Η εικονομαχική έριδα στο Βυζάντιο: Σύντομη επισκόπηση ενός πολιτικο-θρησκευτικού ζητήματος

Γράφει ο Θεόδωρος K. Κορρές, Ομότιμος Καθηγητής Βυζαντινής Ιστορίας του Α.Π.Θ., στην Clio Turbata

Για το ζήτημα της Εικονομαχίας που ταλαιπώρησε το βυζαντινό κράτος για περισσότερο από έναν αιώνα (ca. 726 – 842) έχουν γραφτεί χιλιάδες σελίδες. Η βιβλιογραφία συνεχώς εμπλουτίζεται με νέα πονήματα που καλύπτουν την ιστορική-πολιτική και θεολογική-φιλοσοφική διάσταση του φαινομένου. Το παρόν κείμενο θα επιχειρήσει μια αδρομερή παρουσίαση των κύριων γεγονότων της περιόδου, ως έναυσμα για την πρόκληση περαιτέρω συζήτησης και μελέτης.¹

Α’ Περίοδος της Εικονομαχίας (ca. 730-787)

Η αρχή της Εικονομαχικής περιόδου μπορεί να τοποθετηθεί χρονικά στην εποχή της βασιλείας του Λέοντα Γ΄, ιδρυτή της δυναστείας των Ισαύρων. Ο Λέων, δεσπόζουσα φυσιογνωμία ανάμεσα στους αυτοκράτορες της Κωνσταντινούπολης, ανήλθε στον θρόνο στις 25 Μαρτίου του 717, κι αφότου ο Θεοδόσιος Γ΄ (715-717) είχε εξαναγκαστεί σε παραίτηση, λίγο πριν την έναρξη της β΄ πολιορκίας της Βασιλεύουσας από τους Άραβες (Αύγουστος 717).²

Η επιτυχής αντιμετώπιση της αραβικής επίθεσης κατά το κρίσιμο έτος 717/718 εξασφάλισε σε μεγάλο βαθμό την επιβίωση της αυτοκρατορίας. Αυτό επέτρεψε στον Λέοντα να προχωρήσει με ευρύτερες μεταρρυθμίσεις σε διάφορους τομείς, στοχεύοντας στην αναμόρφωση του κράτους, παρότι παράλληλα έπρεπε να ασχοληθεί και με ορισμένες ταραχές στο εσωτερικό, όπως το στασιαστικό κίνημα του πρώην αυτοκράτορα Αναστασίου Β΄ (713-715), το οποίο και κατεστάλη το 719. Σημαντικές ήταν οι πρωτοβουλίες του στο νομοθετικό επίπεδο, με σειρά παρεμβάσεων στο οικογενειακό, το θαλάσσιο και το ποινικό δίκαιο, που αποτέλεσαν και την Εκλογή, το νομοθετικό κώδικα του 726. Η θρησκευτική του πολιτική έναντι των μη χριστιανών της αυτοκρατορίας ήταν αυστηρή, αφού επέβαλε το βάπτισμα των Εβραίων και των Μοντανιστών που κατοικούσαν στα εδάφη της.

Η βασική πρωτοβουλία του όμως στο θρησκευτικό επίπεδο αφορούσε την απαγόρευση της προσκύνησης των εικόνων. Η εικόνα αποτελούσε σημαντικό τμήμα της λειτουργικής ζωής των Χριστιανών, με αυξημένη σημασία, όπως και η προσκύνηση των ιερών λειψάνων. Για τον Λέοντα και τον κύκλο του όμως οι πράξεις αυτές, με την υπερβολική προσήλωση στη λατρεία των εικόνων, φάνταζαν ως οιωνεί ειδωλολατρικές. Μια σειρά από γεγονότα, με κύριο την έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας, εκλήφθηκαν ως οργή του Θεού, απόδειξη πως έπρεπε να αναληφθεί δράση για την επαναφορά των πιστών στον ορθό δρόμο. Η περιγραφή³ του Θεοφάνη στη «Χρονογραφία» του είναι εναργής:

Ἐν αὐτῷ δὲ τῷ ἔτει, ἰνδικτιῶνος θʹ, ὥρᾳ θέρους, ἀτμὶς ὡς ἐκ
καμίνου πυρὸς ἀνέβρασεν ἀναμέσον Θήρας καὶ Θηρασίας τῶν νήσων
ἐκ τοῦ βυθοῦ τῆς θαλάσσης ἐπὶ ἡμέρας τινάς, καὶ κατὰ βραχὺ
παχυνομένη καὶ ἀπολιθουμένη τῇ ἐξάψει τῆς πυρώδους ἐκκαύσεως,
ὅλος ὁ καπνὸς πυροφανὴς ἐδείκνυτο. τῇ δὲ παχύτητι τῆς γεώδους
οὐσίας πετροκισσήρους μεγάλους ὡς λόφους τινὰς ἀνέπεμψε καθ’
ὅλης τῆς μικρᾶς Ἀσίας καὶ Λέσβου καὶ Ἀβύδου καὶ τῆς πρὸς θά-
λασσαν Μακεδονίας, ὡς ἅπαν τὸ πρόσωπον τῆς θαλάσσης ταύτης
κισσήρων ἐπιπολαζόντων γέμειν· μέσον δὲ τοῦ τηλικούτου πυρὸς
νῆσος ἀπογεωθεῖσα τῇ λεγομένῃ Ἱερᾷ νήσῳ συνήφθη, μήπω τὸ πρὶν
οὖσα, ἀλλ’ ὡς αἱ προρρηθεῖσαι νῆσοι, Θήρα τε καὶ Θηρασία ποτὲ
ἐξεβράσθησαν, οὕτω καὶ αὕτη νῦν ἐπὶ τῶν χρόνων τοῦ θεομάχου
Λέοντος. ὃς τὴν κατ’ αὐτοῦ θείαν ὀργὴν ὑπὲρ ἑαυτοῦ λογισάμενος
ἀναιδέστερον κατὰ τῶν ἁγίων καὶ σεπτῶν εἰκόνων ἤγειρε πόλεμον […]

Η πρώτη εμβληματική πράξη στον αγώνα κατά της λατρείας των εικόνων ήταν η αποκαθήλωση της εικόνας του Χριστού που βρισκόταν στην Χαλκή Πύλη. Σύμφωνα με τον Θεοφάνη το πλήθος το οποίο είχε συγκεντρωθεί στην περιοχή επιτέθηκε κατά των στρατιωτών του αυτοκράτορα που είχαν επιφορτιστεί με την συγκεκριμένη αποστολή και σκότωσαν ορισμένους εξ αυτών. Η οργή του Λέοντα οδήγησε σε εξορίες, μαστιγώσεις και ακόμη πιο αυστηρές σωματικές ποινές (ακρωτηριασμούς).⁴

Πρόσφατες έρευνες έχουν ασχοληθεί με το πως ξεκίνησε η Εικονομαχία στο Βυζάντιο, αμφισβητώντας το κατά πόσο για όλα ευθύνεται ο αυτοκράτορας. Γνωρίζουμε πως το 830 ο Λέοντας απαγόρευσε την προσκύνηση των εικόνων, αλλά αυτό δεν σήμαινε ταυτόχρονη απαγόρευση για άλλα σύμβολα, όπως ο Σταυρός. Η διαμάχη του αυτοκράτορα με τον πατριάρχη Γερμανό σχετικά με τη δυνατότητα του πρώτου να παρεμβαίνει σε ζητήματα πίστης και δόγματος δίχως να έχει προηγηθεί κάποια Σύνοδος (Οικουμενική, Τοπική ή έστω Ενδημούσα) είναι βέβαια γνωστή και οδήγησε στην παραίτηση του τελευταίου. Μια νέα προσέγγιση πάνω στις διαθέσιμες πηγές όμως δείχνει πως στη περιφέρεια της αυτοκρατορίας υπήρχαν εντάσεις και αμφιβολίες ως προς την προσκύνηση των εικόνων. Αλληλογραφία του πατριάρχη Γερμανού με τους επισκόπους Νακώλειας Κωνσταντίνο και Κλαυδιουπόλεως Θωμά ανάμεσα στα έτη 720-730 είναι αποκαλυπτική για προβλήματα που είχαν ανακύψει στις συγκεκριμένες περιοχές. Οι δύο ιεράρχες πιθανότατα εξέφραζαν την ανησυχία τους για τα γεγονότα, υιοθετώντας τις απόψεις των πιστών των περιφερειών τους. Αντιθέτως, ο πατριάρχης Γερμανός ήταν σαφώς εικονόφιλος. Έτσι, καθίσταται σαφές πως η έριδα ως προς την προσκύνηση των εικόνων δεν αποτελούσε μια διαμάχη των «ελίτ» της Κωνσταντινούπολης, αλλά είχε υπόβαθρο και δημιουργούσε αντιπαραθέσεις εκτός της πρωτεύουσας.

Εικονομάχοι αποκαθηλώνουν την εικόνα του Χριστού. Λεπτομέρεια μικρογραφίας από το ψαλτήρι του Chludov.

Αντιδράσεις υπήρξαν και στη Δύση, με τον Πάπα της Ρώμης Γρηγόριο Γ΄ να συγκαλεί δύο συνόδους που καταδίκασαν τις πρωτοβουλίες του αυτοκράτορα, στηρίζοντας επί της ουσίας τον πατριάρχη Γερμανό. Η απάντηση του Λέοντα Γ΄ ήταν άμεση: αφαίρεσε από τη δικαιοδοσία του Πάπα τις περιοχές της Καλαβρίας και της Σικελίας, καθώς και το Ιλλυρικό, και τα μετέφερε στη δικαιοδοσία του πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης.

Την ίδια περίπου περίοδο (ca. 721) ο χαλίφης Γιαζίντ Β΄ άρχισε να λαμβάνει αντίστοιχα μέτρα κατά της προσκύνησης των εικόνων εκ μέρους των χριστιανών υπηκόων του. Έχει υποστηριχθεί βέβαια πως ίσως υπήρξε κάποιου είδους συνεννόηση ανάμεσα στους ηγεμόνες της Δαμασκού και της Κωνσταντινούπολης.⁵

Παράλληλα, στο εσωτερικό του Βυζαντίου, το 727 οι δυνάμεις του θέματος (στρατιωτικοδιοικητικής περιφέρειας) των Ελλαδικών στασίασαν κατά του αυτοκράτορα Λέοντα Γ΄ και κινήθηκαν εναντίον της Βασιλεύουσας. Η κίνησή τους αυτή μπορεί να ερμηνευθεί ως αντίδραση τόσο απέναντι στην θρησκευτική όσο και στην γενικότερη πολιτική του αυτοκράτορα. Σε κάθε περίπτωση οι κινηματίες απέτυχαν να καταλάβουν την Κωνσταντινούπολη, αφού οι δυνάμεις τους ηττήθηκαν σε ναυμαχία από τις πιστές στον Λέοντα αυτοκρατορικές δυνάμεις (το κεντρικό στόλο που βρισκόταν ελλιμενισμένος στην πρωτεύουσα, το «αυτοκρατορικό πλώϊμο») και οι ηγέτες τους βρήκαν το θάνατο.⁶

Για τα γεγονότα της βασιλείας του Λέοντα Γ΄ και την εξέλιξη της εικονομαχικής έριδας από το 730 ως και το θάνατό του το 741 δεν έχουμε επαρκή στοιχεία. Οι πηγές όμως είναι αρκετά γλαφυρές και αναλυτικές για όσα ακολούθησαν στα χρόνια του υιού και διαδόχου του, Κωνσταντίνου Ε΄.

O Κωνσταντίνος Ε΄ θεωρείται ως ο πλέον σκληρός και συνεπής εικονομάχος αυτοκράτορας.⁷ Ενστερνιζόταν πλήρως τις πολιτικές του πατέρα του, έχοντας γαλουχηθεί από νεαρή ηλικία στο εικονομαχικό δόγμα. Τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του κύλησαν με την εμφύλια σύγκρουση για το θρόνο στην οποία ενεπλάκη κατά του κουνιάδου του Αρτάβασδου.⁸ Ο Αρτάβασδος στασίασε το 741 κατά του Κωνσταντίνου και κατάφερε να θέσει υπό τον έλεγχό του την Βασιλεύουσα. Ο Κωνσταντίνος, όχι μόνον κατάφερε τελικά να σωθεί καταφεύγοντας στο θέμα Ανατολικών, αλλά σταδιακά συγκέντρωσε γύρω του τις πιστές σ’ εκείνον δυνάμεις και δημιούργησε μια σταθερή βάση στη Μικρά Ασία, νικώντας κατ’ επανάληψη τα στρατεύματα του Αρτάβασδου, ο οποίος τελικά περιορίστηκε στην Κωνσταντινούπολη και τα περίχωρά της. Ο στασιαστής εμφανιζόταν ως υπερασπιστής των εικόνων, παίρνοντας με το μέρος του σημαντικό τμήμα του πληθυσμού της πρωτεύουσας που ήταν δυσαρεστημένο τόσο με τον Λέοντα Γ΄ όσο και με τον Κωνσταντίνο Ε΄.

Όταν όμως οι δυνάμεις του Κωνσταντίνου έφτασαν προ της Κωνσταντινούπολης, θέτοντάς την υπό πολιορκία, ο Αρτάβασδος αντιλήφθηκε πόσο δύσκολη ήταν η θέση του και κατέφυγε με πλοίο στη Μικρά Ασία. Τελικά συνελήφθη από τα στρατεύματα του αυτοκράτορα και αφού τυφλώθηκε οδηγήθηκε στη Μονή της Χώρας.

Η νίκη του Κωνσταντίνου κατά του Αρτάβασδου και των υποστηρικτών του ήταν το γεγονός που εξασφάλισε την στερέωσή του στο θρόνο. Πλέον μπορούσε να στραφεί απερίσπαστος στην προώθηση των πολιτικών που ο ίδιος ήθελε. Ένα σημαντικό μέρος της βασιλείας του αναλώθηκε σε εκστρατείες στη Μικρά Ασία κατά των Αράβων, αλλά και στα Βαλκάνια κατά των Βουλγάρων. Παρά τις σημαντικές νίκες που πέτυχε και στα δύο μέτωπα, οι πρωτοβουλίες που ανέλαβε κατά των εικονολατρών ήταν αυτές που σημάδεψαν τη διακυβέρνησή του και αμαύρωσαν την υστεροφημία του. Ο Κωνσταντίνος Ε΄ είχε στο περιβάλλον του πλειάδα πιστών αξιωματούχων, όπως ο στρατηγός των Θρακησίων Μιχαήλ Λαχανοδράκοντας, οι οποίοι εκτελούσαν πιστά τις εντολές του. Μοναστήρια άλλαζαν χρήση για να μετατραπούν σε στρατώνες ή σταύλους, μοναχοί βασανίζονταν, εκτελούνταν ή εξαναγκάζονταν σε αποσχηματισμό. Ιερά λείψανα και εικόνες ρίπτονταν στη φωτιά. Η ιστορία και το μαρτύριο του αγίου Στεφάνου του Νέου είναι χαρακτηριστική των συνθηκών που επικρατούσαν στην Κωνσταντινούπολη κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Κωνσταντίνου Ε΄.

Για τα γεγονότα της βασιλείας του Λέοντα Γ΄ και την εξέλιξη της εικονομαχικής έριδας από το 730 ως και το θάνατό του το 741 δεν έχουμε επαρκή στοιχεία. Οι πηγές όμως είναι αρκετά γλαφυρές και αναλυτικές για όσα ακολούθησαν στα χρόνια του υιού και διαδόχου του, Κωνσταντίνου Ε΄.

O Κωνσταντίνος Ε΄ θεωρείται ως ο πλέον σκληρός και συνεπής εικονομάχος αυτοκράτορας.⁷ Ενστερνιζόταν πλήρως τις πολιτικές του πατέρα του, έχοντας γαλουχηθεί από νεαρή ηλικία στο εικονομαχικό δόγμα. Τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του κύλησαν με την εμφύλια σύγκρουση για το θρόνο στην οποία ενεπλάκη κατά του κουνιάδου του Αρτάβασδου.⁸ Ο Αρτάβασδος στασίασε το 741 κατά του Κωνσταντίνου και κατάφερε να θέσει υπό τον έλεγχό του την Βασιλεύουσα. Ο Κωνσταντίνος, όχι μόνον κατάφερε τελικά να σωθεί καταφεύγοντας στο θέμα Ανατολικών, αλλά σταδιακά συγκέντρωσε γύρω του τις πιστές σ’ εκείνον δυνάμεις και δημιούργησε μια σταθερή βάση στη Μικρά Ασία, νικώντας κατ’ επανάληψη τα στρατεύματα του Αρτάβασδου, ο οποίος τελικά περιορίστηκε στην Κωνσταντινούπολη και τα περίχωρά της. Ο στασιαστής εμφανιζόταν ως υπερασπιστής των εικόνων, παίρνοντας με το μέρος του σημαντικό τμήμα του πληθυσμού της πρωτεύουσας που ήταν δυσαρεστημένο τόσο με τον Λέοντα Γ΄ όσο και με τον Κωνσταντίνο Ε΄.

Όταν όμως οι δυνάμεις του Κωνσταντίνου έφτασαν προ της Κωνσταντινούπολης, θέτοντάς την υπό πολιορκία, ο Αρτάβασδος αντιλήφθηκε πόσο δύσκολη ήταν η θέση του και κατέφυγε με πλοίο στη Μικρά Ασία. Τελικά συνελήφθη από τα στρατεύματα του αυτοκράτορα και αφού τυφλώθηκε οδηγήθηκε στη Μονή της Χώρας.

Η νίκη του Κωνσταντίνου κατά του Αρτάβασδου και των υποστηρικτών του ήταν το γεγονός που εξασφάλισε την στερέωσή του στο θρόνο. Πλέον μπορούσε να στραφεί απερίσπαστος στην προώθηση των πολιτικών που ο ίδιος ήθελε. Ένα σημαντικό μέρος της βασιλείας του αναλώθηκε σε εκστρατείες στη Μικρά Ασία κατά των Αράβων, αλλά και στα Βαλκάνια κατά των Βουλγάρων. Παρά τις σημαντικές νίκες που πέτυχε και στα δύο μέτωπα, οι πρωτοβουλίες που ανέλαβε κατά των εικονολατρών ήταν αυτές που σημάδεψαν τη διακυβέρνησή του και αμαύρωσαν την υστεροφημία του. Ο Κωνσταντίνος Ε΄ είχε στο περιβάλλον του πλειάδα πιστών αξιωματούχων, όπως ο στρατηγός των Θρακησίων Μιχαήλ Λαχανοδράκοντας, οι οποίοι εκτελούσαν πιστά τις εντολές του. Μοναστήρια άλλαζαν χρήση για να μετατραπούν σε στρατώνες ή σταύλους, μοναχοί βασανίζονταν, εκτελούνταν ή εξαναγκάζονταν σε αποσχηματισμό. Ιερά λείψανα και εικόνες ρίπτονταν στη φωτιά. Η ιστορία και το μαρτύριο του αγίου Στεφάνου του Νέου είναι χαρακτηριστική των συνθηκών που επικρατούσαν στην Κωνσταντινούπολη κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Κωνσταντίνου Ε΄.

Διάκοσμος του ναού της Αγίας Ειρήνης, Κωνσταντινούπολη. Ο σταυρός ήταν χαρακτηριστικό γνώρισμα της εικονομαχικής περιόδου

Ως προς τα θέματα πίστεως, αντίθετα, επικράτησε απόλυτη ομοφωνία στην ορθόδοξη πλειοψηφία της συνόδου. Η σύνοδος καταδίκασε ως αίρεση την Εικονομαχία, αποφάσισε την καταστροφή των εικονοκλαστικών συγγραμμάτων και αναστήλωσε τις εικόνες επιτρέποντας την προσκύνησή τους, σύμφωνα με τη διδασκαλία του Ιωάννη Δαμασκηνού ότι η προσκύνηση δεν αποδίδεται στην εικόνα άλλα στο εικονιζόμενο ιερό πρόσωπο και δεν έχει σχέση με τη λατρεία, που αναφέρεται αποκλειστικά και μόνο στο Θεό. Σε πανηγυρική συνεδρία στις 23 Οκτωβρίου 787 στο ανάκτορο της Μαγναύρας επικυρώθηκαν οι αποφάσεις της συνόδου και υπογράφτηκαν από την Ειρήνη και τον γιο της Κωνσταντίνο Στ’. «Kαὶ εἰρήνευσεν ἡ τοῦ Θεοῦ ἐκκλησία, εἰ καὶ ὁ ἐχθρὸς τὰ ἑαυτοῦ ζιζάνια ἐν τοῖς ἰδίοις ἐργάταις σπείρειν οὐ παύεται· ἀλλ’ ἡ τοῦ Θεοῦ ἐκκλησία πάντοτε πολεμουμένη νικᾷ».⁹

Η ανατροπή της Ειρήνης το 802 και η άνοδος στο θρόνο του λογοθέτη του γενικού Νικηφόρου δεν επέφερε κάποια αξιοσημείωτη αλλαγή σε σχέση με την κατάσταση που είχε διαμορφωθεί ως προς το ζήτημα της προσκύνησης και λατρείας των εικόνων. Ο νέος αυτοκράτορας ήταν περισσότερο απασχολημένος με τα οικονομικά προβλήματα και την αντιμετώπιση των εξωτερικών εχθρών που απειλούσαν το κράτος, παρά με ζητήματα εκκλησιαστικής φύσεως. Ο θάνατος του Νικηφόρου το 811 κατά τη διάρκεια της καταστροφικής εκστρατείας κατά των Βουλγάρων, αλλά και ο θάνατος του γιου και διαδόχου του Σταυρακίου, που υπέκυψε στα τραύματα που είχε υποστεί κατά την ίδια εκστρατεία μερικούς μήνες αργότερα, έφεραν στο θρόνο τον Μιχαήλ Α΄, ο οποίος ήταν ένθερμος εικονόφιλος – άλλωστε χάρη στην υποστήριξη της συγκεκριμένης μερίδας μπόρεσε να εξασφαλίσει ως ένα βαθμό και την εξουσία. Ο Μιχαήλ Α΄ για να κερδίσει την εύνοια της Εκκλησίας αντέστρεψε την φορολογική πολιτική του πεθερού του, Νικηφόρου Α΄, ενώ ενεπλάκη και στην διαμάχη ανάμεσα στον πατριάρχη Νικηφόρο και τον Θεόδωρο Στουδίτη προσπαθώντας να λειτουργήσει κατευναστικά. Στα υπόλοιπα ζητήματα του κράτους όμως, και κυρίως στην αντιμετώπιση των εξωτερικών απειλών, ο Μιχαήλ ήταν λιγότερο επιτυχημένος. Η ήττα από τους Βούλγαρους στη μάχη της Βερσινικίας τον Ιούνιο του 813 και η επακόλουθη αδυναμία διαχείρισης της κατάστασης οδήγησαν στην παραίτησή του. Η άνοδος στο θρόνο του Λέοντα, που μέχρι τότε ήταν στρατηγός του θέματος των Ανατολικών, τερμάτισε την επιφανειακή ηρεμία που επικρατούσε ως προς το ζήτημα της λατρείας των εικόνων και οδήγησε στην αναθέρμανση της εικονομαχικής έριδος.

Β’ Περίοδος της Εικονομαχίας (c.815-842)

Για τον Λέοντα Ε΄ οι ήττες στα πεδία των μαχών που υπέστη η αυτοκρατορία κατά τα προηγούμενα χρόνια, δηλαδή από την περίοδο της Ειρήνης ως και την παραίτηση του Μιχαήλ Α΄ Ραγκαβέ οφείλονταν και στην εικονόφιλη στάση των προκατόχων του. Δεν βιάστηκε όμως να λάβει κάποιο μέτρο, σχετικά με την λατρεία των εικόνων, καθώς προείχε η απόκρουση της βουλγαρικής απειλής. Ο αιφνίδιος θάνατος του ηγεμόνα των Βουλγάρων Κρούμου και η ανακατάληψη των εδαφών που είχαν χαθεί κατά το διάστημα 811-813 έδωσε στον Λέοντα την απαραίτητη σταθερότητα, τουλάχιστον στα ευρωπαϊκά εδάφη της αυτοκρατορίας.

Εξασφαλίζοντας λοιπόν την αυτοκρατορία από τον εξωτερικό κίνδυνο, ο Λέων Ε’ άρχισε να εφαρμόζει το μεταρρυθμιστικό και εικονομαχικό πρόγραμμα των Ισαύρων, γνωρίζοντας ότι πολλοί πίστευαν ότι η εικονομαχία ήταν συνδεδεμένη με την επιτυχία του στρατού και την βελτίωση της εσωτερικής κατάστασης και ανασυγκρότησης του κράτους. Αποφάσισε λοιπόν να επαναφέρει το ζήτημα της εικονομαχίας προκαλώντας την αντίδραση του Πατριάρχη Νικηφόρου, ο οποίος επέμενε ότι η εικονομαχία είχε καταδικαστεί με την Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο. Η διαμάχη, οξυνόμενη από την δράση του εικονόφιλου μοναχού Θεόδωρου Στουδίτη προκάλεσε ατμόσφαιρα μίσους και αδιαλλαξίας που οδήγησε στην απομάκρυνση του Νικηφόρου και την τοποθέτηση το 815, του Θεόδοτου στον πατριαρχικό Θρόνο. Ο νέος Πατριάρχης κάλεσε αμέσως Εκκλησιαστική Σύνοδο στην Αγία Σοφία η οποία επανέφερε πάλι τις εικονομαχικές αποφάσεις της Συνόδου του 754 και καταδίκασε την εικονολατρεία. Οι εικόνες έπρεπε και πάλι να απομακρυνθούν από τις εκκλησίες. Η αναζωπύρωση της εικονομαχίας οδήγησε σε διωγμούς και φυλακίσεις των εικονόφιλων. Ο Θεόδωρος Στουδίτης, εμβληματική μορφή της εικονόφιλης παράταξης εξορίστηκε και οι επίσκοποι που διαφωνούσαν αφορίστηκαν.

Από το 815 ως το 820 ο Λέων ακολούθησε μια συνεπή εικονομαχική πολιτική, αν και η ένταση δεν ήταν αντίστοιχη της εποχής του Κωνσταντίνου, με τις διώξεις να περιορίζονται κυρίως στην Κωνσταντινούπολη, όπου άλλωστε και η επιβολή του νόμου του αυτοκράτορα και ο έλεγχος της εφαρμογής των μέτρων κατά των εικόνων ήταν πιο εύκολος.¹º

Τα χαράματα των Χριστουγέννων του 820 ο Λέοντας δολοφονήθηκε από τους οπαδούς και φίλους του πάλαι ποτέ συμπολεμιστή του Μιχαήλ Τραυλού, που ήταν έγκλειστος στις φυλακές του Ιερού Παλατίου περιμένοντας την εκτέλεσή του. Ο θάνατος του Λέοντα αποτέλεσε για τους αφορμή για να θεωρήσουν πως επίκειτο αναίρεση της εικονομαχικής πολιτικής του. Όμως σύντομα διαψεύστηκαν. Ο νέος αυτοκράτορας δεν ήταν ιδιαίτερα πρόθυμος να διαταράξει την καθεστηκυία τάξη. Παρότι επανέφερε από την εξορία τόσο τον πρώην πατριάρχη Νικηφόρο, όσο και τον Θεόδωρο Στουδίτη, διακήρυξε πως δεν τον ενδιέφερε να έχει άλλη συμμετοχή στη διαμάχη περί των εικόνων.

“ἀλλ’ οὔτε καινουργήσων […]τῶν περί πίστεώς τι δογμάτων ἐξελήλυθα, οὔτε μήν τῶν ἤδη παραδοθέντων καί ἀνομολογηθέντων καταδρομήν τινα ἐργάσασθαι κα καθαίρεσιν. ἕκαστος οὖν τό δοκοῦν αὐτῷ ποιείτω κί ἐφετόν, ἀμαθής πόνων καί ἄγευστος λύπης διατελῶν.”

Αυτό σήμαινε βέβαια ότι θα εξακολουθούσε να ισχύει το εκκλησιαστικό καθεστώς του Λέοντα Ε΄. Οι εικονομάχοι θεώρησαν ότι πέτυχαν μισή νίκη, οι εικονόφιλοι ότι υπέστησαν ήττα και θέλησαν ν’ αντιδράσουν. Ο Μιχαήλ όμως κατέπνιξε κάθε αντίδραση.

Η εκκλησιαστική του πολιτική ήταν μάλλον επαμφοτερίζουσα και ασαφής. Καταδίωξε τους μαχητικούς εικονόφιλους, έλεγε ότι δεν είναι εικονομάχος, απλώς ήθελε να περιορίσει τις «υπερβολές» κατά την άποψή του, διακήρυξε πως δεν αναγνωρίζει καμιά σύνοδο μετά την ΣΤ΄ Οικουμενική, είτε υπέρ είτε κατά των εικόνων και τέλος αναγνώρισε όλες τις συνόδους με τον όρο να μη διαταράσσεται η ειρήνη του κράτους. Συνέπεια όλων αυτών ήταν πλήρης ασάφεια και εκκρεμότητα στο θέμα των εικόνων. Ο ίδιος ήταν θρησκευτικά αδιάφορος και, κατά τα λεγόμενα των χρονογράφων, «άπιστος».

Η εννεαετής βασιλεία του έληξε το 829 με το θάνατό του και την άνοδο στο θρόνο του γιου του Θεόφιλου, ο οποίος ήταν ήδη συναυτοκράτορας και επρόκειτο να τηρήσει μια σκληρή εικονομαχική πολιτική.

Ο Θεόφιλος δεν αδιαφορούσε για τα θρησκευτικά ζητήματα όπως ο πατέρας του και δεν ακολούθησε την επαμφοτερίζουσα και ασαφή πολιτική του. Ήταν πιστός Χριστιανός και θερμός εικονομάχος. Το 832 απαγόρευσε την λατρεία των εικόνων, δηλαδή την προσκύνησή και τον ασπασμό τους. Το 833 αναγόρευσε πατριάρχη τον δάσκαλό του Ιωάννη Γραμματικό, λόγιο και υπέρμαχο της θρησκευτικής μεταρρύθμισης, ο οποίος έπεισε τον αυτοκράτορα ότι έπρεπε να δοθεί οριστική λύση στο πρόβλημα.¹¹

Έτσι, η σύνοδος που συγκροτήθηκε στην εκκλησία των Βλαχερνών αναθεμάτισε τους εικονόφιλους, επικύρωσε τα θεσπίσματα της εικονομαχικής συνόδου της Ιέρειας (της κατά τους εικονομάχους Ζ΄ οικουμενικής) και αποκήρυξε την Ζ΄ οικουμενική σύνοδο της Νίκαιας. Με βασιλικό διάταγμα απαγορεύθηκαν οι εικόνες και διατάχθηκε η αφαίρεσή τους από όλες τις εκκλησίες. Οι μοναχοί όσων μοναστηριών βρίσκονταν μέσα σε πόλεις ή σε χωριά διατάχθηκαν να τα εγκαταλείψουν, ενώ στους μοναχούς των μοναστηριών της υπαίθρου απαγορεύτηκε η είσοδος σε κατοικημένα μέρη.

Οι χρονογράφοι αναφέρουν ορισμένα μαρτύρια των ανυπότακτων μοναχών επί Θεόφιλου, του βάρβαρου, του νέου Βαλτάσαρ, του παραβάτη, του βέβηλου –αλλά ήταν όλοι εικονόφιλοι και οι διηγήσεις ενδεχομένως τους να μην μπορούν θεωρηθούν απόλυτα δίκαιες, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπήρξαν και κάποιοι που υπέφεραν. Άλλωστε ο Θεόφιλος είχε μαζί του στο παλάτι τον εικονόφιλο μοναχό Μεθόδιο -που έγινε μετά πατριάρχης και πρωτοστάτησε στην αναστήλωση των εικόνων- ο οποίος, κατά τους χρονογράφους, είχε υποβληθεί προηγουμένως σε φρικτά βασανιστήρια.

Όταν το 842 ο Θεόφιλος πέθανε τη διοίκηση του κράτους ανέλαβε επιτροπή που αποτελείτο από τη σύζυγό του Θεοδώρα, τον αδελφό της καίσαρα Βάρδα και άλλους, για το διάστημα της ανηλικότητας του διαδόχου Μιχαήλ Γ΄. Η δραστήρια Θεοδώρα, η οποία ήταν εικονόφιλη εργάστηκε για την αναίρεση της θρησκευτικής πολιτικής του Θεοφίλου. Απομάκρυνε τον φανατικό εικονομάχο πατριάρχη Ιωάννη Γραμματικό και συγκάλεσε Σύνοδο που αποφάσισε την επαναφορά της προσκύνησης των εικόνων. Ήταν ουσιαστικά το τέλος της Εικονομαχίας, της έριδας που ταλάνισε για έναν και πλέον αιώνα το Βυζάντιο.

Η αναστήλωση των εικόνων.

Συμπεράσματα – Επίλογος

Η Εικονομαχία δεν ήταν ένα αμιγώς θρησκευτικό ζήτημα. Μπορεί να ήταν ίσως η πιο προβεβλημένη πτυχή του η συγκεκριμένη, διότι η προσεκτική μελέτη της περιόδου αποκαλύπτει και τις υπόλοιπες παραμέτρους, όπως την ιδεολογία πίσω από τις πολιτικές, την διάσταση ανάμεσα στην κοινωνία της Κωνσταντινούπολης και τις επαρχίες της αυτοκρατορίας, ενώ μπορεί να μελετηθεί και μέσα από το πρίσμα της αραβο-βυζαντινής αντιπαράθεσης. Δεν είχε πάντοτε την ίδια ένταση, καθώς οι διώξεις και τα υπόλοιπα μέτρα κατά των εικονολατρών εξαρτιόνταν από τη διάθεση του εκάστοτε εικονομάχου αυτοκράτορα. Πρόκειται ασφαλώς για ένα πολυδιάστατο θέμα, που εξακολουθεί να απασχολεί την έρευνα, καθώς η μελέτη των πηγών (φιλολογικών, θεολογικών, αρχαιολογικών) επιτρέπει την εξαγωγή νέων συμπερασμάτων.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

¹Βλ. βιβλιογραφία παρακάτω.

²Για την ταραχώδη περίοδο πριν την ανάρρηση του Λέοντα στο θρόνο βλ. G. Sumner, Philippicus, Anastasius II and Theodosius III, Greek, Roman and Byzantine Studies (GRBS) 17 (1976) σ. 287-294 και W. Treadgold, Seven Byzantine revolutions and the chronology of Theophanes, GRBS 31 (1990) σ. 203-227, παράλληλα με τις γενικές Ιστορίες του Βυζαντίου, ενδεικτικά αναφέρω: Ι. Καραγιαννόπουλος, Ιστορία Βυζαντινού Κράτους, τ. Β: Ιστορία Μέσης Βυζαντινής Περιόδου (565-1081), Ε΄ ανατύπωση, Θεσσαλονίκη 1993 σ.116-118. Εξόχως χρήσιμα και τα αντίστοιχα λήμματα της Προσωπογραφίας της Μέσης Βυζαντινής Περιόδου (Prosopographie der mittelbyzantinischen Zeit) – online στο https://www.degruyter.com/view/PMBZ : λήμματα #7793 (Θεοδόσιος Γ΄), #4242 (Λέων Γ΄), με εξαιρετική αποδελτίωση πρωτογενών πηγών και σύγχρονης βιβλιογραφίας.

³Θεοφάνους, Χρονογραφία 404.18-405.2

⁴Θεοφάνους, Χρονογραφία 405.6-11.

⁵Το ζήτημα της απαγόρευσης των εικόνων στον μουσουλμανικό κόσμο επί Γιαζίντ Β΄ έχει προσφάτως αναλυθεί στην εκτενή μελέτη του Christian Sahner με τίτλο «The First Iconoclasm in Islam: A New History of the Edict of Yazīd II (AH 104/AD 723)”, η οποία δημοσιεύθηκε στο περιοδικό “Der Islam” τ.94.1 (2017) σελ. 5-56. Βλ. επίσης: A.A. Vasiliev, “The Iconoclastic Edict of the Caliph Yazid II, A. D. 721”, DOP 9/10 (1956) σελ.23-47.- L.W. Barnard, The Graeco-Roman an Oriental Background of the Iconoclastic Controversy, Leiden 1974 και ιδιαίτερα σελ. 10-33.

⁶Για το στασιαστικό κίνημα του θέματος Ελλαδικών βλ. Θ. Κορρές, Το Κίνημα των Ελλαδικών, Βυζαντιακά τ.1 (1981) σελ.37-49.

⁷Για τη βασιλεία του Κωνσταντίνου Ε΄ με έμφαση στην εικονομαχική πολιτική του βλ. Ilse Rochow: Kaiser Konstantin V. (741–775). Materialien zu seinem Leben und Nachleben (= Berliner byzantinistische Studien. Bd. 1). Mit einem prosopographischen Anhang von Claudia Ludwig, Ilse Rochow und Ralph-Johannes Lilie Frankfurt am Main u. a. 1994, και Paul Speck, Ich bin’s nicht, Kaiser Konstantin ist es gewesen : die Legenden vom Einfluss des Teufels, des Juden und des Moslem auf den Ikonoklasmus, [Ποικίλα Βυζαντινά 10] Bonn 1990.

⁸Για τον Αρτάβασδο βλ. Paul Speck, Artabasdos. Der rechtgläubige Vorkämpfer der göttlichen Lehren. Untersuchungen zur Revolte des Artabasdos und ihrer Darstellung in der byzantinischen Historiographie (= Poikila byzantina. Bd. 2). Bonn 1981.

⁹Για την βασιλεία της Ειρήνης βλ. Dominique Βarbe. Irène de Byzance: La femme empereur, Paris, 1990.- . Judith Herrin, Women in Purple: Rulers of Medieval Byzantium, London 2001.- Lynda Garland, Byzantine Empresses: Women and Power in Byzantium, AD 527–1204, New York/London 1999.

¹ºΓια μια επισκόπηση της βασιλείας του Λέοντα Ε΄ βλ. Θ.Κ. Κορρές, Λέων Ε ο Αρμένιος Και Η Εποχή Του: Μια κρίσιμη δεκαετία για το Βυζάντιο (811-820), Θεσσαλονίκη 1990.

¹¹Για τη βασιλεία του Θεοφίλου (829-842) βλ. τις παρακάτω μονογραφίες που καλύπτουν σημαντικές πτυχές και της εσωτερικής του πολιτικής: John Rosser, Theophilus «The Unlucky» (829 to 842) A study of the tragic and brilliant reign of Byzantium’s last iconoclastic emperor, New Brunwick (N.J.) 1972 και Juan Signes Codoñer, The Emperor Theophilos and the East, 829-842 : court and frontier in Byzantium during the last phase of iconoclasm, London/New York 2016 (όπου ενσωματώνεται και η πλέον σύγχρονη βιβλιογραφία πάνω στην υπό εξέταση περίοδο).

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Auzepy, M-F.: L’Hagiographie et l’Iconoclasme Byzantin : le cas de la Vie d’Etienne le jeune, Oxford 2016.

Brubaker, L.: Inventing Byzantine Iconoclasm, London 2012

Brubaker, L. – Haldon, J.: Byzantium in the Iconoclast Era c.680-850: the sources: an annotated survey, Aldershot 2001.

Brubaker, L. – Haldon, J.: Byzantium in the Iconoclast Era c. 680-850: a history, Cambridge 2011.

Gerö, St.: Byzantine Iconoclasm during the Reign of Leo III, Corpus Scriptorum Christianorum Orientalium vol. 346 / Subsidia vol. 41, Louvain 1973.

Gerö, St.: Byzantine Iconoclasm during the Reign of Constantine V, Corpus Scriptorum Christianorum Orientalium vol. 384 / Subsidia vol. 52, Louvain 1977.

Gwynn, D.: From Iconoclasm to Arianism: The Construction of Christian Tradition in the Iconoclast Controversy, Greek, Roman and Byzantine Studies 47 (2007) pp. 226-251.

Humphries, M.T.G. (ed.): Law, Power, and Imperial Ideology in the Iconoclast Era, c.680-850, Oxford 2014.

Κορρές, Θ.: Ο Λέοντας Ε΄ ο Αρμένιος και η εποχή του. Μια κρίσιμη πενταετία για το Βυζάντιο (815-820), Θεσσαλονίκη 1990.

Wortley, J.: Iconoclasm and Leipsanoclasm: Leo III, Constantine V and the relics, BF 8 (1982) 253-279.

(αρχιμ.) Τσορμπατζόγλου Π.: Εικονομαχία και κοινωνία στα χρόνια του Λέοντος Γ ́ Ίσαυρου, Συμβολή στην διερεύνηση των αιτίων, Κατερίνη 2002.

, , , , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.