Η “κελτική λεγεώνα” των SS: H βρετονική μονάδα “Bezen Perrot” (1943-1945)

Γράφει ο Νικόλαος Γιώτης

Η Βρετάνη έγινε τμήμα της Γαλλίας το 1536. Αν και σταδιακά ενσωματώθηκε στο γαλλικό έθνος-κράτος, διατήρησε ανά τους αιώνες μια πολύ χαρακτηριστική αίσθηση της ξεχωριστής εθνικής και γλωσσικής ταυτότητάς της, κάτι που ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο με την ανάπτυξη του κινήματος του Ρομαντισμού κατά το 19ο αιώνα και το έργο των Βρετόνων λαογράφων. H επιβίωση της βρετονικής γλώσσας, που ανήκε στην οικογένεια των κελτικών γλωσσών, ήταν κάτι που το γαλλικό εκπαιδευτικό σύστημα ωστόσο επί αιώνες δεν ενθάρρυνε και το ζήτημα έγινε αντικείμενο έντονων και διαρκών συζητήσεων. Μέχρι το 1914, η τοπική διανόηση είχε εναγκαλιστεί τη μητρική γλώσσα των κατοίκων της περιοχής και τη χρησιμοποιούσε συστηματικά ώστε να καταφέρει την αναβίωσή της. Ωστόσο αυτό το κίνημα του πρώιμου “κελτοβρετονισμού” απέτυχε να αποκτήσει σοβαρά λαϊκά ερίσματα.

Η όποια εθνικιστική δραστηριότητα έπαυσε κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου (1914-1918), όπου πολλοί Βρετόνοι εθνικιστές εντάχθηκαν και πολέμησαν στις γραμμές του γαλλικού στρατού. Ωστόσο μεταπολεμικά το κίνημα αναβίωσε από τους εκδότες του περιοδικού “Breiz Atao” (=”Βρετάνη για πάντα”) που ιδρύθηκε το 1919. Μέχρι το 1923 το κίνημα είχε ενστερνιστεί πανκελτικές ιδέες, χαράσσοντας μια πολύ διακριτή γραμμή ανάμεσα στους Βρετόνους και στους Γάλλους, ενώ τονιζόταν συνέχεια σε πολιτικό επίπεδο η διαφορά ανάμεσα στους παραδοσιακά τοπικιστές-αυτονομιστές Βρετόνους και στους κρατιστές κυβερνήτες της Γαλλίας. Το κίνημα επίσης βρήκε έμπνευση βορειότερα: Η ιρλανδική “Πασχαλινή Εξέγερση” του 1916 κι ο επακόλουθος ιρλανδικός Πόλεμος της Ανεξαρτησίας (1919-1921) παρουσιάζονταν ως η πρώτη επιτυχής εφαρμογή μιας φόρμουλας που έπρεπε να υιοθετηθεί σε γενικές γραμμές κι εντός του γαλλικού κράτους. Ακόμη, η ενσωμάτωση της Αλσατίας και της Λωρραίνης στη Γαλλία μετά τη γερμανική ήττα το 1918, οδήγησε στη δημιουργία μιας αλσατικής αυτονομιστικής κίνησης που αντιδρούσε στη επιβολή του γαλλικού κρατικού συγκεντρωτισμού και της γαλλικής “αποικιοκρατικής νοοτροπίας”. Ως το 1928, η συντακτική ομάδα του “Breiz Atao” αλλά και το Βρετονικό Εθνικιστικό Κόμμα, η μεγαλύτερη εθνικιστική παράταξη στη Βρετάνη, είχαν αποκτήσει επαφές με το επίσης εθνικιστικό “Κόμμα Αλσατίας- Λωραίνης”, το οποίο με τη σειρά του μπόλιασε το βρετονικό εθνικισμό με εθνοφυλετικές (volkisch) ιδέες. Οι δεσμοί με τους Γερμανούς της Αλσατίας έγιναν σταδιακά ισχυρότεροι και τελικά οι Βρετόνοι εθνικιστές είδαν θετικά την παροχή οικονομικής & πολιτικής βοήθειας από τη Γερμανική Στρατιωτική Αντικατασκοπεία (Abwehr), η οποία ήδη συνεργαζόταν και στήριζε τόσο τους Αλσατούς όσο και τους Φλαμανδούς αυτονομιστές του Βελγίου.

Μετά την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, στις 20 Οκτωβρίου 1939 οι γαλλικές αρχές έκλεισαν και κατέστειλαν τις βρετονικές εθνικιστικές οργανώσεις, ενώ η περιουσία τους κατασχέθηκε ως “εχθρικό υλικό”. Η νέα μεγάλη καμπή ήρθε μετά την ήττα της Γαλλίας από τους Γερμανούς την επόμενη χρονιά: Παρά το γεγονός ότι οι γερμανικές μυστικές υπηρεσίες ενθάρρυναν κι ενίσχυαν το κελτοβρετονικό κίνημα προπολεμικά, ο Χίτλερ στις 24 Οκτωβρίου 1940 τοποθέτησε το στρατάρχη Φίλιππο Πεταίν ως επικεφαλή της κατοχικής “Γαλλίας του Βισύ” με τη συμφωνία του Montoire. Ως συνέπεια αυτού, η ιδέα της βρετονικής αυτονομίας εγκαταλείφθηκε για να επιτευχθεί η μέγιστη δυνατή συνεργασία με τη νέα γαλλική κατοχική κυβέρνηση, ενώ και η ίδια η ηγεσία του Βρετονικού Εθνικιστικού Κόμματος αντικαταστάθηκε από πιο μετριοπαθείς φεντεραλιστές στη θέση των εξτρεμιστών αυτονομιστών.

Ωστόσο, αν κι αυτή ήταν η επίσημη θέση του Χίτλερ σχετικά με το βρετονικό ζήτημα, άλλοι ισχυροί φορείς εντός του καθεστώτος το προσέγγιζαν διαφορετικά. Οι γερμανικές στρατιωτικές αρχές αντιμετώπιζαν με συμπάθεια κι ανεκτικότητα τους Βρετόνους εθνικιστές, και παρά τις συχνές κι έντονες διαμαρτυρίες των αρχών του Βισύ, οι Γερμανοί ιθύνοντες δεν σταμάτησαν ποτέ να υποθάλπουν τα αυτονομιστικά αιτήματα των Βρετόνων. Τα SS ειδικά, έχοντας ως στόχο τον ανασχηματισμό της Ευρώπης βάσει φυλετικών κριτηρίων, προχώρησαν ακόμη περισσότερο: Ο αντιστράτηγος των SS Δρ. Werner Best, επικεφαλής της RSHA (γερμανικής κρατικής ασφάλειας) στη Γαλλία από το 1940 ως το 1942, εκπόνησε σχέδιο που προέβλεπε τη μελλοντική αυτονόμηση της κελτικής Βρετάνης από τη Γαλλία και τη μετατροπή της σε γερμανικό προτεκτοράτο όπως η Δανία και η Τσεχία. Εκτός από τους Βρετόνους εθνικιστές και τους Γερμανούς πάτρονές τους, στη Βρετάνη όμως υπήρχε και ισχυρή παρουσία της γαλλικής Αντίστασης. Κι αυτή η συνεργασία των εθνικιστικών φορέων με τις γερμανικές αρχές τους στοχοποιούσε για τις αντιστασιακές οργανώσεις. Ενδεικτικά, στις 4 Σεπτεμβρίου 1943, ο Yann Bricler, τοπικός αρχηγός του PNB (Parti Nationaliste Breton, το προαναφερθέν Βρετονικό Εθνικιστικό Κόμμα), δολοφονήθηκε στο Quimper. Στις 12 Δεκεμβρίου του ιδίου έτους, ένας κομμουνιστής αντιστασιακός δολοφόνησε τον αββά Jean-Marie Perrot, επικεφαλή της καθολικής εθνικιστικής οργάνωσης Bleun Brug & ιδιαίτερα μαχητικό Βρετόνο ακτιβιστή.O Celestin Laine, επικεφαλής μιας άλλης εθνικιστικής οργάνωσης με το όνομα “Gwenn ha Dou” (‘Άσπρο και Μαύρο’ στα βρετονικά, τα εθνικά χρώματα της περιοχής), που στο Μεσοπόλεμο ήταν υπεύθυνη για μια σειρά από βομβιστικές επιθέσεις σε γαλλικούς στόχους στη Βρετάνη, επιζήτησε εκδίκηση για τις δολοφονίες από την Αντίσταση. Με τη βοήθεια της τοπικής SiPo/SD, της γερμανικής ασφάλειας στην περιοχή, οργάνωσε στις 11 Νοεμβρίου 1943 την ομάδα “Bezen Kadoudal” (=‘Ομάδα Kadoudal’, από το όνομα του Georges Cadoudal, του επικεφαλής της φιλομοναρχικής εξέγερσης στη Βρετάνη την περίοδο 1794-1800), που λίγο αργότερα, στις 15 Δεκεμβρίου 1943, μετονομάστηκε τελικά σε “Bezen Perrot” προς τιμήν του πρόσφατα δολοφονηθέντος κληρικού. Οι Γερμανοί από την πλευρά τους, της έδωσαν απλά το όνομα “Bretonische Waffenverband der SS”, βρετονικό ένοπλο τμήμα των SS. Στους όρους δημιουργίας/στρατολογίας της μονάδας συμπεριλήφθηκε η ρήτρα ότι η μονάδα θα δρούσε μόνον εναντίον Γάλλων και μόνον εντός της Βρετάνης. Αποτελούνταν από 80 περίπου εθελοντές που φορούσαν αρχικά πολιτικά. Ο Laine ορίστηκε ως ο διοικητής της και οι άνδρες της οπλίστηκαν κυρίως με υποπολυβόλα.

Ξεκίνησε τη δραστηριότητά της τον Ιανουάριο του 1944. Τα αρχικά της καθήκοντα ήταν κυρίως καθήκοντα φρούρησης- επιτήρησης σε γερμανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις. Το Μάρτιο του 1944 χορηγήθηκαν στη μονάδα κανονικές στολές των SS, χωρίς όμως τη χρήση επίσημων βρετονικών διακριτικών πάνω στη στολή, καθώς οι Γερμανοί σ’ εκείνη τη φάση δεν το επέτρεψαν. Παρόλα αυτά η μονάδα είχε τη δική της σημαία (μαύρος σταυρός σε άσπρο φόντο, ως αναφορά στα εθνικά χρώματα της Βρετάνης). Από το Μάρτιο ως τον Αύγουστο του 1944, και ιδίως μετά τη συμμαχική απόβαση στη Νορμανδία τον Ιούνιο που εκτίναξε την αντιστασιακή δραστηριότητα στα ύψη, η μονάδα δραστηριοποιήθηκε σε κοινές στρατιωτικές επιχειρήσεις μαζί με άλλες τοπικές μονάδες συνεργατών των Γερμανών. Πολέμησε με αποτελεσματικότητα, αλλά συχνά και με βιαιότητα, εναντίον των Γάλλων ανταρτών της Βρετάνης. Στις αρχές Αυγούστου, με τους Δυτικούς Συμμάχους να πλησιάζουν πια την περιοχή, κάποιοι από αυτούς “εξαφανίστηκαν” και κρύφτηκαν, ενώ οι περισσότεροι ακολούθησαν τη γερμανική υποχώρηση. Η μονάδα έφτασε τον Οκτώβριο του 1944 στο Στρασβούργο πριν καταλήξει τελικά το Δεκέμβριο στο Τϋbingen της Γερμανίας. Εκεί, οι περισσότεροι Βρετόνοι “gour” (=στρατιώτες) ενσωματώθηκαν κυρίως σε διάφορες αστυνομικές μονάδες της SD. Ένα μέρος τους εκπαιδεύτηκε σε τακτικές ανορθοδόξου πολέμου ώστε να οργανώνει σαμποτάζ πίσω από τις συμμαχικές γραμμές, ενώ κάποιοι επέλεξαν την υπηρεσία πρώτης γραμμής εντασσόμενοι εθελοντικά στην 33η γαλλική μεραρχία των Waffen-SS “Charlemagne” (=Καρλομάγνος) κι ακολούθησαν έκτοτε την επιχειρησιακή πορεία της μεραρχίας.

Όταν τελικά η Γερμανία συνθηκολόγησε το Μάιο του 1945, πολλοί, του Celestin Laine συμπεριλαμβανομένου, κατάφεραν να καταφύγουν στην Ιρλανδία όπου η κυβέρνηση τους χορήγησε πολιτικό άσυλο. Άλλοι κρύφτηκαν για χρόνια στη Γερμανία βοηθούμενοι από φιλοναζιστές πολίτες, ενώ ένα μέρος τους συνελήφθη από τις γαλλικές αρχές ενώ κρυβόταν στη Γερμανία και στη Γαλλία. Οι συνολικές απώλειες της μονάδας ήταν 6 νεκροί κατά τις πολεμικές επιχειρήσεις (3 από συγκρούσεις με συμμαχικές τακτικές δυνάμεις και 3 σε αντιανταρτικές εκκαθαρίσεις), 1 εκτελέστηκε με συνοπτικές διαδικασίες από τους Γάλλους αντιστασιακούς, 1 πέθανε κατά τη διάρκεια ανάκρισης και πάλι από αντιστασιακούς κι 1 που άλλαξε στρατόπεδο και σκοτώθηκε πολεμώντας τους Γερμανούς στις συμπλοκές μέσα στο Παρίσι τον Αύγουστο του 1944. Τέλος, 2 ακόμη εκτελέστηκαν από τις γαλλικές αρχές τον Ιούλιο του 1946. Αυτές οι δύο τελευταίες εκτελέσεις σηματοδότησαν και τον επίλογο του κεφαλαίου “Bezen Perrot”.

, , , , , , , ,

1 thought on “Η “κελτική λεγεώνα” των SS: H βρετονική μονάδα “Bezen Perrot” (1943-1945)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.