Η ερμηνεία της νέας φάσης των σχέσεων Αμερικής- Τουρκίας

Τους τελευταίους μήνες και ειδικά τα τελευταία εικοσιτετράωρα με την εισβολή της Τουρκίας στη Συρία, βλέπουμε κοσμογονικές αλλαγές στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις, οι οποίες ανατρέπουν δεδομένα και πολιτικές δεκαετιών. Στο βωμό της επικαιρότητας και του εντυπωσιασμού έχει θυσιαστεί η παρουσίαση της πραγματικής εικόνας του γιατί έχουμε βρεθεί ενώπιον αυτής της σεισμικής αλλαγής. Και η πραγματική εικόνα δείχνει ότι βαδίσουμε σε ένα ριζικό επαναπροσδιορισμό της σχέσης της Ουάσιγκτον με την Άγκυρα.

Του Δημήτρη Γ. Απόκη*

Εδώ και αρκετά χρόνια, υπάρχει μια σταδιακή αλλά σταθερή μεταστροφή στη στρατηγική των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή, με την Ουάσιγκτον αν αποφεύγει την εμπλοκή σε μάχες και συγκρούσεις. Στο πλαίσιο αυτό η Ουάσιγκτον σήμερα θεωρεί ότι πρέπει να βρει ένα συμβιβασμό με την Τουρκία, την οποία θεωρεί περιφερειακή δύναμη, με όρους οι οποίοι θα ικανοποιούν και τις δυο χώρες. Η σχέση περνάει ταραγμένη περίοδο εδώ και αρκετό διάστημα, και παρά το γεγονός ότι αυτό θα συνεχιστεί για κάποιο διάστημα, η ένταση θα πέσει.

Ο επιδιωκόμενος συμβιβασμός δεν βασίζεται σε αμοιβαία συμπάθεια, αλλά αναγκαιότητα. Η τουρκική εισβολή στη Συρία κι η επιεικώς μπερδεμένη αντίδραση των ΗΠΑ, αποτελούν μέρος αυτού τους επαναπροσδιορισμού στη σχέση. Ενός αναπροσδιορισμού που έχει παγκόσμιες ρίζες και περιφερειακές επιπτώσεις.

Η απόφαση του Προέδρου Τράμπ  για αποχώρηση των αμερικανικών στρατευμάτων όταν αποφάσισε η Τουρκία να εισβάλει στη Συρία έχει γεωπολιτική και στρατηγική πλευρά. Η στρατηγική πλευρά είναι η σύγκρουση του Πενταγώνου με τον Πρόεδρο των ΗΠΑ. Οι ένοπλες δυνάμεις των ΗΠΑ έχουν γαλουχηθεί με ένα πόλεμο που έχει ξεκινήσει από το 2001. Στην Ουάσιγκτον τον αποκαλούν «Μεγάλο Πόλεμο» και κατά τη διάρκειά του η Ουάσιγκτον δημιούργησε ένα πλαίσιο συμμαχιών με χώρες και ομάδες. Την ίδια στιγμή η ευρύτερη περιοχή παραμένει ασταθής. Το Ιράν έχει διευρύνει την σφαίρα επιρροή του προς τα δυτικά, τι Ιράκ συνεχίζει να βρίσκεται σε μια χαοτική κατάσταση, ο εμφύλιος στην Υεμένη μαίνεται και ο εμφύλιος στη Συρία έχει τελειώσει, χωρίς ένα ξεκάθαρο αποτέλεσμα.

Το σύστημα εξωτερικής πολιτικής της Ουάσιγκτον, όπως και οι αναλυτές θεμάτων άμυνας και ασφάλειας έχουν οικοδομήσει το αναλυτικό τους πλαίσιο και την καριέρα τους στους μακροχρόνιους πολέμους στη Μέση Ανατολή, και στο φόβο μια σύγκρουσης με τη Ρωσία. Για όλους αυτούς ένας κόσμος χωρίς Ψυχρό Πόλεμο είναι κάτι το οποίο δεν μπορούν να κατανοήσουν.  Για τη γενιά των Ψυχροπολεμικών ο πυλώνας ανάλυσης και σκέψης ήταν το ΝΑΤΟ. Για τη γενιά των πολέμων στην άμμο της Μέσης Ανατολής, οι συμμαχίες που διαμορφώθηκαν και οι εχθροί που πολέμησαν είναι αιώνιοι. Και μόνο η σκέψη ότι ο κόσμος έχει πλέον ξεπεράσει αυτά τα γεγονότα και το ΝΑΤΟ έχει απωλέσει μεγάλο μέρος της σημασίας του όπως είναι δομημένο τους προκαλεί τρόμο και αναλυτική αστάθεια. Θεωρούν προδοσία οποιαδήποτε αλλαγή σε συμμαχίες και στρατηγική.

Είναι πραγματικά δύσκολο να αποδεχθούν τα συστήματα αυτά ότι μια φάση της ιστορίας έχει τελειώσει. Με νύχια και με δόντια προσπαθούν τα κρατήσουν ζωντανή μια εποχή και το πλαίσιο που επικρατούσε κατά τη διάρκειά της. Το ίδιο συμβαίνει και στη Μέση Ανατολή, όπου για περίπου είκοσι χρόνια επεμβάσεις και πόλεμοι που το σύστημα αυτό αποφάσισε, διαμόρφωσαν μια λογική που δεν έχει βάση στο σημερινό σκηνικό. Ότι και να λέγεται το Ισλαμικό Κράτος έχει εξασθενίσει σημαντικά, και η Αλ Κάϊντα, έχει εξαφανιστεί. Η επανάσταση των Σουνιτών στο Ιράκ έχει τελειώσει και ο εμφύλιος στη Συρία έχει στην ουσία είναι παρελθόν. Ένας πόλεμος εναντίον του Ιράν δεν φαίνεται, όπως έδειξε και η επίθεση στην Aramco, δεν είναι και πολύ πιθανός, αλλά ακόμα και να γίνει δεν θα έχει καμία σχέση με αυτούς που έγιναν στην περιοχή στο πρόσφατο παρελθόν.

Όλα αυτά προκαλούν, αρέσει δεν αρέσει σε κάποιους, έναν στρατηγικό επαναπροσδιορισμό, ο οποίος ξεκινά με την αποδοχή ότι η προηγούμενη κατάσταση έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Μετά από πολυετής πολυετείς πολέμους στη Μέση Ανατολή είναι σαφές ότι έχει περιοριστεί η τρομοκρατία και έχει γίνει σαφές ότι η επιβολή φιλελεύθερης δημοκρατίας στη Μέση Ανατολή δεν είναι απλά κάτι ουτοπικό, είναι επικίνδυνος στόχος.

Πρέπει να το αποδεχθούμε ο κόσμος έχει αλλάξει δραστικά σε σχέση με το 2001. Η Κίνα έχει αναδειχθεί με μεγάλη δύναμη, και η Ρωσία έχει εκ νέου δραστηριοποιηθεί. Το Ιράν και όχι οι Σουνίτες Τζιχαντιστές είναι το μεγάλο πρόβλημα στη Μέση Ανατολή, και οι συμμαχίες που απαιτούνται για την αντιμετώπιση του νέου σκηνικού δεν έχουν καμία σχέση με αυτές της εποχής των επεμβάσεων στο Ιράκ. ΟΙ συμμαχίες έχουν επίσης αλλάξει και ως προς τις δυνατότητες τους. Αν και ο μεγάλος όγκος των Αμερικανικών στρατευμάτων έχει αποχωρήσει από τη Μέση Ανατολή, κάποιος αριθμός υπάρχει ακόμη και για ένα μεγάλο μέρος των ενόπλων δυνάμεων των ΗΠΑ, ο πόλεμος εναντίον των τζιχαντιστών παραμένει στο κέντρο της σκέψης του. Για αυτό το κομμάτι των Αμερικανικών Ενόπλων Δυνάμεων οι συμμαχίες που έχουν δημιουργηθεί στην περιοχή την τελευταία εικοσαετία είναι εξαιρετικής σημασίας.

Την ίδια στιγμή όμως υπάρχει μια νέα δυναμική ομάδα στον τομέα εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας στην Ουάσιγκτον που βλέπει τη Μέση Ανατολή σαν μια περιοχή δευτερεύουσας στρατηγικής σημασίας. Σε κάποιες περιπτώσεις ακόμη και το Ιράν δεν θεωρείται ως μεγάλη απειλή. Η ομάδα αυτή θεωρεί την Κίνα και τ η Ρωσία ως τις βασικές δυνάμεις αμφισβήτησης της κυριαρχίας των ΗΠΑ, και σαν αποτέλεσμα αντιμετωπίζουν τη Μέση Ανατολή, σαν σημείο αποπροσανατολισμού και άσκοπης διαρροής αμερικανικών δυνάμεων και υλικού.

Για την ομάδα αυτή το κλείσιμο της σύρραξης εκεί είναι κρίσιμης σημασίας. Αυτοί που έχουν οικοδομήσει την καριέρα τους στους πολέμους εκεί και στις συμμαχίες που δημιουργήθηκαν λόγω αυτών των πολέμων, έχουν πραγματικά εξοργιστεί από αυτή τη νέα στρατηγική αποχώρησης από την κινούμενη άμμο της Μέσης Ανατολής. Όσο και να τον χλευάζουν και να του επιτίθενται κάποιοι, η άποψη του Προέδρου Τράμπ, είναι σταθερή. Σε γενικές γραμμές, πιστεύει ότι η χρήση των ενόπλων δυνάμεων οπουδήποτε πρέπει να είναι η εξαίρεση και όχι ο κανόνας. Απέφυγε να κορυφώσει την κρίση στη Βόρεια Κορέα, προτιμώντας  την προσωπική εμπλοκή σε μια πολύπλοκη και υψηλού πολιτικού ρίσκου διπλωματική προσπάθεια. Δεν προχώρησε σε στρατιωτική δράση εναντίον του Ιράν, μετά την κατάρριψη του αμερικανικού drone,  την κράτηση δεξαμενόπλοιων στα στενά του Χορμούζ, και κυρίως μετά την επίθεση εναντίον των εγκαταστάσεων της Aramco, στη Σαουδική Αραβία.

Με βάση λοιπόν την αλλαγή στην στρατηγική των ΗΠΑ, οι βασικές στρατηγικές επιδιώξεις της Ουάσιγκτον είναι τρείς. Πρώτη, ο περιορισμός της Κίνας. Δεύτερη, ο περιορισμός της Ρωσίας. Και η Τρίτη ο περιορισμός του Ιράν. Για την Κίνα, η απαιτούμενη συμμαχία για τις ΗΠΑ, είναι το Αρχιπέλαγος που εκτείνεται από την Ιαπωνία, στην Ινδονησία, τη Σιγκαπούρη και περιλαμβάνει τη Νότια Κορέα. Στην περίπτωση της Ρωσίας, υπάρχουν δυο σημεία αιχμής. Το πλατό της Βόρειας Ευρώπης, και η Μαύρη Θάλασσα. Η Πολωνία είναι ο σύμμαχος της Ουάσιγκτον στο Βορρά και η Ρουμανία στο Νότο. Η ένταξη της Τουρκίας σε αυτό το πλαίσιο θα ενισχύσει το αντιρωσικό μέτωπο. Επιπλέον, θα παρέχει ανάχωμα στην επέκταση του Ιράν.

Η σημασία της Τουρκίας είναι ξεκάθαρη. Τη φλερτάρουν και η Ρωσία και το Ιράν. Η Τουρκία δεν είναι η χώρα που ήταν πριν δέκα χρόνια. Η οικονομία της από μια εκτόξευση έχει πέσει σε επίπεδο σχεδόν κατάρρευσης. Ξεπέρασε ένα αποτυχημένο πραξικόπημα, αλλά η εσωτερική πίεση είναι τεράστια. Τέτοιου είδους κρίσεις είναι συνηθισμένες σε αναδυόμενες δυνάμεις.  Όποιος γνωρίζει ιστορία ξέρει, ότι οι ΗΠΑ πέρασε έναν εμφύλιο πόλεμο στα 1860 και το 1900 παρήγαγε το 50% των προϊόντων του πλανήτη και είχε ένα ναυτικό που μόνο η Μεγάλη Βρετανία μπορούσε να ανταγωνιστεί. Οι εσωτερικές κρίσεις δεν σημαίνουν απαραίτητα εθνική κρίση. Στις περισσότερες των περιπτώσεων δείχνουν στρατηγική ανάταση.

Η συμμαχία της Τουρκίας με τη Ρωσία και το Ιράν, διακρίνεται από ένταση. Κι οι δυο χώρες έχουν πολεμήσει εναντίον της Τουρκίας και σταθερά αντιμετωπίζουν το Ιράκ, ως απειλή. Στην παρούσα συγκυρία και οι δυο έχουν άλλα συμφέροντα και η Άγκυρα είναι έτοιμη να συνεργαστεί μαζί τους. Αλλά η Τουρκία δεν ξεχνά την ιστορία, και θυμάται ότι η Ουάσιγκτον εγγυήθηκε την τουρκική κυριαρχία έναντι της Σοβιετικής Ένωσης, και ότι η Ουάσιγκτον, σε αντίθεση με Μόσχα και Τεχεράνη, δεν έχει εδαφικές φιλοδοξίες στην Τουρκία. Η συμμαχία στο ΝΑΤΟ, και ιστορικά οι διμερείς σχέσεις, καθιστούν μια σχέση με την Τουρκία συμφέρουσα για τις ΗΠΑ, διότι δημιουργεί ένα πλαίσιο που απειλεί τη διέξοδο του Ιράν στη Μεσόγειο και συνάδει με τη συμμαχία με τη Ρουμανία, στη Μαύρη Θάλασσα. Επίσης, Ουάσιγκτον και Άγκυρα είναι εχθρικές στην κυβέρνηση Άσαντ. Μακροπρόθεσμα για την Τουρκία, Ρωσία και Ιράν είναι περιπτώσεις απρόβλεπτες, και μπορούν εάν συνεργαστούν να την απειλήσουν. Μια ανεξάρτητη Τουρκία, στρατηγικά, συμφέρει τις ΗΠΑ, διότι μπλοκάρει τη Ρωσία και το Ιράν κάτι το οποίο συμφέρει και τα συμφέροντα της Άγκυρας.

Εδώ είναι που μπαίνουν στην εξίσωση οι Κούρδοι. Η Ανατολική Τουρκία είναι κουρδική και η διατήρηση σταθερότητας εκεί είναι γεωπολιτικό απαιτούμενο για την Τουρκία. Στοιχεία των κούρδων της Τουρκίας, σχετιζόμενα με το Κουρδικό Εργατικό Κόμμα (PKK), έκαναν τρομοκρατικές επιθέσεις. Είναι λοιπόν συμφέρον για την Τουρκία, να καθαρίσει τα άμεσα σύνορά της από την απειλή των Κούρδων. Οι ΗΠΑ δεν έχουν συμφέρον σε κάτι τέτοιο και συνεργάστηκαν με τους Κούρδους στο Ιράκ και τη Συρία. Για την Τουρκία όμως το να έχει Κούρδους στα σύνορά της είναι μια απρόβλεπτη απειλή. Η ανάγκη της Ουάσιγκτον για τη συμμαχία με τους Κούρδους, μειώνεται όσο η αμερικανική εμπλοκή στη Μέση Ανατολή μειώνεται. Και σαν αποτέλεσμα η Τουρκία γίνεται πολύ πιο σημαντική για τις ΗΠΑ σε σχέση με το Ιράν, από ότι οι Κούρδοι.

Ο Πρόεδρος Τράμπ, αισθάνεται ότι οι πόλεμοι στη Μέση Ανατολή πρέπει να τελειώσουν, και ότι η σχέση με την Τουρκία είναι κρίσιμη. Δεν είναι τυχαίο που στέλνει στην Άγκυρα τον Αντιπρόεδρο, Μάϊκ Πένς, και το Σύμβουλό του σε Θέματα Εθνικής Ασφάλειας. Το σύστημα εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας στην Ουάσιγκτον που είναι κολλημένο στη Μέση Ανατολή, το βλέπει όλο αυτό σαν προδοσία έναντι των Κούρδων. Αλλά, δυστυχώς η εξωτερική πολιτική είναι κάτι σκληρό, βάναυσο, και χωρίς συναίσθημα. Οι Κούρδοι θέλουν να δημιουργήσουν Κουρδικό κράτος. Η Ουάσιγκτον δεν μπορεί να στηρίξει και δεν στηρίζει κάτι τέτοιο. Περιστασιακά η Ουάσιγκτον θα κάνει, όπως έκανε, μια αμοιβαία επικερδή συμμαχία με τους Κούρδους, για να επιτευχθούν κοινοί στόχοι. Αλλά όταν τα συναίσθημα μπει στην άκρη, οι ΗΠΑ έχουν γεωπολιτικά συμφέροντα που σε κάποιες περιπτώσεις περιλαμβάνουν τους Κούρδους, αλλά σε κάποιες άλλες όχι.

Αυτή τη στιγμή, το θέμα δεν είναι οι Αλ Κάϊντα  και οι Τζιχαντιστές του Ισλαμικού Κράτους, αλλά η Κίνα και η Ρωσία. Η Τουρκία είναι κρίσιμος σύμμαχος για τις ΗΠΑ, όσο αφορά την ανάσχεση της Ρωσίας. Οι ΗΠΑ, είναι επίσης κρίσιμες για την Τουρκία, αλλα δεν μπορεί απλά να πέσει στην αγκαλιά τους. Έχει δυναμώσει αρκετά στην περιοχή για να γίνει κάτι τέτοιο, και έχει τη δυνατότητα να οικοδομήσει τη νέα σχέση σωστά. Η στάση του Προέδρου Τράμπ, στην εισβολή της Τουρκίας στη Συρία, θα κορυφωθεί στις 13 Νοεμβρίου, όταν ο Ταγίπ Ερντογάν, περάσει το κατώφλι του Λευκού Οίκου, και θα δρομολογηθεί ο επαναπροσδιορισμός της σχέσης μεταξύ της υπερδύναμης και της περιφερειακής δύναμης, που είτε μας αρέσει είτε όχι είναι η Τουρκία.

*Ο Δημήτρης Απόκης, είναι Διεθνολόγος και Δημοσιογράφος, Απόφοιτος του ThePaul H. Nitze, School of Advanced International Studies, The Johns HopkinsUniversity, μέλος του The International Institute of Strategic Studies, και διετέλεσε επί σειρά ετών διαπιστευμένος ανταποκριτής στο Λευκό Οίκο, το Στέητ Ντιπάρτμεντ, και το Πεντάγωνο, στην Ουάσιγκτον. 

thepresident.gr

, , , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.