Η κληρονομιά του Ανδρονίκου Β’ Παλαιολόγου και και η διπλωματία του 14ου αιώνος (Β’ μέρος)

Δείτε το Α’ μέρος ΕΔΩ

Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΥ Β΄ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΥ

Ήδη από τον 11ο αιώνα είχαν αρχίσει να γίνονται ορατά στην βυζαντινή αυτοκρατορία τα στοιχεία εκείνα τα οποία μερικούς αιώνες αργότερα θα οδηγούσαν στην κατάρρευση της. Με την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης ο το 1261 από τον Μιχαήλ Η΄Παλαιολόγο, η αυτοκρατορία έγινε για ακόμη μια φορά υπολογίσιμη δύναμη τόσο στα κοσμικά, όσο και στα εκκλησιαστικά πράγματα. Εντούτοις η αυτοκρατορία ήταν πολύ ασταθής στη δομή της. Η διατήρηση και η άμυνα της πρωτεύουσας έθεταν σε δοκιμασία τους πόρους των ελάχιστων επαρχιών που είχαν απομείνει. Και επιπλέον την κυριαρχία αυτής της πόλεως εποφθαλμιούσαν οι δυτικές δυνάμεις που επιζητούσαν να την ανακαταλάβουν. Έτσι η αποκατεστημένη αυτοκρατορία βρισκόταν αντιμέτωπη τόσο με εσωτερικά όσο και με εξωτερικά προβλήματα.[1]

  Έτσι λοιπόν ο Μιχαήλ άφησε στο γιο του Ανδρόνικο Β΄ένα κράτος με εξαντλημένους οικονομικούς πόρους και μια αυτοκρατορία που είχε ήδη εμφανίσει πολλά συμπτώματα παρακμής. Παρά ταύτα όμως ο Ανδρόνικος προσπάθησε να δώσει στο βυζαντινό λαό την αίσθηση της ενότητας και του κοινού σκοπού, θεραπεύοντας τις πληγές που είχε προκαλέσει η έλλειψη ευαισθησίας του πατέρα του.[2]

  O Ανδρόνικος είχε από νωρίς διαγνώσει πως οι πόροι της αυτοκρατορίας του ήταν απολύτως ανεπαρκείς για να διαφυλάξει και να υπερασπιστεί τα πολυσχιδή συμφέροντα και τις διασκορπισμένες περιοχές που του είχε αφήσει ο πατέρας του Μιχαήλ Η΄. Τα προβλήματα που είχε να αντιμετωπίσει ο Ανδρόνικος ήταν τεράστια τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό μέτωπο. Επιπροσθέτως ο βυζαντινός στρατός αποτελείτο από ετερόκλητα μισθοφορικά στρατεύματα που αυτή την περίοδο προέρχονταν από την βενετοκρατούμενη Κρήτη και την Αλανία της Μ. Ασίας. Το 1284 ο αυτοκράτορας αποφάσισε να διαλύσει το ναυτικό λόγω των υψηλών δαπανών που απαιτούνταν για την συντήρηση του. Επιπλέον εξάντλησε την αυτοκρατορία και τις αμυντικές δυνάμεις. Στο εξωτερικό μέτωπο οι Σέρβοι και οι Βούλγαροι μονίμως παραβίαζαν τα σύνορα της αυτοκρατορίας. Αλλά το σημαντικότερο μέτωπο ήταν αυτό στην Ανατολή καθώς οι Οθωμανοί Τούρκοι αυτήν την περίοδο εδραίωσαν την παρουσία τους στον χώρο της Βιθυνίας μετά από την μάχη του Βαφέως το 1302.[3]

  Αυτή ήταν η κατάσταση, όταν το 1321 ξεσπά ο πρώτος εμφύλιος πόλεμος μεταξύ του Ανδρονίκου Β΄και του εγγονού του Ανδρονίκου Γ΄. οι λόγοι ποικίλλουν, όμως ως κυριότεροι παρουσιάζονται, η αντιπαράθεση της προσωπικότητας και της ιδιοσυγκρασίας του γηραιού αυτοκράτορα και της γενιάς του με αυτήν του νεαρού Ανδρονίκου και την νέας γενιάς που εκπροσωπούσε καθώς και το γεγονός ότι μετά το θάνατο του γιου του Ανδρονικού Β, Μιχαήλ Θ΄, ο Ανδρόνικος Γ΄ο νεώτερος είχε παραμεριστεί κατά πολύ στην διαδοχή για τον αυτοκρατορικό θρόνο.[4]

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ 14ΟΥ ΑΙΩΝΑ

Μέσα σε αυτή την πολιτική κατάσταση θα αρχίσει και την πολιτική στρατιωτική και διπλωματική σταδιοδρομία του ο Ιωάννης Καντακουζηνός.[5] Ο Ιωάννης Καντακουζηνός προερχόταν από μια στρατιωτική και αριστοκρατική οικογένεια με τεράστιο πλούτο, η βάση του οποίου ήταν οι μεγάλες εκτάσεις της Μακεδονίας και συνδεόταν με συγγενικούς δεσμούς με τον αυτοκρατορικό οίκο αλλά και άλλες επιφανείς οικογένειες. Λίγα πράγματα είναι γνωστά για τον πατέρα του. Το όνομά του ήταν Μιχαήλ και ήταν διοικητής στην βυζαντινή επαρχία της Πελοποννήσου από το 1286 μέχρι το 1294. Πέθανε ενώ ακόμη κατείχε το αξίωμα αυτό σε ηλικία είκοσι εννέα χρόνων μάλλον ο Ιωάννης δεν τον γνώρισε ποτέ. Για την μητέρα του οι πηγές δίνουν περισσότερες πληροφορίες. Ονομαζόταν Θεοδώρα Παλαιολογίνα Αγγελινα Καντακουζηνή και διακρινόταν για τον σπουδαίο της χαρακτήρα, τις πολλές της ικανότητες και το γεγονός ότι επιδόθηκε με ζήλο στη σωστή ανατροφή του μοναχογιού της, διαθέτοντας μάλιστα πολύ πλούτο προκειμένου να υλοποιήσει τα σχέδια του. Ο Ιωάννης Καντακουζηνός ένιωθε υπερήφανος για την μητέρα του και ήταν αφοσιωμένος σε εκείνην πριν και μετά τον θάνατό της.[6] Η μητέρα του όντας προνοητική, του κανόνισε έναν κατάλληλο γάμο σε νεαρή ηλικία. Παντρεύτηκε την εγγονή του τσάρου της Βουλγαρίας, Ιωάννη Γ΄Ασέν, Ειρήνη Ασανινα. Ο γάμος τελέστηκε το 1318, όταν ο Ιωάννης ήταν είκοσι τριών χρόνων.[7]

Είναι πολύ ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς, ότι ο Ιωάννης Καντακουζηνός είναι μια προσωπικότητα που διαδραματίζει πολύ σημαντικό ρόλο στην πολιτική ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από το 1321 έως το 1354, εποχή πολύ κρίσιμη για την αυτοκρατορία. Είναι μια εποχή που το Βυζάντιο αντιμετωπίζει πληθώρα σοβαρών προβλημάτων τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό μέτωπο, εκ των υστέρων αποδείχθηκε, ότι το Βυζάντιο δεν μπόρεσε να αντεπεξέλθει σε αυτήν την δύσκολη και πρωτόγνωρη πρόκληση.

  Η πολιτική του δράση ξεκινά το 1321, όταν επίσημα πλέον, ξεσπά ο πρώτος εμφύλιος πόλεμος, μεταξύ του αυτοκράτορα Ανδρονίκου Β΄Παλαιολόγου και του εγγονού του του Ανδρονίκου Γ΄. Ο Ιωάννης Καντακουζηνός τάχθηκε με το μέρος του καλού και αδελφικού του φίλου Ανδρονίκου Γ΄Παλαιολόγου και γύρω από αυτούς συσπειρώθηκε μια ομάδα από νέους ανθρώπους που απέβλεπαν σε κάτι καλύτερο. Αυτοί ήταν ο Ιωάννης Συργιάννης[8], ο Θεόδωρος Συναδηνός, που ήταν συγγενής με τον Ανδρόνικο Γ΄και τον Καντακουζηνό και πιθανότατα ο πατέρας αυτού, Άγγελος Συναδηνός, έμαθε στον Καντακουζηνό την πολεμική τέχνη[9] και ο Αλέξιος Απόκαυκος, ο οποίος ήταν περισσότερο τυχοδιώκτης, παρά θερμός οπαδός του νεαρού αυτοκράτορα.[10]

  Αυτή ήταν η ομάδα που το 1321 αναχώρησε για την Θράκη και εργάστηκε για την ανατροπή του γηραιού αυτοκράτορα Ανδρόνικού Β΄Παλαιολόγου, ισχυριζόμενη πως ο θρόνος ανήκει στον νεαρό αυτοκράτορα με σκοπό να διορθώσει τα κακώς κείμενα της βασιλείας του παππού του.[11] Το χειρότερο όμως κατά την περίοδο αυτή, δεν ήταν ότι οι Ρωμαίοι πολεμούσαν Ρωμαίους, κάτι που είχε συμβεί και στο παρελθόν άλλωστε, αλλά ότι οι ξένες δυνάμεις, πιο συγκεκριμένα ο Θεόδωρος Σβιατοσλάβος[12] αρχικά και έπειτα ο Μιχαήλ Σισμαν[13] Της Βουλγαρίας και ο Στέφανος Ντετσανσκι[14] της Σερβίας, αναμείχθηκαν αρκετά ενεργά στα εσωτερικά τεκταινόμενα της αυτοκρατορίας, με σκοπό να αποκτήσουν εδαφικά οφέλη.[15] Αυτή η πολιτική από μέρους των ξένων δυνάμεων θα είναι ακόμη πιο έντονη κατά τον δεύτερο εμφύλιο.

   Ο πρώτος εμφύλιος πόλεμος μεταξύ των Βυζαντινών διήρκεσε από το 1321 ως το 1328. έχει διάφορα επεισόδια και εν τέλει την νύχτα της 23 Μαΐου, ο Ανδρόνικος Γ΄, ο Καντακουζηνός και ο Συναδηνός που είχαν ήδη έλθει σε επαφή με τους υποστηρικτές τους μέσα στην Πρωτεύουσα, μπήκαν στην Κωνσταντινούπολη δωροδοκώντας μια από τις φρουρές της πόλης. Παρά τις διαταγές του αυτοκράτορα παρατηρήθηκαν και λεηλασίες, με σημαντικότερη αυτή του σπιτιού του Μεγάλου Λογοθέτη, Θεόδωρου Μετοχίτη. Η συμφωνία που επήλθε μεταξύ του αυτοκράτορα και του εγγονού του ήταν πως ο γηραιός Ανδρόνικος θα αποσυρόταν στην μονή της Κυρά Μαρθάς στην Κωνσταντινούπολη ως μοναχός με το όνομα Αντώνιος και ο Ανδρόνικος Γ΄ θα βασίλευε για το υπόλοιπο της ζωής του μόνος. Τέσσερα χρόνια μετά, το 1332 πεθαίνει και ο Ανδρόνικος Β ΄Παλαιολόγος και ο Θεόδωρος Μετοχίτης. Αυτή η περίοδος έχει χαρακτηριστεί ως αλλαγή εποχής, καθώς ο Ανδρόνικος Β΄και ο Θεόδωρος Μετοχίτης και όλη η γενιά που αντιπροσώπευαν παρέδωσε την θέση της στην νεότερη γενιά, αυτή του Ανδρόνικου Γ΄και του Καντακουζηνού.[16]

  Η περίοδος που ξεκινά με την βασιλεία του Ανδρονίκου Γ΄Παλαιολόγου, θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι μια εποχή, που τα μίση και οι ταραχές του εμφυλίου έχουν παρέλθει, σημειώνονται αρκετές εξωτερικές νίκες σε όλα τα μέτωπα, παρατηρείται ολοκληρωτική αλλαγή στις σχέσεις της αυτοκρατορίας με τους Τούρκους. Το σημαντικότερο επίτευγμα ωστόσο, είναι η προσάρτηση της Θεσσαλία και της Ηπείρου, δύο περιοχές που από το 1204 επεδίωκαν την ανεξαρτησίας του και δεν ήθελαν να έχουν καμία σχέση με το καθεστώς της Κωνσταντινούπολης. Αυτό είναι και το γεγονός που γέννησε την ελπίδα στους Βυζαντινούς για μια καλύτερη εποχή και την πεποίθηση ότι η βυζαντινή Αυτοκρατορία μπορεί να αναγεννηθεί και να αντιμετωπίσει επιτυχώς όλους τους εχθρούς της.

   Παρόλα αυτά όμως, ο πόλεμος είχε προκαλέσει παρά πολλούς ανταγωνισμούς και ζήλιες και με τον καιρό υπήρξαν πολλές δυνάμεις που συμπέραναν πως είχαν σημαντικά κέρδη με το να μένουν αυτοί οι ανταγωνισμοί ζωντανοί. Εκτός από τους Σέρβους και του Βούλγαρους που αναφέραμε και οι Ιταλικές Πόλεις  αλλά κυρίως οι  Οθωμανοί Τούρκοι επωφελήθηκαν από την αδυναμία της αυτοκρατορίας.[17]

   Στο ανατολικό μέτωπο τα πράγματα δεν ήταν καθόλου ενθαρρυντικά. Μετά την παθητική πολιτική του Ανδρονίκου Β΄ Παλαιολόγου, οι Οθωμανοί Τούρκοι βρήκαν πρόσφορο έδαφος και κατέλαβαν πολλές πόλεις της Μικράς Ασίας. Πιο συγκεκριμένα το 1326 κατέλαβαν την Προύσα, όπου την κατέστησαν και πρωτεύουσα του εμιράτου τους. Αυτή η στάση όμως άρχισε να αλλάζει επί βασιλείας του Ανδρόνικου Γ Παλαιολόγου. Η πρώτη άμεση επαφή του αυτοκράτορα με τον Τούρκο εμίρη ήταν στην μάχη του Πελεκάνο, όπου οι Τούρκοι θριάμβευσαν. Παρόλα αυτά όμως, ο Ανδρόνικος Γ΄Παλαιολόγος προχώρησε σε μια πρωτοποριακή κίνηση. Το 1331 πέρασε απέναντι στην Μικρά Ασία με το πρόσχημα να ανακουφίσει την πολιορκία την Νικομήδειας. Όμως προσκάλεσε τον Τούρκο εμίρη Ορχάν[18] να συζητήσουν τους όρους μιας συνθήκης. Εν τέλει συμφώνησαν να σταματήσουν οι εχθροπραξίες έναντι ενός γενναίου χρηματικού ποσού. Αυτή η κίνηση του Ανδρονίκου, έδειξε για πρώτη φορά, πως θα έπρεπε να ήταν η διπλωματική συμπεριφορά των Βυζαντινών έναντι των Τούρκων.[19]

  Οι Οθωμανοί όμως δεν ήταν το μόνο πρόβλημα της αυτοκρατορίας στο ανατολικό μέτωπο. Υπήρχαν και άλλα τουρκικά εμιράτα, τα όποια είχαν καταλάβει πολλές βυζαντινές πόλεις και λυμαίνονταν τα νησιά του Αιγαίου. Αυτό ήταν το εμιράτο του Καρασι[20], του Μεντεσε[21], του Σαρουχαν[22] και του Αϊδινιου[23]. Τόσο ο αυτοκράτορα Ανδρόνικος όσο και ο Μέγας Δομέστικος, Ιωάννης Καντακουζηνός, προσπάθησαν να έρθουν σε επαφή και σε συμφωνίες με αυτά τα εμιράτα, με σκοπό να τα χρησιμοποιήσουν ως αντίβαρο στην αυξανόμενη δύναμη των Οθωμανών.[24] Βέβαια αυτό το σχέδιο των Βυζαντινών δεν πέτυχε, όμως ήρθαν σε πολιτικές και διπλωματικές σχέσεις με τα αυτά τα εμιράτα και μάλιστα θεωρούνταν από του Βυζαντινούς καλύτεροι και πιο αξιόπιστοι σύμμαχοι από τους Δυτικούς.[25]

  Στο βόρειο σύνορο, η πολιτική κατάσταση παρέμενε ευμετάβλητη, καθώς καμία δύναμη της Βαλκανικής χερσονήσου δεν μπορούσε να επιβληθεί και να παγιώσει την παρουσία της. Βέβαια αυτό άλλαξε, όταν το 1331 ανέβηκε στον σέρβικο θρόνο , ύστερα από πραξικόπημα, ο Στέφανος Ούρεσης Μιλουτίν Δ΄ή αλλιώς Δουσάν.[26] Ο Δουσάν τα επόμενα χρόνια αποτέλεσε μια πραγματική απειλή για το Βυζάντιο, που δεν έπληξε μόνο τα εδάφη της αυτοκρατορίας αλλά και την πολιτική της ιδεολογία. Ένα χρόνο πριν, το 1330, η αυτοκρατορία δέχτηκε επίθεση από τον βασιλιά των Βουλγάρων, Μιχαήλ Σισμάν, χωρίς κάποιο ουσιαστικό αποτέλεσμα, καθώς οι βυζαντινές δυνάμεις κινήθηκαν πολύ γρήγορα. Το κερδοφόρο σε αυτό επεισόδιο ήταν πως η νέα γενιά που κυβερνούσε την αυτοκρατορία είχε δώσει μια ζωντάνια και ένα σφίγγος, δείχνοντας ταυτόχρονα στους εχθρούς της αυτοκρατορίας, ότι παραμένει ένας πολύ δυνατός και υπολογίσιμος αντίπαλος.[27]

  Η μεγαλύτερη όμως επιτυχία κατά την περίοδο βασιλείας του Ανδρονίκου Γ΄ Παλαιολόγου ήταν η προσάρτηση στην βυζαντινή επικράτεια, της Θεσσαλίας και της Ηπείρου, δύο περιοχών, όπου από το 1204 ήταν αποκομμένες και αρνητικά προσανατολισμένες στο καθεστώς της Κωνσταντινούπολης. Χάρις στις διπλωματικές ικανότητες του Ιωάννη Καντακουζηνού, οι δύο αυτές επαρχίες ξαναέγιναν βυζαντινές και τότε ακριβώς άρχισε να επικρατεί ένα κύμα αισιοδοξίας και ευφορίας για το μέλλον. Όλα αυτά όμως δεν κράτησαν για πολύ, καθώς το 1341 ο καταστροφικός για την αυτοκρατορία δεύτερος εμφύλιος πόλεμος στην διάρκεια του οποίου η αυτοκρατορία βρέθηκε πιο μικρή εδαφικά και αδύναμη από ποτέ.[28]

   Η απρονοησία του Ανδρόνικου να μην ορίσει διάδοχο, έθεσε την αυτοκρατορία αντιμέτωπη με πολλά προβλήματα, καθώς πολλοί ήταν εκείνοι, που επιθυμούσαν να αυξήσουν την προσωπική τους ισχύ και να αποκομισούν περισσότερα οφέλη, αδιαφορώντας για το καλό του κράτους. Λίγο πριν τον θάνατο του ο αυτοκράτορας ανάγκασε τον Ιωάννη Καντακουζηνό, αδερφικό του φίλο και συνεργάτη να ορκιστεί πως θα φρόντιζε την αυτοκράτειρα Άννα και τα ανήλικα παιδιά της σε περίπτωση που θα αντιμετώπιζε πρόβλημα.[29]

  Παρόλο λοιπόν το γεγονός ότι δεν υπήρχε αυτοκράτορας, όλοι γνώριζαν στην αυτοκρατορία ότι τα νήματα κινούσε ο Ιωάννης Καντακουζηνός. Είναι γεγονός, ότι ο ίδιος δεν προσπάθησε να καταχραστεί την εξουσία του, αλλά να σταθεροποιήσει το κλίμα στην αυτοκρατορία, μετά τον αναπάντεχο θάνατο του Ανδρόνικου.[30] Όμως ο πατριάρχης Ιωάννης Καλέκας και ο Μέγας Δούκας, Αλέξιος Απόκαυκος, κατόρθωσαν να πείσουν την αυτοκράτειρα Άννα ότι ο Καντακουζηνός ήταν ένας εχθρός που επιβουλεύονταν τον θρόνο του ανήλικου γιου της, προς όφελός του.[31]

   Ο δεύτερος εμφύλιο διήρκεσε από το 1341 ως το 1347 και διεξήχθη ανάμεσα στον Ιωάννη Καντακουζηνό και στο καθεστώς της Κωνσταντινούπολης. Ένα γεγονός καθοριστικής σημασίας που επηρέασε την πορεία του πολέμου, ήταν το κίνημα των Ζηλωτών στην Θεσσαλονίκη. Όμως και σε άλλες πόλεις της Θράκης και της Μακεδονίας υπήρχαν παρόμοια κινήματα που στρέφονταν κατά της αριστοκρατίας και ότι αυτή αντιπροσώπευε.[32]

  Ένα από τα βασικότερα λάθη που χρεώνουν στην πολιτική του Ιωάννη Καντακουζηνού είναι ότι κατά την διάρκεια του εμφυλίου, άφησε του Τούρκους μισθοφόρους του να περάσουν στα ευρωπαϊκά εδάφη της αυτοκρατορίας και να λεηλατούν την ύπαιθρο. Πράγματι, ο Ιωάννης Καντακουζηνός είχε συνάψει στενούς δεσμούς φιλίας τόσο με τον Οθωμανό εμίρη της Βυθανίας Ορχάν, όσο και με τον εμίρη του Αϊδινίου Ομουρ Μπεγ[33]. Και οι δύο σε αρκετές περιπτώσεις, έστειλαν πολυάριθμα στρατεύματα για να τον βοηθήσουν, προσδοκώντας να αποκτήσουν περισσότερα λάφυρα λεηλατώντας την ύπαιθρο της Μακεδονίας.[34]

  Μετά από αλλεπάλληλα επεισόδια και κυρίως χάρη στην βοήθεια των τουρκικών στρατευμάτων, ο Ιωάννης Καντακουζηνός κατάφερε να μπει στην Κωνσταντινούπολη θριαμβευτής του 1347, δείχνοντας επιείκεια και σεβασμό στους πολιτικούς εχθρούς του, προβάλλοντας κατά αυτό τον τρόπο για μια ακόμη φορά το μεγαλείο του χαρακτήρα του.[35]

  Η βασιλεία του Ιωάννη Καντακουζηνου ξεκινά επίσημα το 1347, με την στέψη του στην Παναγία των Βλαχερνών και διαρκεί ως το 1354, με την παραίτηση του από το αυτοκρατορικό θρόνο, τον οποίο παρέδωσε στον αντίπαλο του και συμβασιλέα Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγο.[36]

  Αυτή η επταετία βρίθει τόσο από εσωτερικά όσο και από εξωτερικά προβλήματα. Στο βόρειο σύνορο της αυτοκρατορίας η Σερβία υπό την ηγεσία του Στέφανου Δουσαν, έχει καταλάβει τις περισσότερες πόλεις την Μακεδονίας, φτάνοντας έτσι στο απόγειο της εδαφικής της ισχύος και γίνεται ισχυρότερη δύναμη των Βαλκανίων και απειλεί να καταλάβει την συμπρωτεύουσα της αυτοκρατορίας, την Θεσσαλονίκη το 1349, αλλά ανεπιτυχώς.[37]

  Στο ανατολικό μέτωπο οι Τούρκοι έπειτα από το συνοικέσιο της κόρης του Ιωάννη Καντακουζηνού, Θεοδώρας με τον εμίρη Ορχάν το 1346, έχουν μια πιο ήπια πολιτική απέναντι στην αυτοκρατορία, αλλά και στα πρώην βυζαντινά εδάφη της Μικράς Ασίας, τα οποία πλέον τους ανήκαν.[38]

  Στην Κωνσταντινούπολη, το σημαντικότερο πρόβλημα ήταν η αντιμετώπιση των δύο ναυτικών πόλεων, της Βενετίας και της Γένουας, που το εμπόριο τους λειτουργούσε παρασιτικά για το νεοσυσταθέν αυτοκρατορικό ναυτικό, αλλά και για τον πληθυσμό της Βασιλεύουσας. Ο Καντακουζηνός προχώρησε σε κάποιες κινήσεις για τον περιορισμό της δύναμης κυρίως των Γενουατών, χωρίς όμως κάποιο απτό αποτέλεσμα.[39]

  Επιπροσθέτως αυτή την περίοδο έγιναν και δύο προσπάθειες σύγκλισης οικουμενικής συνόδου, με πρωτοβουλία του Ιωάννη Καντακουζηνού, με σκοπό την ένωση των δύο δογμάτων, όχι όμως με την τυφλή υποταγή της ανατολικής εκκλησίας στην δυτική, αλλά μέσω της ανταλλαγής των απόψεων και του εκατέρωθεν σεβασμού στις ιδιαιτερότητες του κάθε δόγματος. Απώτερος σκοπός ήταν η ανάληψη από μέρους των Δυτικών μιας σταυροφορίας ενάντια στους Τούρκους, που απειλούσαν την αυτοκρατορία, μετά την κατάληψη της Καλλίπολης το 1354.[40]

  Στο εσωτερικό μέτωπο, υπήρχαν ραγδαίες εξελίξεις σχετικά με το κίνημα των Ησυχαστών. Ήδη από  το 1340, επί Ανδρονίκου Γ΄ Παλαιολόγου, συγκλήθηκε μια σύνοδος που καταδίκαζε του αρνητές και πολέμιους του Ησυχασμού. Όμως οριστική λύση δόθηκε το 1351, με την σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη, κατά την οποία ορκίστηκε ότι ο Ησυχασμός εναρμονιζόταν πλήρως με τους κανόνες της Ορθοδοξίας και δεν παρέβαινε  το ορθό δόγμα. Χαρακτηριστικό είναι ότι από το 1351 και εξής, οι περισσότεροι πατριάρχες Κωνσταντινούπολης είναι Ησυχαστές και Παλαμιστές.[41]

(τέλος Β’ μέρους)


[1] D. Nicol, οι τελευταίοι αιώνες του Βυζαντίου 1261 – 1453, μτφ από τα αγγλικά Στάθης Κομνηνός, Παπαδήμα, Αθήνα 2010, σελ. 79- 80

[2] Ο. π, σελ. 153. η πηγή εξιστορεί την βασιλεία του Ανδρονίκου του Β΄είναι: Νικηφόρος Γρηγοράς, Ρωμαϊκή Ιστορία, εκδ L. Schopen, I (CSHB 1829), sel. 158 – 312. σύγχρονο έργο είναι: Angeliki E. Laiou, Constantinopole and the LatinsQ The Foreign of Andronicus II, 1282 – 1328 Cambridge Mass, 1972

[3] Nicol,  Οι τελευταίοι αιώνες, σελ. 175 – 182, 204

[4] Ursula V. Bosch, Kaiser Andronikos III Palaiologos: Versuch einer Darstellung der byzantinischen Gesellschaft in den jahren 1321- 1341, Amsterdam 1965, σελ. 9- 15.

[5] Για την οικογένεια των Κατακουζήνων βλέπε D. M Nicol, The Byzantine Family of Kantakouzenos ca. 1100 – 1460. A Genealogical and Prosopographical Stusy, (Dumbarton Oaks Studies XI): Ουάσιγνκτον 1968. για τον Ιωάννη Κατακουζηνό βλ. D. Nicol, Ιωάννης Κατακουζηνός ο Απρόθυμος αυτοκράτορας, αυτοκράτορας του Βυζαντίου και μοναχός, 1295 – 1383 μτφ από τα αγγλικά Κατερίνα Χαλμούκου, Αθήνα 2009.

[6] Nicol, Byzantine Family, αρ. 20, 21.

[7] Για την Ειρήνη: βλ. Nicol, Byzantine Family, αρ. 23. D. M Nicol,  Οι Βυζαντινές Δεσποσύνες: Δέκα πορτρέτα, 1250 – 1500, μτφ από τα αγγλικά Στ. Κομνηνός, Παπαδήμα, Αθήνα 1996, σελ. 123- 38.

[8] Βλεπε Prosopographisches Lexicon der Palaiologenzeit, επιμ. E. Trapp, H- V. Beyer, R. Walther κ.α, Βιέννη 1976 -94, 12 τόμοι, αρ. 27167.

[9] Βλ. PLP αρ. 10973, 27120.

[10] Βλ. ΠΛΠ ar. 1180, Alice – Mary Talbot λήμμα “Alexiuw Apocaucos”, στο O. D. B. , σ. 134-5.

[11] Nicol, Οι τελευταίοι αιώνες, σ. 247 – 250 και D. Nicol, Ο απρόθυμος αυτοκράτορας, σ. 41-3

[12] Βλ. Browning, λήμμα <Theodore Svetoslaw>

[13] Βλ. Browning, λήμμα <Michael Sisman> στο  O. D. B. , Σ. 1365.

[14] Βλ. Jelisaveta Stanojevich Allen, λήμμα <Stefan Decanski>, στο O.D.B., σ. 1950.

[15] Nicol, Ο απρόθυμος αυτοκράτορας, σ. 50-1.

[16] Nicol, Οι τελευταίοι αιώνες, σ. 256- 265.

[17] Nicol, οι τελευταίοι αιώνες, σ. 266

[18] Βλ. St. W. Reinet, λήμμα <Orhan> στο O.D.B. σ. 1533.

[19] Nicol, Οι τελευταιοι αιώνες, σ. 269 -71 και του ιδίου, Ο απρόθυμος αυτοκράτορας, σ. 60-1.

[20] Βλ. Elizabeth A. Zachariadou, λήμμα <Karasi> στο O. D. B., σ. 1107.

[21] Βλ. Elizabeth A. Zachariadou, λήμμα <Menteshe> στο O. D. B., σ. 1342-3

[22] Βλ. Elizabeth A. Zachariadou, λήμμα <Saruhan> στο O. D. B., σ. 1844-5

[23]Βλ. Elizabeth A. Zachariadou, λήμμα <Aydin>, στο O. D. B., σ. 239-40.

[24] Nicol, Ο απρόθυμος αυτοκράτορας, σ. 63-5.

[25] Nicol, οι τελευταίοι αιώνες, σ. 276-9.

[26] Ο.π σ. 280 και J. V.A. Fine, The Late Medieval Balkans. Acritical Survey From Twelfth Centuty to the Ottoman Conquest, Ann Arbor, Michigan 1994, σ. 286-322.

[27] Nicol, Ο απρόθυμος αυτοκράτορας, σ. 63.

[28] Nicol, οι τελευταίοι αιώνες, σ. 287-93 και  Angeliki Laiou “The Palaiologoi and the world agound thm (1201- 1400)” στο J. Shepard (ed.), The Cambridge History of the Byzantine Empire c. 500 – 1492, Cambridge 2008, σ. 883-4.

[29] Nicol, Ο απρόθυμος αυτοκράτορας, σ. 77.

[30] Ο.π, σ. 82-3.

[31] Nicol, οι τελευταίοι αιώνες, σ. 300-2.

[32] Ο.π, σ. 309-11.

[33] Βλ. Alice – Mary Talbot, λήμμα <Umur Beg> στο Ο.D.B, Σ. 1241.

[34] Nicol, οι τελευταίοι αιώνες, σ. 314- 8, 322-7.

[35] Nicol, Ο απρόθυμος αυτοκράτορας, σ. 130-2.

[36] Ο.π, σ. 140-1, 205 -8.

[37] M. Dinic “The Balkans 1018 – 1499” στο: J. M Hussey (ed.) The Cambridge Medieval History, vol IV The Byzantine Empire, Part I, Byzantium and its Neigdours, Cambridge 1966, σ. 537-41.

[38] Tseschner, “The Ottoman Turks to 1453”, The Cambridge Medieval History, σ. 761-3.

[39] Nicol, Ο απρόθυμος αυτοκράτορας, σ. 157-160.

[40] Ο.π, σ. 163-5, 233-5.

[41] Ο.π, σ. 173-6.

, , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.