Η ιστορία της νεοελληνικής διγλωσσίας: Από το Βυζάντιο στον Κοραή

Γράφει η Δέσποινα Ιωσήφ

Το ενδιαφέρον φαινόμενο του γλωσσικού διχασμού στην ελληνική γλώσσα, δηλαδή της διάστασης μεταξύ του γραπτού και του προφορικού λόγου, έχει τις ρίζες του στην Αρχαιότητα. Τα έργα της ελληνικής Αρχαιότητας σπάνια απέδιδαν τον πραγματικό λόγο των δημιουργών τους, καθώς προσαρμόζονταν στην παράδοση που επέβαλλε την υιοθέτηση μιας συγκεκριμένης διαλέκτου για κάθε ιδιαίτερο λογοτεχνικό είδος. Για παράδειγμα, η λυρική ποίηση και η ιστοριογραφία γράφονταν στην ιωνική διάλεκτο, η χορική ποίηση και το ειδύλλιο στη δωρική, η μελική ποίηση στην αιολική και το δράμα, τα ρητορικά έργα και η φιλοσοφία στην αττική. Οι συγγραφείς και το κοινό στο οποίο απευθύνονταν όφειλαν να είναι εξοικειωμένοι με διαλέκτους τις οποίες οι ίδιοι πιθανώς δεν χρησιμοποιούσαν στον προφορικό τους λόγο για τις καθημερινές τους συναλλαγές. Ήδη από τον πρώτο προχριστιανικό αιώνα, η αττική διάλεκτος της Κλασικής Περιόδου θεωρείτο από μια μερίδα διανοουμένων, τους αττικιστές, πολύ ανώτερη από τις υπόλοιπες διαλέκτους. Έτσι προωθήθηκε ένα τεχνητό γραπτό ιδίωμα με πρότυπο αυτήν.

Ο άκρατος θαυμασμός για την αττική διάλεκτο συνεχίστηκε σε όλη τη διάρκεια της Βυζαντινής Εποχής. Ωστόσο, από τον 12ο αιώνα, παράλληλα με τα κείμενα που προσπαθούσαν να μιμηθούν την αττική διάλεκτο της Κλασικής Περιόδου, συντάσσονταν και κυκλοφορούσαν κείμενα τα οποία απέδιδαν τη φυσική ζωντανή ομιλία των ανθρώπων της εποχής. Τον 18ο αιώνα δημιουργήθηκε μια διχογνωμία για το εάν η αττική διάλεκτος ήταν το ιδανικό γλωσσικό όργανο για τον διαφωτισμό και την πνευματική αφύπνιση του γένους (δεδομένου ότι θα πιστοποιούσε περίτρανα την αδιάλειπτη συνέχεια του ελληνικού έθνους) ή εάν θα έπρεπε να γίνει σεβαστή η εξέλιξη και η τάξη των πραγμάτων και να διατηρηθεί ανέπαφη η φυσική λαϊκή γλώσσα των Νεοελλήνων με τα πολυάριθμα δάνειά της από τους Λατίνους και τους Τούρκους κατακτητές. Ο Αδαμάντιος Κοραής προέκρινε τη «μέση οδό». Στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα σημειώθηκε έξαρση του σχετικού προβληματισμού και το φαινόμενο προσέλαβε σοβαρές κοινωνικές και πολιτικές διαστάσεις. Ο Γιάννης Ψυχάρης και ο Κωστής Παλαμάς ενίσχυσαν την ομάδα των δημοτικιστών αλλά το Σύνταγμα του 1911 καθιέρωσε ως επίσημη γλώσσα του ελληνικού κράτους την καθαρεύουσα. Έξι χρόνια αργότερα, με μια πρωτοποριακή εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, η δημοτική διδάχθηκε για πρώτη φορά στα σχολεία. Ο Μανώλης Τριανταφυλλίδης και ο Αχιλλέας Τζάρτζανος πρότειναν μια λιγότερο απόλυτη μορφή της δημοτικής. Η Απριλιανή δικτατορία επέβαλε και πάλι την καθαρεύουσα αλλά μετά την πτώση της, η δημοτική καθιερώθηκε ως γλώσσα της εκπαίδευσης και της διοίκησης.

Η Άννα Κομνηνή υπαγορεύουσα την "Αλεξιάδα"
Η Άννα Κομνηνή υπαγορεύουσα την «Αλεξιάδα»

Η βυζαντινή διγλωσσία

Ο 12ος αιώνας παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη μελέτη της ιστορίας της ελληνικής γλώσσας, καθώς στη διάρκειά του παρατηρείται η συνύπαρξη δύο τάσεων στους λογοτεχνικούς κύκλους. Μέχρι τον 12ο αιώνα, ένας Βυζαντινός συγγραφέας υψηλών απαιτήσεων που διεκδικούσε τον σεβασμό της διανόησης και των ανώτερων τάξεων δύσκολα θα απαγκιστρωνόταν από τη μίμηση της αττικής διαλέκτου ενδίδοντας στον πειρασμό να αποδώσει τα έργα του με τον δημώδη τρόπο έκφρασης. Από τον 12ο όμως αιώνα, η σκόπιμη (άλλοτε επιδέξια και άλλοτε αδέξια) αναπαραγωγή του αρχαίου ύφους (που συχνά είχε ως αποτέλεσμα στρυφνά και απελπιστικά επιτηδευμένα κείμενα) δεν αποτελούσε πλέον μονόδρομο. Η κλασική κληρονομιά έπαψε να αποτελεί δεσμευτικό πρότυπο για τους λογοτεχνικούς κύκλους. Απαρχαιωμένες λέξεις άρχισαν να συνυπάρχουν, χωρίς δισταγμό, με τρέχουσες εκφράσεις, ενίοτε μάλιστα και στο ίδιο κείμενο. Τα Πτωχοδρομικά, ποιήματα, που αποδίδονται λανθασμένα στον αυλικό ποιητή Θεόδωρο Πρόδρομο (1), απευθύνονται στους αυτοκράτορες Ιωάννη Β΄ και Μανουήλ Α΄ Κομνηνό (2) και στηλιτεύουν την οικονομική και την ηθική εξαχρείωση εκείνης της εποχής από την οπτική της αστικής τάξης, αποτελώντας ένα έξοχο παράδειγμα της νέας τάσης στα γράμματα. Αρχίζουν με μια αφιέρωση και εισαγωγή γραμμένες σε αττικίζουσα γλώσσα, πραγματεύονται το θέμα τους σε λαϊκό δεκαπεντασύλλαβο και, τέλος, επανέρχονται στη λόγια γλώσσα. Ο συντάκτης τους (ή, ίσως, ορθότερα οι συντάκτες τους) παραλλάσσουν μάλιστα γλωσσικούς τύπους και επινοούν παράξενες λέξεις, σε μια πρωτόγνωρη μέχρι εκείνη την εποχή απόπειρα παρωδίας των ποιητών που χρησιμοποιούσαν με ευλάβεια τα Αρχαία Ελληνικά για να κάνουν επίδειξη εκλεπτυσμένης συγγραφής (3). Ένα άλλο, σύγχρονο χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το ποίημα που συνέταξε σε μια γλώσσα διάσπαρτη από λαϊκές απηχήσεις ο Μιχαήλ Γλυκάς και απηύθυνε στον Μανουήλ Α΄ Κομνηνό (4).

Τέλος, δεν πρέπει να παραλείψουμε να μνημονεύσουμε τα έμμετρα ιπποτικά μυθιστορήματα που πρωτοεμφανίστηκαν την ίδια εποχή και απευθύνονταν σε ένα πλατύ αναγνωστικό κοινό, και τα οποία ήταν σχεδόν γραμμένα εξολοκλήρου στην απλή καθομιλουμένη (5). Οι ιδιαίτερες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες επηρέασαν την πορεία της γλώσσας και δεν είναι χωρίς σημασία το γεγονός ότι, κατά τον 12ο αιώνα, οι Σελτζούκοι Τούρκοι σημείωσαν σημαντικές νίκες στη Μ. Ασία, ενώ οι ιταλικές ναυτικές δημοκρατίες πρωταγωνιστούσαν στο θαλάσσιο εμπόριο στη λεκάνη της Μεσογείου παραγκωνίζοντας τους Βυζαντινούς (6). Από την άλλη πλευρά, η Αλεξιάδα, την οποία συνέταξε το 1118 στη μονή της Κεχαριτωμένης η Άννα Κομνηνή (κόρη του αυτοκράτορα Αλέξιου Α’ και σύζυγος του Νικηφόρου Βρυέννιου), μετά τον θάνατο του πατέρα της και την αποτυχημένη συνωμοσία εναντίον του νόμιμου διαδόχου του θρόνου, του αδελφού της Ιωάννη, και η οποία καλύπτει τα γεγονότα της περιόδου 1069-1148 στα οποία πρωταγωνιστούσε ο πατέρας της, αποτελεί γνήσιο καρπό αρχαιομάθειας και ένα σπουδαίο δείγμα αντίστασης στη νέα τάση και προσκόλλησης στο γλωσσικό παρελθόν (7).

Φωτογραφία του Γ. Ψυχάρη
Φωτογραφία του Γ. Ψυχάρη


Σημειώσεις

1. Ο Παναγιώτης Νικολόπουλος, στο κεφάλαιο με τίτλο «Λογοτεχνία», της Ιστορίας του ελληνικού έθνους (τ. Θ΄, Εκδοτική Αθηνών, 1980, σσ. 388-9), αποδίδει τα Πτωχοδρομικά στον Θεόδωρο Πρόδρομο, κάτι που σήμερα απορρίπτουν οι περισσότεροι σοβαροί μελετητές. Βλ. π.χ. Cyril Mango, Βυζάντιο. Η αυτοκρατορία της νέας Ρώμης (μετάφραση: Δημ. Τσουγκαράκης), Εκδόσεις ΜΙΕΤ, Αθήνα, 1990, σελ. 296.
2. Για τη δυναστεία των Κομνηνών βλ. Georg Ostrogorsky, Ιστορία του Βυζαντινού κράτους, τ. Γ’ (μετάφραση: Ι. Παναγόπουλος, επιμ. Ε. Χρυσός), Εκδόσεις Στ. Βασιλόπουλος, Αθήνα 1963, σσ. 13-90, και Στέργιος Φασουλάκης – Αγγελική Λαΐου, «Η δυναστεία των Κομνηνών και οι σταυροφορίες», στην Ιστορία του ελληνικού έθνους, τ. Θ΄, Εκδοτική Αθηνών, 1980, σσ. 12-36.
3. Mango, Βυζάντιο, σελ. 296 και Hans Georg Beck, Η βυζαντινή χιλιετία (μετάφραση: Δημοσθένης Κούτροβικ), Εκδόσεις ΜΙΕΤ, Αθήνα 2005, σσ. 179 και 204.
4. Νικολόπουλος, «Λογοτεχνία», σελ. 388 και Beck, Βυζαντινή χιλιετία, σελ. 204.
5. Mango, Βυζάντιο, σελ. 296.
6. Το ιστορικό πλαίσιο της εποχής εξετάζει παραδειγματικά ο Mango στο βιβλίο του Βυζάντιο, σσ. 17-18.
7. Νικολόπουλος, «Λογοτεχνία», σσ. 386-7.

HISTORICAL QUEST

, , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.