Η εκτόπιση των Ελλήνων προσφύγων στην Μακρόνησο το 1922: ένα άγνωστο γεγονός της νεότερης ελληνικής ιστορίας

Μακρόνησος, στη σημερινή εποχή, έχει μείνει χαραγμένη στη συλλογική μνήμη ως ένας τόπος εξορίας και βασανισμού πολλών ανθρώπων εξαιτίας των πολιτικών τους φρονημάτων.

Η αξιοποίηση, εντούτοις, του νησιού ως ενός τόπου εκτοπισμού και εξόντωσης των αριστερών πολιτών δεν υπήρξε πάντοτε το ζητούμενο για τις ελληνικές κυβερνήσεις, γεγονός που δύναται να τεκμηριωθεί μέσα από μία απλή ματιά στην ελληνική ιστορία των πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνα. Είναι γεγονός, πως η κυριαρχία των κεμαλικών δυνάμεων στον Πόντο μετά την υποχώρηση του ρωσικού στρατού και οι ήττες του ελληνικού στρατού στο μικρασιατικό μέτωπο το καλοκαίρι του 1922, είχαν ως αποτέλεσμα οι Έλληνες να εγκαταλείψουν τις πατρογονικές τους εστίες και να γίνουν πρόσφυγες με κύριο προορισμό την Ελλάδα.

Οι εν λόγω πρόσφυγες, κατέφθαναν στοιβαγμένοι σε πλοία όπου επικρατούσαν άθλιες συνθήκες υγιεινής, με συνέπεια αρκετοί από αυτούς να υποφέρουν από σοβαρές ασθένειες όπως είναι για παράδειγμα ο τύφος. Η έλευση και η ανάμειξή τους με τον προϋπάρχοντα ελληνικό πληθυσμό, έναν πληθυσμό που ούτως ή άλλως σε μεγάλο ποσοστό διάκειτο αρνητικά απέναντί τους, προκάλεσε την έντονη αντίδραση του τελευταίου. 

Αρκετοί από τους Έλληνες της κυρίως Ελλάδας, αντικρίζοντας τους Πόντιους και τους Μικρασιάτες ομοεθνείς τους, έσπευσαν αμέσως να ασκήσουν πιέσεις στην κυβέρνηση για την “αντιμετώπιση των μολυσμένων προσφύγων”. Η κυβέρνηση με την σειρά της, επιδιώκοντας να ικανοποιήσει την λαϊκή απαίτηση, αποφάσισε στις 10 Ιουνίου 1922, να αντιμετωπίσει το “ζήτημα των πασχόντων προσφύγων” στέλνοντας τους πρόσφυγες – κυρίως του Πόντου – στην Μακρόνησο, ένα άγονο νησί των Κυκλάδων, που στο παρελθόν είχε φιλοξενήσει τους Τούρκους αιχμαλώτους των βαλκανικών πολέμων. Πρόκειται για μια κίνηση που φαινομενικά είχε ως στόχο την περίθαλψη των προσφύγων και την προετοιμασία τους για την βέλτιστη ενσωμάτωση τους στο κοινωνικό σύνολο. Σύντομα όμως αποδείχθηκε πως η πραγματικότητα απείχε αρκετά από αυτές τις επιδιώξεις. 

Ήδη από τον πρώτο καιρό, στην Μακρόνησο κατέφθασαν 8.600 – κατά βάση Πόντιοι – πρόσφυγες, προκειμένου να στεγαστούν σε σκηνές που ήταν τοποθετημένες σε ζώνες, ανάλογα με τον τόπο προέλευσης και την ασθένεια του κάθε πρόσφυγα. Για την καλύτερη περίθαλψη των καταπονημένων προσφύγων, συστάθηκε θεραπευτήριο και τοποθετήθηκαν απολυμαντικοί κλίβανοι, ενώ σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε και ο αμερικανικός παράγοντας, καθώς η φιλανθρωπική οργάνωση των «Νοσοκομείων των Αμερικανίδων Κυριών» (American Women’s Hospital) με πρωτεργάτρια την  Αμερικανίδα σουφραζέτα Έστερ Λαβ Τζόι ίδρυσε Λοιμοκαθαρτήριο και σε μεγάλο βαθμό ανέλαβε να φέρει εις πέρας το δύσκολο έργο της φροντίδας και του επισιτισμού των προσφύγων.

Οι συνθήκες διαβίωσης στην Μακρόνησο ήταν δυσβάσταχτες. Οι πρόσφυγες, ο αριθμός των οποίων αυξήθηκε κατακόρυφα μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, καλούνταν να μείνουν από 14-40 μέρες (σε αρκετές περιπτώσεις η παραμονή ξεπέρασε αυτό το διάστημα) σε καραντίνα στο νησί έχοντας προηγουμένως εξαναγκαστεί να κάψουν τα ρούχα τους και να κόψουν τα μαλλιά τους. Η σίτισή τους αναλογούσε σε 1000 θερμίδες ημερησίως, με το φαγητό να μην είναι καλής ποιότητας και το νερό συχνά να μην είναι πόσιμο, πράγμα που είχε ως απόρροια την εμφάνιση φαινομένων εκμετάλλευσής τους από τον γηγενή πληθυσμό. Ενδεικτικό παράδειγμα ως προς αυτό αποτελεί η μαρτυρία του Πόντιου πρόσφυγα Ιγνάτιου Ορφανίδη στην “Μηχανή του Χρόνου”, ο οποίος εξομολογείται: “Νερό δεν υπήρχε στάλα στο νησί. Μια μαούνα μας έφερνε απ’ το Λαύριο νερό και εκείνο γλυφό και λιγοστό. Μας τάιζαν βρώμικα μακαρόνια, ελιές σκουλικιασμένες, χαλασμένες ρέγγες και έπεσε τύφος. Και νερό πουθενά. Κάποτε έκανε τρεις μέρες η μαούνα να φέρει νερό. Λιποθυμούσε ο κόσμος από την δίψα. Κάπου κάπου έρχονταν έμποροι με ιστιοφόρα και πουλούσαν λαθραία σε μας ψωμί. Σπείρα σωστή ήταν. Ένα ψωμί το πουλούσαν μια λίρα χρυσή, ένα δαχτυλίδι χρυσό, ένα ρολόι. Η διοίκηση της καραντίνας τα έβλεπε αυτά αλλά δεν μιλούσε, ούτε συνελάμβανε τους εγκληματίες εργολάβους τροφοδότες. Εκείνοι πλούτιζαν εις βάρος χιλιάδων ανθρώπων. Πάτησαν πάνω στα πτώματά τους”.

Τα παραπάνω γεγονότα σε συνδυασμό με τις κακές συνθήκες υγιεινής και την αυξανόμενη προσφυγική ροή στο νησί, οδήγησαν πολλούς πρόσφυγες στην οργάνωση εξεγέρσεων και αποδράσεων προς το Λαύριο, που βρισκόταν σε απόσταση αναπνοής. Ένας πολύ μεγάλος αριθμός προσφύγων απεβίωσε από τις πρώτες μέρες στην Μακρόνησο, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από τον τύπο της εποχής. Χαρακτηριστικό είναι το έντυπο της εφημερίδας “Εθνος” στις 21 Ιουλίου 1922, στο οποίο αναφέρεται πως “Επί των 8.600 προσφύγων ήδη έχουσιν αποθάνη περί τους χιλίους διακοσίους εντός πεντήκοντα μόνον ημερών”. Όσοι από τους πρόσφυγες ολοκλήρωναν με επιτυχία την καραντίνα τους, λάμβαναν σφραγίδα εξόδου, ένα είδος πιστοποίησης όσον αφορά την υγεία τους, και στη συνέχεια μεταφέρονταν στην υπόλοιπη Ελλάδα. 

Η αποστολή προσφύγων προς την Μακρόνησο συνεχίστηκε έως το 1923. Στη συνέχεια, οι πρόσφυγες άρχισαν να μεταφέρονται προς το λοιμοκαθαρτήριο του Πειραιά και το κυκλαδίτικο νησί φάνηκε να ερημώνεται. Η κατάσταση αυτή βέβαια δεν διήρκησε για πολύ και τούτο διότι στις επόμενες δεκαετίες η Μακρόνησος ξαναμπήκε στο στόχαστρο των ελληνικών κυβερνήσεων, αυτήν την φορά με πρόσχημα την καταστολή και συμμόρφωση του “εσωτερικού εχθρού”, δηλαδή των κομμουνιστών. Τον Φεβρουάριο του 2020, ο Σύλλογος Ποντίων “Αργοναύται – Κομνηνοί”, προχώρησε σε μία σπουδαία κίνηση τοποθετώντας ένα γλυπτό στο ακρωτήρι Αγκάλιστρος, στα νοτιοδυτικά του νησιού. Πρόκειται για έναν ελάχιστο φόρο τιμής προς τους Πόντιους που άφησαν την τελευταία τους πνοή στο Λοιμοκαθαρτήριο της Μακρονήσου και που επί σειρά ετών είχαν λησμονηθεί από τους υπόλοιπους συμπατριώτες τους.

e-enimerosi.com

, , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.