Η Ελληνίδα Μάνα στο Δημοτικό Τραγούδι

Γράφει ο Αντώνης Ξεπαπαδάκος,* από το Περιοδικό Ελλοπία τ. 61, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2002, σελ. 61-63

*ιστορικός συγγραφέας – λαογράφος

Η ιερότητα της μάνας, ως φύτρας της ζωής, της δίνει δικαιωματικώς καίρια θέση σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής.

Η αξία της ζωντανεύει και τραγουδιέται γλυκόηχα, παραστατικά και μεγαλόστομα στο δημοτικό μας τραγούδι -το κέντημα αστό της λαϊκής μας ψυχής·

Βεβαίως η μάνα ως πηγή της ζωής, ως ζωοδότρια, έχει τη θέση της στα τραγούδια, τις παραδόσεις, τους θρύλους και την λογοτεχνία όλων των λαών.

Η ελληνίδα όμως μάνα είναι κάτι περισσότερο: Ο λαός μας, ριζωμένος επί χιλιετίες στον άγονο μα ιερό τόπο μας, ακρίτας της Ευρώπης, δέχθηκε διαδοχικές επιδρομές επίβουλων κοσμοχαλαστών, για την απόκρουση των οποίων έδωσε την ικμάδα της νεότητος, το αίμα των ηρώων και των «αγίων» του.

Πλάι στον πολεμιστή, σύντροφος, βοηθός, παρηγορήτρα και τραγική μοιρολογίστρα η γυναικεία παρουσία: Ως σύντροφος, ως βοηθός, ως συμπολεμίστρια σε κρίσιμες στιγμές, ως μοιρολογίστρα-μάνα στην μετουσίωση του πόνου σε νέα ζωή, σε ικμάδα, σε αναγέννηση. Το εκφράζει τόσο παραστατικά το δημοτικό τετράστιχο:

Από τη γης βγαίνει νερό κι απ’ την εληά το λάδι,
κι από τη μάνα την καλή βγαίνει το παλληκάρι.

Στη χαρά και στη λύπη, στη ζωή και στον θάνατο και σε κάθε μεγάλη, πικρή, δύσκολη ή ευχάριστη στιγμή μας, της Μάνας η συμβουλή, η παρουσία ή και ο ίσκιος της ακόμη θα στάξει βάλσαμο και χαρά και θα γίνει θρίαμβος. Το λίγο πολύ, το μικρό μεγάλο, το άσημο σημαντικό, η απελπισία ελπίδα, ο πόνος ελαφρύς και η απογοήτευση τόλμη και θάρρος.

Γι’ αυτή την εθνική μας παράδοση και γι’ αυτό το Δημοτικό μας τραγούδι και λαϊκό αποθησαύρισμα, ο Ίων Δραγούμης μας άφησε την ακόλουθη βαρειά υποθήκη:

«Πήγαινε στα δημοτικά μας τραγούδια, στη δημοτική τέχνη και στη χωριάτικη και λαϊκή ζωή, για να βρεις την γλώσσα σου και την ψυχή σου. Και μ’ αυτά τα εφόδια, αν έχεις ορμή μέσα σου και φύσημα Θεού θα πλάσεις ό,τι θέλεις. Παράδοση και Πολιτισμό, Αρετή, αλήθεια και φιλοσοφία…».

Είναι βέβαιον και αναμφισβήτητο πως το Δημοτικό μας τραγούδι καθρεπτίζει τον χαρακτήρα και τη γνήσια ταυτότητα του Έλληνα. Αποτυπώνει και εμπεριέχει στους στίχους και στους λυρικούς σκοπούς του τον εθνικό μας βίο.

Η Ελληνίδα Μάνα δεν μας χαρίζει και χρωματίζει μόνο το καθάριο αίμα που κυλάει στις φλέβες μας, αλλά μας προικίζει και με το ρίγος που συγκλονίζει την ψυχή μας και μας προτρέπει σε πράξεις ευποιίας και αρετής, με ζύμη την ευγενή άμιλλα.

Η φυλή μας, με τις προαιώνιες παραδόσεις μας, έχει ανεβάσει την Ελληνίδα Μάνα σε δυσθεώρητα ύψη και ιερά βάθρα, για να θεμελιώσει και στηρίξει την οικογένεια και την κοινωνία σαν θεσμούς ιερούς και απαράβατους. Σε κάθε μεγάλη, δύσκολη, τραγική, χαρούμενη ή ευχάριστη στιγμή της ζωής μας η δημοτική μας Μούσα μας οδηγεί στη Μάνα για να βρούμε την παρηγοριά, την προστασία, την σιγουριά, την λαχτάρα ή το βάλσαμο της τρικυμισμένης μας ψυχής.

Τι το φυσικώτερο λοιπόν να αρχίσωμε με το χάραμα, με την αυγή της ζωής που όχι μόνο συνδέεται, αλλά ταυτίζεται θα λέγαμε απόλυτα με την Ελληνίδα Μάνα. Και να το πρώτο νανούρισμα του αγοριού στην κούνια του:

Γυιόκα μου όντας σ’ έκαμα πως δεν εξεπέταξα.
Πως δεν έκαμα φτερά σαν του παγωνιού χρυσά να πετάξω στα βουνά.

Και άλλο νανούρισμα για τα δύο φύλα:

Ύπνε που παίρνεις τα μικρά, έλα πάρε και τούτο
μικρό μικρό σου τόδωκα, μεγάλο φέρε μου το.
μεγάλο σαν ψηλό βουνό, ίσιο σαν κυπαρίσσι
ν’ απλώνουνε οι κλώνοι του σ’ Ανατολή και Δύση.

Έλα ύπνε και πάρε το παν το στα περιβόλια
και γέμισε τους κόρφους του τριαντάφυλλα και ρόδα.
Τα ρόδα σαν της μάνας του και τ’ άνθη του κυρού του
και τα χρυσά τριαντάφυλλα θε νάναι του νονού του.

Και άλλο ένα νανούρισμα για την κόρη:

Κοιμήσου αστρί, κοιμήσου αυγή, κοιμήσου νειο φεγγάρι,
κοιμήσου που να σε χαρεί ο νειος που θα σε πάρει.
Κοιμήσου και παράγγειλα στην Πόλη τα προικιά σου,
στη Βενετιά τα ρούχα σου και τα διαμαντικά σου.

Στις χαρούμενες και πολύ ευχάριστες στιγμές της κοινωνικής και οικογενειακής ζωής, ο νέος και η νέα την συμβουλή και την προτροπή της μάνας δέχονται ή θέτουν σε διαφιλονικία. Ας δούμε τι μας λέει και τι μας διδάσκει και στα θέματα αυτά η πάνσοφη λαϊκή μας Μούσα.

Σαν κίνησε ο νειούτσικος να πάει ν’ αρραβωνίσει
ούτε το ρούχο του έβαλε, ούτε ζουνάρι εζώστη.
Κι η μάνα του του φώναζε κι η μάνα του του λέει:
Γύρισε παρ’ το ρούχο σου ζώσου με το ζουνάρι
και σύρε ν’ αρραβωνιαστείς παπά την θυγατέρα.

Γύρεψε βόιδα στο ζυγό, γελάδια στην αγέλη,
μούλες, φοράδες κι άλογα κι ασέλωτο πουλάρι…
Εκεί που πάω μάνα μου, εγώ ν’ αρρεβωνίσω
ούτε για ρούχα με ρωτούν ούτε και για ζουνάρι.
Εκεί τηρούν τα νειάτα μου, τηρούν την ομορφιά μου.
Κι εγώ στα πλούσια τα προικιά τον νου μου δεν τον έχω.

Τον έχω για της λυγερής τα μάτια και τα φρύδια.
Τι εγώ περνάω κι αντιπερνώ στης Μαριγώς τ’ αλώνι
όπου αλωνίζουν δώδεκα και γεργαθιάζουν δέκα
κι η Μάρω με την μάνα της σκουπίζει και λιχνίζει.

Κι η μάνα της της έλεγε κι η μάνα της της λέει:
Φεύγα Μαριά απ’ τον κουρνιαχτό, φεύγα κι από τον ήλιο.
Μάνα τον ήλιο αγαπώ τον κουρνιαχτό τον θέλω.
τον γιο του πρωτολιχνιστή άντρα θέλω να πάρω.
Ο γιος του πρωτολιχνιστή πολλά προικιά γυρεύει.
Σαν τα γυρεύει δος τε τα, λαός ειν’ κι ας τα πάρει.
Γυρεύει βόιδια του ζυγού, φοράδες της καβάλλας
γυρεύει αλογομούλαρα κι ασέλωτο πουλάρι
γυρεύει αμπέλια ατρύγητα, χωράφια με τα στάχυα.
Σαν τα γυρεύει δος τε τα, καλός ειν’ κι ας τα πάρει…

Τον ίδιο στίχο και σκοπό εκπληρώνει και σηματοδοτεί και το επόμενο δημοτικό τραγούδι που ακολουθεί:

Σα μήλο που είναι στη μηλιά, το παραγινωμένο
ετσ’ είναι και τ’ ανύπαντρο σαν έρχεται ο καιρός του.
Λόγια λέγει της μάνας του, λόγια της αδελφής του:
Μάνα στη μέση δε χωρώ, στην άκρη δεν κοιμούμαι.
Στρώσε μου όξω στην αυλή ή μες στο περιβόλι
να πέφτουν τ’ άνθη επάνω μου, τα ρόδα στην ποδιά μου.
Να πέφτει της αμυγδαλιάς το πικραμύγδαλο της,
να σμίγει και η κοπελλιά μαζύ με τον καλό της…

Σε όλες σχεδόν τις ερωτικές περιπέτειες πάλι η μάνα καλείται «να βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά». Χαρακτηριστική περίπτωση το μακροσκελέστατο δημοτικό της «ΛΙΟΓΕΝΝΗΤΗΣ».

Ας δούμε ένα απόσπασμα. Το πρώτο μέρος του περίφημου αυτού λαϊκού μας στιχουργήματος:

ΤΗΣ ΛΙΟΓΕΝΝΗΤΗΣ

Ο Κωσταντής ο μορφονιός ο μικροκωσταντίνος
μια μέρα θέλησε να βγει, να λαγοκυνηγήσει,
και διάβαινε καμαρωτός απ’ την πλατειά τη ρούγα.
Εκεί είδε τη Λιογέννητη με τετρακόσιες σκλάβες.
Σε κρεμεζιά τριαντάφυλλα ήταν ακουμπισμένη
κι είχε τα φρύδια τορνευτά, τα μάτια σαν ζαφείρια
και στο μικρό το δάχτυλο είχε το δαχτυλίδι.

Ωσάν την είδε ο Κωσταντής, αφήνει το κυνήγι.
Κινάει και πάει στο σπίτι του, σα μήλο μαραμένο.
Χωρίς θέρμη θερμάνθηκε, χωρίς αριά εράστη,
δίχως τον πονοκέφαλο έπεσε στο κρεββάτι.
Μάνα ψυχή, μάνα καρδιά, μάνα και το κεφάλι,
μάνα θολά ‘ναι τα βουνά και θαμπερό το σπίτι.

Γιε μου καλά ‘ναι τα βουνά και λαμπερό το σπίτι
μα συ κορίτσι ν’ αγαπάς και κείνο δεν το ξέρει.
Μάνα την κόρη που είδα εγώ, άλλος να μην την πάρει.
Στείλε να κράξεις άρχοντες και Μητροπολιτάδες
να παν να κάνουν προξενιά, γυναίκα να την πάρω.

Στέλνει τριακόσιους άρχοντες και μητροπολιτάδες
στέλνει τον άρχοντα Φωκά, στέλνει τον Νικηφόρο
στέλνει τον Τρεμαντάχειλο, που τρέμει η γης κι ο κόσμος.

Και ο ανήσυχος νέος της μακρόχρονης σκλαβιάς ζηλεύει την ελεύθερη κλέφτικη ζωή και στις παρακλήσεις της μάνας του:

«Βασίλη κάτσε φρόνιμα, να γίνεις νοικοκύρης
για ν’ αποκτήσεις πρόβατα ζευγάρια κι αγελάδες,
χωριά κι αμπελοχώραφα, κοπέλλια να δουλεύουν..

Απαντά μεγαλόθυμα…

Μάνα εγώ δεν κάθομαι να γίνω νοικοκύρης
να κάμω αμπελοχώραφα, κοπέλλια να δουλεύουν,
και νάμαι σκλάβος των Τουρκών, κοπέλλι στους γερόντους.
Φέρε μου τ’ αλαφρό σπαθί και το βαρειό ντουφέκι
να πεταχτώ σαν το πουλί ψηλά στα κορφοβούνια
να πάρω δίπλα τα βουνά, να περπατήσω λόγκους,
να βρω λιμέρια των κλεφτών, γιατάκια καπετάνιων
και να σφυρίξω κλέφτικα, να σμίξω τους συντρόφους,
που πολεμούν με την Τουρκιά και με τους Αρβανίτες.
Πουρνό φιλεί την μάνα του, πουρνό ξεπροβοδιέται.
Γειά σας βουνά με τους γκρεμούς, λαγκάδια με τις πάχνες.
Καλώς το τ’ άξιο το παιδί και τ’ άξιο παλληκάρι…

Ο Κλεφταρματωλός της μαύρης και δυσβάστακτης τετρακοσάχρονης σκλαβιάς την ώρα της μεγάλης αυτοθυσίας και του προσωπικού του πολεμικού θριάμβου, κατά του αιμοσταγούς δυνάστη σαν σε όραμα ακούει την μάνα του να του λέει:

Νάμουνα πετροπέρδικα στα πλάγια του Πετρίλου
ν’ αγνάντευα πώς πολεμούν οι κλέφτες με τους Τούρκους.
Ν’ αγνάντευα τον γυιόκα μου μπροστά στα παλληκάρια…
Ομπρός ξεστρώνει την Τουρκιά, με το σπαθί στο χέρι
κι απ’ τη φωνή του την τρανή αχολογάει ο τόπος…

Αλλά και ο τουρκομάχος της ασήκωτης σκλαβιάς που πέφτει στο πεδίο της τιμής δεν θέλει να πρωτομάθει η μάνα του το θλιβερό μαντάτο γι’ αυτό και παραγγέλνει σε εχθρούς και φίλους:

Παιδιά Μωραϊτόπουλα κι εσείς Ρουμελιωτάκια
μα το ψωμί που φάγαμε, μα την αδερφωσύνη,
περάστε από τόν τόπο μου κι από τους ειδικούς μου.
Και να μην μπήτε στο χωριό με νήλιο ή με φεγγάρι.
Ντουφέκια να μη ρίξετε, τραγούδια να μην πήτε
και σας ακούσει η μάνα μου κι η δόλια η αδελφή μου.
Κι α’ ρθουν και σας ρωτήσουνε πρώτη φορά μην πείτε
κι α σας διπλορωτήσουνε και δεύτερη και τρίτη,
μην πείτε πως σκοτώθηκα, να μην κακοκαρδίσουν.
Μον πείτε πως παντρεύτηκα νεδώ σ’ αυτά τα μέρη.
Πήρα την πλάκα πεθερά, την μαύρη γης γυναίκα
κι αυτά τα λιανολίθαρα αδέλφια και ξαδέρφια…

Αλλά και στον χαμό, στο μεγάλο ταξίδι χωρίς γυρισμό, η δόλια μάνα προσωποποιεί και δέχεται το μεγάλο χτύπημα.

Όπως η μάνα του μικρού ναυτόπουλου, για την οποία θρηνολογεί και λέει η λαϊκή μας Μούσα.

Όλες οι μάνες κλαίγανε κι όλες παρηγοριούνται,
μα μια μανούλα ενού παιδιού παρηγοριά δεν έχει.
Βάνει τίς πέτρες στην ποδιά, τα τρόχαλα στον κόρφο
πετροβολάει τη θάλασσα και τροχαλάει το κύμα.
Θάλασσα πικροθάλασσα και πικροκυματούσα
πώπνιξες το παιδάκι μου, π’ άλλο παιδί δεν έχω!…
Δε φταίω η δόλια θάλασσα, δε φταίω εγώ το κύμα.
Μον φταίει ο πρωτομάστορας που φτιάχνει τα καράβια,
και τάκανε πολύ στενά και τα γυρίζ’ ο αγέρας
και χάνω τα καράβια μου, πούναι για με στολίδια
χάνω και τα ναυτόπουλα όπου μου τραγουδούνε…

Σε πολλή μεγαλύτερη όμως έξαρση η δημοτική μας ποίηση φθάνει, όταν βάνει την ίδια την Μάνα του πικρο-Χάροντα να καλεί σε εγρήγορση όλες τις άλλες μανάδες για να κρύψουν τα παιδιά τους από το θανατερό στρατολόγημα του γιού της, παραγγέλνοντας:

Ακούστε τι διαλάλησε του Πικροχάρου η μάνα…
Πώχου παιδιά ας τα κρύψουνε, παιδιά κι ας τα φυλάξουν
Τι ο Χάρος σιγυρίζεται, για νάβγει να κουρσέψει.
Κι οπώβρει τρεις παίρνει τους δυο, κι οπώβρει δυο τον ένα.
Κι οπώβρει κι έναν μοναχό, κείνον τον ξεκληρίζει…

Η επίγεια ζωή, από το γλυκοχάραμα ως το βασίλεμά της είναι σφιχτοδεμένη και αγκαλιασμένη με τη Μάνα, που απ’ το νανούρισμα ως το μοιρολόι ποθοπλαντάζει για το σπλάχνο της, λέγοντας ή καλλίτερα τραγουδώντας:

Χήνα μου άπλωσ’ τα φτερά να πλύνω του παιδιού μου
κι αητέ μου τα φτερούγια σου ν’ απλώσω τ’ αγοριού μου.
Κι εσύ αηδόνι μου χρυσό, στην κούνια να καθίσεις
με τη γλυκεία σου τη φωνή να μου το νανουρίσεις…

Ας φροντίσουμε λοιπόν όλοι μας να φτιάξουμε καλές Μανάδες καί όχι «Γλάστρες» ενσαρκώνοντας την σοφία και θεία μυσταγωγία της λαϊκής μας παράδοσης:

Από τη Γης βγαίνει νερό, κι απ’ την εληά το λάδι
κι από την Μάνα την καλή βγαίνει το παλληκάρι…

Για να γεμίσει η Ελλάδα λεβέντες και παλληκάρια. Το επιτάσσει η Ιστορία και το απαιτούν οι δυσοίωνες υποψίες του μέλλοντος…

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ: Η Σκοτεινή πλευρά της μάνας στο Δημοτικό τραγούδι

Η καλογριά κι ο γιος της

, , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.