«Η Ελλάδα του Χαρίλαου Τρικούπη» του Gaston Deschamps

Προδημοσίευση από το βιβλίο του Γκαστόν Ντεσάν Η Ελλάδα του Χαρίλαου Τρικούπη (μτφρ. Αριστέα Κομνηνέλλη), που θα κυκλοφορήσει στις 14 Απριλίου από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο.

Η άφιξη στην Αθήνα. – Ο σταθμός Πελοποννήσου και το λιμάνι
του Πειραιά. – Η Ακρόπολη την άνοιξη. – Η νέα Αθήνα. Αθηναϊκές
διασκεδάσεις. – Η αγορά.

Το βασίλειο της Ελλάδας αποτελείται από μία μικρή πόλη και από έναν μεγάλο αριθμό χωριών. Αλλά η μικρή αυτή πόλη διαθέτει έναν θησαυρό για τον οποίο πολλοί θα έδιναν όλα τα οικοδομήματα των πρωτευουσών της Δύσης: την Ακρόπολη. Και τα χωριά αυτά κατοικούνται από μια φυλή επινοητική και υπομονετική, που άντεξε, χάρη στην επιμονή της, τις πιο μεγάλες φουρτούνες, μια φυλή που βγήκε από ένα ναυάγιο κάμποσων αιώνων με ακόμα περισσότερη ζωντάνια, που ακόμη πονάει για τα σκληρά χρόνια της σκλαβιάς και της δυστυχίας, αλλά διαθέτει τις δύο ικανότητες με τις οποίες τα κακότυχα έθνη καταφέρνουν να νικήσουν την κακή την τύχη: το χάρισμα να διατηρούν τη μνήμη τους ό,τι κι αν γίνει, και την ικανότητα να ελπίζουν όπως και να ’χει.

«Η Ελλάδα του Χαρίλαου Τρικούπη» του Gaston Deschamps


Δεν πρέπει να κρίνουμε αυτόν τον λαό μόνο επιφανειακά. Υπάρχει ο κίνδυνος να διατυπώσουμε από εκείνες τις μεροληπτικές και οργισμένες εκτιμήσεις, συνήθειο των βιαστικών ταξιδιωτών που βλέπουν την Αττική κατά το διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ της άφιξης και της αναχώρησης του πλοίου. Κάθε φορά που το Ανατολικό Ζήτημα περιπλέκεται, που ο ελληνικός στρατός κάνει πως κατευθύνεται προς τα σύνορα της Μακεδονίας, που οι χριστιανοί της Κρήτης προσπαθούν να προκαλέσουν τη συμπόνια των Μεγάλων Δυνάμεων για τη μοίρα τους, βρίσκεται συστηματικά κάποιος τουρίστας για να απευθύνει στις εφημερίδες της Δύσης μια πολιτική πραγματεία με γενικές θεωρήσεις και βαρύγδουπες διατυπώσεις, αλλά εκφράζει, πρωτίστως, με κάποιο μίσος για έναν κακότροπο τελώνη, μεγάλη κακεντρέχεια για έναν πανούργο ξενοδόχο, μια οργή που δεν μπορεί να κρυφτεί για τους πονηρούς αμαξάδες στους οποίους αναγκάζεται κανείς να προστρέξει αν θέλει να πάρει το μεσημεριανό του στο ιερό άλσος του Κολωνού ή το βραδινό του στα μάρμαρα της Ελευσίνας. Θα πρέπει όμως να συγχωρήσουμε αυτού του είδους τη σαρκαστική φιλολογία για όλες τις ανοησίες που γέννησε· και ο λόγος είναι ότι σε αυτήν χρωστάμε ένα αριστούργημα: τη Σύγχρονη Ελλάδα του Εντμόν Αμπού.


Από όλους τους φλύαρους και συμπαθείς λαούς, ο ελληνικός είναι εκείνος που δυσκολότερα  καλύπτεται στον ξένο που περνάει από τον τόπο του. Μπορεί να μένεις στην Αθήνα, να τρέχεις από σαλόνι σε σαλόνι, να κουβεντιάζεις με πλούσιους τραπεζίτες που νιώθουν περήφανοι που μιλούν καλά τη γλώσσα μας και αντιγράφουν το καλό μας γούστο, αλλά να μην καταλαβαίνεις τίποτα από τα ελληνικά πράγματα. Αυτό συμβαίνει με πολλούς διπλωμάτες, που η αναζήτησή τους δεν προχωράει πέρα από τα σπίτια όπου γίνονται χοροί, ενώ, πάλι, ορισμένοι Γάλλοι έχουν τη συνήθεια να βλέπουν την παραμονή τους εκεί σαν εξορία και κοπιάζουν για να φτιάξουν, στους πρόποδες της Ακρόπολης, μια μικρή Μονμάρτη.


Ο Σατωβριάνδος στο θαυμάσιο Οδοιπορικό από το Παρίσι στην Ιερουσαλήμ ισχυρίζεται ότι ο πιο όμορφος δρόμος από τον οποίο μπορούμε να φτάσουμε στην Αθήνα είναι εκείνος που πήρε ο ίδιος, και πως την πόλη του Κέκροπα πρέπει πρώτα να τη δεις από τα υψώματα του Δαφνίου, στον δρόμο προς την Ελευσίνα. Οι ταξιδιώτες δεν ακολουθούν πια σχεδόν ποτέ εκείνη τη διαδρομή που είχε κάνει ο διάσημος συγγραφέας λόγω της τρέλας του και του καπρίτσιου του. Σήμερα, εκείνοι που φοβούνται τη ναυτία που προκαλεί η θάλασσα, βγάζουν το εισιτήριό τους στο Παρίσι, στον σταθμό της Λιόν, διασχίζουν γρήγορα την Ιταλία χάρη στην ατμάμαξα, επιβιβάζονται στο Μπρίντιζι σε ένα πλοίο της εταιρείαςΛόιντ, πιάνουν Κέρκυρα, μεταφέρονται με τα μπαούλα τους σε ένα ελληνικό πλοίο, που, με τίμημα τις έντονες μυρωδιές της άλμης και του λαδιού, τους εξασφαλίζει ένα σύντομο ταξίδι, ενώ παράλληλα βλέπουν τα καινούρια σπίτια της Πάτρας, θαυμάζουν τον κόλπο της Ναυπάκτου, σταματούν στην Κόρινθο, όπου αναπόφευκτα θα τους καταρρακώσει το τελωνείο και θα τους παρηγορήσει ο μπουφές, τρέχουν με τον σιδηρόδρομο σε μια λωρίδα γης, ανάμεσα στη θάλασσα και τις απόκρημνες πλαγιές, χαιρετούν, μέσα από το βαγόνι τους, τα ξακουστά Μέγαρα και την Ελευσίνα, ενώ ο οδηγός της αμαξοστοιχίας φωνάζει τα ονόματά τους με όλη του τη δύναμη, βλέπουν τα βουνά που όσο πάνε είναι όλο και πιο γυμνά, τις πεδιάδες που γίνονται όλο και πιο άγονες, ακούν, τέλος, σαν σε χρυσό όνειρο αυτή την κραυγή του θριάμβου: Αθήναι! Αθήναι! Και κατεβαίνουν μέσα σε ένα ανακάτεμα από ανθρώπους που φιλιούνται, αποσκευές που γκρεμίζονται, υπαλλήλους που μαλώνουν, πάνω στην αποβάθρα του σταθμού Πελοποννήσου, ένα άσχημο κατασκεύασμα μέσα σε μια χέρσα πεδιάδα.

Όταν ο ταξιδιώτης ορμάει έξω από τον σταθμό, όλο χαρά και συγκίνηση που πατάει επιτέλους το ευλογημένο χώμα, ξαφνιάζεται στην αρχή που βρίσκεται σε μια έρημο. Δεν βλέπει γύρω του παρά μόνο μίζερες ξύλινες παράγκες, όπου κακοντυμένοι άνθρωποι πίνουν και φλυαρούν. Εδώ είναι λοιπόν η Αθήνα που τόσο ονειρεύτηκαν; Μπορεί να είναι η πόλη του Περικλή αυτός ο σταθμός, ο χαμένος σε μια πλατιά πεδιάδα σαν καταυλισμός των Γιάνκηδων ανάμεσα στις φυλές των Παονί; Πρέπει, πράγματι, να το πάρεις απόφαση ότι θα διανύσεις μεγάλη απόσταση μέχρι να βρεθείς στους δρόμους της πόλης και να δεις πολιτισμένα όντα. Όταν οι Αθηναίοι έδωσαν την άδεια στους Βέλγους και στους Άγγλους να κατασκευάσουν τις δύο γραμμές που πηγαίνουν από την Αθήνα στον Πειραιά και από την Αθήνα στις κωμοπόλεις της Πελοποννήσου, απαίτησαν οι δύο σταθμοί να χτιστούν όσο γίνεται πιο μακριά από την πόλη· και καθώς οι κατασκευαστές αντέτασσαν στα λόγια αυτά τις δυσκολίες της απόστασης, την κούραση των ταξιδιωτών, εκείνοι απάντησαν ότι οι λόγοι αυτοί δεν ήταν σημαντικοί, ότι δεν έπρεπε να προβληματίζονται που οι δύο αυτοί σταθμοί ήταν απομακρυσμένοι και ότι με τη βοήθεια της Παλλάδας η πόλη των Αθηνών, με τη γρήγορη ανάπτυξή της, θα μπορούσε να τους φτάσει.


Οι Αθηναίοι ελπίζουν πως μια μέρα θα φτάσουν στον Πειραιά, πράγμα που σημαίνει πως θα δημιουργηθεί μια πόλη μήκους δώδεκα χιλιομέτρων, γεγονός που θα αφαιρούσε από τους ταξιδιώτες τη χαρά να περνούν, κατά διαστήματα, δίπλα από τα λίγα απομεινάρια του τείχους του Θεμιστοκλή. Ο ερχομός από τον Πειραιά ταιριάζει περισσότερο με τις αρχαίες παραδόσεις, σε σχέση με την άλλη διαδρομή, και γεννάει ένα σωρό εξαίσιες ονειροπολήσεις. Ακόμη κι αν λες μέσα σου ότι βρίσκεσαι πάνω στην πρύμνη ενός πλοίου που μουγκρίζει και χτυπιέται βαριά στα κύματα δίχως καμιά χάρη, σκέφτεσαι τις τριήρεις τις φωτισμένες και ανθοστολισμένες που σιγοψιθύριζαν τα τραγούδια των νικητών αθλητών.


Πρέπει, αν θέλει κανείς να δει την Αττική σε όλο της το κάλλος, και με τη χάρη της δροσιάς της, να μπει στο λιμάνι του Πειραιά μια ανοιξιάτικη μέρα, τη στιγμή που οι πρώιμες καλοκαιρίες του Μαρτίου στολίζουν με μια πρασινάδα ελαφριά που βγήκε πριν την ώρα της τους ξερούς και αμμώδεις λόφους. Όταν ο Γιώργης, ο βαρκάρης της Γαλλικής Σχολής, που με περίμενε κάτω από τη σκάλα του πλοίου Σιντ, πλεύρισε στην αποβάθρα από γκριζωπό πωρόλιθο, κοντά στο τελωνείο, παραπάτησα σε ένα σκαλί και, δίχως να το θέλω, ίσως χάρη σε μια μυστηριώδη παρεμβολή των θεών, έκανα την είσοδό μου στην πατρίδα του Φειδία γονατιστός: πίστευα έκτοτε ότι υπήρχε ένας καλός οιωνός στην τύχη εκείνη που με έκανε να γονατίσω έτσι, χωρίς να το θέλω, κατά τα πρώτα μου βήματα στον γλυκό τόπο όπου άνθησε η εφηβεία του κόσμου και όπου έμελλε να αναβλύσει η πηγή κάθε χαράς, κάθε γνώσης και κάθε κάλλους.


Η νοερή προσευχή, που απηύθυνα στον Ξένιο Δία, προστάτη των ταξιδιωτών, διακόπηκε εκείνη τη στιγμή από την άφιξη των τελώνων με τα πράσινα χιτώνια, ανθρώπων άδικων. Η αλήθεια με υποχρεώνει, κι ας μου στοιχίζει, να σας διηγηθώ τα μπλεξίματά μου με αυτούς τους βαρβάρους που το όνομα Έλληνες δεν τους αξίζει και που άνετα θα τους συνέκρινα με τους Σκύθες τοξότες που εκτελούσαν, την εποχή της αθηναϊκής δημοκρατίας, τα ταπεινά καθήκοντα της αστυνομίας, τα οποία ένας άντρας από καλή γενιά δεν μπορούσε ποτέ να αναλάβει.
Στα περισσότερα πολιτισμένα έθνη, το τελωνείο είναι πληκτικό. Στον Πειραιά και στην Κόρινθο, είναι πονηρό, γκροτέσκο, κωμικό, αρπακτικό, μένει ατάραχο και αναιδές, καταχράται με άνεση, ενώ, από όλους τους πρωθυπουργούς που πέρασαν από την κυβέρνηση, μόνο ο κύριος Τρικούπης είχε το θάρρος να θυμώσει με όλα αυτά και να στείλει στη φυλακή μερικούς υπαλλήλους ένοχους για ένα σωρό ανήκουστες ιστορίες. Σε ορισμένες χώρες, παραφυλούν τον ταξιδιώτη, στο πέρασμά του, ληστές σοβαροί και αξιοπρεπείς που εξετάζουν με σχολαστικότητα τις αποσκευές, με τη σιγουριά που δίνει η καθαρή συνείδηση και η ηρεμία ότι επιτελούν το καθήκον τους. Αλλά μόλις μπείτε σ’ αυτό το μεγάλο και θλιβερό κτίριο, άχαρο και χοντροκομμένο, που χαλάει τόσο την εικόνα του Πειραιά, πέντε-έξι κατεργάρηδες, κάποιοι με επίσημο πηλήκιο, κάποιο άλλοι χωρίς καπέλο, ουρλιάζουν όλοι μαζί και, σε κατάσταση φρενίτιδας, σας σπρώχνουν, σας πιάνουν, σας αρπάζουν τα κιβώτιά σας, τις βαλίτσες σας, τα πακέτα σας.

Βλέπετε έντρομοι να καταφθάνει ένα δεύτερο απόσπασμα, οπλισμένο με τσεκούρια για να διαλύσει τις σανίδες που αντιστέκονται και να ξεκάνουν τα πεισματάρικα καρφιά. Στο άψε-σβήσε, ο μελαγχολικός ταξιδιώτης βλέπει τα πράγματά του πεταμένα στο πάτωμα, παραδομένα σαν λεία στους φλύαρους αυτούς κατεργάρηδες, που ασκούν επάνω σας το δικαίωμα της ναυαγιαιρεσίας. Όσο εσείς ξεροσταλιάζετε, ανυπόμονοι, νευρικοί, αναστατωμένοι, οι δήμιοί σας ψαχουλεύουν το ύφασμα από τα ρούχα σας, κοιτάζουν καλά καλά τα καπέλα σας, αξιολογούν την ποιότητά τους, λένε την άποψή τους σαν εκλεπτυσμένοι γνώστες. Ωστόσο, καθώς έχετε συνηθίσει στις σωστές υπηρεσίες και σε προκαθορισμένους δασμούς, ψάχνετε, μέσα σ’ αυτό το εχθρικό πλήθος, κάποιον που θα μπορεί να σας συντρέξει. Κοιτάζετε γύρω σας, μήπως και συναντήσετε μια φυσιογνωμία έντιμη και το βλέμμα συμπαράστασης κάποιου επιθεωρητή, κάποιου ελεγκτή, κάποιου πραγματογνώμονα. Ζητάτε να μιλήσετε σε κάποιον διευθυντή, σε μια αρχή που έχει συγκροτηθεί κατά τα δέοντα. Σας πηγαίνουν μπροστά από ένα κιγκλίδωμα, μέσα από το οποίο ένα Παλικάρι με παλτό σας κοιτάζει με ύφος έκπληκτο, ακούει τις διαμαρτυρίες σας με ένα χαμόγελο σαστισμένο, λέει κάποιες ακατάληπτες λέξεις στο αυτί των διπλανών του και σας αφήνει για να πιάσει κουβέντα με έναν κύκλο ανθρώπων που δεν σας γεμίζουν το μάτι, και οι οποίοι δεν φαίνονται να νιώθουν κάποια συστολή μπροστά του λόγω του παλτού που φοράει, ενώ τον αποκαλούν αδελφό, μέσα στον ίδιο εκείνο χώρο του διευθυντικού του κιγκλιδώματος.


Τέλος, σας ζητούν ένα οποιοδήποτε ποσό, που κυμαίνεται μεταξύ τεσσάρων και εκατό φράγκων, κάποια φανταστικά δικαιώματα που αντιστοιχούν σε κάτι που ποτέ κανείς δεν μπόρεσε να μαντέψει ούτε και πρόκειται ποτέ να συναντήσει ξανά τον μυστηριώδη αυτό δασμό. Ένας φίλος μου, που ξέρει ελληνικά σαν καφετζής της Μάνης, ήταν τόσο αγανακτισμένος από τις προσβολές αυτές, που έκανε κήρυγμα για δέκα λεπτά σε όλο το προσωπικό του τελωνείου. Ακόμη τον βλέπω μπροστά μου, όρθιο καταμεσής στα ξεπατωμένα μπαούλα του, τις αναποδογυρισμένες βαλίτσες του και τα ρούχα τα πεταμένα καταγής, να δείχνει με μια πλατιά χειρονομία τον δρόμο της Ακρόπολης και να φωνάζει ότι άξιζε τον κόπο να υποφέρει τέτοια ταπείνωση προκειμένου να ατενίσει τον ασβεστοποιημένο σκελετό ενός παλιού ναού και να απολαύσει τη συναναστροφή των δύο εκατομμυρίων Παλικαριών που ζουν από αυτό το αθάνατο ερείπιο! Όπως οι περισσότεροι μεγάλοι ρήτορες, υπερέβαλε προκειμένου η αλήθεια να γίνει πιο χτυπητή. Οι τελώνες είναι οι θυρωροί ενός έθνους: δεν πρέπει να κρίνουμε το βασίλειο της Ελλάδας από το θυρωρείο.


Όταν έχεις αποσκευές, δεν διανοείσαι να πάρεις τον μικρό σιδηρόδρομο που κάνει τη διαδρομή από την Αθήνα στον Πειραιά. Το καλύτερο είναι να δεχτείς τις υπηρεσίες των περιπλανώμενων αμαξάδων που σας προτείνουν να σας πάρουν, εσάς και την οικογένειά σας, σε μεγάλα λαντό, που κανείς δεν ξέρει ποια μοίρα τα έριξε στις Σκάλες του Λεβάντε, αφού πιθανόν να ακολούθησαν στη Δύση γάμους που έχουν πια παλιώσει. Οι παλιές άμαξες αγαπούν τον δρόμο των Αθηνών και τα μονοπάτια του ιερού δάσους των Μουσών: η χρυσαφένια άμαξα που θα χρησίμευε για την επίσημη επιστροφή του κόμη του Σαμπόρ και που περίμενε, για πολύ καιρό, στους Μπίντερ, την επιστροφή των εμιγκρέδων αναπαύεται τώρα κάτω από τα στέγαστρα του βασιλιά Γεωργίου. Τον είδα να περνάει, στην οδό Ερμού, όταν γιόρταζαν με μεγάλη επισημότητα, στη μητρόπολη, την ενηλικίωση του διαδόχου Κωνσταντίνου. Οι Έλληνες πατριώτες δεν χάνουν την ελπίδα τους πως μια μέρα θα τον δουν να ανεβαίνει τους ανηφορικούς και δύσκολους δρόμους που οδηγούν στην Αγία Σοφία.

diastixo.gr

, , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.