Η ισλαμοφασιστική απειλή στη Μοζαμβίκη

Του Χρίστου Δαγρέ

H πρόσφατη επίθεση τζιχαντιστών στη Μοζαμβίκη την έφερε στη δημοσιότητα για ένα θέμα που δεν είχε τραβήξει την πρέπουσα προσοχή τα τελευταία χρόνια. Τζιχαντιστές προσκείμενοι στο Ισλαμικό Κράτος δολοφόνησαν περισσότερους από 50 εφήβους και άντρες σε γήπεδο, αποκεφαλίζοντας και διαμελίζοντας τα σώματα τους, ενώ υπάρχουν αναφορές και για απαχθείσες γυναίκες από το ίδιο χωριό.

Φαίνεται ότι οι ριζοσπάστες ισλαμιστές έχουν κατορθώσει να δημιουργήσουν μέσα σε σύντομο σχετικά διάστημα έναν ισχυρό θύλακα. Παρακάτω θα προσπαθήσω να περιγράψω την εξέλιξη της ισλαμοφασιστικής απειλής, τους παράγοντες που την θρέφουν, την παρούσα κατάσταση και τους λόγους για τους οποίους πρέπει να μας ενδιαφέρει.

Διαφθορά

Η ισλαμιστική οργάνωση Ansar al-Sunna wa Jama’ah [ή απλά Ansar al-Sunna (AaS)] δρα σε μια από τις φτωχότερες περιοχές της βόρειας Μοζαμβίκης, την επαρχία Cabo Delgado (πληθυσμός: 2,3 εκατ.) με πρωτεύουσα τη Pemba. Ωστόσο, το 2010 η ανακάλυψη στη Rovuma του μεγαλύτερου κοιτάσματος φυσικού αερίου στην Αφρική και το 2009 στο Montepuez ενός τεράστιου ορυχείου ρουμπινιών, μαζί με τις μεγάλες αγροτοκαλλιεργητικές δυνατότητες θεωρητικά θα μπορούσαν να αναστρέψουν την υπανάπτυξη της περιοχής όμως στην πραγματικότητα είναι μάλλον απίθανο να συμβεί. Η Μοζαμβίκη, τα τελευταία 15 χρόνια παρουσίαζε μέσο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης του ΑΕΠ κατά 6%, όμως η μερίδα του λέοντος κατέληγε σε μια ολιγομελή κλίκα που συνδέεται με το κυβερνόν κόμμα Frelimo.         

To Frelimo κυβερνά στη Μοζαμβίκη μετά την ανεξαρτησία της το 1975, καθώς ήταν η οργάνωση που από το 1964 έκανε αντάρτικο εναντίον των Πορτογάλων που κατείχαν τότε τη χώρα. Στο Cabo Delgado σήμερα οι δύο ισχυρότεροι άνδρες είναι οι 81χρονοι Alberto Chipande και Raimundo Pachinuapa, που ανήκουν στην ηγετική ομάδα του αντιαποικιακού Frelimo. Αποτελεί δε ιστορική ειρωνία το γεγονός ότι οι ισλαμιστές σήμερα εξαπολύουν εναντίον τους τις ίδιες κατηγορίες περί διαφθοράς και εκμετάλλευσης του πλούτου της περιοχής προς ίδιον όφελος τις οποίες και οι ίδιοι άλλοτε εξαπέλυαν εναντίον των Πορτογάλων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα διαφθοράς είναι η παραχώρηση της αποκλειστικής εκμετάλλευσης των ρουμπινιών σε κοινοπραξία που σχημάτισε ο Pachinuapa με μεταλλευτική εταιρεία του εξωτερικού, παραχόρηση που συνοδεύτηκε από την έξωση εκατοντάδων αγροτών και μικρομεταλλορύχων από την περιοχή όπου βρέθηκε το κοίτασμα.

Ισλαμικός ριζοσπαστισμός

Όπως το 1960, οι κατηγορίες για νεποτισμό και διαφθορά είχαν ενσωματωθεί στη ρητορική του ευρύτερου ιδεολογικού πλαίσιου της αντιαποικιοκρατίας, έτσι και σήμερα οι ίδιες κατηγορίες έχουν ενσωματωθεί στο ριζοσπαστικό κήρυγμα των ισλαμιστών που δρουν στην περιοχή. To Cabo Delgado είμαι η μία από τις δύο επαρχίες με μουσουλμανική πλειοψηφία (54% μουσουλμάνοι, 36% καθολικοί, 10% ανιμιστές και άλλοι) ενώ συνολικά η Μοζαμβίκη έχει κατά πλειοψηφία χριστιανικό πληθυσμό. Παραδοσιακά οι κάτοικοι της περιοχής ακολουθούσαν μία σουφική εκδοχή του Ισλάμ, ωστόσο η είσοδος ξένων ιεροκηρύκων ή ντόπιων που είχαν μαθητεύσει σε ριζοσπαστικές και σαλαφιστικές σχολές ήρθε σε σύγκρουση με την τοπική παράδοση, προσελκύοντας παράλληλα μεγάλο αριθμό προσήλυτων και μαχητών.

Οι εξτρεμιστές δημιούργησαν πολλά νέα τζαμιά, τα περισσότερα εκ των οποίων έγιναν εστίες προπαγάνδας και στρατολόγησης. Η προσπάθεια της κυβέρνησης να τους αποδυναμώσει, κλείνοντας ορισμένα από αυτά, οδήγησε τελικά στο αντίθετο αποτέλεσμα καθώς τους έδωσε το πρόσχημα του καταπιεζόμενου “μάρτυρα”. Παρομοίως, οι τοπικές παραδοσιακές μουσουλμανικές δομές και μουφτήδες κατηγορήθηκαν ως όργανα της κυβέρνησης και αποδυναμώθηκε η απήχηση τους στην κοινωνία. Τέλος, όπως παρατηρήθηκε και σε άλλες χώρες, οι ισλαμιστικές οργανώσεις επιχειρούν να καλύψουν το κενό στην κοινωνική πολιτική της κυβέρνησης, χρηματοδοτούν μικροεπιχειρηματίες και έχουν δημιουργήσει θέσεις εργασίας, ισχυροποιώντας έτσι το επιχείρημα τους ότι με τη Σαρία θα βελτιωθεί η ζωή των μουσουλμάνων της επαρχίας.

Άλλοι παράγοντες

Η διαφθορά και το επιθετικό ισλαμιστικό κήρυγμα αποτέλεσαν τις δύο κύριες παραμέτρους που διαμόρφωσαν τη δράση της AaS, τουλάχιστον στην πρώτη φάση της. Επικουρικά υπήρξαν και δευτερεύοντες παράγοντες, εσωτερικοί και εξωτερικοί, που την επηρέασαν. Στους εσωτερικούς πρέπει να υπολογιστούν: η ανεπαρκής φύλαξη των συνόρων που επιτρέπει την είσοδο μαχητών και ιεροκηρύκων από το εξωτερικό, η ανυπαρξία συνεργασίας με γειτονικές χώρες (κυρίως την Τανζανία που παρουσιάζεται διστακτική αν και διαθέτει την υποδομή για να βοηθήσει), η στοχευμένη στρατολόγηση από περιθωριοποιημένες εθνοτικές ομάδες (π.χ. τους Kimwani), η απουσία αντιπροπαγάνδας και οι ανεπάρκειες της υπηρεσίας πληροφοριών της Μοζαμβίκης και τα στρατιωτικά λάθη (π.χ. βασανισμοί και δολοφονίες αμάχων). Επίσης, να επισημανθεί η ύπαρξη τοπικών δικτύων λαθρεμπόρων (κυρίως ναρκωτικών αλλά και άλλων) που στηρίζουν οικονομικά τους ισλαμιστές, ενώ ο τραπεζικός τομέας σε συνδυασμό φαίνεται απρόθυμος να ελέγξει τη ροή χρημάτων προς αυτούς.

Στους εξωτερικούς παράγοντες ανήκουν η βοήθεια που παρέχουν άλλες οργανώσεις (π.χ. η αλ Σαμπάμπ) σε εξοπλισμό και εκπαίδευση (στρατιωτική και ισλαμική), η εμφάνιση στο προσκήνιο του τμήματος του Ισλαμικού Κράτους στην Κεντρική Αφρική [Islamic State Central Africa Province (ISCAP)] και η ανεπιτυχής δράση ιδιωτικών εταιρείων που έχουν αναλάβει τη φύλαξη των επενδύσεων των ενεργειακών πολυεθνικών. Οι τελευταίες δε, ίσως να έχουν οξύνει ακόμη περισσότερο την εχθρότητα των ντόπιων προς τις ξένες εταιρείες και την κυβερνητική ελίτ. Αρχικά, οι εταιρείες είχαν μισθώσει τη ρωσική Wagner Group, η οποία αργότερα αντικαταστάθηκε από τη νοτιοαφρικανική Dyck Advisory Group (DAG) – πιθανόν εξαιτίας των πενιχρών αποτελεσμάτων της πρώτης – χωρίς σημαντικά αποτελέσματα.

Η οργάνωση

Τα πρώτα ίχνη ριζοσπαστικοποίησης μπορούν να αναζητηθούν το 2013 στη δημιουργία της ομάδας al-Shabaab (“οι Νέοι”) Mozambique που αποτελείτο από φτωχούς νέους της επαρχίας και χαρακτηριζόταν από φονταμενταλιστικές ιδέες σε συνδυασμό με τη δημιουργία δικτύων λαθρεμπορίου. Παρά το όνομά της, δεν υπήρχε ακόμη σύνδεση με την ομώνυμη οργάνωση της Σομαλίας, ωστόσο αποτέλεσε τη βάση για την ένοπλη ριζοσπαστικοποίηση.  Η έναρξη των ένοπλων χτυπημάτων έγινε το 2017 με την εμφάνιση της AaS. Στην αρχή λειτουργούσε μάλλον ως χαλαρός συνασπισμός αυτόνομων πυρήνων, χωρίς σαφή κοινή ηγετική ομάδα, γι’αυτό και επιχειρησιακά περιοριζόταν σε οπορτουνιστικά χτυπήματα χαμηλής σημασίας, κυρίως εναντίον αμάχων.

Μέσα στο 2018, ξεκαθαρίζει κάπως η κατάσταση, καθώς δύο πρόσωπα ξεχωρίζουν ως ηγέτες: κάποιος Musa με καταγωγή από τη Γκάμπια και ένας ντόπιος, ο Nuro Adremane. Ο πρώτος φαίνεται να είναι πειστικός ρήτορας, που μορφοποιεί τα αιτήματα των ντόπιων σε μία επιχειρηματολογία βασισμένη στην εκδίκηση και γι’αυτό αναδεικνύεται ικανός στρατολόγος νέων μελών, ενώ ο δεύτερος, σύμφωνα με πληροφορίες, είχε εκπαιδευτεί από την σομαλική al- Shabaab γεγονός που του έχει προσδώσει κύρος στρατιωτικού αρχηγού και ιδεολογικού καθοδηγητή. Ο Dr. Peter Forster, καθηγητής Ζητημάτων Ασφαλείας και Ανάλυσης Κινδύνου στο Penn State’s College, σε μία εκτεταμένη ανάλυση του τζιχαντιστικού προβλήματος στη Μοζαμβίκη μέχρι το Μάϊο του 2020, είχε επισημάνει το ζήτημα της ηγεσίας ως μία πιθανή αδυναμία της οργάνωσης που σε συνδυασμό με τους ανταγωνισμούς στο εσωτερικό της θα μπορούσε να αποδειχτεί καίριο για την εξουδετέρωση της. Η εμπλοκή του ISCAP ωστόσο, δυστυχώς, μάλλον έχει αλλάξει την κατάσταση προς το χειρότερο.

Η συνεργασία με το ISCAP ανακοινώθηκε στο τέλος του 2019. Οι λεπτομέρειες είναι άγνωστες, ωστόσο αναμφίβολα είναι εμφανείς οι αλλαγές στην οργάνωση. Οι ισλαμιστές της Μοζαμβίκης απέκτησαν πρόσβαση σε καλύτερα εκπαιδευμένους και εξοπλισμένους αντάρτες (υπολογίζονται σε περίπου 2000 οι άντρες της ISCAP), αναβάθμισαν τις προπαγανδιστικές τους ικανότητες με βίντεο και άλλο υλικό που δημοσιοποιείται από τα κανάλια του Ισλαμικού Κράτους (η σημαία του ΙΣ εμφανίζεται πλέον στα βίντεο από τις επιθέσεις της AaS) ενώ και επιχειρησιακά υπήρξε αδιαμφισβήτητη ισχυροποίηση τους, με επιθέσεις εναντίον αστυνομικών και στρατιωτικών στόχων, τραπεζών και κατάληψη πόλεων. Ως προς το τελευταίο, ο Dr. Forster είχε επισημάνει στην ανάλυση του ότι η οργάνωση ευτυχώς δεν είχε ακόμη ωριμάσει οργανωτικά ώστε να πετύχει τη μόνιμη κατοχή εδάφους, αλλά δυστυχώς αυτό φαίνεται να άλλαξε τον Αύγουστο του 2020 με την κατάληψη της παραθαλάσσιας πόλης Mocimboa da Praia.

Eπιθέσεις της AaS και απώλειες αμάχων και στρατιωτών

H δράση της AaS ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 2017 με επίθεση στην παραθαλάσσια πόλη Mocimboa da Praia, η οποία έχει στην πλειοψηφία της μουσουλμανικό πληθυσμό, όπως κατά κανόνα συμβαίνει στις παραθαλάσσιες περιοχές αυτής της επαρχίας. Οι εκτιμήσεις για τα θύματα της AaS ως τώρα είναι ασαφείς. Ο Dr. Forster αναφέρθηκε στη μελέτη του σε 775 επιθέσεις με περίπου 1500 θύματα, ενώ άλλοι ανεβάζουν τους νεκρούς στους 2000, συμπεριλαμβανομένων των πρόσφατων συγκρούσεων με το στρατό και τις δολοφονίες αμάχων. Επιπλέον, οι πρόσφυγες που εγκατέλειψαν τις εστίες τους υπολογίζονται σε 250 χιλιάδες.

Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, οι τζιχαντιστές εξαρχής στράφηκαν εναντίον του Σουφισμού που παραδοσιακά ήταν η εκδοχή του Ισλάμ που είχαν υιοθετήσει οι ντόπιοι μουσουλμάνοι. Γι’αυτό έχουν αναφερθεί και επιθέσεις εναντίον αμάχων και δολοφονίες νέων αντρών που αρνούνταν να στρατολογηθούν, καθώς και πυρπολήσεις τζαμιών που αντιδρούσαν στα εξτρεμιστικά κηρύγματα. Ωστόσο, κατά κανόνα οι περισσότερες και οι βιαιότερες επιθέσεις στρέφονται εναντίον των Χριστιανών της επαρχίας, ειδικά όταν υπάρχει συμπόρευσή τους με το κυβερνόν κόμμα Frelimo.

Στο χάρτη της Jasmine Oppermann [αναλύτρια αφρικανικών ζητημάτων στο Armed Conflict Location & Event Data Project (ACLED)] που παρουσιάζεται παρακάτω, έχουν σημειωθεί οι επιθέσεις της οργάνωσης μέχρι και τον Απρίλιο του 2020. Στο γαλάζιο κύκλο επισημαίνεται το οροπέδιο της Mueda, μια περιοχή με καθολικούς κατοίκους, οι οποίοι έχουν παραμείνει πιστοί στο Frelimo (η περιοχή ήταν από τα προπύργια του Frelimo στον πόλεμο εναντίον των Πορτογάλων). Όπως φαίνεται από το χάρτη, το οροπέδιο αυτό ήταν μία από τις τρεις περιοχές που κατά κύριο λόγο σήκωσαν το βάρος της άμυνας στην AaS.

Οι άλλες δύο περιοχές ήταν η πόλη Mocimboa da Praia ( νέα προσπάθεια κατάληψής της έγινε τον Μάρτιο του 2020) και η παραθαλάσσια πόλη Quissanga με το νησί Quirimba τα οποία έγιναν στόχος την περίοδο Ιανουαρίου-Απριλίου 2020. Οι πόλεις αυτές κατοικούνται κυρίως από μουσουλμάνους, και ο στόχος ήταν αφενός κάποιες εύκολες νίκες γοήτρου απέναντι σε κυβερνητικά στρατεύματα, αφετέρου η αρπαγή στρατιωτικού υλικού και η ληστεία τραπεζών, όπου αυτό ήταν εφικτό. Να σημειωθεί επίσης, η προπαγανδιστική διανομή τροφίμων και αγαθών από τους ισλαμιστές σε επιλεγμένα σημεία προκειμένου να κερδίσουν την υποστήριξη των κατοίκων. Ωστόσο, στις αγροτικές περιοχές της ενδοχώρας, όπως στις πόλεις Chai και Muidumbe, όπου η πλειοψηφία είναι καθολικοί, οι επιθέσεις ήταν εξαιρετικά αιματηρές και συνοδεύτηκαν από αποτρόπαιες σφαγές. 

Οι επιθέσεις εναντίον των Χριστιανών συνεχίστηκαν και μετά τον Απρίλιο του 2020. Ο Ανδ. Σταλίδης παρουσιάζει επιγραμματικά στο Αντίβαρο τις παρακάτω:

  • 18 Μαΐου 2020: επίθεση σε Καθολικό ναό στο Auasse, στην περιοχή Κάμπο Ντελγκάντο.                                   
  • 27 και 28 Ιουνίου 2020: επίθεση σε εκκλησία στην περιοχή Mocimboa da Praia.   
  • Ιούνιος 2020: εκτέλεση 15 Χριστιανών και 52 επιπλέον εκτελέσεις κατά τη διάρκεια του Πάσχα (Απρίλιος).
  • Επιπλέον, σημειώνεται συστηματική καταστροφή καθολικών ναών και λατρευτικών αγαλμάτων και εικόνων.

Τον Αύγουστο του 2020, η AaS τελικά κατέλαβε την Mocimboa da Praia παρά τη σφοδρή αντίσταση που προέβαλαν τα κυβερνητικά στρατεύματα, τα οποία τελικά αναγκάστηκαν να διαφύγουν με πλοιάριο καθώς είχαν απομείνει χωρίς πυρομαχικά, εγκαταλείποντας τουλάχιστον 55 νεκρούς. H ιδιωτική εταιρεία ασφαλείας DAG επιχείρησε ρίψη εφοδίων και πυρομαχικών με ελικόπτερο τα οποία όμως έπεσαν μακρυά από τις θέσεις του στρατού και τελικά κατέληξαν στα χέρια της AaS. Οι επιτιθέμενοι ισλαμιστές υπολογίζονταν σε περισσότερους από 1000 και κατόρθωσαν επίσης να βουλιάξουν κυβερνητικό σκάφος με τη χρήση RPG. Ένα μήνα αργότερα το BBC επιβεβαίωσε ότι η πόλη βρισκόταν ακόμη υπό τον έλεγχο της AaS και μέχρι σήμερα δεν έχει ανακοινωθεί κάποια αλλαγή στο παραπάνω. Η Mocimboa da Praia είναι στρατηγικής σημασίας λιμάνι για τον ανεφοδιασμό των εταιρειών φυσικού αερίου.

Διεθνείς αντιδράσεις

Η επικίνδυνη κλιμάκωση των επιθέσεων των ισλαμοφασιστών στη Μοζαμβίκη είχαν ελάχιστη κάλυψη από τα ΜΜΕ Ευρώπης και Αμερικής. Ωστόσο, αυτή η κλιμάκωση έχει απασχολήσει τις χώρες που συμμετέχουν στη Southern African Development Community (SADC), καθώς τελευταία έχουν φουντώσει οι φήμες για πιθανή αποστολή στρατευμάτων της Ν. Αφρικής, της Ζιμπάμπουε ή της συνεργασίας των κρατών της SADC, αν και αυτό φαίνεται μάλλον αδύνατο επί του παρόντος. Συζητήσεις για παροχή στρατιωτικής και ναυτικής βοήθειας εικάζεται ότι έχουν γίνει και από δυτικές δυνάμεις, κυρίως τις ΗΠΑ και τη Γαλλία. Τέλος, η Τανζανία δήλωσε τον Αύγουστο ότι θα αναλάβει στρατιωτικές πρωτοβουλίες εναντίον των ενόπλων που κινούνται στα δάση της κοντά στα σύνορα με τη Μοζαμβίκη.

Επίλογος – Γιατί μας ενδιαφέρει ο ισλαμοφασισμός στη Μοζαμβίκη              

Το αντιπαράδειγμα της Μοζαμβίκης δείχνει με κρυστάλλινα διαφανή τρόπο την καθολικότητα του Ισλάμ ως πολιτικοθρησκευτικό σύστημα και τον τρόπο με τον οποίο διεισδύει σε κοινωνίες χωρίς προηγούμενη εξτρεμιστική/σαλαφιστική παράδοση, ενσωματώνοντας στο ριζοσπαστικό κήρυγμα τους τα κοινωνικά προβλήματα των ντόπιων. Η διαφθορά του καθεστώτος, η φτώχια και το άνοιγμα της ψαλίδας μεταξύ του λαού και μιας μικρής κάστας των ελίτ, οι μισθοφορικοί στρατοί, η προνομιακή ικανοποίηση των συμφερόντων των πολυεθνικών έναντι των ντόπιων σε συνάρτηση με την αδυναμία ενσωμάτωσης των αιτημάτων στον παραδοσιακό σουφισμό, άνοιξαν το δρόμο στους εξτρεμιστές. Όπως και σε άλλες χώρες (π.χ. Αίγυπτο) ο ριζοσπαστισμός συνοδεύτηκε από την αναπλήρωση των τεράστιων κενών στην κοινωνική πολιτική του κράτους, ισχυροποιώντας έτσι στη συνείδηση των κατοίκων τη Σαρία ως εναλλακτική (και προτιμητέα) πολιτικοθρησκευτική πρόταση.

Χρησιμοποιώντας ως σημείο αναφοράς την ανάλυση του καθ. P. Forster βλέπουμε τον τρόπο με τον οποίο οι αρχικά χαλαροί πυρήνες σταδιακά σχηματοποιούνται σε μία οργάνωση με πιο ξεκάθαρη δομή, ιδεολογία και ηγετικές φυσιογνωμίες, που δοκιμάζει την ισχύ της κυβέρνησης στοχοποιώντας τις δομές της. Η εμφάνιση του Ισλαμικού Κράτους, με τον τοπικό του κλάδο ISCAP, στο προσκήνιο συνοδεύεται και από επιχειρησιακή αναβάθμιση και παραγωγή άφθονου προπαγανδιστικού υλικού. Η AaS ισχυροποιείται καθώς προβάλλεται ως εναλλακτική μορφή διοίκησης. Ο Forster είχε επισημάνει από τότε τα ευάλωτα σημεία της, υπογραμμίζοντας τη δυνατότητα να προκληθούν ρωγμές στο εσωτερικό της. Δυστυχώς όμως, μετά τον Αύγουστο του 2020 και την κατάληψη εδάφους για διάστημα πολλών μηνών (Mocimboa da Praia), η οργάνωση πλέον φαίνεται να έχει ωριμάσει όχι μόνο σε στρατιωτικό αλλά και σε διοικητικό επίπεδο και μπορεί πλέον να επιβάλει τη Σαρία. Οι λεπτομέρειες και ο βαθμός επιτυχίας παραμένουν άγνωστα, καθώς δεν υπάρχουν πληροφορίες μέσα από την πόλη.

Η Μοζαμβίκη μας αφορά επειδή καταρχάς διαλύει τις ψευδαισθήσεις των “ευαίσθητων” γύρω από το πολιτικό Ισλάμ. Πρόκειται για ένα ξεκάθαρα πολιτικοθρησκευτικό κίνημα με ολοκληρωτικά χαρακτηριστικά που δικαιολογεί και επικροτεί την ωμή βία εναντίον των αντιπάλων του. Η αποτρόπαιη Χριστιανοφοβία τους (όπως υπογραμμίζεται εμφατικά με εμπρησμούς, δολοφονίες και αποκεφαλισμούς) είναι ένα μήνυμα προς κάθε θρησκεία και κάθε εκκοσμικευμένη ιδεολογία ότι αποτελούν εν δυνάμει αντιπαλους τους προς την απόλυτη κυριαρχία και θα αντιμετωπιστούν με τον ίδιο τρόπο! Τα ρεύματα της ισλαμοφασιστικής υποκουλτούρας στις δυτικές κοινωνίες είναι φορείς και στρατιώτες προς την επίτευξη αυτού  του στόχου.

Τέλος δε, σε πρακτικό επίπεδο, η πιθανότητα μετατροπής ενός τμήματος (πλουσίου σε φυσικούς πόρους) της Μοζαμβίκης σε “no-man’s land” θυμίζει την ιστορία μετατροπής της Σομαλίας σε εξαγωγέα ισλαμοτρομοκρατίας. Ο κίνδυνος να πλημμυρίσει η Ευρώπη από “πρόσφυγες”, μεταξύ των οποίων θα κρύβονται πυρήνες τζιχαντιστικής προπαγάνδας και “μαρτύρων-αυτοκτονίας” είναι μεγάλος. Οι δυτικές κοινωνίες πρέπει να απαιτήσουν αφενός να βελτιωθούν οι συνθήκες ζωής των κατοίκων (εις βάρος προφανώς των συμφερόντων των πολυεθνικών και της διεφθαρμένης ελίτ), αφετέρου δε να υπάρξει αποτελεσματική στρατιωτική εξουδετέρωση και τιμωρία των δραστών – ηγετών, καθοδηγητών και εκτελεστικών οργάνων. Η Μοζαμβίκη δεν «κείται μακράν» και δεν έχουμε την πολυτέλεια να αδιαφορούμε.


  • Joseph Hanlon “Mozambique’s jihadists and the ‘curse’ of gas and rubies”. BBC, 17 Sept 2020.
  • Ανδρέας Σταλίδης “Ισλαμιστική βία στη Μοζαμβίκη”. Αντίβαρο, 11 Νοεμ 2020.
  • Peter Fabricius “Mozambique: Mocimboa da Praia: Islamic State insurgents recapture strategic port town”. Daily Maverick, 12 Aug 2020.
  • Peter K. Forster “Jihadism in Mozambique: The enablers of extremist sustainability”. Small Wars Journal, 20 Oct 2020.
  • Joseph Hanlon (ed) “Mozambique News Reports & Clippings #484”. 30 Apr 2020 [στο:www.open.ac.uk/technology/mozambique/sites/www.open.ac.uk.technology.mozambique/files/files/Mozambique_484-30Apr2020_Supplement-religion-vote.pdf]
  • “Mocimboa da Praia: Mozambique battles for port seized by IS”. BBC, 13 Aug 2020.
, , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.