Η ιδιοφυία της Βυζαντινής διπλωματίας

Η συμβατική θεώρηση της διπλωματίας είναι αυτή που την θέλει ως διαπραγμάτευση και συμβιβασμό που οδηγεί στην τακτοποίηση των διαφορών. Ωστόσο, η ιστορία συχνά ανατρέπει αυτή την άποψη. Η διεξαγωγή των διεθνών σχέσεων είναι επίσης  πάλη ανάμεσα στα εθνικά συμφέροντα και η διπλωματία μπορεί ν’ αποδειχθεί αποτελεσματικότατο όπλο. Σε μια διασκευή της ρήσης του Κλαούσεβιτς θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι διεθνείς σχέσεις είναι πόλεμος που διεξάγεται με άλλα μέσα.

Κανένα κράτος δεν προσέφερε περισσότερα στην πρόοδο της ενάσκησης της εξωτερικής πολιτικής περισσότερο από την Βυζαντινή αυτοκρατορία /Ρωμανία. Για πάνω από 1100 χρόνια επέζησε και εξαπλώθηκε μέσω δεξιότεχνων χειρισμών των αντιπάλων της κατά την άσκηση περίπλοκης διπλωματίας. Εκατοντάδες χρόνια πριν τον Μακιαβέλι, ο ιστορικός Ιωάννης Κίνναμος έγραψε: «Εφόσον πολλά και διαφορετικά μέσα οδηγούν στην επίτευξη ενός σκοπού, η νίκη είναι θέμα του ενδιαφέροντος που δείχνει κάποιος για να την πετύχει». Η εξέταση της τακτικής της βυζαντινής διπλωματίας θα μπορούσε να βοηθήσει τους σημερινούς διπλωμάτες να κατανοήσουν τα κίνητρα των συνομιλητών τους στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

Το Βυζαντιο/Ρωμανία ήταν η συνέχεια της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.  Ο Μέγας Κωνσταντίνος μετέφερε   την πρωτεύουσα του Κράτους στις ακτές του Βοσπόρου το 330, μετονομάζοντας το Βυζάντιο σε Κωνσταντινούπολη. Στρατηγικά η Πόλη βρίσκονταν στο σταυροδρόμι Ανατολής-Δύσης καθώς και στο θαλάσσιο άξονα Μαύρης θάλασσας-Μεσογείου. Η συνεχείς επιδρομές των βαρβάρων είχαν ως αποτέλεσμα τον περιορισμό της αυτοκρατορικής εξουσίας στη Δύση και την συνέχισή της από μόνο τον Ρωμαίο αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης.

Συν τω χρόνω πολλαπλά βαρβαρικά κύματα επέπεσαν στο σώμα της αυτοκρατορίας,  Ούνοι, Γοτθοι, Πέρσες, Σλάβοι, Άραβες, Βούλγαροι, Νορμανδοί κ.α. Όλοι αποπειράθηκαν να καταστρέψουν την αυτοκρατορία, αλλά όλοι αντιμετωπίστηκαν. Με μια στρατιωτική δύναμη που ποτέ δεν ξεπέρασε τους 140,000 άνδρες, οι Βυζαντινοί χρησιμοποίησαν με ενεργό τρόπο την εξωτερική πολιτική, η οποία τους επέτρεψε να διατηρήσουν την επιρροή τους στην Κεντρική Ευρώπη, την Ιταλία και την Δυτική Ευρώπη, και να υπερασπίσουν την ρωμαίικη κληρονομιά για τις επόμενες γενεές. Την βυζαντινή διπλωματία αντέγραψαν αργότερα  οι επίγονες ανερχόμενες δυνάμεις της Βενετικής Δημοκρατίας και την Οθωμανικής και Ρωσικής αυτοκρατορίας.

Ο Αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης δεν διατηρούσε μόνιμο διπλωματικό σώμα σε καμιά ξένη χώρα. Έστελνε έμπιστους ευγενείς ή κληρικούς στις διπλωματικές αποστολές του. Για πρακτικούς λόγους οι πρέσβεις αυτοί ήταν εξοικειωμένοι με τις χώρες τις οποίες επισκέπτονταν, είτε μέσω προηγούμενων ταξιδιών τους, είτε λόγω εθνικού υπόβαθρου. Παρόλα αυτά προηγούνταν εις βάθος ενημέρωση πριν την αποστολή τους. Όχι μόνο προετοίμαζαν και την παραμικρή λεπτομέρεια για την επίτευξη του σκοπού τους, αλλά ενημερώνονταν και για τις πρόσφατες εξελίξεις στην αυλή του ηγεμόνα που θα επισκέπτονταν. Συνεχείς επαφές διατηρούνταν με την Κωνσταντινούπολη και οι αποστολές μπορούσαν να διαρκέσουν και ένα χρόνο. Πρώτοι αυτοί εισήγαγαν την τακτική της αποστολής διπλωματικών αναφορών στην κυβέρνησή τους.

Αυτό που διακρίνει το Βυζάντιο/Ρωμανία από άλλα κράτη της εποχής του είναι η ενεργή ανάμειξή του στις εσωτερικές υποθέσεις άλλων κρατών. Σήμερα θεωρούμε δεδομένο την ύπαρξη κρατικών υπηρεσιών για την συλλογή και την επεξεργασία πληροφοριών, την καλλιέργεια  υποστήριξης σε ξένους κύκλους και ίσως την πρόκληση επανάστασης. Η ύπαρξη όμως, ενός τόσο εκλεπτυσμένου και καλοστημένου μηχανισμού τον Στ’ αι. είναι αξιοσημείωτη.

Ως βοήθεια στην αντιμετώπιση άλλων εθνών, οι Βυζαντινοί είχαν στήσει έναν οργανισμό που συνέλεγε πληροφορίες από κάθε δυνατή πηγή και κρατούσε αρχεία για το ποιος είχε επιρροή, ποιος ύποπτος δωροδοκίας, ποιες ήταν οι ιστορικές ρίζες ενός λαού, τι χρειαζόταν για να εντυπωσιαστούν, κ.τ.λ. Σε πολλές περιπτώσεις η πληροφορία που έφθανε στο «λογοθέσιο», ήταν η πρώτη γραπτή μαρτυρία γι’ αυτούς τους λαούς, καθώς οι ίδιοι οι βάρβαροι σπάνια να κρατούσαν γραπτά μνημεία για τους εαυτούς τους. Εξοπλισμένος με αυτή τη γνώση ο αυτοκράτορας και οι διπλωμάτες του κατανοούσαν πλήρως τις δυνατότητες των συμμάχων τους και τις αδυναμίες των εχθρών τους.

Οι βυζαντινοί εφάρμοζαν  πλήθος τακτικών, είτε εμφανώς είτε συγκεκαλυμμένα, για να πετύχουν τις επιδιώξεις τους μέσω διπλωματικών οδών αντί ισχύος.  Μια τέτοια τακτική ήταν οι τελετές. Για έναν φύλαρχο κάποιας νομαδικής φυλής από τις στέπες της Ασίας, οι εκπρόσωποι του αυτοκράτορα με τα μυθικά δώρα και τις προσκλήσεις στην φανταχτερή αυλή της Κωνσταντινούπολης, η πολυτελής συνοδεία στην μοναδική Πόλη του κόσμου με μισό εκατομμύριο κατοίκους και έκταση μεγαλύτερη από όση καταλάμβανε όλη η φυλή, η θέα των θεοφρούρητων τειχών, των κατάφρακτων ιπποτών, των εξωτικών αγαθών, τα πολύβοα παζάρια, οι πανάρχαιοι επιβλητικοί ναοί και η εκστατική μυσταγωγία, ήταν παράγοντες με καταλυτική επίδραση.

Τα τεράστια πολυτελή παλάτια, η εθιμοτυπία της αυλής, οι καλοκουρδισμένοι αυλικοί, η αίθουσα του θρόνου με τα επιβλητικά λιοντάρια, τα χρυσά δέντρα, τα τιτιβίσματα των μηχανικών πουλιών, του αυτοκράτορα που ανεβοκατεβαίνει στον ουρανό με τον θρόνο του, τα πλούσια δώρα και οι υποσχέσεις για ακόμη περισσότερα, δεν άφηναν περιθώρια για διλήμματα και αναποφασιστικότητες. Ο φύλαρχος ήταν τώρα πια σύμμαχος και ο γενναιόδωρος αυτοκράτορας του επέτρεπε να κρατήσει όλη τη λεία από την λεηλασία. Από τη στιγμή αυτή οι εχθροί του αυτοκράτορα έτρεμαν, νικημένοι τις περισσότερες φορές από την διπλωματία του παρά από τις λόγχες του.

Μια άλλη τακτική ήταν η δωροδοκία. Το βυζαντινό νόμισμα ήταν το δολλάριο του Μεσαίωνα και εξασφάλιζε επιρροή. Τα κωνσταντινάτα ξοδεύονταν απλόχερα και πολλές φορές ένα πουγκί χρυσάφι απέτρεψε την στρατολόγηση ενός κατά πολύ ακριβότερου στρατού. Κανείς βάρβαρος δεν μπορούσε ν’ αντισταθεί στην λάμψη του βυζαντινού χρυσού. Τον 11ο αι. ο Σελτζούκος σουλτάνος έστειλε έναν διπλωμάτη να διαπραγματευθεί τον καθορισμό των συνόρων με την αυτοκρατορία. Ο Αλέξιος Α’ Κομνηνός έκλεισε μυστική συμφωνία με τον απεσταλμένο του σουλτάνου κατοχυρώνοντας το φρούριο της Σινώπης. Μέχρι να καταλάβει ο σουλτάνος τι είχε γίνει, οι αυτοκρατορικοί είχαν καταλάβει το φρούριο.

Περίπου 200 χρόνια αργότερα ο επίφοβος εχθρός της αυτοκρατορίας ήταν ο Κάρολος ο Ανδεγαυός, που έλεγχε την Σικελία και μέρος της ιταλικής ενδοχώρας. Ο Κάρολος φιλοδοξούσε να καταλάβει την Κωνσταντινούπολη και να γίνει ο ίδιος αυτοκράτορας. Ο Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγος με υποσχέσεις περί ενώσεως των Εκκλησιών χρησιμοποιούσε τον πάπα Νικόλαο τον Γ’, ο οποίος απαγόρευε στον Κάρολο να κάνει την οποιαδήποτε κίνηση. Όταν και ο πάπας απηύδησε από την κωλυσιεργία και επέτρεψε στον Κάρολο να επιτεθεί, η βυζαντινή  διπλωματία υποκίνησε επανάσταση στη Σικελία (Σικελικός Εσπερινός) και έτσι η αυτοκρατορία σώθηκε για άλλη μια φορά από τις αρπακτικές διαθέσεις των Δυτικών.

Άλλη μια τακτική ήταν η διατήρηση μιας ισορροπίας στις σχέσεις με τους βάρβαρους λαούς. Αν οι Βούλγαροι προκαλούσαν προβλήματα, στρατολογούνταν οι Ρώσοι. Αν οι Ρώσοι ξεπερνούσαν τα όρια, καλούνταν οι Πατζινάκες. Οι Κομάνοι και οι Ούζοι ήταν εφεδρείες για ώρα ανάγκης. Οι βυζαντινοί πάντα είχαν σε ετοιμότητα κάποιον σύμμαχο να συνδράμει, όταν κάποιος άλλος μετατρέπονταν σε εχθρό.

Ο αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης, διατηρούσε σχέσεις με τον οποιοδήποτε υποψήφιο διεκδικητή ενός ξένου θρόνου. Έτσι αν για παράδειγμα κάποιος Σελτζούκος σουλτάνος εκδήλωνε πρόθεση να επιτεθεί, τότε το πιο πιθανό ήταν ότι θα αντιμετώπιζε την εξέγερση κάποιου νεώτερου αδελφού του, δυναμικού διεκδικητή του σουλτανάτου. Με το βυζαντινό χρυσό στις τσέπες του θα ανατάρασσε την τουρκική επικράτεια αρκετά, ώστε να εξασφαλίσει έναν ήσυχο ύπνο στην Κωνσταντινούπολη.

Σε περιπτώσεις που το μέλλον της αυτοκρατορίας διακυβεύονταν, αρκούσε ένα καλοστημένο τέχνασμα, η επιτυχία του οποίου εξασφάλιζε την σωτηρία των στρατιωτών και την εξοικονόμηση πόρων. Έτσι ο Ηράκλειος κάποια στιγμή υπέκλεψε ένα μήνυμα από τον Πέρση Σάχη Χοσρόη, στο οποίο διατάσσονταν η εκτέλεση του στρατηγού του  Σαρβαραζά. Ο Ηράκλειος προσέθεσε και τα ονόματα 400 ακόμη αξιωματούχων της περσικής αυλής και αναδρομολόγησε το μήνυμα στον Σαρβαραζά. Το στρατήγημα ήταν ευφυέστατο. Ο στρατηγός και οι αξιωματούχοι εξεγέρθηκαν κατά του Χοσρόη, τον ανέτρεψαν κι έκλεισαν ειρήνη με τον Ηράκλειο.

Σε ένα άλλο επεισόδιο, ο εχθρικός βενετικός στόλος διαχείμαζε στην Χίο, απειλώντας την βυζαντινή επικράτεια. Οι Βενετοί έστειλαν πρέσβεις στην Κωνσταντινούπολη για διαπραγματεύσεις. Ο Μανουήλ Α’ Κομνηνός αρνήθηκε να τους συναντήσει. Οι πρέσβεις επέστρεψαν στην Χίο μαζί με έναν Βυζαντινό υπάλληλο, που πρότεινε την διενέργεια νέας αποστολής.  Ο Βενετός Δόγης, διοικητής του στόλου, συμφώνησε. Μετά την αναχώρηση της δεύτερης αποστολής ξέσπασε λοιμική νόσος στο στρατόπεδο των Βενετών. Παραπάνω από 1000 στρατιώτες και ναύτες πέθαναν μέσα σε λίγες μέρες.

Οι φήμες έλεγαν ότι ο Βυζαντινός απεσταλμένος είχε δηλητηριάσει το νερό. Οι Βενετοί έστειλαν και τρίτη αποστολή στην αυτοκρατορική αυλή. Αλλά ο Μανουήλ Κομνηνός ήταν ενήμερος για τις εξελίξεις και ήξερε ότι τώρα πια δεν χρειαζόταν να κάνει υποχωρήσεις. Έτσι μάκραινε τις διαπραγματεύσεις τόσο ώστε ο Δόγης αναγκάσθηκε να υποχωρήσει για να γλιτώσει την ανταρσία των πληρωμάτων του. Κατά τον απόπλου του βενετικού στόλου μια αυτοκρατορική ναυτική δύναμη επιτέθηκε απροειδοποίητα και αποδεκάτισε τους Βενετούς. Αμέσως μετά ο Μανουήλ έστειλε μήνυμα στον Δόγη που απλά προσέθετε προσβολή στην ήττα του : «Ο λαός σου έχει να επιδείξει μέχρι τώρα μόνο βλακεία»

Όχι μόνο ο Ελληνισμός αλλά και όλος ο ευρωπαϊκός πολιτισμός χρωστάει ευγνωμοσύνη στις διπλωματικές ικανότητες των Βυζαντινών. Αν οι τελευταίοι δεν ήταν τόσο επιδέξιοι στους χειρισμούς τους ολόκληρη η ευρωπαϊκή ιστορία θα ήταν πολύ διαφορετική. Το χριστιανικό αυτό ανάχωμα απέτρεπε την εισβολή του Ισλάμ στην Ευρώπη  από τον Ζ’ ως τον ΙΕ’ αι. Όταν πια ο Σουλτάνος Μωάμεθ Β’ κατέλαβε την Κωνσταντινούπολη, οι λαοί της Ανατολικής Ευρώπης είχαν ανδρωθεί αρκετά, μέσω της επαφής τους με τον βυζαντινό πολιτισμό, ώστε να αντισταθούν στην περαιτέρω εξάπλωση. Αν αυτό συνέβαινε νωρίτερα, όταν οι λαοί αυτοί βρίσκονταν ακόμη σε βάρβαρη κατάσταση, το μέλλον της  Ευρώπης θα ήταν αμφίβολο. Η συμβολή της βυζαντινής διπλωματίας είναι αναντίρρητη. Υπήρξε ένα επιτυχημένο, χαμηλού κόστους, χαμηλού ρίσκου, ευέλικτο και αποτελεσματικό όπλο.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1.    Ιωάννης Κίνναμος, Ιστοριών Βιβλία Ζ’, Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae 13, Βόννη 1836.
2.    Αικ. Χριστοφιλοπούλου, Βυζαντινή Ιστορία,  Β2 867-1081, Βάνιας 19972.
3.     Ιωαν. Καραγιαννόπουλος, Το Βυζαντινό Κράτος, Βάνιας 20014.
4.    Στήβεν Ράνσιμαν, Βυζαντινός Πολιτισμός, Γαλαξίας-Ερμείας 1992.
5.    Michael Angold, Η Βυζαντινή αυτοκρατορία από το 1025-1204, Παπαδήμας 20083.
6.    Donald M. Nicol, Οι τελευταίοι αιώνες του Βυζαντίου 1261-1453, Παπαδήμας 20054.
7.     A. Vasiliev, Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, τ.Α’- Β’ , Μπεγαρδής χ.χ.

 

ΠΗΓΗ: Ιερά Μονή Παντοκράτορος

,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *