Η κατάκτηση της Μικράς Ασίας από τον Μέγα Αλέξανδρο

Γράφει ο Μανώλης Χατζημανώλης

Μετά την πτώση της Αλικαρνασσού στις αρχές του χειμώνα του 334 π.Χ, όλες οι περσικές δυνάμεις στην δυτική Μικρά Ασία είχαν είτε καταστραφεί, είτε διαφύγει μαζί με τον Μέμνονα και τα περσικά πλοία στην Κω. Ο Αλέξανδρος ήταν ελεύθερος πλέον να προελάσει νοτιότερα προς την Λυκία και τις ακτές της Παμφυλίας ως συνέχεια της στρατηγικής του να προκαλέσει την αυτοδιάλυση του εχθρικού στόλου μέσω της κατάληψης των ναυτικών πόλεων της αυτοκρατορίας.

Προείχε βέβαια η διευθέτηση της κατάστασης στην Καρία. Αφού ανέθεσε την διοίκηση της σατραπείας στην Άδα, μια γόνο του γηγενή βασιλικού οίκου που είχε παραγκωνιστεί από την περσική διοίκηση, άφησε 3.000 πεζούς και 200 ιππείς υπό τον Πτολεμαίο του Λαγου να καθαρίσουν τις τελευταίες εστίες περσικής αντίστασης. Οι νεόνυμφοι στρατιώτες στάλθηκαν πίσω στην Μακεδονία να περάσουν τον χειμώνα με τις συζύγους τους, σε μια κίνηση που αφενός αύξησε την δημοφιλία του βασιλιά μέσα στο στράτευμα και αφετέρου -με την πιθανότητα εμφάνισης μείζονος σημασίας περσικής απειλής στο ορατό μέλλον να είναι μικρή- ελάφρυνε την επιμελητεία από το βάρος της συντήρησης των αδειούχων μέσα στον χειμώνα. Επικεφαλής τους τέθηκαν ο βασιλικός σωματοφύλακας Πτολεμαίος του Σελεύκου και οι στρατηγοί Κοίνος του Πολεμοκράτη και Μελέαγρος του Νεοπτόλεμου, που ήταν επίσης νιόπαντροι. Οι παραπάνω αξιωματικοί έλαβαν επίσης οδηγίες να φέρουν μαζί τους και νεοσύλλεκτους από τη Μακεδονία, ενώ ο Κλέανδρος του Πολεμοκράτη στάλθηκε να στρατολογήσει συμμάχους από την Πελοπόννησο.

Ο Παρμενίωνας μαζί με μια ίλη Μακεδόνων εταίρων, το θεσσαλικό ιππικό, τις συμμαχικές μονάδες, τις σκευοφόρους και τον βαρύ πολιορκητικό εξοπλισμό θα κατευθυνόταν βόρεια στις Σάρδεις και από κει θα προωθείτο ανατολικότερα στην Μεγάλη Φρυγία. Ο ίδιος ο Αλέξανδρος θα προέλαυνε νότια προς την Λυκία και από κει ανατολικά στην Παμφυλία. Στη συνέχεια, και αφού θα εδραίωνε τον έλεγχό του στην ακτή, θα κατευθυνόταν βόρεια μέσα από τις δύσβατες διαβάσεις της ορεινής Πισιδίας προς την Φρυγία, όπου την άνοιξη θα συναντούσε τον Παρμενίωνα και τους στρατιώτες από την Ελλάδα.

Αφού παρέκαμψε από τον βορρά την Καύνο και την Κνίδο, κατέλαβε τα Ύπαρνα, ένα ισχυρό οχυρό με φρουρά Ελλήνων μισθοφόρων, οι οποίοι αποχώρησαν κατόπιν ανακωχής. Στη συνέχεια εισέβαλλε στη Λυκία και υπέταξε με τέχνασμα τους Τελμησσείς. Ο φίλος του Αλέξανδρου Νέαρχος ο Κρητικός και ο προσωπικός του μάντης Αρίσταρχος που καταγόταν από την πόλη είχαν φίλους εκεί. Μια ομάδα χορευτριών μαζί με τους υπηρέτες τους στάλθηκαν ως δώρο στον τύραννο της πόλης Αντιπατρίδη. Μετά το δείπνο, όταν οι Πέρσες συνδαιτημόνες είχαν παραλύσει από το φαγητό και το κρασί, οι χορεύτριες αποκάλυψαν εγχειρίδια που είχαν κρυμμένα πάνω τους και κατέσφαξαν τους οικοδεσπότες τους. Η ακρόπολη έπεσε χωρίς να ανοίξει μακεδονικό ρουθούνι και ο Νέαρχος ανταμείφθηκε για τις υπηρεσίες του αργότερα με την διοίκηση της περιοχής.

Συνεχίζοντας την πορεία του ο Αλέξανδρος έγινε κύριος 30 πόλεων της ακτής και της ενδοχώρας με σπουδαιότερες τα Πίναρα, την Ξάνθο και τα Πάταρα. Κατόπιν, και παρά το ότι βρισκόταν ήδη στα μέσα του χειμώνα, εισέβαλλε βόρεια στην περιοχή της Μιλυάδας προσπαθώντας να αποκαταστήσει την επικοινωνία με τον Παρμενίωνα που διεξήγε επιχειρήσεις στην Φρυγία. Εκεί, εν μέσω χιονισμένων βουνών και εχθρικών φυλών, δέχθηκε απεσταλμένους από την πόλη Φασηλίδα (ροδιακή αποικία) και άλλες παραλιακές πόλεις της ανατολικης Λυκίας που του πρόσφεραν χρυσό στεφάνι και την φιλία τους. Με την παραλιακή διαδρομή να είναι σαφώς προτιμότερη από την ορεινή μέσα στην καρδιά του χειμώνα, ο Αλέξανδρος κατευθύνθηκε πίσω στην ακτή προς τις Φοινικούσες και από κει μέσω της χερσονήσου της Χελιδονίας προς την Φασηλίδα. Με τους κατοίκους να μην έχουν δει ελληνικό στρατό στην περιοχή τους από την εποχή του Κίμωνα,η είσοδος του Μακεδόνα βασιλιά εορτάστηκε με πανηγυρικές εκδηλώσεις στις οποίες συμμετείχαν οι πολίτες και οι στρατιώτες.

Κατά την παραμονή του στην Φασηλίδα, ο Αλέξανδρος βοήθησε τους κατοίκους στην κατάληψη ενός ισχυρού οχυρού Πισίδων επιδρομέων που λυμαίνονταν την χώρα, ενώ ασχολήθηκε και με την πολιτική οργάνωση της περιοχής. Ο Νέαρχος ανέλαβε την διοίκηση, ενώ στις πόλεις, ελληνικές και βαρβαρικές, παραχωρήθηκε αυτονομία και το δικαίωμα να διοικούνται με τους δικούς τους νόμους.

Με την ολοκλήρωση της κατάκτησης της Λυκίας, επόμενος σταθμός θα ήταν η πόλη Πέργη στην Παμφυλία. Με τον παραλιακό δρόμο ανύπαρκτο εκείνη την εποχή και τις ορεινές διαβάσεις εξαιρετικά δύσβατες, ο Αλέξανδρος είχε φροντίσει όσο βρισκόταν στην Φασηλίδα να στείλει Θράκες σκαπανείς να διανοίξουν δρόμο στο πέρασμα του όρους Κλίμαξ, στο εσωτερικό της χώρας. Όταν όλα ήταν έτοιμα, ο κύριος όγκος του στρατεύματος στάλθηκε διαμέσου της νέας οδού, ενώ ο ίδιος με μικρή συνοδεία ακολούθησε διαδρομή κατά μήκος της ακτής. Σύμφωνα με τον Αρριανό το πέρασμα αυτό ήταν βατό μόνο όταν φυσούσε βόρειος άνεμος, ενώ όταν φυσούσε νοτιάς η θάλασσα κάλυπτε την οδό και την καθιστούσε αδιάβατη. Μετά από ένα διάστημα κατά το οποίο επικρατούσαν θυελλώδεις νότιοι άνεμοι, φύσηξε επιτέλους (μετά από θεϊκή παρέμβαση συμφωνα με την αντίληψη των στρατιωτών) βοριάς και έτσι ο βασιλιάς και η ομάδα του διάβηκαν το πέρασμα χωρίς προβλήματα.

Μόλις πέρασε το όρος Κλίμαξ και βγήκε στην πεδιάδα της Παμφυλίας, ο στρατός δέχθηκε αιφνιδιαστική επίθεση από μια ορδή Πισίδων επιδρομέων που προκάλεσε όλεθρο στην οπισθοφυλακή. Εξαγριωμένος ο βασιλιάς σταμάτησε την πορεία του και πολιόρκησε το απόκρημνο προπύργιό τους. Μετά από δυο μέρες συνεχών επιθέσεων, οι πρεσβύτεροι της κοινότητας αποφάσισαν να παραδοθούν, ενώ από τους νεότερους εξακόσιοι περίπου έκαψαν ζωντανές τις οικογένειές τους μέσα στα σπίτια τους για να μην πέσουν στα χέρια του εχθρού και οι ίδιοι ξεγλίστρησαν μέσα από τις μακεδονικές γραμμές εκμεταλλευόμενοι το σκοτάδι.
Η Πέργη παραδόθηκε χωρίς φασαρία στους Μακεδόνες, ενώ στον δρόμο προς την Άσπενδο πληρεξούσια αντιπροσωπεία των κατοίκων πρόσφερε την παράδοση της πόλης υπό τον όρο να μην τους επιβληθεί η εγκατάσταση φρουράς. Ο Αλέξανδρος δέχθηκε το αίτημα, αλλά αξίωσε 50 τάλαντα έκτακτη εισφορά για την πληρωμή του στρατού του και έναν ετήσιο φόρο σε ίππους που συνήθιζαν ως τότε να αποδίδουν και στους Πέρσες. Οι απεσταλμένοι αποδέχτηκαν τους όρους και γύρισαν πίσω.

Ο βασιλιάς συνέχισε προς το σημαντικό λιμάνι της Σίδης, όπου εγκατέστησε φρουρά. Πρόθεσή του να καταλάβει το ισχυρό οχυρό Σύλλιον στην ενδοχώρα, όπου βρισκόταν ισχυρή φρουρά από Έλληνες μισθοφόρους και γηγενείς, δεν υλοποιήθηκε καθώς σύντομα έφτασαν ειδήσεις πως οι Ασπένδιοι αποκήρυξαν την συνθήκη που που είχε γίνει εν ονόματί τους. Οι κάτοικοι αρνήθηκαν να αποδώσουν τα χρήματα και τα άλογα στην ομάδα επιμελητείας του βασιλιά και, θεωρώντας πως ο Αλέξανδρος θα ήταν πολύ απασχολημένος αλλού για να ασχοληθεί ο ίδιος μαζί τους, άρχισαν να ετοιμάζονται για πολιορκία. Η κινητή περιουσία τους μεταφέρθηκε εντός των τειχών και τα τείχη επισκευάστηκαν.

Η Άσπενδος βρισκόταν σε λόφο που δέσποζε στον Ευρυμέδοντα, με προάστειο τειχισμένο με χαμηλό τείχος στους πρόποδες δίπλα στον ποταμό. Μαθαίνοντας πως αντίθετα με τις προσδοκίες τους ο βασιλιάς κατέφτανε αυτοπροσώπως με όλο του τον στρατό, οι κάτοικοι εκκένωσαν άρον άρον αυτή τη χαμηλότερη συνοικία και συγκεντρώθηκαν στην ακρόπολη. Βλέποντας με τρόμο το εχθρικό στρατόπεδο να εγκαθίσταται μέσα στη κάτω πόλη και να τους περικυκλώνει από όλες τις πλευρές, έστειλαν πρέσβεις για να ζητήσουν την άδεια να παραδοθούν υπό τους όρους που είχαν συμφωνήσει προηγούμενως. Ο Αλέξανδρος αναλογιζόμενος την ισχύ της πόλης και την έλλειψη του πολιορκητικού του εξοπλισμού που βρισκόταν με τον Παρμενιωνα στην Φρυγία, δέχθηκε να έρθει σε συμφωνία μαζί τους, αλλά με πολύ σκληρότερους όρους από ό,τι πριν. Οι Ασπένδιοι θα υποχρεούνταν τώρα να στείλουν τους επιφανέστερους πολίτες τους ως ομήρους, να παραδίδουν κάθε χρόνο τον ίδιο αριθμό αλόγων που είχαν συμφωνήσει και προηγουμένως, η άμεση χρηματική εισφορά τους θα διπλασιαζόταν και επιπλέον θα έπρεπε καταβάλλουν ένα ποσό ετησίως στο βασιλικό ταμείο ως φόρο υποτέλειας. Η πόλη τοποθετήθηκε υπό άμεσο σατραπικό έλεγχο, ενώ θα διεξαγόταν δημόσια έρευνα αναφορικά με εδάφη τα οποία η Άσπενδος είχε κατηγορηθεί πως άρπαξε με τη βία από τους γείτονές της.

Όταν κανονίστηκαν αυτά, ο Αλέξανδρος βάδισε προς την Πέργη και από κει ξεκίνησε για την Φρυγία. Στην διαδρομή βρισκόταν η πόλη της Τερμησσού. Οι κάτοικοι της χώρας ήταν Πισίδες και είχαν χτίσει τον οικισμό τους σε μια εξαιρετικά οχυρή τοποθεσία, απόκρυμνη από όλες τις πλευρές. Η διαδρομή προς την πόλη περνούσε από ένα στενό φαράγγι και οι Τερμησσείς είχαν καταλάβει τις κορυφές στις δυο πλευρές του αναμένοντας τον μακεδονικό στρατό. Ο Αλέξανδρος, όντας άριστος γνώστης της ψυχολογίας των ορεσίβιων, δεν αποπειράθηκε να περάσει, αλλά διέταξε τους Μακεδόνες του να στρατοπεδεύσουν για τη νύχτα οπλισμένοι. Πράγματι οι Τερμησσείς, βλέποντας τον μακεδονικό στρατό να στρατοπεδεύει, επέστρεψαν στις οικίες τους στην πόλη αφήνοντας μόνο μια φρουρά να εποπτεύει το πέρασμα. Τότε πήρε τους τοξότες, τους ακοντιστές και τους ελαφρύτερους από τους οπλίτες (πιθανότατα τους υπασπιστές) και τους οδήγησε μέσα στην νύχτα εναντίον της φρουράς του περάσματος. Οι Τερμησσείς αιφνιδιασμένοι υποχώρησαν και τότε ο Αλέξανδρος με ολόκληρο τον στρατό διέβη το φαράγγι και στρατοπέδευσε κοντά στην πόλη.
Ενώ βρισκόταν εκεί, έφτασε πρεσβεία από τη Σέλγη, μια ορεινή πόλη που βρισκόταν βορείως της Ασπένδου. Οι Σέλγιοι ήταν εξαίρετοι πολεμιστές και άσπονδοι εχθροί των Τερμησσέων. Έτσι σύναψαν συνθήκη με τον Μακεδόνα βασιλιά προσφέροντας την φιλία και την υποστήριξή τους. Με τον δρόμο προς την κεντρική Μικρά Ασία να έχει πλέον ανοίξει κατ’αυτόν τον τρόπο, ο Αλέξανδρος δεν εκρινε σκόπιμο να σπαταλήσει χρόνο πολιορκώντας την Τερμησσό, αλλά με την καθοδήγηση των Σελγίων στράφηκε αμέσως βόρεια, ώστε να συναντήσει κατά το δυνατόν ταχύτερα τον Παρμενίωνα στο Γόρδιο.

Σύντομα έφτασε στην Σαγαλασσό, επίσης μεγάλη πόλη που οι κάτοικοί της θεωρούνταν οι πιο πολεμοχαρείς από τους Πίσιδες. Εκεί χρειάστηκε να πολεμήσει στην πιο επικίνδυνη σύγκρουση, μια επίθεση σε ανηφορικό έδαφος εναντίον οχυρωμένης θέσης και χωρίς υποστήριξη ιππικού, καθώς το έδαφος ήταν απότομο και τραχύ. Οι Μακεδόνες ανέβαιναν τον λόφο όπου βρισκόταν η πόλη σε παράταξη μάχης. Την δεξιά πτέρυγα, με τους υπασπιστές και τους μισούς φαλαγγίτες, την διοικούσε ο Αλέξανδρος και την αριστερή με τους υπόλοιπους πεζέταιρους ο Αμύντας του Αρραβαίου. Μπροστά από την δεξιά πτέρυγα προπορεύονταν οι τοξότες και οι Αγριάνες πελταστές και μπροστά από την αριστερή οι Θράκες πελταστές υπό τον Σιτάλκη. Έτσι παρατεταγμένος ο στρατός είχε ανέβει ήδη το πιο απότομο κομμάτι της διαδρομής, όταν έπεσε σε ενέδρα των Σαγαλασσέων που είχαν ενισχυθεί με Τερμησσείς. Οι Πισίδες επιτέθηκαν και από τις δυο πλευρές, σε ένα σημείο κατηφορικό όπου θα ήταν πολύ εύκολο για τους ίδιους να προελάσουν, αλλά εξαιρετικά δύσκολο για τους εχθρούς τους να υποχωρήσουν. Η εμπροσθοφυλακή των ελαφρά οπλισμένων στρατιωτών αιφνιδιάστηκε και οι τοξότες, μην αντέχοντας την πίεση, υποχώρησαν με απώλειες, αλλά οι Αγριάνες, άγριοι ορεσίβιοι πολεμιστές και οι ίδιοι, κράτησαν τις θέσεις τους. Σύντομα κατέφτασαν και οι φαλαγγίτες με τον Αλέξανδρο να ηγείται από την πρώτη γραμμή. Στη σκληρή σύγκρουση σώμα με σώμα που ακολούθησε οι Μακεδόνες υπερείχαν σαφώς χάρη στην πειθαρχία τους και τον βαρύτερο οπλισμό τους. Η σφοδρή έφοδος των Πισίδων αποκρούστηκε και σύντομα αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν με απώλειες 500 νεκρών. Καθώς ήταν ελαφρύτερα οπλισμένοι και γνώριζαν καλύτερα την περιοχή, μπόρεσαν να ξεγλιστρήσουν εύκολα από τους Μακεδόνες, που εξάλλου δεν προέβησαν σε ζωηρή καταδίωξή τους. Μια άφρονη καταδίωξη ορεσίβιων μέσα στα άγνωστα ορεινά περάσματα μπορούσε να αποβεί καταστροφική για ένα βαρέως οπλισμένο στράτευμα. Έτσι ο Αλέξανδρος συνετά, προτίμησε να αφήσει τους Πισίδες να διαφύγουν και να καταλάβει την εγκαταλελειμένη πόλη.

Αφού κατέλαβε με την ησυχία του μερικά μικρής σημασίας φρούρια στους λόφους, μπήκε στην Φρυγία. Πέρασε την λίμνη Ασκανία και την πέμπτη μέρα έφτασε στις Κελαινές. Η πόλη ήταν οχυρή και είχε εξαιρετική στρατηγική σημασία, καθώς βρισκόταν στην συμβολή των κύριων δρόμων που διέσχιζαν το κεντρικό μικρασιατικό υψίπεδο. Στην ακρόπολή της ήταν εγκατεστημένος ο σατράπης της Φρυγίας μαζί με φρουρά 1.000 Καρών και 100 Ελλήνων μισθοφόρων. Μετά από δέκα μέρες πολιορκίας, οι άνδρες αυτοί έστειλαν πρέσβεις στον Αλέξανδρο υποσχόμενοι πως θα παρέδιδαν την πόλη, αν δεν έφτανε περσική βοήθεια μέχρι κάποια συγκεκριμένη προθεσμία. Προτιμώντας αυτόν τον διακανονισμό από την πολιορκία της απόρθητης ακρόπολης και με την περσική βοήθεια ούτως ή άλλως να μην φαίνεται άμεσα στον ορίζοντα μετά την καταστροφική για τους Πέρσες μάχη του Γρανικού, ο βασιλιάς άφησε τον Αντίγονο του Φιλίππου (τον επονομαζόμενο και Μονόφθαλμο) με δύναμη 1.500 ανδρών να επιτηρεί την πόλη και τον όρισε σατράπη της Κεντρικής Φρυγίας. Ο ίδιος συνέχισε για το Γόρδιο, όπου συνάντησε τον Παρμενίωνα με τις δυνάμεις του. Εκεί έφτασαν σύντομα και νεόνυμφοι που επέστρεφαν από τις χειμερινές τους άδειες, καθώς και οι ενισχύσεις των νεοσύλλεκτων υπό τον Πτολεμαίο του Σελεύκου, τον Κοίνο του Πολεμοκράτη και τον Μελέαγρο του Νεοπτόλεμου.

Η χειμερινή εκστρατεία μέσα στις δύσβατες διαβάσεις και τις στενές κοιλάδες τις οροσειράς του Ταύρου σίγουρα αποτέλεσε κάθε άλλο παρά στρατιωτικό περίπατο για τους Μακεδόνες. Αν και επισφαλής λόγω της συντριπτικής υπεροχής του περσικού στολου στις θάλασσες, ο έλεγχος των παραλίων ήταν λίγο πολύ παγιωμένος. Δεν ίσχυε όμως το ίδιο για την ορεινή Πισιδία (και όχι μόνο, όπως θα δούμε και σε προσεχείς αναρτήσεις). Ο χρόνος πίεζε και ο Αλέξανδρος δεν μπορούσε να χρονοτριβεί στις πολιορκίες των ορεινών οχυρών της περιοχής, με αποτελεσμα η ελληνική επικυριαρχία να υφίσταται ουσιαστικά μόνο κατ’όνομα. Θα χρειαζόταν άλλη μία αιματηρή εκστρατεία, εκ μέρους των διαδόχων του μεγάλου βασιλιά αυτή την φορά, ώστε η άγρια αυτή γη να ενταχθεί πραγματικά στην αυτοκρατορία.

, , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.