Η ελληνική κοινότητα της Νεάπολης. Σύνοψη της 500χρονης ιστορικής διαδρομής της

Ιωάννης Κ. Χασιώτης – Clio Turbata

Η ελληνική παρουσία στη Νεάπολη και την ευρύτερη νότια Ιταλία έχει βέβαια πανάρχαιες ρίζες: από τα αρχαϊκά χρόνια της ίδρυσης της ίδιας της πρωτεύουσας της Καμπανίας ως Παρθενόπης και στη συνέχεια ως Νεάπολης μέχρι την επί πέντε αιώνες ενσωμάτωσή της στη βυζαντινή επικράτεια. Το δεδομένο αυτό πρέπει να το έχουμε υπόψη, για να κατανοήσουμε και τη διαφορετική προέλευση του ελληνικού στοιχείου του ιταλικού Mezzogiorno, όπου ακόμα και σήμερα μπορούμε να μιλούμε για μιαν ιδιόμορφη –πολιτιστικά τουλάχιστον– διαστρωμάτωση, και του ανθρώπινου δυναμικού στον μικρόκοσμο της ελληνικής κοινότητας: Πάνω στο υπόστρωμα των ελληνοφώνων των αρχαίων εποικισμών προστέθηκαν οι μέτοικοι της βυζαντινής περιόδου, τους οποίους ήρθαν να επικαλύψουν αιώνες αργότερα (από τα μέσα του 15ου αιώνα και εξής) οι φυγάδες και πρόσφυγες της τουρκοκρατούμενης Ανατολής και, βέβαια, να εμβολιαστούν στη συνέχεια με τους εφήμερους και μονίμους μετανάστες της σύγχρονης ελληνικής Διασποράς. Θα πρέπει πάντως να διευκρινιστεί ότι, αντίθετα με ό,τι αντιλαμβανόμαστε στην Ελλάδα (ομαδοποιώντας μερικές φορές τα παλαιότερα και τα νεότερα στρώματα), η εθνοτική, κοινωνική και πολιτιστική διαστρωμάτωση του ιταλικού Νότου εξακολουθεί και σήμερα να επιβιώνει (εξασθενημένη βέβαια) και σε επίπεδο γλωσσικό (προς τέρψιν των γλωσσολόγων), αλλά και σε εκκλησιαστικό (προς δοκιμασίαν των θεολογούντων ιστορικών). Και σαν να μην έφταναν αυτά τα παιχνίδια της Ιστορίας, ήρθε να προστεθεί από το τέλος του Μεσαίωνα ως και τον 17ο αιώνα τουλάχιστον και ένας ακόμα παράγοντας: η διγλωσσία (ελληνικά και αρβανίτικα/arbëresh) ενός σημαντικού τμήματος των ομόθρησκων και ομόδοξων Ελληνορθόδοξων κατοίκων, οι οποίοι διαπεραιώνονταν από την τουρκοκρατούμενη νότια βαλκανική στην ιταλική χερσόνησο, αναζητώντας απελπισμένα ασφάλεια και καλύτερες συνθήκες διαβίωσης σε χριστιανικό κρατικό περιβάλλον. Από το φαινόμενο αυτό (που μπορεί να ελκύει τους ανθρωπολόγους, αλλά επηρεάζει σοβαρά και τους εθνικιστές) προήλθε σε μεγάλο βαθμό, νομίζω, και η εθνοτική ισοπέδωση των «Italo-greci» και των «Italo-albanesi», η οποία, σε μιαν εποχή κατά την οποία η εθνική ταυτότητα ήταν ακόμα ρευστή, υπήγαγε στην ίδια εθνική κατηγορία το σύνολο σχεδόν των ελληνορθόδοξων πληθυσμών, είτε αυτοί προέρχονταν από τη νότια Aλβανία είτε από την Ήπειρο (βόρεια και νότια) και την Πελοπόννησο είτε –ακόμα– από τα Επτάνησα, την Κρήτη και την Κύπρο.

Αφήνοντας κατά μέρος τις αναλύσεις αυτές (που περιπλέκουν την εικόνα στους μη ενημερωμένους με την ιστορική πολυσημία των λαών της Μεσογείου), ας περάσουμε στα καθαυτό χρονολογικά δεδομένα: Η νεότερη περίοδος της μικρής πια (αλλά δυναμικής, όπως θα δούμε) ελληνικής παρουσίας στη Νεάπολη και την ενδοχώρα της ξεκινά με σποραδικές εγκαταστάσεις Ελλήνων φυγάδων (στρατιωτικών και αριστοκρατών κυρίως) λίγο πριν και αμέσως μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453). Ήδη στη δεκαετία του 1460 είχε παραχωρηθεί η επικαρπία βαρονειών, χωριών, οικισμών ή φρουρίων σε μερικούς από αυτούς: στον Μανουήλ Παλαιολόγο στο San Pietro in Galatina, στους Παύλο, Γεώργιο και Ανδρόνικο Ράλλη στον Τάραντα, στον Ιωάννη Ράλλη στην Troia και στον Θωμά Ασάνη Παλαιολόγο στην Καλαβρία. Μερικά χρόνια αργότερα μεταφέρεται από την Πελοπόννησο στην Απουλία από τον Αραγονέζο βασιλιά της Νεάπολης Φερδινάνδο Α΄ (Ferrante, 1458-1494) η πρώτη οργανωμένη στρατιωτική δύναμη, οι πασίγνωστοι στη στρατιωτική ιστορία «stradioti» («estradiotes” στα ισπανικά), οι οποίοι όχι μόνο θα αποτελέσουν τον πρώτο πυρήνα της ελληνορθόδοξης παροικίας της Νεάπολης, αλλά θα της προσδώσουν, ως τον  αρχόμενο 19ο αιώνα, και τα κύρια κοινωνικά της χαρακτηριστικά. Στα 1518 ο Θωμάς Ασάνης Παλαιολόγος, ηγετική πλέον φυσιογνωμία της νεαπολιτανικής κοινωνίας –«tenuto sempre fra primi del Regno», κατά τον Νεαπολιτανό χρονικογράφο του 17ου αιώνα Carlo de Lellis (†πριν από το 1691)– θα συνδεθεί με την επίσημη έναρξη της νεότερης ιστορίας της ελληνικής κοινότητας, οικοδομώντας την πρώτη μικρή ελληνική εκκλησία. Η κληρονομική κατοχύρωση ωστόσο στα 1526 της ιδιοκτησίας της εκκλησίας (jus patronatus) στην οικογένεια του Ασάνη Παλαιολόγου αποτέλεσε, όπως θα δούμε, αφορμή για όχι λίγες περιπέτειες και της εκκλησίας και της κοινότητας. Οπωσδήποτε το ναΐδριο εκείνο (που ανακαινίστηκε και επανοικοδομήθηκε εκ βάθρων αρκετές φορές στα επόμενα χρόνια ως ναός πλέον των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου) έμελλε να είναι η πρώτη χρονολογικά ελληνική εκκλησία στην ιστορία της νεοελληνικής Διασποράς (η οικοδόμηση του περίβλεπτου ναού του Αγίου Γεωργίου της Βενετίας άρχισε δέκα χρόνια αργότερα και ολοκληρώθηκε στα 1573).

Οι μετοικεσίες των Ελλήνων στην Κάτω Ιταλία και την εποχή εκείνη, αλλά και στους επόμενους αιώνες, πραγματοποιούνταν παρά τις εναλλαγές της κρατικής κυριαρχίας στο «Reame» (όπως αποκαλούνταν διαχρονικά το βασίλειο της Νεάπολης)· και η κυριαρχία αυτή θα παραμείνει ξένη ως την ανάδυση του ενοποιημένου πλέον από τα 1861 ιταλικού κράτους: εννοώ την κατάκτησή της διαδοχικά από τους Γάλλους, τους Αραγονέζους, τους Ισπανούς (για πάνω από τρεις αιώνες), τους Αυστριακούς και πάλι τους Γάλλους, υπό το σκήπτρο διαφόρων δυναστικών οίκων: Anjou/Ανδηγαυών, Valois, Trastámara και Αραγόνας, Αψβούργων, Βουρβόνων, των ναπολεόντειων εκβλαστήσεων και της Σαβοΐας. Η συχνή εναλλαγή του κυριαρχικού καθεστώτος, που ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό και για τις αποκλίνουσες κοινωνικές συνθήκες που επικράτησαν επί αιώνες στον ιταλικό Νότο, δεν ευνόησε την οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη του ελληνικού στοιχείου της περιοχής. Στην ύπαιθρο ιδιαίτερα, όπου εγκαταστάθηκε το μεγαλύτερο μέρος των Ελλήνων προσφύγων της περιόδου της Τουρκοκρατίας, η κοινωνική ανέλιξή τους αγκιστρώθηκε για μεγάλα χρονικά διαστήματα στο φεουδαλικό κατεστημένο των τοπικών βαρόνων, με αποτέλεσμα τον εγκλωβισμό τους (όπως άλλωστε και του υπόλοιπου ιταλικού πληθυσμού) είτε στον αγροτικό τομέα (κάτω από άθλιες συνθήκες) είτε στον στρατιωτικό (με καλύτερες προοπτικές). Και μόνον στην πόλη της Νεάπολης και, σε μικρότερο βαθμό, σε μερικά ακόμη αστικά κέντρα της κεντρο-νότιας ιταλικής χερσονήσου και της Σικελίας (Αγκώνα, Μπαρλέτα, Μεσσήνη, Παλέρμο) έχουμε ήδη από τις αρχές του 16ου αιώνα κάποια δείγματα οικονομικής και πολιτιστικής δραστηριότητας.

Η Νεάπολη στα τέλη του 16ου αιώνα (χαρακτικό του Mario Cartaro, 1579).

Αλλά η μεγάλη ανατροπή στην ιστορία της κοινότητας έγινε στα 1533-1534 με τη μαζική μεταφορά με τον ισπανικό και γενουατικό στόλο στην Κάτω Ιταλία και τη Σικελία τεσσάρων περίπου χιλιάδων κατοίκων της Κορώνης (αλλά και της Μεθώνης, της Πάτρας και άλλων περιοχών της Πελοποννήσου,). Η μετοικεσία εκείνη έγινε αναπόφευκτη, όταν ο Αψβούργος αυτοκράτορας Κάρολος Ε΄ (1519-1558), που είχε καταλάβει την Κορώνη το 1532, αποφάσισε να την εγκαταλείψει, ανοίγοντας έτσι το δρόμο στην ανάκτησή της από τους Οθωμανούς. Ακολούθησαν μικρότερες σε μέγεθος μετοικεσίες ως συνέχεια σε αλυσιδωτούς οικογενειακούς κυρίως εκπατρισμούς από την Πελοπόννησο και τα Επτάνησα. Αλλά το επόμενο μεγάλο κύμα σημειώθηκε σαράντα χρόνια αργότερα, μετά την αποτυχία των εξεγέρσεων στην ελληνική χερσόνησο, τις οποίες είχε προκαλέσει η προσδοκία της χριστιανικής επέμβασης στη διάρκεια των επιχειρήσεων του Ιερού Συνασπισμού (Sacra Lega), λίγο πρίν και μετά τη ναυμαχία της Ναυπάκτου τον Οκτώβριο του 1571. Η κατάληψη επίσης της Κύπρου από τους Οθωμανούς στα 1570-1571 ανάγκασε ένα τμήμα του πληθυσμού του νησιού να καταφύγει στην Ιταλία, το μεγαλύτερο στη Βενετία και μεμονωμένα άτομα στη Νεάπολη και τη Σικελία.

Η έλευση των προσφύγων, ιδίως του 1533-1534 –που αποκαλούνταν γενικά «Κορωναίοι» (Coronenses, Coronei, Coroneos) άσχετα από τις ιδιαίτερες πατρίδες τους– προκάλεσε τη δημογραφική κοι κοινωνική αναγέννηση των ελληνικών εστιών της Κάτω Ιταλίας. Σε αντίθεση με τους πρόσφυγες και φυγάδες των προηγούμενων μετοικεσιών (που ήταν γενικά αγρότες, κτηνοτρόφοι και κατά κανόνα αναλφάβητοι στρατιωτικοί), οι νεοφερμένοι θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν και ως “αστοί” (με τα μέτρα βέβαια της εποχής). Ανάμεσά τους συμπεριλαμβάνονταν και αρκετοί λόγιοι, κωδικογράφοι, ποιητές, εγγράμματοι κληρικοί κλπ. Επιπλέον, κατά τα πρώτα δέκα χρόνια μετά την άφιξή τους στην Ιταλία οι «Κορωναίοι» ευνοήθηκαν από τον αυτοκράτορα Κάρολο με φορολογικές απαλλαγές, επιδόματα, διορισμούς κατ’ εξαίρεση στον στρατό και τον στόλο κλπ. Γι’ αυτό και επικράτησαν κοινωνικά έναντι των άλλων συμπατριωτών τους των προγενέστερων περιόδων. Ανάλογη ήταν και η εξέλιξη, σε μικρότερο βαθμό, και στους πρόσφυγες της δεκαετίας του 1570. Δεν ήταν τυχαίο λοιπόν που πολλοί από τους νεήλυδες (ιδίως οι “Κορωναίοι”, αλλά και όσοι ακολούθησαν ως τον 17ο αιώνα) προέβαλλαν με επιμονή αρκετές γενιές την ελληνικότητά τους (την «grecità» τους), ενισχύοντας έτσι στη Νεάπολη και στην ενδοχώρα το νεότερο εθνοτικό περιεχόμενο του όρου «greco» έναντι του μεσαιωνικού θρησκευτικο-δογματικού “graecus”. Φαίνεται ότι οι «Κορωναίοι», στην προσπάθειά τους να επιτύχουν κοινωνική αναβάθμιση σε ένα ημιφεουδαλικό περιβάλλον τίτλους ευγενείας, εμφάνιζαν συχνά στις τοπικές αρχές πλαστά έγγραφα της αριστοκρατικής τους προέλευσης· την τακτική αυτή καταγγέλλει ο Κορωναίος ποιητής Ιωάννης Ατζαγιώλης Πρωτοκόμης στο γνωστό στιχούργημά του για τα ανδραγαθήματα του Καρόλου Ε΄, όταν του συνιστά:

                   καλέσαι μείζονας πόλεων πρεσβυτέρους,

                   ξεταζομένους ἀκριβῶς, μεθ’ ὅρκον ἀπό μέρους

                   καί εἰς θανάτου κίνδυνον καί τῆς περιουσίας,

                   ἵνα τά γινωσκόμενα πάντα μετ’ ἀληθείας

                   ἀπαραιτήτως δείξωσιν…….

                   Καί ταῦτα πάντα τάς γραφάς καλῶς ἐξετασθῆναι,

                   μήποτε ἐκ παραδρομῆς ἄλλος ἀδικηθῆναι.

Ο ναός των Αγίων Πέτρου και Παύλου της Νεάπολης (εξωτερικό).
Επιγραφή του 1617 στην είσοδο του ναού των Αγίων Πέτρου και Παύλου.

Η τάση αυτή αποτυπώθηκε στις επιτύμβιες επιγραφές που σώθηκαν (μερικές μόνο σε παλαιά χρονικά, κάποιες ακόμα και σήμερα στον χώρο της εκκλησίας) και που εξυμνούσαν στα λατινικά, ιταλικά και, σπανιότερα, στα αρχαία ελληνικά τα κατορθώματα και την “αριστοκρατική” καταγωγή των θανόντων και των οικογενειών τους (τα επιτύμβια τα διακοσμούσαν, ήδη από την εποχή του Θωμά Ασάνη Παλαιολόγου, με οικόσημα, θυρεούς και ανάλογα εμβληματικά σήματα).  Αλλά βέβαια η “grecità” της κοινότητας ανανεωνόταν κυρίως με τα επόμενα κύματα των φυγάδων και προσφύγων, που κατέφθαναν από την Κρήτη και τη Μάνη κατά τον 17ο αιώνα, και από την Ήπειρο, τα Επτάνησα και άλλες ελληνικές περιοχές (ακόμα και από τη Μικρά Ασία) κατά τον 18ο και τις αρχές του 19ου αιώνα.

Στην εμπέδωση του ελληνικού χαρακτήρα της κοινότητας συντέλεσε και η οργάνωσή της. Δυο μόλις χρόνια μετά την εγκατάστασή τους στη Νεάπολη, οι “Κορωναίοι” εξασφάλισαν (με τη στήριξη των ισπανικών αρχών, που τους χρειάζονταν για τον στρατό και το ναυτικό τους), αλλά και τη συγκατάθεση της Αγίας Έδρας, την άδεια να συστήσουν δική τους ελληνορθόδοξη Αδελφότητα (Phratria ή Confraternita). Το νομικό καθεστώς αυτής της Αδελφότητας αποτυπώθηκε το 1561 σε ειδικό καταστατικό (Statuto), το οποίο συνέταξαν, όπως γράφουν οι ίδιοι, με βάση αυτοκρατορική απόφαση του 1535 και με αρκετά στοιχεία από την ανάλογη κοινοτική οργάνωση που είχαν στην Κορώνη στο όνομα του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου.  Το δεδομένο αυτό είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον (αν σκεφθεί κανείς ότι τα σωζόμενα καταστατικά κοινοτικής οργάνωσης στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα είναι μεταγενέστερα). Είναι πάντως πιθανόν ότι αρκετές από τις διατάξεις του Statuto του 1561, ιδιαίτερα εκείνες που θεσμοθετούσαν την πρωτοκαθεδρία των λαϊκών έναντι των κληρικών, αποτελούσαν συγκερασμό των κοινοτικών θεσμίων της Κορώνης και των ειδικών κανόνων που ίσχυαν αναγκαστικά στις χώρες υποδοχής για τη λειτουργία των θρησκευτικών, φιλανθρωπικών, επαγγελματικών και συντεχνιακών συσσωματώσεων. Όπως κι αν έχουν τα πράγματα, το καταστατικό αυτό, με τις μεταγενέστερες βελτιώσεις του (κυρίως με τη θεμελιώδη αναθεώρησή του στα 1593 από εκπροσώπους της δεύτερης γενιάς των Πελοποννησίων μετοίκων), θα αποτελέσει τη βάση όχι μόνο για τη συλλογική οργάνωση των Ελλήνων της Νεάπολης, αλλά και το βασικό νομικό τους όπλο στους πολλούς δικαστικούς αγώνες που θα χρειαστεί να δώσουν στους επόμενους αιώνες εναντίον των πολλών αμφισβητιών τού θρησκευτικού χαρακτήρα (όχι απλώς του ελληνόρρυθμου και ουνιτικού rito greco, αλλά του αμετακίνητου ortodosso) της κοινότητας· θα τη διασφαλίσει επίσης από τις απαιτήσεις των απογόνων του Θωμά Ασάνη Παλαιολόγου και άλλων διεκδικητών τής ακίνητης περιουσίας της, η οποία, χάρη στα κληροδοτήματα των φιλογενών μελών της παροικίας, είχε ήδη αρχίσει από τα μέσα του 16ου αιώνα να γίνεται δελεαστική. Αλλά το σημαντικότερο, κατά τη γνώμη μου, επίτευγμα εκείνης της μικρής Confraternita ήταν η σταθερή προσήλωσή της στην «grecità» της· την προστάτεψε χάρη στα διατάγματα των ισπανικών αρχών και τις βούλλες της Αγίας Έδρας, που μετέτρεπαν και de jure την Universitas Graecorum σε πολιτική οντότητα, όχι απλώς «εθνοτική», αλλά «εθνική» (nazionale), με τα μέτρα πάντοτε της εποχής. Και παρά τις αναπόφευτες αναταράξεις, η κοινότητα θα κατορθώσει να διατηρήσει την ταυτότητα αυτή και στους επόμενους αιώνες, χωρίς τις τεράστιες απώλειες που υπέστησαν οι μικρότερες και αδύναμες ελληνορθόδοξες εστίες της ενδοχώρας (όπου στο δίγλωσσο περιβάλλον επικράτησε σταδιακά το αλβανόφωνο στοιχείο έναντι του ελληνόφωνου, πολύ πριν από την ανάδυση του αλβανικού εθνικού κινήματος).

Όλα αυτά βέβαια δεν σημαίνουν ότι μέσα στον μικρόκοσμο της κοινότητας έλειψαν οι έριδες· και δεν εννοώ μόνο τις εκκλησιαστικές (ενωτικοί έναντι ακραιφνών ορθοδόξων), αλλά και ανάμεσα στα παλαιότερα μέλη (που είχαν στο μεταξύ ενταχθεί στο κοινωνικό και πολιτιστικό περιβάλλον του ιταλικού περιγύρου) και τα νεότερα, που εξακολουθούσαν να έρχονται είτε από τις βενετοκρατούμενες ελληνικές περιοχές (όσες είχαν απομείνει) είτε από τις τουρκοκρατούμενες.  Τελικά οι ανταγωνισμοί ανάμεσα στους Italo-Greci, τους Greci-Veneti και τους Greci-Ottomani και Greci Orientali επέβαλλαν την εκπόνηση στα 1764, νέου καταστατικού, με το οποίο οι νεότεροι επέβαλαν τις εθνικές προτεραιότητές τους έναντι των παλαιότερων. Η αλλαγή πραγματοποιήθηκε με τη στήριξη των νέων κυριάρχων, των Βουρβόνων, που είχαν κι αυτοί ανάγκη, όπως και οι Ισπανοί, των στρατιωτικών κυρίως υπηρεσιών των Ελλήνων της Νεάπολης. Ήταν η εποχή που άνθησε στο Reame η νέα ελληνική μισθοφορία, τη φορά αυτή με πρωτοβουλία στελεχών της κοινότητας: του βετεράνου Xιμαριώτη στρατιωτικού Στρατή Γκίκα και του Hπειρώτη εμπόρου Aθανασίου Γλυκή. Στα 1735-1738 λοιπόν οργανώθηκε η πρώτη στρατιωτική μονάδα ως τάγμα (battaglione) και στη συνέχεια (στα 1754) –με πρωτοστάτη τον λόγιο Kεφαλλονίτη κόμη Γεώργιο Xωραφά (1692-1775)– ως πλήρες Σύνταγμα, αυτό που έμεινε στην ιστορία ως «Βασιλικό Μακεδονικό Σύνταγμα» (Reggimento Real Macedone). Ας σημειωθεί ότι το «Macedone» δεν αντιστοιχούσε μόνο –και τόσο– στην ιστορική Μακεδονία, αλλά σε έναν ευρύτερο γεωγραφικό χώρο, που, κατά την αντίληψη της εποχής, περιελάμβανε και τη σημερινή Αλβανία και μέρος του Μαυροβουλίου και της Δαλματίας. O Xωραφάς μάλιστα επιχειρηματολόγησε τη συμμετοχή και άλλων “nazioni” με αναφορές στον πολυεθνικό στρατό του Mεγάλου Aλεξάνδρου, αλλά και στη θρησκευτική και πολιτιστική συγγένεια των Ελλήνων με τους «Iλλυριούς». Tελικά στο «Reggimento» οι «Ιλλυριοί» (Αλβανοί και Δαλματοί) ήταν ελάχιστοι: την απόλυτη πλειονότητα τη συγκροτούσαν Χειμαριώτες, Ηπειρώτες, Επτανήσιοι και Έλληνες από άλλες περιοχές της Ανατολής, ακόμα και από την Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη.

Το τέμπλο του ναού των Αγίων Πέτρου και Παύλου (με εικόνες του Βελισσαρίου Κορενσίου).

Με τη δύναμη των βετεράνων του «Reggimento Real Macedone» η κοινότητα κατάφερε και πάλι να εξουδετερώσει τις απειλές για την εκκλησιαστική και εθνική της αυτονομία μετά την παλινόρθωση στα 1815 του απολυταρχικού καθεστώτος του Φερδινάνδου Α΄ των Βουρβόνων (1815-1825) στο λεγόμενο πλέον Βασίλειο των Δύο Σικελιών. Στο μεταξύ η ανάδυση του ελληνικού κράτους, ενώ από το ένα μέρος επηρέασε αρνητικά τη δημογραφική εξέλιξη της παροικίας (όπως άλλωστε το σύνολο της ελληνικής Διασποράς, από όπου αρκετοί ομογενείς «επέστρεφαν» στην Ελλάδα), από το άλλο έδωσε τη δυνατότητα κάποιων παρεμβάσεων της Αθήνας (ασθενών οπωσδήποτε και περιορισμένων στο καίριο ζήτημα των εφημερίων του ελληνικού ναού). Και στην περίπτωση αυτή η παρέμβαση των Ελλήνων παλαίμαχων αξιωματικών του Βασιλείου των Δύο Σικελιών (όπως π.χ. του Χειμαριώτη Δημητρίου Λέκα (1779-1862) διευκόλυνε την επικράτηση της ελληνικής πλευράς. Οπωσδήποτε, η ενοποίηση της Ιταλίας στα 1861 άνοιξε μια νέα εποχή στη μετέπειτα τύχη της ελληνικής παροικίας της Νεάπολης. Ωστόσο, παρά την υπογραφή ελληνο-ιταλικών διακρατικών συμφωνιών, η κοινότητα θα εξακολουθήσει να αντιμετωπίζει προβλήματα από τους κατά περιόδους εμφανιζόμενους διεκδικητές της θρησκευτικής της αυτονομίας και περιουσίας (με την επίκληση παλαιών κληρονομικών δικαιωμάτων και ετεροχρονισμένα επιχειρήματα αμφίβολης ιστορικής εγκυρότητας) ως τα τέλη του 19ου αιώνα.

Η επόμενη βέβαια μεγάλη –και τελευταία, αλλά μακρόχρονη– δοκιμασία ήταν εκείνη που της προξένησε το φασιστικό καθεστώς, προπάντων μετά τα επεισόδια Tellini και Κέρκυρας και, φυσικά, κατά τη διάρκεια του πολέμου του 1940. Τότε λεηλατήθηκαν αρκετά από τα σωζόμενα περιουσιακά στοιχεία της παροικίας και της εκκλησίας. Πάντως ένα τμήμα των λεηλατηθέντων ανακτήθηκε στα μεταπολεμικά χρόνια χάρη στην επιμονή της κοινότητας (διευρυμένης πλέον από το 1992 ως «Comunità ellenica di Napoli e Campania»), αλλά και στην συναντίληψη των τοπικών αρχών της Νεάπολης. Μέσα στο κλίμα αυτό της συναδέλφωσης Ιταλών και Ελλήνων επανήλθε και το αίτημα για την αποκατάσταση της προαιώνιας ιστορικής ονομασίας της οδού (και της συνοικίας) των Ελλήνων της πόλης (rua e vico dei Greci). Τον Δεκέμβριο του 2009 ο δήμος της Νεάπολης τοποθέτησε στον εξωτερικό τοίχο της ελληνικής εκκλησίας, στην οδό Tommaso d’Aquino (τη νεότερη ονομασία τής οδού από το ομώνυμο πολεοδομικό συγκρότημα), αναμνηστική πλάκα με την επιγραφή: «Via San Tommaso d’Aquino già Vico dei Greci». Είναι προφανές ότι οι παλιές πληγές –ευεξήγητες ίσως ιστορικά με τα πάθη του παρελθόντος– έχουν πια επουλωθεί.

Η σύντομη αυτή αναδρομή στη συγκρότηση και τα επιτεύγματα (παρά τα εμπόδια) της ελληνικής κοινότητας της Νεάπολης ίσως δίνει την εντύπωση ότι η παροικία ήταν αριθμητικά μεγάλη. Η εντύπωση αυτή ήταν διάχυτη και στην ίδια τη Νεάπολη στις αρχές του 17ου αιώνα. Σε ένα από τα χρονικά της εποχής, το διαλογικό Il Forastiero του 1634, του ιστορικού Giulio Cesare Capaccio (1550-1634), δίνεται η εξής υπερβολική εικόνα των Ελλήνων της πόλης:

       Forastiero. Mi han riferito che in Napoli siano infiniti habitatori greci.

       Cittadino. Han riferito quel ch’è. E vi dovea commemorar prima la Rua di Greci.

Ωστόσο η εκτίμηση για τους «αμέτρητους» Έλληνες (infiniti habitatori greci) της Νεάπολης –η οποία, ας σημειωθεί, ήταν τότε μια από τις πολυανθρωπότερες πόλεις της Ευρώπης, με κάπου 200 χιλ. κατοίκους– είναι το λιγότερο υπερβολική. Δεν διαθέτουμε ακριβή στοιχεία· αλλά ξεκινώντας από τα επώνυμα στελέχη της κοινότητας στα σωζόμενα πρακτικά της, μπορούμε να υπολογίσουμε τον αριθμό των εγγεγραμμένων μελών της (δηλαδή των ενεργών στελεχών) κατά τον όψιμο 16ο και τον αρχόμενο 17ο αιώνα στα 30-40 άτομα (τα οποία βέβαια εκπροσωπούσαν ισάριθμες περίπου οικογένειες, που αποδίδουν ένα σύνολο 130-140 ατόμων). Το μέγεθος αυτό παραμένει, με μικρές αυξομειώσεις, ως τα μέσα του 18ου αιώνα, οπότε με τις στρατολογίες τού «Reggimento Real Macedone» τριπλασιάζεται: φτάνει τα 400 άτομα, για να ξαναπέσει όμως στο κλείσιμο του αιώνα στα 200. Με τη δημιουργία του ελληνικού κράτους (που απορρόφησε, όπως αναφέρθηκε, τμήματα της συνολικής ελληνικής Διασποράς), ο αριθμός των μελών της κοινότητας επανήλθε στα παλαιότερα επίπεδα (κάπου στις 130-140 ψυχές και στο κλείσιμο του 19ου αιώνα στις 100).

Ωστόσο στον αριθμό αυτόν θα πρέπει ασφαλώς να συνυπολογιστούν και τα μη μετρήσιμα, ανενεργά μέλη της παροικίας και οι επίσης μη μόνιμοι Έλληνες κάτοικοι της Νεάπολης. Αυτοί ίσως εμφάνιζαν το Vico dei Greci σαν έναν πολύβουο ανθρώπινο μικρόκοσμο. Ας μην ξεχνούμε ότι ως τα μέσα σχεδόν του 17ου αιώνα η Νεάπολη αποτελούσε τον πρώτο προορισμό (και το εφαλτήριο) σε όσους κατευθύνονταν προς την Ισπανία και τις ευρωπαϊκές και υπερπόντιες κτήσεις της. Αποτελούσε επίσης ενδιάμεσο σταθμό για τους πρόσφυγες και μετανάστες της ελληνικής Ανατολής, που αναζητούσαν νέες πατρίδες σε διάφορες περιοχές είτε της νότιας Ιταλίας είτε της Τοσκάνης, της Κορσικής, της Σαρδηνίας και των Βαλεαρίδων. Μετά τη δημιουργία τού ελληνικού κράτους άρχισαν να περνούν από το λιμάνι της Νεάπολης και το γειτονικό Castellamare di Stabia χιλιάδες Ελλήνων ναυτικών, οι οποίοι δεν εντάσσονταν βέβαια στην κοινότητα, άσχετα αν για ένα διάστημα φιλοξενούνταν σε δικά της καταλύματα.

Όπως και να το κάνουμε, η ελληνική εστία της Νεάπολης δεν εμφάνισε τα εντυπωσιακά μεγέθη της αντίστοιχης παροικίας της Βενετίας, στη συνέχεια της Τεργέστης και στις αρχές του 19ου αιώνα της Βιέννης (όπου οι πάροικοι μετρούνταν σε ορισμένες περιόδους σε κάποιες –λίγες πάντως– χιλιάδες). Η ανάγκη επίσης των Ελλήνων της Νεάπολης να διαφυλάξουν τη θρησκευτική και εθνική τους ιδιοπροσωπία, επέβαλλε και κάποιας μορφής περιχαράκωση έναντι του περιγύρου (του καθολικού ιταλικού, του ουνιτικού ιταλο-ελληνικού και του ορθοδόξου ιταλο-αλβανικού). Οι μικτοί γάμοι βέβαια δεν έλειπαν· προκαλούσαν μάλιστα προβλήματα στην κοινότητα, επειδή άνοιγαν την όρεξη σε νέους διεκδικητές της ακίνητης περιουσίας της. Ορισμένα επίσης από τα επίλεκτα μέλη τής παροικίας θέλησαν να επιτύχουν αντίστροφα –και πάλι με μικτούς γάμους– την κοινωνική τους άνοδο, εντασσόμενα στην ιταλική (και την ισπανική) élite της νότιας Ιταλίας. Πάντως αξίζει εδώ να σημειώσουμε ότι, μολονότι η ένταξή τους αυτή άνοιγε τον δρόμο στον εξιταλισμό και γενικά στην πολιτιστική και θρησκευτική τους αλλοτρίωση, δεν συνοδεύτηκε πάντοτε και με την άρνηση της ελληνικότητας (grecità): Έχουμε δείγματα ελληνικών οικογενειών της Νεάπολης (από την Κορώνη, τη Μονεμβασία και τα Επτάνησα), οι οποίες, έχοντας καταφέρει να συγγενέψουν με σημαντικές οικογενειακές δυναστείες της Κάτω Ιταλίας, δεν έπαψαν να προβάλλουν επί αρκετές γενιές με υπερηφάνεια την ελληνική τους προέλευση (συχνά επικαλούμενοι, όπως είπαμε, και την αμφισβητήσιμη καταγωγή τους από αριστοκρατικούς οίκους του Βυζαντίου).

Έγγραφο του αρχείου της κοινότητας (πρακτικά του 16ου και 17ου αι.).

Ιστορικοί λόγοι επηρέασαν και τις κοινωνικές και επαγγελματικές προτεραιότητες των μελών της παροικίας. Χωρίς να λείπουν οι ασχολούμενοι με τη βιοτεχνία και το εμπόριο, η πλειονότητά τους στράφηκε, όπως αναφέρθηκε, στη στρατιωτική σταδιοδρομία. Είδαμε εξάλλου ότι ο πρώτος πυρήνας της παροικίας είχε σχηματιστεί τον 15ο αιώνα από stradioti/estradiotes, τους οποίους “διαδέχτηκαν”, κατά κάποιο τρόπο, κατά τον 18ο και 19ο οι άνδρες του «Reggimento Real Macedone» και του διαδοχικού «Battaglione dei Cacciatori Macedoni». Το φαινόμενο, που συνεχίστηκε ως την έκρηξη της ελληνικής Επανάστασης, οφείλεται στο γεγονός ότι το βασίλειο της Νεάπολης (άσχετα από τους κατά περιόδους κυριάρχους του) είχε μετατραπεί για αιώνες (ως τα μέσα τουλάχιστον του 18ου αιώνα) σε προχωρημένο ανάχωμα (ένα πραγματικό “antemurale”) της χριστιανικής Δύσης απέναντι στην οθωμανική επεκτακτικότητα στην κεντρική και τη δυτική Μεσόγειο. Ήταν επίσης και το σταθερό ορμητήριο σε όλες σχεδόν τις ναυτικές εξορμήσεις των Ισπανών, των Φλωρεντινών και των Μαλτέζων στην ελληνική Ανατολή. Γι’ αυτό άλλωστε και οι Έλληνες του Reame συνδύαζαν την έμμισθη στρατιωτική υπηρεσία με τις προσδοκίες τους για την εθνική τους αποκατάσταση, θεωρώντας την ανάμιξή τους σε αντιτουρκικά κινήματα κοινή υποχρέωση και έναντι της υπόδουλης Ελλάδας και έναντι της δεύτερης πατρίδας τους, της Νεάπολης. Δεν είναι τυχαίο ότι στο Vico dei Greci εξυφαίνονταν τα περισσότερα από τα επαναστατικά κινήματα που πραγματοποιούνταν (ή απλώς σχεδιάζονταν) κατά τον 16ο και 17ο αιώνα. Ενδεικτικά μόνο αναφέρω ότι η διπλή εξέγερση του μητροπολίτη Λαρίσης Διονυσίου του Φιλοσόφου στη δυτική Θεσσαλία το 1601 και στην Ήπειρο στα 1611 (η σημαντικότερη που σημειώθηκε στον ελληνικό χώρο, από την εποχή της Άλωσης ως τα Ορλοφικά του 1768), οργανώθηκε αποκλειστικά από επώνυμα μέλη της ελληνικής κοινότητας της Νεάπολης.

Το οικόσημο της οικογένειας Κοντόσταυλου σε κάλυμμα οικογενειακού τάφου του 16ου αιώνα (εξωτερικό εκκλησίας).
Το ταφικό μνημείο του Δημητρίου Λέκκα (εξωτερικό εκκλησίας).

Από την άποψη λοιπόν αυτή η παροικία έπαιξε, παρά το μικρό της μέγεθος, σημαντικό ρόλο στη διαρκή αναζωπύρωση (παρά τις απογοητεύσεις) του επαναστατικού πνεύματος των Ελλήνων, από τα τέλη του 15ου αιώνα ως τις παραμονές της Επανάστασης του 1821. Ακόμα και μετά την προσέγγιση των Βουρβόνων της Νεάπολης με τους Οθωμανούς στα 1740, οι Έλληνες του Reame δεν έπαψαν να αναθερμαίνουν τα ασίγαστα απελευθερωτικά τους οράματα, με πιο γνωστά τα παραδείγματα του Χωραφά, του ιδρυτή του «Reggimento Macedone», και του Aντωνίου Γκίκα, γιου του διοικητή του Συντάγματος Στρατή: Και αν ο πρώτος περιορίστηκε σε εκκλήσεις (μερικές καθαρά φιλολογικές) προς τη Ρωσία για την απελευθέρωση της Ελλάδας, ο δεύτερος, ο Αντώνιος Γκίκας θα περάσει στη δράση, εντασσόμενος στην υπηρεσία των Ρώσων πριν και μετά τις επιχειρήσεις τους στις ελληνικές χώρες στα 1768-1770. Το ίδιο αφορά και δεκάδες άλλα στελέχη, επώνυμα και ανώνυμα, των ελληνικών στρατιωτικών σωμάτων της Νεάπολης στα τέλη του 18ου και στην πρώτη δεκαετία του 19ου αιώνα.

Οι εναλλασσόμενοι κυρίαρχοι της Νεάπολης (Ισπανοί, Αυστριακοί, ακόμα και οι επαναστατικοί Γάλλοι) χρησιμοποίησαν τους Έλληνες μισθοφόρους και σε επιχειρήσεις στο εσωτερικό του βασιλείου: αρχικά για την εξουδετέρωση των γαλλόφιλων βαρόνων, στη συνέχεια, στα 1647, της αντι-ισπανικής επανάστασης του Massanielo (Tommaso Aniello, 1620-1647), της λαϊκής εξέγερσης στο Παλέρμο στα 1733, των αντιδράσεων στη βραχύβια Παρθενόπεια Δημοκρατία (1799) και, τέλος, για την καταστολή της ενδημικής ληστείας του ιταλικού Νότου. Τελικά με την έκρηξη της ελληνικής Eπανάστασης του 1821 οι περισότεροι Έλληνες βετεράνοι των νεαπολιτανικών στρατιωτικών μονάδων που προαναφέρθηκαν –ακόμα και μετά την αναδιοργάνωσή τους το 1817 από τον Richard Church (1784-1873), τον μετέπειτα αρχιστράτηγο των Ελλήνων επαναστατών–, έσπευσαν στην Eλλάδα, πραγματοποιώντας επιτέλους ένα όνειρο που είχαν και αυτοί, όπως και οι προγενέστεροι Έλληνες ομότεχνοί τους: να διαθέσουν δηλαδή την πολεμική τους εμπειρία και τη ζωή τους όχι υπηρετώντας ξένους ηγεμόνες, αλλά τη δική τους πατρίδα. Σε αυτούς υπολόγιζαν και οι συντάκτες του γενικού επιτελικού σχεδίου τής Φιλικής Εταιρείας, όταν σημειώνουν ότι:

Εἰς Νεάπολιν…. εὑρισκεται ἕν σῶμα ἑλληνικοῦ στρατοῦ, οί όποῖοι [sic] μέ τό νά ἠξεύρωσι καλῶς τήν τακτικήν, συμφέρει νά εὑρεθῶσιν εἰς τήν Ἑλλάδα κατά ταύτην τήν περίπτωσιν, ὄχι μόνον διά νά
συνεργήσουν, ἀλλά καί νά διδάξουν τούς ἡμετέρους τά τακτικά.

Το ταφικό μνημείο του Δημητρίου Λέκκα (λεπτομέρεια).

Ο στρατοκρατικός προσανατολισμός ενός μεγάλου τμήματος των παροίκων τής Νεάπολης δεν εμπόδισε το “αστικότερο” στοιχείο της να στραφεί σε ειρηνικότερους τομείς. Αναφέρθηκε ήδη λακωνικά η ενασχόλησή τους με τη βιοτεχνία και το εμπόριο. Αλλά περισσότερο ενδιαφέρον ίσως παρουσιάζουν τα δείγματα των Ελλήνων της πόλης, που καλλιέργησαν τα γράμματα και τις τέχνες. Για ενάμιση αιώνα περίπου αρκετοί εφημέριοι της εκκλησίας ήταν απόφοιτοι του Ελληνικού Κολλεγίου της Ρώμης (κατά κανόνα ουνίτες, που προκαλούσαν και αρκετές αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό της κοινότητας). Κάποιοι επίσης καταγράφονται ως διδάσκαλοι της (αρχαίας) ελληνικής στο Studio Pubblico της Νεάπολης, άλλοι ως μέλη φιλολογικών και καλλιτεχνικών «Ακαδημιών» της πόλης. Αλλά το όνομα που λάμπρυνε την ιστορία τού νεαπολιτανικού μπαρόκ είναι βέβαια του καταγόμενου από την Κυπαρισσία της Πελοποννήσου ζωγράφου Βελισσαρίου Κορενσίου (1558-1643). Ο Κορένσιος δεν εργάστηκε μόνο σε ρωμαιοκαθολικές εκκλησίες και μοναστήρια της περιφέρειας της Νεάπολης, αλλά και στην εικονογράφηση (με ανάμικτο βυζαντινότροπο και δυτικό ύφος) της ελληνικής εκκλησίας της πόλης· εξάλλου συμμετείχε επανειλημμένα και στη διοίκηση της Αδελφότητας (Confraternita). Έναν αιώνα αργότερα (από το 1756 και εξής) εργάστηκε στην παροικία και ένας λιγότερο γνωστός καλλιτέχνης, αλλά με ενεργό κι αυτός συμμετοχή στα πράγματα της κοινότητας, ο Κεφαλονίτης λόγιος, ποιητής και ζωγράφος Ευστάθιος Καρούσος (1750-1818).

Με το πέρασμα στον 19ο αιώνα έζησαν στη Νεάπολη για μικρά ή μεγάλα χρονικά διαστήματα αρκετοί Έλληνες λόγιοι και καλλιτέχνες, που ανανέωσαν, κάτω από νέους όρους, το πολιτιστικό κλίμα της μικρής ελληνικής εστίας.  Ανάμεσά τους συγκαταλέγονταν άλλοτε μερικά μόνιμα μέλη της κοινότητας, όπως π.χ. ο σημαντικός φιλόλογος και καθηγητής για μια εικοσαετία της νεοελληνικής γλώσσας και λογοτεχνίας στο Istituto Orientale της πόλης Κωνσταντίνος Τριανταφύλλης (1832-1912), και άλλοτε περιστασιακά, όπως π.χ. ο Ιάκωβος Πολυλάς (1825-1896), ο εκδότης των έργων του Διονυσίου Σολωμού. Ιδιαίτερος λόγος θα πρέπει να γίνει για την παρουσία στη Νεάπολη των Επτανησίων μουσικών· ανάμεσά τους ο Νικόλαος Χαλικιόπουλος-Μάντζαρος (1795-1872), ο Σπυρίδων Ξύνδας (1812-1896), οι αδελφοί Ναπολέων (1864-1932) και Γεώργιος Λαμπελέτ (1875-1945) κ.ά., όλοι σπουδαστές και συνεργάτες διάσημων μουσικών της παρθενόπειας πολιτείας. Πρόκειται, σε τελευταία ανάλυση, για τους καλλιτέχνες εκείνους (συνθέτες και διδασκάλους της μουσικής), που ουσιαστικά μετακένωσαν τη δυτική έντεχνη μουσική (και ιδιαίτερα το ιταλικό μελόδραμα) στον νεοελληνικό κόσμο.

Αναστοχαζόμενοι σήμερα τη μακρά διαδρομή μιας μικρής, αλλά δυναμικής ελληνικής εστίας της νεοελληνικής Διασποράς, μπορούμε να καταλήξουμε σε κάποια πολύ γενικά συμπεράσματα: Καταρχήν η ελληνική κοινότητα της Νεάπολης συνδέθηκε στενά –ίσως «στενότερα» σε σχέση με άλλες ελληνικές παροικίες της Δύσης– με τον κοινωνικό περίγυρό της τής νότιας ιταλικής χερσονήσου και της Σικελίας (άσχετα από τις δογματικές διαφορές και τις αντιπαραθέσεις). Αποτέλεσε επίσης ενδιάμεσο σταθμό στις ελληνικές μετοικεσίες από την ανατολική προς τη δυτική Μεσόγειο. Εκείνο που επίσης την ξεχώρισε ήταν η ενεργός και πρώιμη ανάμιξη των μελών της στο πολιτικό πρόβλημα της τουρκοκρατούμενης Ανατολής, όχι στην ιδεολογία (όπου άλλες εστίες της Ιταλίας έπαιξαν σημαντικότερο ρόλο), αλλά στην επαναστατική πράξη. Όλα αυτά έχουν κάπως μελετηθεί. Αλλά τα desiderata παραμένουν, όπως π.χ. η θέση της κοινότητας στην πολιτιστική ιστορία της Νεάπολης, τόσο της πρώιμης νεότερης περιόδου (ιδιαίτερα κατά τον γόνιμο νεαπολιτανικό 17ο αιώνα), όσο –κυρίως–της όψιμης και σύγχρονης, από το τέλος του 18ου ως τον 19ο ή και τον 20ό αιώνα. Εξάλλου από το τέλος του 18ου και κατά τον 19ο αιώνα η ιδεολογική επιρροή άλλων, άλλοτε ένδοξων ελληνικών παροικών της Ιταλίας (π.χ. της Βενετίας) είχε περάσει στη φάση της κάμψης αν όχι της αδράνειας. Αντίθετα στη Νεάπολη έχουμε αρκετά ενδιαφέροντα δείγματα, ιδιαίτερα στον πολιτιστικό τομέα. Μερικά από τα δείγματα αυτά έχουν ήδη καταγραφεί. Ωστόσο το τεράστιο σωζόμενο αρχειακό υλικό για τον 18ο και 19ο αιώνα στη Νεάπολη, αλλά και σε άλλα ιταλικά και ευρωπαϊκά αρχεία, περιμένει ακόμα τη σκαπάνη των νεότερων ερευνητών. Και είναι ευοίωνο το γεγονός ότι εδώ και μερικά χρόνια, δίπλα στους ιταλομαθείς Έλληνες, ήρθαν να προστεθούν και οι αυξανόμενοι σε αριθμό ελληνομαθείς Ιταλοί ιστορικοί, από τους οποίος πολλοί μας έδωσαν ήδη ενδιαφέροντες ερευνητικούς καρπούς. Σ’ αυτούς λοιπόν εναπόκειται πλέον η ιστοριογραφική καταξίωση των ερευνητικών εκκρεμοτήτων που αναφέρθηκαν δειγματοληπτικά, αλλά και η διεύρυνση των επιστημονικών και γενικά των ανθρώπινων γεφυρών ανάμεσα στους δυο αδελφικούς –ή, αν θέλετε, εξαδελφικούς– λαούς της Μεσογείου.  Σε τελευταία ανάλυση αυτό θα αποτελέσει και την εκ των υστέρων δικαίωση των «Κορωναίων» του 16ου αιώνα («ὧν καί τήν μνήμην ἐπιτελοῦμεν»), που κατάφεραν να στήσουν στον χώρο της αρχαίας Μεγάλης Ελλάδας τη δική τους ταπεινή νεότερη Μικρή Ελλάδα, η οποία όμως ξεπέρασε ήδη τη μισή της χιλιετία.

Ο Ιωάννης Κ. Χασιώτης είναι Ομότιμος Καθηγητής Νεότερης Ιστορίας, ΑΠΘ

Ενδεικτική βιβλιογραφία

Gian V. Meola, Delle istorie della chiesa greca in Napoli existente, Νεάπολη, Vincenzo Mazzola-Vocola, 1790.

Domenico Ambrasi, “In margine all’immigrazione greca nell’Italia meridionale nei secoli XV e XVI. La comunità greca di Napoli e la sua chiesa”, Asprenas, 8 (1961), 156-185.

K. Hassiotis, “La comunità greca di Napoli e i moti insurrezionali nella penisola balcanica meridionale durante la seconda metà del XVI secolo”, Balkan Studies, 10 (1969), 279-288.

Alberto Rizzi, “Le icone postbizantine della Chiesa greco-ortodossa dei SS. Pietro e Paolo in Napoli”, Θησαυρίσματα, 11 (1974), 136-163.

K. Hassiotis, “Sull’organizzazione, integrazione e ideologia politica dei Greci a Napoli (XV-XIX sec.)”, Eπιστ. Eπετ. Φιλοσ. Σχ. Πανεπ. Θεσσαλονίκης20 (1981), 411-452.

Nicholas Charles Pappas, “Balkan Foreign Legions in the 18th Century Italy: The ‘Reggimento Real Macedone’ and its Successors”, Nation and Ideology. Essays in Honor of Wayne S. Vucinich,  επιμ. Ivo Banac. John G. Ackerman and Roman Szporluk, East European Monographs, Boulder, Columbia Univ. Press, New York 1981, σ. 35-59.

Constantino Nikas, Per la storia dell’insegnamento del greco moderno a Napoli”, Ιταλοελληνικά, 1  (1988), 37-47.

Γιάννης Κορίνθιος,  “Tο Bασίλειο των Δύο Σικελιών και η Eλληνική Eπανάσταση, Iταλοελληνικά,  3 (1990), 183-194.

Filippo D’Oria, “Cultura napoletana e diaspora greca nell’età dei Riformatori», Ιταλοελληνικά,  6 (1997-8), 331-348.

Jannis Korinthios,  I Greci di Napoli e del meridione d’Italia dal XV al XX secolo, Κάλιαρι, AM&D Edizioni, 2012.

* Κείμενο διάλεξης που δόθηκε στην Ιταλική Αρχαιολογική Σχολή της Αθήνας στις 9 Νοεμβρίου 2018, στο πλαίσιο της επετείου των 500 χρόνων της ελληνικής παροικίας της Νεάπολης.

, , , , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.