Η επική απόβαση του Ιουλίου Καίσαρα στην Βρετανία

Γράφει ο Μανώλης Χατζημανώλης

Ευρισκόμενες στο περιθώριο του “γνωστού” κόσμου, οι Βρετανικές νήσοι και οι λαοί τους αποτελούσαν μυστήριο για τους λαούς της Μεσογείου. Σύγχρονες γενετικές έρευνες κατέδειξαν πως, σε αντίθεση με την καθεστηκυία μέχρι προσφάτως υπόθεση που ήθελε πρωτο-κελτικά φύλα να μεταναστεύουν μαζικά στις νήσους από την κεντρική Ευρώπη κατά τον 11ο αιώνα π.Χ, ο εκ-κελτισμός των κατοίκων συντελέστηκε μάλλον βαθμιαία μέχρι τα τέλη της πρώτης χιλιετίας π.Χ. Οι Βρετανοί, που το όνομά τους προήλθε από την αντίστοιχη κελτική λέξη που σημαίνει “αυτοί που βάφουν τα σώματά τους” λόγω της συνήθειας των ιθαγενών να βάφονται με φανταχτερά χρώματα, άνηκαν στην ίδια γενετική ομάδα με τους κατοίκους της Ιβηρικής και της δυτικής Γαλλίας και πιθανότατα ήρθαν σε επαφή με τον κελτικό πολιτισμό μέσω μεμονωμένων ομάδων Κελτών επιδρομέων, εμπόρων, δρυίδων (η κελτική ιερατική κάστα) και τεχνιτών. Από τον 1ο αιώνα π.Χ πάντως παρατηρείται εισροή βελγικών πληθυσμών που συνδέεται πιθανότατα με τις πολιτικές εξελίξεις στην ηπειρωτική χώρα. Το γεγονός αντανακλάται στο διαφορετικό γενετικό προφίλ των κατοίκων των νοτιοανατολικών περιοχών της Μεγάλης Βρετανίας που δείχνει επιρροές από την βόρεια Ευρώπη, αλλά και στον υλικό πολιτισμό. Τότε εισήχθησαν στην περιοχή η χρήση του σιδήρου, η γεωργία, η υφαντουργία και τα νομίσματα γαλατικού τύπου(1).

Η φήμη της Βρετανίας ως πλούσιας χώρας προερχόταν από το αρχαίο εμπόριο του κασσιτέρου, που μέσω θαλασσίων και χερσαίων οδών έφτανε στην περιοχή της Μεσογείου. Από τον 6ο αιώνα π.Χ η αρχαία ελληνική αποικία Μασσαλία, που ιδρύθηκε από Φωκαείς Ίωνες στη σημερινή νότια Γαλλία, κυριάρχησε στις οδούς διεξαγωγής του που διέρχονταν την Γαλατία, ενώ Μασσαλιώτες ναυτικοί έδωσαν στην περιοχή το όνομα “Αλβιόνα”. Τριακόσια χρόνια αργότερα ο επίσης Μασσαλιώτης εξερευνητής Πυθέας θα την περιέπλεε, αποβιβαζόμενος μάλιστα σε αρκετά σημεία. Παρόλα αυτά η ενδοχώρα των νησιών έμενε εν πολλοίς άγνωστη, καθώς οι Έλληνες και Γαλάτες έμποροι δεν προχώρησαν πέρα από τα νότια και δυτικά παράλια.

Αν και σίγουρα η άγνωστη χώρα θα είχε εξάψει την φαντασία του Καίσαρα, το γεγονός που μάλλον τον προβλημάτιζε στην παρούσα φάση ήταν η εμπλοκή των Βρετανών στις πρόσφατες γαλατικές εξεγέρσεις. Έτσι, αφού κατέστειλε την εξέγερση των βόρειων γαλατικών λαών το 56 π.Χ και μετά την τιμωρητική εισβολή του 55 π.Χ στην Γερμανία(2), ο Καίσαρας επανήλθε στα τέλη του καλοκαιριού του ίδιου έτους στην χώρα των Μορινών στην Βελγική, σκοπεύοντας να αξιοποιήσει τα λιμάνια τους ως ορμητήρια κατά της μεγάλης νήσου. Η άφιξη την ίδια περίοδο στο ρωμαϊκό στρατόπεδο στο Γεσοβιακό (σημερινη Βουλώνη) αντιπροσωπειών από βρετανικές φυλές της περιοχής του σημερινού Κεντ που διαβεβαίωναν τον Καίσαρα για τις φιλικές προθέσεις τους, έπεισαν τον Ρωμαίο ανθύπατο πως ο έλεγχος της νοτιοανατολικής Βρετανίας με διπλωματικά μέσα και με τη χρήση μιας μικρής επίδειξης δύναμης ήταν εφικτός.

Αφού αποδέσμευσε τις βρετανικές πρεσβείες στέλνοντας μαζί τους ως σύνδεσμο και τον Βέλγο αρχηγό Κόμμιο με την εντολή να επισκεφτεί όσο το δυνατόν περισσότερες φυλές των Βρετανών και να αναγγείλει την σύντομη άφιξή του μαζί με στρατό στο νησί, ο Καίσαρας ετοίμασε δύο λεγεώνες, την VII και την X, για την αποβατική επιχείρηση, ενώ οι υπαρχηγοί του Κόιντος Τιτούριος Σαβίνος και Λούκιος Αυρουγκουλήιος Κόττας στάλθηκαν να υποτάξουν τους Μεναπίους και όσα γένη των Μορινών είχαν μείνει ανυπόταχτα. Ταυτόχρονα, μην μπορώντας να αντλήσει από τους τοπικούς εμπόρους επαρκή στοιχεία για το μέγεθος του νησιού, τα έθνη που το κατοικούσαν και τους κατάλληλους να απόβαση λιμένες, έστειλε τον έμπιστο αξιωματικό του Γάιο Βολουσίνο με ένα πολεμικό πλοίο να κατοπτεύσει την απέναντι ακτή και να συλλέξει πληροφορίες.

Tα μεσάνυχτα της 26ης/27ης Αυγούστου 55 π.Χ ο Καίσαρας με τις δύο λεγεώνες του αναχώρησαν από τη Γαλατία πάνω σε 80 μεταφορικά πλοία, ενώ οι σύμμαχοι Γαλάτες ιππείς μαζί με τους ίππους τους φορτώθηκαν σε άλλα 18 επιταγμένα εμπορικά σκάφη. Τα ξημερώματα, και εν μέσω σφοδρών αντίθετων ανέμων, τα πρώτα πλοία έφτασαν στα ανοικτά του Ντόβερ. Εκεί, αντίθετα με τις προσδοκίες τους για μια ειρηνική αποβίβαση, οι Ρωμαίοι αντίκρυσαν τις χαρακτηριστικές απότομες ακτές τις περιοχής να είναι γεμάτες ιθαγενείς πολεμιστές που δεν έκρυβαν τις άγριες διαθέσεις τους. Αφού περίμενε να συγκεντρωθεί κατά το δυνατόν ο στόλος του, ο Καίσαρας περιέπλευσε τις ακτές μέχρι το σημερινό Γουάλμερ. Σύμφωνα με τους περισσότερους σύγχρονους ιστορικούς, ο Ιούλιος Καίσαρας εκτέλεσε τελικά απόβαση στην ανοικτή και ομαλή παραλία του Ντηλ, όπου είχαν ήδη φτάσει το ιππικό και τα πολεμικά άρματα των Βρετανών και υποδέχονταν τους εισβολείς με βροχή τοξευμάτων.

Χάρτης της απόβασης του Καίσαρα

Καθώς τα ρωμαϊκά μεταγωγικά είχαν μεγάλο βύθισμα και δεν μπορούσαν να πλησιάσουν κοντά στην ακτή, οι λεγεωνάριοι έπρεπε να βουτήξουν οπλισμένοι μέσα στα βαθιά νερά και ταυτόχρονα να πολεμήσουν τον εχθρό. Για να ανατρέψει την δυσμενή για τους άντρες του κατάσταση, ο Καίσαρας διέταξε τα πολεμικά του πλοία να απομακρυνθούν από τα φορτηγά και, πλέοντας με τα κουπιά τους, να πλησιάσουν στα ρηχά και να πλήξουν τον εχθρό με τοξεύματα και βλήματα σφενδόνων και καταπελτών. Δεχόμενοι έτσι καταιγισμό βλημάτων και έχοντας τρομάξει από την ασυνήθιστη γι’αυτούς όψη των ρωμαϊκών γαλέρων, έτσι όπως είχαν διακοσμημένες τις πλώρες με μορφές θεοτήτων, οι Βρετανοί αναγκάστηκαν να διακόψουν την δράση τους και να υποχωρήσουν ελαφρά. Με τους βαρβάρους να έχουν αναδιπλωθεί, πρώτοι οι άνδρες της 10ης λεγεώνας έπεσαν στη θάλασσα και άρχισαν να προωθούνται όπως-όπως προς την ακτή. Προοδευτικά, και καθώς όλο και περισσότεροι Ρωμαίοι βουτούσαν στα νερά και ακολουθούσαν όποιο λάβαρο έβλεπαν μπροστά τους, ένα ορμητικό κύμα λεγεωναρίων άρχισε να βαδίζει προς τις γραμμές των εχθρών, που στο μεταξύ είχαν ενισχυθεί και από το πεζικό τους. Η μάχη σύντομα μεταβλήθηκε σε ένα σύνολο επιμέρους μονομαχιών, όπου οι Ρωμαίοι δεν μπορούσαν να εφαρμόσουν με ευχέρεια τις τακτικές τους. Οι Βρετανοί από την άλλη, έχοντας καλύτερη αντίληψη της μορφολογίας του εδάφους και γνωρίζοντας εκ των προτέρων που βρίσκονταν τα αβαθή, ορμούσαν εναντίον μεμονωμένων ρωμαϊκών εκατονταρχιών που προσπαθούσαν να ανασυνταχτούν στην ακτή και τις περικύκλωναν. Ο Καίσαρας εξισορρόπησε πάλι την κατάσταση στέλνοντας ενισχύσεις στα απειλούμενα τμήματα με τις λέμβους των πολεμικών πλοίων. Σύντομα, και καθώς όλο και περισσότεροι λεγεωνάριοι πατούσαν πια στέρεα έξω από το νερό, η πλάστιγγα έγειρε σε βάρος των Βρετανών, που τράπηκαν σε φυγή. Όμως, καθώς το συμμαχικό ιππικό τους δεν είχε ακόμα αφιχθεί, οι Ρωμαίοι δεν μπόρεσαν να τους καταδιώξουν και να τους εκμηδενίσουν.

Εντυπωσιασμένοι παρόλα αυτά από την απόδοση του ρωμαϊκού στρατού και θεωρώντας ίσως πως η μικρή αυτή δύναμη ήταν προπομπός κάποιου μεγαλύτερου στρατεύματος θα κατέφτανε σύντομα από τη Γαλατία, οι Βρετανοί έστειλαν στον Καίσαρα πρέσβεις ειρήνης, υποσχόμενοι πλήθος ομήρων και διαβεβαιώνοντας για την ειλικρινή μεταμέλειά τους και τις καλές τους προθέσεις. Μαζί με τους πρέσβεις επέστρεψε και ο Βέλγος Κόμμιος, ο οποίος ως απεσταλμένος του Καίσαρα είχε συλληφθεί και φυλακιστεί από τους Βρετανούς. Ο Καίσαρας φερόμενος διπλωματικά αποδέχθηκε την συγγνώμη των φυλών και δήλωσε πρόθυμος να υποδεχθεί τους ομήρους· σύντομα δε άρχισαν να καταφτάνουν νέες πρεσβείες φυλάρχων της ενδοχώρας που δήλωναν υποταγή για λογαριασμό των πόλεών τους. Η κατάσταση όμως θα ανατρεπόταν εκ νέου τέσσερις μέρες αργότερα.

Θυελλώδεις άνεμοι και μια μεγάλη παλίρροια από τον Ωκεανό, φαινόμενο άγνωστο στους ναυτικούς της Μεσογείου, προκάλεσαν σοβαρές ζημιές στα ρωμαϊκά πλοία που ήταν αγκυροβολημένα στα ανοικτά, ενώ τα ιππαγωγά σκάφη, που είχαν αρχίσει να φτάνουν εκείνη την ημέρα στην Βρετανία, διασκορπίστηκαν και αναγκάστηκαν να επιστρέψουν σε κακή κατάσταση στην Γαλατία. Αυτή η απροσδόκητη καταστροφή προκάλεσε πανικό στο ρωμαϊκό στρατόπεδο, καθώς οι Ρωμαίοι βρέθηκαν αποκλεισμένοι σε εχθρική χώρα μην διαθέτοντας ούτε τα αναγκαία υλικά για να αποκαταστήσουν τις ζημιές στα πλοία τους, ούτε αρκετό σιτάρι για να περάσουν τον χειμώνα μακριά από τις βάσεις τους στην Γαλατία. Την ανησυχία τους επέτεινε η σταδιακή αποχώρηση των βρετανικών αντιπροσωπειών από το ρωμαϊκό στρατόπεδο και η ύποπτη εξαφάνιση των χωρικών από τους αγρούς τους. Οι εξελίξεις αυτές θορύβησαν τον Καίσαρα και τον έπεισαν πως οι Βρετανοί είχαν αναθαρρήσει από το ρωμαϊκό πάθημα και ετοιμάζονταν για νέο γύρο συγκρούσεων.

Η αλλαγή της συμπεριφοράς των Βρετανών και η αναβολή της παράδοσης των ομήρων που του είχαν υποσχεθεί, ώθησαν τον Ρωμαίο στρατηγό να πάρει μέτρα για την προστασία του στρατού του. Όσοι Ρωμαίοι είχαν εμπειρία ως ξυλουργοί ασχολήθηκαν με την αποκατάσταση των ζημιών στα πλοία. Τα 12 συνολικά σκάφη που είχαν καταστραφεί από τη θύελλα “καννιβαλίστηκαν” για να επισκευαστούν με τα υλικά τους τα υπόλοιπα, ενώ αποσπάσματα λεγεωναρίων στάλθηκαν στην ύπαιθρο για να συλλέξουν το σιτάρι από τους αγρούς.

Ο νέος κύκλος συγκρούσεων ξεκίνησε όταν ένα τέτοιο απόσπασμα προερχόμενο από την 7η λεγεώνα έπεσε σε βρετανική ενέδρα. Έχοντας κρυφτεί την προηγούμενη νύχτα σε παρακείμενο δάσος, οι Βρετανοί αιφνιδίασαν τους Ρωμαίους που ήταν διασκορπισμένοι στα χωράφια ασχολούμενοι με τον θερισμό και, αφού σκότωσαν μερικούς, περικύκλωσαν τους υπόλοιπους με το ιππικό και τα άρματα. Βλέποντας τους άντρες του να κινδυνεύουν, ο Καίσαρας έσπευσε σε βοήθειά τους με όσες κοόρτεις (3) ήταν διαθέσιμες και η σύγκρουση γενικεύτηκε. Οι Βρετανοί αρματηλάτες χειρίζονταν τα άρματά τους πολύ επιδέξια και συνεργάζονταν άψογα με το φίλιό τους ιππικό, αλλάζοντας τις τακτικές τους ανάλογα με την κατάσταση στο πεδίο της μάχης· όταν έβρισκαν τις γραμμές των εχθρών ευάλωτες, επιτίθονταν από τα πλευρά εκτοξεύοντας καταιγισμό βελών για να προκαλέσουν σύγχυση και ακολούθως επέλαυναν ορμητικά ώστε να τις διασπάσουν με τον φόβο που προκαλούσαν τα άλογα και ο όγκος των αρμάτων τους· όταν πάλι συναντούσαν ισχυρότερη αντίσταση, κατέβαιναν από τα άρματα και εισερχόμενοι μέσα στις ίλες των ιππέων πολεμούσαν πεζοί, με τους οδηγούς των αρμάτων να αποσύρονται στα μετόπισθεν έτοιμοι να παραλάβουν πάλι τους πολεμιστές όταν εκείνοι πιέζονταν. Μαχόμενοι κατ’αυτόν τον τρόπο, συνδυάζοντας κατά τον Καίσαρα “την ταχύτητα των ιππέων και την σταθερότητα των πεζών”, έφεραν αρχικά σε δύσκολη θέση τους Ρωμαίους, που δεν ήταν εξοικειωμένοι με αυτόν τον πρωτόγνωρο γι’ αυτούς τρόπο μάχης. Με τους κατάλληλους χειρισμούς όμως, ο Καίσαρας απώθησε τον εχθρό και απεγκλώβισε τους παγιδευμένους λεγεωνάριους.

Μετά από ανάπαυλα λίγων ημερών, λόγω των σφοδρών φθινοπωρινών θυελλών που έπλητταν την χώρα, οι Βρετανοί εμφανίστηκαν εκ νέου με μεγάλο πλήθος πεζών και έφιππων πολεμιστών μπροστά από τις ρωμαϊκές θέσεις, επιδιώκοντας να καταστρέψουν ολοσχερώς τους Ρωμαίους πριν την έλευση του χειμώνα, ώστε να αποθαρρύνουν κάθε παρόμοιο εγχείρημα της Ρώμης στο μέλλον. Ο Καίσαρας παρέταξε τις λεγεώνες του μπροστά στο στρατόπεδο και συγκέντρωσε περίπου 30 Βέλγους ιππείς της συνοδείας του Κόμμιου για να τις ενισχύσει. Μετά από σφοδρή μάχη, η επίθεση των Βρετανών αποκρούστηκε εκ νέου και οι ιθαγενείς ετράπησαν σε φυγή.

Έχοντας αποτύχει ήδη δύο φορές εναντίον των εισβολέων και φοβούμενοι την άφιξη ρωμαϊκών ενισχύσεων από την ηπειρωτική χώρα, οι Βρετανοί εμφανίστηκαν πάλι πρόθυμοι για να διαπραγματευτούν όρους ειρήνης. Ο Καίσαρας από την πλευρά του, γνωρίζοντας πως οι υπόλοιπες δυνάμεις του ήταν απασχολημένες ακόμα στην Βελγική και θέλοντας να εγκαταλείψει τη νήσο πριν την έλευση του χειμώνα, φρόντισε να χρονοτριβήσει στις διαπραγματεύσεις προβάλλοντας υπερβολικές αξιώσεις μέχρι να αποκατασταθούν οι ζημιές στα πλοία του. Με τους Βρετανούς να διστάζουν και με τους λεγεωνάριους να εργάζονται πυρετωδώς, οι Ρωμαίοι κατάφεραν τελικά να επισκευάσουν αρκετά σκάφη ώστε να επιστρέψουν τμηματικά στην Γαλατία. Η επιστροφή δεν έγινε χωρίς παρατράγουδα· λόγω της κακοκαιρίας, δύο πλοία με 500 άνδρες συνολικά παρασύρθηκαν μακριά από τον υπόλοιπο στόλο. Ενώ οι άτυχοι λεγεωνάριοι βάδιζαν για να συναντήσουν το κύριο στράτευμα στο στρατόπεδό του στο Γεσοβιακό, δέχθηκαν την επίθεση 6.000 Μορινών. Μετά από τετράωρη μάχη, οι λεγεωνάριοι σώθηκαν με παρέμβαση του Καίσαρα, ο οποίος έστειλε το ιππικό του σε βοήθειά τους. Οι εξεγερμένοι Μορινοί κατέφυγαν στα έλη της περιοχής, όπου δέχθηκαν τελικά την επίθεση δύο λεγεώνων υπό τον έμπιστο του Καίσαρα Τίτο Λαβιηνό και αναγκάστηκαν να παραδοθούν. Την ίδια εποχή επέστρεψαν και οι υπόλοιπες δυνάμεις υπό τον Κόιντο Τιτούριο Σαβίνο και Λούκιο Κόττα, οι οποίες είχαν ερημώσει τη χώρα των Μεναπίων.

Ο Καίσαρας είχε καταφέρει να εξέλθει επιτυχώς από τη βρετανική περιπέτεια, χωρίς όμως να καταφέρει κάτι ουσιαστικό. Μόνο δύο βρετανικές φυλές έστειλαν τους ομήρους που τού είχαν υποσχεθεί, ενώ οι υπόλοιπες αδιαφόρησαν θεωρώντας πως ο ρωμαϊκός κίνδυνος είχε παρέλθει. Φρόντισε όμως να παρουσιάσει το όλο συμβάν ως νίκη στην ρωμαϊκή σύγκλητο, η οποία, αφού μελέτησε την αναφορά του, προέβει σε 20ήμερη ευχαριστήρια εορτή. Η υποταγή της Βρετανίας όμως δεν απομακρύνθηκε από τον νου του· αν και τον χειμώνα του 55/54 π.Χ αναλώθηκε στην διευθέτηση δικαστικών εκκρεμοτήτων στην Εντεύθεν των Άλπεων Γαλατία και στην κατατρόπωση της φυλής των Πιρουστών στην Ιλλυρία, ο Καίσαρας προέβει σε πυρετώδεις προετοιμασίες για μια νέα εκστρατεία που θα λάμβανε χώρα την επόμενη άνοιξη. Νέα πλοία κατασκευάστηκαν για να μεταφέρουν περισσότερες λεγεώνες, ενώ προχώρησε και σε σχεδιαστικές αλλαγές των σκαφών, ώστε αυτά φορτώνονται ταχύτερα και να μπορούν να αντέχουν τις ιδιαίτερες συνθήκες του Ωκεανού. Την άνοιξη του 54 π.Χ δε, θέλοντας να εξασφαλίσει τα μετόπισθέν του, επενέβη στα εσωτερικά των γειτονικών Τρεβήρων, επιβάλλοντας ηγεμόνα της αρεσκείας του και λαμβάνοντας 200 ομήρους. Στη συνέχεια βάδισε προς το Πόρτο Ίτιο, το σημερινό Γουίσαντ, όπου τον περίμενε στόλος 800 περίπου πλοίων για το νέο εγχείρημά του. Στα μετόπισθέν του όμως η Γαλατία έβραζε και οι πολιτικές ζυμώσεις που λάμβαναν χώρα εκεί σύντομα θα οδηγούσαν την κατάσταση εκ νέου στα άκρα…

Παραπομπές

  1. Οι γαλατικές φυλές, έχοντας επιρρεαστεί από τους Μασσαλιώτες που κυριαρχούσαν εμπορικά στην περιοχή, έκοβαν νομίσματα ελληνικού τύπου ώστε να διευκολύνουν τις εμπορικές συναλλαγές τους
, , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.