για τη διάδοση της νέας θρησκείας και την ίδρυση νέων κοινοτήτων. Συνελήφθησαν και καταδικάστηκαν σε θάνατο.

Ο μεν Παύλος, που είχε ρωμαϊκή υπηκοότητα,39 αποκεφαλίσθηκε, ενώ ο Πέτρος ζήτησε, πριν εκτελεσθεί με σταύρωση, σε ένδειξη σεβασμού προς το μαρτύριο του Ιησού, να σταυρωθεί ανάποδα με το κεφάλι κάτω.

Το αίτημά του έγινε δεκτό. Δεν αμφισβητείται ότι ο διωγμός του Νέρωνος έθεσε τις βάσεις και αποτέλεσε θεσμικό πρότυπο (institutum neronianum) για τους διωγμούς που επρόκειτο να ακολουθήσουν. 562

Αργότερα, το 65, η φήμη του αυτοκράτορα αμαυρώθηκε ακόμα περισσότερο, όταν πραγματοποίησε μια παλιά του φιλοδοξία, εμφανίστηκε δηλαδή στη σκηνή δημόσια για πρώτη φορά ως ηθοποιός. Οι συγκλητικοί σοκαρίστηκαν πολύ και λίγο μετά αποκαλύφθηκε και καταδόθηκε η πρώτη από μια σειρά συνωμοσιών κατά της ζωής του. Ένα θύμα ήταν ο Σενέκας και ένα άλλο ο συστράτηγος των πραιτοριανών Φαίνιος Ρούφος, στη θέση του οποίου διορίστηκε ένας άνθρωπος τόσο παράξενος όσο και ο Τιγγελίνος, ένας Νυμφίδιος Σαβίνος, που έλεγε ότι ήταν νόθος γιος του Καλιγούλα. (337)

Τον επόμενο χρόνο σε μια νέα εκκαθαριστική προσπάθεια σαρώθηκε μια ομάδα συγκλητικών με κλίση στην δημοκρατική ιδεολογία, και ηγετικές στρατιωτικές προσωπικότητες εξαναγκάστηκαν να αυτοκτονήσουν. Μεταξύ αυτών ήταν ο Κορβούλων, που είχε θεωρηθεί εθνικός ήρωας μετά τις νίκες και τις διαπραγματεύσεις του στην Αρμενία, που έφεραν στα εκεί σύνορα ειρήνη για μισό αιώνα. Αλλά ο Νέρων φοβόταν αυτούς τους εξέχοντες στρατιωτικούς και, όταν μια μεγαλύτερη στάση ξέσπασε στην ταραχώδη μικρή επαρχία της Ιουδαίας, συνειδητά ανέθεσε την κατάπνιξή της σε έναν άνθρωπο που του απέδιδαν μόνο μέτριες ικανότητες και φιλοδοξίες, τον Βεσπασιανό.

Στο μεταξύ ο ίδιος ο αυτοκράτορας είχε ξεκινήσει μακρά καλλιτεχνική και θεατρική περιοδεία στην Ελλάδα. Η περιοδεία κορυφώθηκε με τη δήθεν απελευθέρωση της χώρας. Αυτή η φιλελληνική χειρονομία, που αντανακλούσε μια παλαιότερη απελευθέρωση δυόμιση αιώνες πριν, δεν αποκατέστησε βέβαια τις πολιτικές ελευθερίες των Ελλήνων, αλλά τους εξαίρεσε από την ρωμαϊκή φορολογία, πράξη ευπρόσδεκτη. Αλλά η οίηδη του Νέρωνα, για όσο απουσίαζε από τη Ρώμη, υπονομεύθηκε σοβαρά, γιατί διοικητές επαρχιών και στρατηγοί, θεωρώντας ότι κινδυνεύει η ζωή τους, έμπαιναν στον πειρασμό της επανάστασης. 338, 339

Έτσι, λίγο μετά την τελική επιστροφή του Νέρωνα στη Ρώμη, ο Βίνδηξ, διοικητής της Κεντρικής Γαλατίας επαναστάτησε ανοιχτά το 68. Την επανάσταση όμως κατέπνιξε ο διοικητής της Άνω Γαλατίας στη μάχη του Μπεζανσόν, κι ο Βίνδηξ δεν επέζησε. Αλλά τότε ο Γάλβας, διοικητής της εγγύς Ισπανίας, του οποίου οι κακές σχέσεις με τους τοπικούς πράκτορες του Νέρωνα τον είχαν παρωθήσει να προβεί σε μυστικές επαφές με τον Βίνδηκα, ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας από τους στρατιώτες της μιας λεγεώνας που διοικούσε, και τούτο επιβεβαίωσε η Σύγκλητος της Ρώμης. Τον Νέρωνα εγκατέλειψε μέχρι και η πραιτοριανή φρουρά. Στις 9 Ιουνίου 68, απελπισμένος, βοηθούμενος από τον γραμματέα του Επαφρόδιτο, βύθισε ένα εγχειρίδιο στον λαιμό του. Κατά την παράδοση, πριν αυτοκτονήσει, φέρεται πως είπε: «Τι καλλιτέχνη χάνει ο κόσμος!». Όταν πέθανε ήταν τριάντα δύο ετών.

5. ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες ανέβηκαν κι έπεσαν από τον θρόνο οι διάδοχοι του Αυγούστου. Κανείς τους δεν πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να κυβερνά. Πρώτα πρώτα ένιωθαν όλοι πως ήταν αυτοκράτορες όχι για χάρη στις ικανότητές τους ή σε υπηρεσίες που είχαν προσφέρει στο κράτος, αλλά μόνο επειδή είχαν κληρονομήσει τη δημοτικότητα, το κύρος και τη «θεϊκότητα» του Αυγούστου. Ούτε ιδιοφυίες ήταν, ούτε προσωπική ακτινοβολία διέθεταν – όλοι έζησαν κάτω από την ακτινοβολία του ιδρυτή της δυναστείας τους, η οποία όμως συνεχώς μειωνόταν. Γι’ αυτό και όλοι οι αυτοκράτορες του 1ου μ.Χ. αιώνα αγωνιούσαν κυρίως για το πώς θα εδραιώσουν τη θέση τους. Έτρεμαν στην ιδέα μήπως εμφανιστούν αντίπαλοι με τα ίδια ή και περισσότερα απ’ αυτούς δικαιώματα στο θρόνο. Όλοι καταδιώκονταν από τον αβάσιμο φόβο μιας Συγκλήτου αποκαταστημένης στην παλιά της δύναμη. Γι’ αυτό και η ζωή τους ήταν γεμάτη ανακτορικές δολοπλοκίες, όπου οι γυναίκες της αυτοκρατορικής οικογένειας, συχνά περισσότερο φιλόδοξες και ικανές από τους άνδρες, έπαιζαν σημαντικό και, καμιά φορά, αποφασιστικό ρόλο. Συνομωσίες, πραγματικές ή φανταστικές, δεν έλειπαν ποτέ κι αυτές με τη σειρά τους οδηγούσαν σε εγκλήματα, για μερικά από τα οποία υπεύθυνοι ήταν πράγματι οι αυτοκράτορες, ενώ άλλα απέδιδε σε αυτούς η αχαλίνωτη φημολογία της Ρώμης.

Στην πρωτεύουσα του τότε γνωστού κόσμου, κέντρο του ενδιαφέροντος ήταν το πρόσωπο και η οικογένεια του ηγεμόνα.

  • ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Πρωτογενείς πηγές

  1. Τάκιτος (Publius Cornelius Tacitus, 56 – 120 μ.Χ.), «Χρονικά», κεφ. 1, 2, 3, 13, 14, 15
  2. Σουητώνιος (Gaius Suetonius Tranquillus, περ.69/75 – περ. 130 μ.Χ.), «Τιβέριος», «Γάιος Καλιγούλας», «Κλαύδιος», «Νέρων»

      Δευτερογενείς πηγές

  1. Διονύσης Χατζόπουλος, Ιστορία του Ρωμαϊκού κράτους, Εκδόσεις Ηρόδοτος, Αθήνα 2015
  2. Michael Grant, Ιστορία της Ρώμης, Αθήνα 2011
  3. Fritz Graf, Εισαγωγή στην Αρχαιογνωσία, Τόμος Β’ – Ρώμη, Εκδόσεις Δημ. Ν. Παπαδήμα, 5η έκδοση, Αθήνα 2015
  4. M. Rostovtzeff, Ρωμαϊκή Ιστορία, Εκδόσεις Παπαζήση, 1984
  5. Barbara Levick, Tiberius, the Politician, Λονδίνο 1976
  6. Anthony A. Barret, Caligula, the Corruption of Power, Λονδίνο 1989
  7. Barbara Levick, Claudius, Λονδίνο 1990
  8. Miriam T. Griffin, Nero, the End of a Dynasty, Νέα Υόρκη 1984

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

  1. M. Rostovtzeff, Ρωμαϊκή Ιστορία, σελ. 221
  2. M. Rostovtzeff, Ρωμαϊκή Ιστορία, σελ. 222
  3. Σουητώνιος, Τιβέριος, 50
  4. M. Grant, Ιστορία της Ρώμης, σελ. 329
  5. Τάκιτος, Χρονικά, 1, 14
  6. Δ. Χατζόπουλος, Ιστορία του Ρωμαϊκού κράτους, σελ. 528
  7. Σουητώνιος, Τιβέριος, 26-50
  8. Τάκιτος, Χρονικά 2, 47. 3, 72. 6, 18
  9. Δ. Χατζόπουλος, σελ. 534
  10. M. Grant, Ιστορία της Ρώμης, σελ.329
  11. Δ. Χατζόπουλος, Ιστορία του Ρωμαϊκού κράτους, σελ. 536
  12. Μ. Grant, σελ. 331
  13. Barbara Levick, Tiberius the politician, σελ. 202
  14. Barbara Levick, σελ. 224
  15. Διονύσης Χατζόπουλος, Ιστορία του Ρωμαϊκού κράτους, σελ. 537
  16. Δ. Χατζόπουλος, Ιστορία του Ρωμαϊκού κράτους, σελ. 540
  17. Δ. Χατζόπουλος, σελ. 542
  18. Σουητώνιος, Γάιος Καλιγούλας, 43-48
  19. Anthony A. Barret, Caligula, the corruption of power, σελ. 182
  20. Anthony Barret, Caligula, the corruption of power, σελ. 187
  21. M. Rostovtzeff, Ρωμαϊκή ιστορία, σελ. 225
  22. Anthony Barret, σελ. 189
  23. Σουητώνιος, Γάιος Καλιγούλας, 23
  24. M. Grant, Ιστορία της Ρώμης, σελ. 332
  25. Σουητώνιος, Κλαύδιος, 3
  26. Barbara Levick, Claudius, σελ. 90
  27. Fritz Graf, Εισαγωγή στην Αρχαιογνωσία, Τόμος Β’ – Ρώμη, σελ. 460
  28. Σουητώνιος, Κλαύδιος, 25
  29. M. Grant, Ιστορία της Ρώμης, σελ. 333
  30. M. Grant, σελ. 335
  31. Barbara Levick, Claudius, σελ. 197
  32. Τάκιτος, Χρονικά, 13. 4
  33. Δ. Χατζόπουλος, Ιστορία του Ρωμαϊκού κράτους, σελ. 551
  34. Miriam T. Griffin, Nero, the end of a Dynasty, σελ. 74
  35. Τάκιτος, Χρονικά, 14. 30-39
  36. Σουητώνιος, Νέρων, 38
  37. Τάκιτος, Χρονικά, 15, 40
  38. Τάκιτος, Χρονικά, 15, 43
  39. Είναι άγνωστοι οι λόγοι για τους οποίους ο Παύλος έφερε ρωμαϊκή υπηκοότητα. Επίσης ελάχιστα είναι γνωστός ο βίος του πριν υιοθετήσει τον χριστιανισμό, όπως και το γιατί ονομάσθηκε Παύλος (Paullus), αντί του ιουδαϊκού ονόματος Σαούλ, που είχε προηγουμένως. Επί του θέματος, βλ. Mazzarino,ό.π., τόμ. Α’, παράγραφος 20, σελ. 168-181
  40. Δ. Χατζόπουλος, Ιστορία του Ρωμαϊκού κράτους, σελ. 562
  41. M. Grant, Ιστορία της Ρώμης, σελ. 337
  42. M. Grant, σελ. 338, 339
  43. Σουητώνιος, Νέρων, 49, 50

* Ο Χαράλαμπος Ε. Ανδριανόπουλος είναι φοιτητής Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Διαχείρισης Πολιτισμικών Αγαθών στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου

, , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.