Η Ελληνική εκπαίδευση στην Αγχίαλο της Ανατολικής Ρωμυλίας

Γράφει ο Θανάσης Κιλμπασάνης,* από το Περιοδικό Ελλοπία τ. 66, Καλοκαίρι 2003, σελ. 47-49

*εκπαιδευτικός, πρόεδρος του Συλλόγου των Αγχιαλιτών της Αθήνας

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ ΜΕΡΟΣ

Μια από τις πολλές ανθούσες ελληνικές πόλεις της Ανατ. Ρωμυλίας ήταν και η Αγχίαλος, στα παράλια του Εύξεινου Πόντου. Ο πληθυσμός της ήταν αμιγής ελληνικός (6.000 κάτοικοι περίπου τα τελευταία χρόνια πριν από την καταστροφή). Την πόλη αυτή κατέστρεψαν με φωτιά οι Βούλγαροι Κομιτατζήδες στις 30 Ιουλίου 1906, σε αντιστάθμισμα για τις αποτυχίες τους στη Μακεδονία και ανάγκασαν τους κατοίκους της να εκπατρισθούν και να ζητήσουν καταφύγιο στην Ελλάδα.

Η Αγχίαλος υπήρξε ιστορική πόλη, με ζωή 2.500 χρόνων, και πάντα ελληνική, παρά τις επιθέσεις, κατακτήσεις και καταστροφές που δέχτηκε σ’ όλα αυτά τα χρόνια από Πέρσες, Δάκες, Ρωμαίους, Σλάβους, Τούρκους και Βουλγάρους. Τα τελευταία χρόνια, πριν από το ολοκαύτωμά της (1906), με κυρίαρχους της Ανατ. Ρωμυλίας τους Τούρκους πρώτα και τους Βούλγαρους ύστερα, αποτελούν τα χρονικά περιθώρια μέσα στα οποία θα κινηθεί η σημερινή αναφορά μας, που έχει ως αντικείμενο την εκπαίδευση, τα σχολεία και τους δασκάλους της ακριτικής αυτής πόλης του Ελληνισμού.

Οι Έλληνες της Αγχιάλου, που επί αιώνες απέφυγαν την επιμειξία με τους Τούρκους και τους Βουλγάρους, δεν ήταν δυνατό να αδιαφορήσουν για τη γλώσσα και την αγωγή των παιδιών τους. Έτσι, από πολύ νωρίς απέκτησαν σχολεία και ικανούς δασκάλους.

Πρώτος δάσκαλος αναφέρεται ο Αγχιαλίτης Χρυ-σοβέργης Σταύρου Κουρο-παλάτης, που σπούδασε στην Αθωνιάδα Σχολή με δάσκαλο τον Ευγένιο Βούλγαρη. Όταν επανήλθε στην πατρίδα του, το 1790, ίδρυσε αλληλοδιδακτικό σχολείο συγκεντρώνοντας τους μαθητές του σε ένα κελλί της εκκλησίας. Τόσο πολύ επέδρασε σε μαθητές και γονείς με τη συμπεριφορά και τη διδασκαλία του, ώστε μέσα στον πρώτο χρόνο κατάρτησε σχολή αρρένων στο πατρικό του σπίτι. Για δώδεκα χρόνια δίδασκε ο εμπνευσμένος αυτός Αγχιαλίτης δάσκαλος και μοναχός, αθόρυβα, μέχρι το 1802, που έφυγε για την Οδησσό.

Ως το 1906, στην πόλη λειτουργούσαν ελληνικά σχολεία που ανέβασαν σε υψηλό επίπεδο τη μόρφωση του πληθυσμού, συμπεριλαμβανομένων και των γυναικών, με το παρθεναγωγείο που ιδρύθηκε το 1868. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι χάρη σ’ αυτή την αδιάκοπη εκπαιδευτική δραστηριότητα καθώς και στις οικονομικές και πνευματικές σχέσεις με την Πόλη και με άλλες ελληνόφωνες περιοχές και πνευματικά κέντρα και πανεπιστήμια (Αγχιαλίτες σπουδαστές και φοιτητές κατέκλυζαν το Πανεπιστήμιο της Αθήνας και τις άλλες ανώτερες σχολές του Ελληνισμού και της Ευρώπης) διατηρήθηκε η ελληνική γλώσσα σε πολύ καθαρή μορφή όχι μόνο στους μορφωμένους αλλά και στο λαό.

Το παρθεναγωγείο συνετηρείτο από την ελληνική κοινότητα της Αγχιάλου και διευθυνόταν από δασκάλα που προσεκαλείτο από την Αθήνα. Το οίκημα στο οποίο στεγαζόταν το παρθεναγωγείο ήταν η πατρική οικία του Ζαχ. Αλεξανδρίδη, που τη διέθεσε στην κοινότητα. Στο οίκημα αυτό λειτούργησε το παρθεναγωγείο μέχρι το 1882. Στη συνέχεια με δωρεά της φιλόμουσου κυρίας Φωτεινής Καριάνδη κτίστηκε μεγαλοπρεπές παρθεναγωγείο με έξι τάξεις και νηπιαγωγείο. Το οικοδόμημα ήταν διώροφο και είχε αίθουσα τελετών στην οποία κατασκευάστηκε θεατρική σκηνή, όπου δίνονταν παραστάσεις από ερασιτεχνικούς θιάσους.

Ο ολοένα αυξανόμενος αριθμός των μαθητών του αλληλοδιδακτικού σχολείου ανάγκασε τους Αγχιαλίτες να χτίσουν το 1865, με κοινή εισφορά, νέα σχολή, που μπορούσε να στεγάσει 350 μαθητές. Η σχολή όμως αυτή καταστράφηκε από πυρκάίά. Τον επόμενο χρόνο (1875) ξαναχτίστηκε νέα που λειτούργησε μέχρι το 1906 κανονικά.

Στα τελευταία χρόνια πριν από το ολοκαύτωμα της πόλης, υπήρχαν στην Αγχίαλο τρία σχολεία: ένα αστικό επτατάξιο αρρένων με 285 μαθητές και 6 δασκάλους (για μερικά χρόνια λειτούργησε και σαν οκτατάξιο)· ένα τετρατά-ξιο δημοτικό με νηπιαγωγείο και με 135 μαθητές και 3 δασκάλους, ενώ συγχρόνως λειτουργούσε και το εξατάξιο Καριάνδειο Παρθεναγωγείο με νηπιαγωγείο και 300 μαθήτριες και 5 δασκάλους.

Εκτός από τα κλασικά μαθήματα και τα μαθηματικά διδάσκονταν Βουλγαρικά, Γαλλικά και Λατινικά. Στην έβδομη και όγδοη τάξη διδάσκονταν και Αγγλικά. Ακόμη, Ιχνογραφία με μεγέθυνση και σκιά με κάρβουνο. Στις ανώτερες τάξεις διδασκόταν και Ζωγραφική και Γυμναστική. Υπήρχε μάλιστα και αίθουσα γυμναστικής με γυμναστικά όργανα. Στο τέλος κάθε σχολικού έτους γίνονταν γυμναστικές επιδείξεις.

Την εποχή εκείνη γινόταν κατανοητή η σημασία των φυσικών επιστημών στην εκπαίδευση, καθώς και η εισαγωγή μαθημάτων με γνώσεις χρήσιμες στην επαγγελματική αποκατάσταση. Την υλοποίηση αυτών των

ιδεών υιοθέτησαν οι Έλληνες της Βάρνας και της Αγχιάλου. Έτσι, στα σχολεία της Αγχιάλου εισάγονται τα μαθήματα της Φυσικής και της Χημείας και της Γεωπονίας, με θεωρητικά και πρακτικά μαθήματα και με εφαρμογή στο σχολικό κήπο, ενώ προσλαμβάνεται μάλιστα και γεωπόνος δάσκαλος. Στο παρθεναγωγείο εισάγεται το μάθημα σηροτροφίας.

Το προσωπικό (δάσκαλοι) του αρρεναγωγείου στην Π. Αγχίαλο λίγα χρόνια πριν από το Ολοκαύτωμα. Στη μέση καθιστός ο Δ/ντης και δίπλα, η με σταυρό, η Όλγα Γερασίμου. (αρχείο Θ. Κιλμπασάνη)

Για την υλοποίηση όλων αυτών βέβαια απαιτούνταν τεράστια χρηματικά ποσά και καμιά επιχορήγηση δε δινόταν από το επίσημο βουλγαρικό ή το ελληνικό κράτος. Περιστασιακά, δόθηκαν περιορισμένα ποσά από τα δυο αυτά κράτη. Η ελληνική κοινότητα για εκπαιδευτικούς σκοπούς δαπανούσε κάθε χρόνο 60 ως 80 χιλιάδες γρόσια. Μεταξύ των άλλων φρόντιζε, όπως είδαμε, και για την οικοδόμηση κατάλληλων κτιρίων διδασκαλίας και υγιεινής. Η χρηματοδότηση των σχολείων γινόταν από τη Μητρόπολη, τις τακτικές εισφορές των κατοίκων, τα επαγγελματικά σωματεία, τους μορφωτικούς συλλόγους, το μοναστήρι του Αη-Γιώργη, τα έσοδα από τις αλυκές και τις δωρεές Αγχια-λιτών ομογενών. Σημαντική υπήρξε στον τομέα αυτό η συμβολή των μητροπολιτών Αγχιάλου, Βασιλείου του Α’ και Βενεδίκτου όπως, επίσης, οι έκτακτες δωρεές ομογενών Αγχιαλι-τών και το κληροδότημα 2000 λιρών της Φωτεινής Καριάνδη.

Ο τρόπος με τον οποίο διδάσκονταν τα μαθήματα (ειδικά η Ιστορία και τα Θρησκευτικά) αλλά και το θέατρο, οι γυμναστικές επιδείξεις, οι απαγγελίες ποιημάτων κατά τις σχολικές γιορτές και τις ελληνικές εθνικές επετείους όπου γίνονταν αναφορές στην Αρχαία Ελλάδα και στις νίκες των Ελλήνων κατά των Τούρκων στην επανάσταση του ’21, κρατούσαν ακμαίο το ελληνικό εθνικό φρόνιμα πολιτών και μαθητών και μάλιστα σε βαθμό τέτοιο, που ξέφευγε από τα επιτρεπτά όρια. Το παράδειγμα που παραθέτει ο Κων. Εμμανουηλίδης στο βιβλίο του ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΙΣΤΟΡΙΑ-ΑΝΘΕΛΛΗΝΙΚΟΙ ΔΙΩΓΜΟΙ ΕΝ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ ΤΟ 1906, σελ. 145, αποδεικνύει του λόγου το αληθές. Γράφει επί λέξη:

«Επί Ανατολικής Ρωμυλίας οι δάσκαλοι μας, εκτός των ασμάτων του 1821 ττερί ελευθερίας, μας εδίδαξαν κι ένα ττερί βουλγαρισμού, το κάτωθι:

“Του βουλγαρισμού η ψώρα

Ρουμελιώτες δεν μολύνει

ούτε τους απομακρύνει

από τον Ελληνισμόν.

Είμαι Έλλην το καυχώμαι

ξεύρω την καταγωγήν μου

κί η ελληνική ψυχή μου

ελευθέρα πάντα ζη”».

Η απαγγελία ενός τέτοιου ποιήματος μέσα στη βουλγαρική επικράτεια και μάλιστα την εποχή εκείνη, κατά τη γνώμη μας, ήταν θανάσιμη πρόκληση.

Όλα αυτά όμως σταμάτησαν με την πυρπόληση της πόλης το 1906 από το ανθελληνικό κίνημα των πατριωτικών και παραστρατιωτικών συλλόγων της Βουλγαρίας. Τα εκπαιδευτικά ιδρύματα της Αγχιάλου ήταν τα πιο τραγικά άψυχα θύματα της φωτιάς, αλλά το χειρότερο ήταν η απαγόρευση εφεξής της διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας, με αποτέλεσμα τα Ελληνόπουλα που παρέμειναν στην Αγχίαλο αλλά και στην υπόλοιπη Ανατολική Ρωμυλία να στερηθούν τη στοιχειώδη και μέση εκπαίδευση στη μητρική τους γλώσσα. Οι Αγχιαλίτες όμως δεν παραιτούνται και προσπαθούν με διαβήματα στις αρχές να πετύχουν τη συνέχιση της εκμάθησης της μητρικής γλώσσας στα παιδιά τους, λίγα χρόνια αργότερα. Λαμβάνουν υποσχέσεις, εκδίδονται διατάγματα, μα όλα είναι μάταια. Σ’ αυτό συντελούν και οι αλλεπάλληλες κρίσεις στις σχέσεις Ελλάδος και Βουλγαρίας. Έτσι, την εκμάθηση της γλώσσας των Ελληνόπουλων αναλαμβάνουν κρυφά οι γονείς, αφού κατά περιόδους απαγορεύεται και η προφορική χρήση της ελληνικής γλώσσας.

Όλα τα χρόνια, από το 1906 μέχρι το 1989 που συντελέστηκε η πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού, ήταν ζοφερά για την ελληνική γλώσσα και τα ελληνικά σχολεία στη Βουλγαρία και οι σχέσεις των Ελλήνων Παλιάς και Νέας Αγχιάλου σχεδόν ανύπαρκτες. Από τότε (1989) όμως άρχισε η επικοινωνία των Αγχιαλιτών μεταξύ συγγενών. Οι επίσημες επαφές σε επίπεδο δήμων και συλλόγων άρχισε την ίδια εποχή με πρωτοπόρο τον Σύλλογο των Αγχιαλιτών της Αθήνας, που συνετέλεσε τα μέγιστα στη σύσφιξη των σχέσεων των Παλαιοαγχιαλιτών και Νεοαγχιαλιτών, με αποκορύφωμα την αδελφοποίηση των δυο πόλεων, τη δημιουργία Συλλόγου Βουλγαροελληνικής Φιλίας στην Πομόριε (σημερινό όνομα της Π. Αγχιάλου) και την ίδρυση και λειτουργία φροντιστηρίου ελληνικής γλώσσας για τα παιδιά ελληνικής καταγωγής στην Πομόριε. Όλα αυτά, βέβαια, δεν έγιναν μόνα τους. Χρειάστηκε να εργαστούν με ζήλο οι δήμαρχοι και τα δημοτικά συμβούλια Νέας Αγχιάλου και Πομόριε και ο Σύλλογος Αγχιαλιτών της Αθήνας. Βοήθησε πολύ και η μεγάλη επιθυμία των κατοίκων και των δυο πλευρών, καθώς και το ευνοϊκό κλίμα στις σχέσεις Ελλάδος και Βουλγαρίας.

Από το 1992 που ιδρύθηκε ο Σύλλογος Βουλγαρο-ελληνικής Φιλίας, στα πλαίσια του οποίου λειτουργεί και το φροντιστήριο ελληνικής γλώσσας με την οικονομική και ηθική συμπαράσταση του Συλλόγου Αγχιαλιτών Αθήνας, πραγματώθηκε μεγάλο έργο. Εστάλησαν διδακτικά βιβλία, γραφική ύλη, οικονομική βοήθεια, ήρθαν μορφωμένοι νέοι στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας για ταχύρρυθμη εκπαίδευση και για βελτίωση της γλωσσικής τους ικανότητας στην ελληνική γλώσσα, οι οποίοι και διδάσκουν στη συνέχεια στο φροντιστήριο της ελληνικής γλώσσας. Τα παιδιά διδάσκονται στην ελληνική γλώσσα 2 μέχρι 4 ώρες τα Σαββατοκύριακα, έρχονται τα καλοκαίρια εκδρομές στην Ελλάδα, όπως στη Νέα Αγχίαλο, στα Σέρβια και στις κατασκηνώσεις της Γεν. Γραμματείας Νέας Γενιάς στην Επανωμή Θεσσαλονίκης κι αλλού, κάνουν γιορτές, ανασταίνουν τα παλιά ήθη και έθιμα, μαθαίνουν ελληνικούς χορούς και τραγούδια. Πολλά απ’ αυτά που γίνονται στην Αγχίαλο επαναλαμβάνονται και σε άλλες πόλεις της Ανατολικής Ρωμυλίας, όπως στη Βάρνα, στον Πύργο, στη Σωζόπολη και στη Φιλιππούπολη.

Ελπίζουμε ότι τα φροντιστήρια αυτά της ελληνικής γλώσσας στη Βουλγαρία, εφ’ όσον βέβαια διαρκέσουν, θα γίνουν φυτώρια σύσφιξης των σχέσεων, θα συμβάλουν στην κατανόηση των δυο λαών, του ελληνικού και του βουλγαρικού, και θα συντελέσουν στην άρση των παρεξηγήσεων του παρελθόντος.

ΠΗΓΕΣ:

•             Πρακτικά συνεδρίου: Νέα Αγχίαλος – 90 χρόνια δημιουργικής ζωής, Ιστορία, Πολιτισμός, Ανάπτυξη – Βόλος 2000

•             Εισήγηση Αθαν. Κιλμπασάνη και Κοτζαγιώργη-Ζυμάρη Ξανθίππης – Γεωρ. Διονυσίου Αχελινά -Αθήνα 1986

•             Δρ. Μαυρομμάτη «Η Αγχίαλος μες από τις φλόγες», εν Αθήναις 1930

•             STOYNA POROMANSKA «Μια ελληνική διάλεκτος στη Μαύρη Θάλασσα», Αθήνα 1998

•             Κων. Εμμανουηλίδη «Σύγχρονος Ιστορία» 1956

•             Δρ. Μαυρομμάτη «Η Μαρτυρική Αγχίαλος», Θεσ/νίκη 1968

•             Αδαμ. Διαμαντοπούλου, Η ΑΓΧΙΑΛΟΣ, διάλεξις, 1934.

Φωτογραφία εξωφύλλου: Ομαδική πόζα μαθητών του Δημοτ. Σχολείου Π. Αγχιάλου τη μέρα των γυμναστικών επιδείξεων, λίγα χρόνια πριν το Ολοκαύτωμα (Αρχείο Θ. Κιλμπασάνη)

, , , , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.