Η Ελληνική τραγωδία: Διαχωρισμός του βίου από τον πολιτισμό

Γράφει ο Κώστας Γεωργουσόπουλος

Η τραγωδία του νεοελληνισμού ξεκινάει από το ζεύγος νεοελληνικός βίος και πολιτισμός· από τη στιγμή που αποφασίστηκε το άλμα, να διαχωρίζουμε τα πράγματα μέσα από την επιβεβλημένη, σε μας, δυτική λογική. Έχω την εντύπωση, ακριβώς, ότι η ελληνική τραγωδία ξεκίνησε από τη στιγμή που μ ε τ  α λ λ ά χ τ η κ ε το πνεύμα του χώρου και της παράδοσής μας στην ευρωπαϊκή του διάσταση και επέστρεψε ως αντιδάνειο. Το φίλτρο με το οποίο έγινε αυτή η διαδικασία ονομάζεται Αναγέννηση: μια μεγάλη στιγμή, αναμφίβολα, στην ιστορία του πολιτισμού. Αλλά τι σημαίνει Αναγέννηση; Δεν σημαίνει μόνο ξανακοίταγμα των παλιών κειμένων, αλλά και αναλυτική σκέψη· με άλλα λόγια, δ ι ά σ π α σ η  τ η ς  ε ν ό τ η τ α ς. Αυτό που οι δυτικοί προσέλαβαν ως εν, το επέστρεψαν ως σύνολο πραγμάτων, δηλ. ως παν. Το όλον έγινε παν. Η διαφορά μεταξύ των δυο εννοιών είναι μεγάλη. Όλος στα αρχαία ελληνικά σημαίνει αδιάσπαστος, που μόνο με μηχανικούς και βίαιους τρόπους  διασπάται, ενώ πας σημαίνει ισορροπία επί μέρους στοιχείων.

Το ελληνικό πνεύμα δρούσε ως έκφραση της πόλης μέσα στη δημοκρατία της αρχαίας Αθήνας, δημιουργό αυτής της ανεπανάληπτης στιγμής, που ονομάζουμε κλασική. Όταν μιλάμε για πολιτισμό στον κλασικό αιώνα, εννοούμε τον βίο της πόλης καθεαυτόν. Δεν υπάρχει στην περίπτωση αυτή πολιτισμολογία, ο λόγος για την πόλη εννοεί τη δράση για την πόλη, τη συμμετοχή στα κοινά. Και το αποτέλεσμα αυτής της μέθεξης το χαίρεται η πόλη ως προϊόν των μηχανισμών και των διαδικασιών της.

Όταν αυτή η διαδικασία μεταβάλλεται σε στοχασμό πάνω στα πράγματα της πόλης, σε ανάλυση των φαινομένων που είναι το σύνδρομο και η δόξα της Δύσης, δημιουργείται ο πολιτισμός και η φιλοσοφία του πολιτεύεσθαι. Στην Ελλάδα, μετά την αποκατάσταση της κρατικής της ενότητας και εθνικής της μορφής, επεμβαίνει το ευρωπαϊκό πνεύμα με διάφορους τρόπους, με την εξάρτηση, με τη μίμηση ή με την αναγκαία συναλοιφή των πολιτισμών. Διασπά το κοινοτικό ελληνικό πνεύμα. Μέχρι τότε αυτό ήταν υπόγεια συνέχεια του παλιού ελληνικού πνεύματος, διότι ο ελληνικός βίος παρήγαγε πολιτισμό, ακριβώς, μέσω της διαδικασίας του βιώνειν τα κοινά.  Μέσω της κοινότητας, ο ελληνισμός διέσωσε πολλά στοιχεία ήθους κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας. Ένας ολόκληρος κόσμος εκφράστηκε μέσα από συμπεριφορές και η γλώσσα για να επιβιώσει, παρήγαγε έθος, τραγούδι, εικαστική διατύπωση κ.λπ. Η συμβίωση, που δημιούργησε τα στοιχεία αυτά, δεν ήταν συνειδητή πράξη λογοτεχνίας ή εικαστικής διατύπωσης. Στη λαϊκή μας παράδοση δεν υπάρχει η έννοια του καλλιτέχνη, που δημιουργεί το τραγούδι.

Όταν ήρθε, λοιπόν, η ευρωπαϊκή αντίληψη, δοτή και εκ των υστέρων, στην Ελλάδα που δεν είχε παράδοση σε μια παρόμοια αντίληψη, δομημένη πάνω σε καλλιτεχνικά δεδομένα, ανεξάρτητη από το πολιτεύεσθαι και τη συντακτική διατύπωση του πολιτικού βίου, δημιουργήθηκε το  ρ ή γ μ α. Το στην ελληνική παράδοση λειτούργησε με ένα συγκεκριμένο τρόπο και ο κάτοικος αυτής της χώρας βιάστηκε, υποχρεώθηκε να προσλάβει την έννοια π.χ. του κλασικισμού, της αρχαιολογικής επιστήμης ή της λαογραφίας, με λογικές άσχετες με τη δική του σκέψη. Ας μείνουμε στη λαογραφία: ήρθε να μας εξηγήσει, μέσα από τη γερμανική και αγγλική της διατύπωση, πώς δρα ο λαός. Και χρεώνεται με όλη την εθνικιστική, ιδεολογικοποιημένη νοοτροπία, που δεν έχει π.χ. ο Μακρυγιάννης ή ο λαός της εποχής του. Δεν υπάρχει μυθοποίηση του λαού μέσα στη δημοτική παράδοση. Έρχεται εκ των υστέρων ο Νικόλαος Πολίτης, ως εκφραστής της γερμανικής επιστημολογίας πάνω στο πρόβλημα της λαϊκής δημιουργίας, και συγκροτούνται τα συμφραζόμενα, που στις μέρες μας καταλήγουν στον λαϊκισμό. Δηλαδή στην απολυτοποίηση, στη μυθοποίηση και στη μαγική προσέγγιση της έννοιας λαός. Η Δύση  έχει την τάση της γενίκευσης και της μυθοποίησης των ονομάτων. Ο δυτικός πολιτισμός αναπαύεται μέσα σ’ αυτή την τάση, διότι είναι προϊόν της ίδιας της σκέψης του. Η δυτική, λοιπόν, εξαγωγή μορφών μας βρήκε απροετοίμαστους, διότι έπρεπε μέσα στα συγκεκριμένα καλούπια της να εντάξουμε τον πνευματικό μας βίο. Καταλήγουμε στην διάσπαση της σκέψης μας και από τότε υπάρχει καχυποψία του λαού (όχι της έννοιας λαός με την ιδεολογικοποιημένη του εκδοχή) απέναντι στην πνευματική και καλλιτεχνική δημιουργία. Υπάρχει και δέος μαζί με την καχυποψία. Δεν υπάρχει, όμως, αυτή η στάση  απέναντι στον καλλιτέχνη που θα βγει από το εσωτερικό του λαού. Ο πρωτοχορευτής ή ο λυράρης δεν μυθοποιούνται μέσα στη λαϊκή κοινωνία, με τον τρόπο που μυθοποιείται, αργότερα, στη Δύση ο βιρτουόζος.

Η τραγωδία, λοιπόν, αυτού του τόπου ξεκίνησε  από τον τεχνητό διαχωρισμό ανάμεσα στον π ο λ ι τ ι σ μ ό και στον β ί ο. Ακόμα και σήμερα οι διανοούμενοί μας μιλούν με απέχθεια για την απαιδευσία  ή την ακαταλληλότητα του λαού να προσλαμβάνει τις νέες μορφές. Έχουμε πρόσφατα παραδείγματα ζωγράφων, οι οποίοι μυκτηρίζουν τον λαό που έμεινε προσηλωμένος στις ανθρωπολογικές και ανθρωποκεντρικές φόρμες. Η διαφωνία Κεσανλή και Μαρίνας Λαμπράκη έχει αυτόν το χαρακτήρα. Από τη μία μιλάει η διασπασμένη σκέψη της Δύσεως, όπως εκφράζεται στο απρόσωπο της σύγχρονης ζωγραφικής, από την άλλη μιλάει η βυζαντινή παράδοση, όπως εκφράστηκε  π.χ. στον Τσαρούχη., ως σεβασμός στα πράγματα και στο ανθρώπινο πρόσωπο. Κάνω κριτική στο εικαστικό φαινόμενο, όπως διατυπώθηκε στη Δύση, αλλά το θεωρώ νομοτελειακό γεγονός. Σε μας το θεωρώ επίθετο, δοτό και γι’ αυτό αναφομοίωτο, γεγονός που είχε ως συνέπεια τη γενικότερη καχυποψία  απέναντι στα μοντέρνα δυτικά ρεύματα. Δεν προετοιμάστηκε ο δικός μας λαός μέσα από την παράδοσή του, να σεβαστεί το παρελθόν, να παραγάγει μορφές αναγκαίες να τον λυτρώσουν. Εμφανίσθηκαν σε ένα αποφασιστικό σημείο οι μυθοποιημένες μορφές της Δύσεως, ως επείγον αίτημα: έπρεπε να τις καταλάβουμε, αλλιώς θα είμαστε οι καθυστερημένοι επαρχιώτες της περιφέρειας. Αυτό το σύνδρομο διαπιστώνω ότι κυριαρχεί σήμερα, σε όλο το βάθος και το πλάτος της ελληνικής πνευματικής ζωής. Ακούμε ότι σε όλες τις εκφράσεις της τέχνης είμαστε καθυστερημένοι, εν σχέσει προς τη Δύση. Μιλούν π.χ. για τη χαμηλότερη ποιότητα του εγχωρίου μυθιστορήματος ως προς την ποιότητα του ευρωπαϊκού και για διάφορα άλλα. (Η μόνη που γλιτώνει είναι η ελληνική ποίηση).

Κανείς δεν σκέφτηκε το αυτονόητο: κάθε λαός είναι υπεύθυνος για τα πνευματικά του προϊόντα και, εφ’ όσον τα χαίρεται, τα νομιμοποιεί. Δεν πρέπει να ντρέπεται για τίποτα. Όταν ένας λαός αρχίζει να νιώθει συμπλεγματικά, λόγω της αδυναμίας του να καταλάβει ό,τι του προσφέρεται, είναι ένας λαός σχιζοφρενικός. Στηριζόμαστε σε δύο επίπεδα: από τη μια έχουμε την ανάγκη να είμαστε ριζωμένοι κάπου, να επικοινωνούμε με το παρελθόν, με τους νεκρούς (η ανάγκη αυτή συνδέεται με την παράδοση, με το δημοτικό τραγούδι που φτάνει μέχρι τον Ρίτσο και το στοιχείο της ευσέβειας που νιώθουμε για τους νεκρούς ξεκινά από την Αντιγόνη), από την άλλη είμαστε διαθέσιμοι προς τον ορίζοντα· χαρακτηριστικά του αρχαίου αλλά και του βυζαντινού πολιτισμού. Ας μείνουμε, όμως, στο πρώτο σκέλος: στην πρόσδεσή μας με το παρελθόν και συγκεκριμένα στη σχέση μας με τους νεκρούς. Βλέπουμε και διαβάζουμε για ασχημίες ή και για αδιαφορία  των προσερχομένων κατά τη διάρκεια των κηδειών. Αυτά τα φαινόμενα είναι αποτέλεσμα της οργάνωσης των τελετών με γνώμονα το κέρδος, που είναι καθαρώς δυτική έμπνευση. Έχω υπ’ όψιν μου καταπληκτικό φιλμ του Ρίτσαρτσον, μια «μαύρη κωμωδία», το Thelovedone, γύρω από το εμπόριο της ταφής των νεκρών και την ηδονή του θανάτου στην Αμερική. Νιώθω απελπισμένος μ’ αυτόν τον τόπο, όταν υποχρεωμένος να παρευρεθώ σε κηδείες συγγενών μαθητών μου (τυχαίνει να διδάσκω σε σχολείο υψηλών οικονομικών προδιαγραφών, του οποίου ο «πληθυσμός» ακολουθεί τα δυτικά πρότυπα), διαπιστώνω ότι έχουν καταργήσει τη συγκέντρωση στο κυλικείο. Αμέσως μετά την ταφή, οι οικείοι του εκλιπόντος μπαίνουν στην Μερσεντές και επιστρέφουν αμέσως σπίτι, στη μοναξιά τους, με ελλείποντα τον ένα κρίκο της οικογένειας. Αδιανόητη συμπεριφορά για τα ελληνικά έθιμα. Μεγάλωσα σε επαρχία, σε μια κοινότητα της οποίας ο νεκρός ήταν το κέντρο του βίου. Τον περνούσαν μέσα από την πλατεία ξεσκέπαστο, να αποχαιρετήσει τα πράγματα. Ακολουθούσε όλη η πόλη και όταν τελείωνε αυτή η κηδεία (η φροντίδα, η έγνοια για τον νεκρό), ο κόσμος επέστρεφε στο σπίτι του εκλιπόντος για τη μακαριά. Υπήρχαν ανεπανάληπτες ανθρώπινες σχέσεις, έκφραση μιας υπέρτατης σύλληψης της κοινωνικοποίησης και της επιστροφής στη ζωή των συγγενών του νεκρού. Η παρηγοριά για τους επιζώντες ακολουθούσε την μακαριά για τον νεκρό. Ήταν η απόπειρα επανένταξης των τεθλιμμένων στην κοινότητα, στη ζωή. Η χήρα μπαινόβγαινε στην κουζίνα, η κοινότητα του βίου την έσπρωχνε προς τη ζωή. Έχει κατατεθεί η σχέση αυτή, κατά τρόπο ανεπανάληπτο, στο Ω της Ιλιάδας, όταν γίνεται το κοινό γεύμα του Πριάμου και του Αχιλλέα, ενώ δίπλα ετοιμάζουν το νεκρό Έκτορα. Τρώνε ο χαροκαμένος πατέρας και ο δολοφόνος μαζί. Λέγεται μάλιστα η κουβέντα που λέμε ακόμα και σήμερα: «οι ζωντανοί με τους ζωντανούς και οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους». Αυτή, λοιπόν, η κατάφαση στη ζωή και ταυτοχρόνως  η πρόσληψη του θανάτου μέσα από τη ζωή, είναι εκδηλώσεις άγνωστες και ακατανόητες για τη Δύση, η οποία είναι ταμένη του θανάτου. Αν και διστάζει να αντιμετωπίσει τον θάνατο καταπρόσωπο. Έχει μυθοποιήσει μέσα από τα θρησκευτικά δρώμενα τα Χριστούγεννα και όχι το Πάσχα. Πάσχει από τρόμο του θανάτου. Δεν ξεχνώ την Ημέρα των νεκρών, που λειτουργεί ως μοτίβο στο Κάτω από το ηφαίστειο, του Λόουρυ. Οι Μεξικάνοι μεταποίησαν τη λατρεία των νεκρών, που αποτελούσε στοιχείο στη θρησκεία των Ίνκας, μέσα από τις επιδράσεις των δυτικών. Με όσα λέω, όμως, πρέπει να προσθέσω με έμφαση ότι από τη στιγμή που θα ιδεολογικοποιήσουμε τα θετικά στοιχεία του ελληνισμού, σχηματοποιούμε επικίνδυνα, τα εντάσσουμε σε γενικά σχήματα, σε nomina, σε ονόματα, σε ένα δυτικό τρόπο του σκέπτεσθαι. Διαφωνώ με όλη αυτή την ιδεολογική συζήτηση της κανονιστικής αντίληψης, να εντάξουμε τα φαινόμενα σε πλαίσια, σε γνήσιες, αυθεντικές μορφές. Η έννοια της αυθεντίας είναι δυτικής προελεύσεως. Η autoritas είναι δυτική αντίληψη για τον κόσμο και οδηγεί σε ολοκληρωτισμούς. Δεν μιλάω για μια κωδικοποίηση της ελληνικής συμπεριφοράς. Είμαι μάρτυρας συμπεριφορών της εποχής μου οι οποίες συγκροτούν, όχι νομοτελειακά (η ελληνική συμπεριφορά είναι γεμάτη αιφνιδιαστικές αντιφάσεις), διάφορα φαινόμενα. Δεν τολμώ να πω: «Αυτό είναι ελληνικό, εκείνο δεν είναι…». Αυτός ο καταπληκτικός λαός έχει ικανότητα αφομοίωσης των πάντων και εκεί βρίσκεται η δόξα του από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Αφομοίωσε τον αιγυπτιακό κίονα, τα μαθηματικά, τις διονυσιακές τελετουργίες, μέχρι το δυτικό μυθιστόρημα και έκανε ένα έργο όπως είναι ο Ερωτόκριτος.

Σήμερα προσπαθεί να λειτουργήσει μέσα στην παράδοση του βολικού, δυτικού ορθολογισμού. Η παράδοση της «κρεμασμένης κάπας στην αλυγαριά», του αντάρτικου, είναι καταδικασμένη να εκλείψει, δεν μπορεί να αντέξει στη γοητεία και στη δυναμική των δυτικών προτύπων. Δεν είμαι απαισιόδοξος ούτε και αισιόδοξος. Δεν πέφτω στο σφάλμα να κάνω φιλοσοφία της Ιστορίας, που είναι αναλυτικό, δυτικό εφεύρημα. […].

Το Δέντρο, τ. 79-80, 1993 σ. 59-63

ΑΝΑΚΑΤΙ

, , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.