Η Κοσμόπολις των Στωικών και η πρόκλησις της Παγκοσμιοποιήσεως

Γράφει ο Βλάσσιος Ιω. Φειδάς

1. Η Κοσμόπολις των Στωικών και το Φυσικόν Δίκαιον

Επέλεξα την εισαγωγή αυτή για το θέμα της Παγκοσμιοποιήσεως, γιατί, στο περίφημο έργο του Ζήνωνα «Κοσμόπολις», προβλήθηκε για πρώτη φορά, με συστηματικό μάλιστα τρόποη οργανική ενότητα τόσο του κοσμικού σύμπαντος, όσο και ολοκλήρου του ανθρωπίνου γένους. Η ενότητα αυτή επέτρεπε ή αξίωνε να γίνη ολόκληρο το ανθρώπινο γένος μία μεγάλη παγκόσμια κοινότητα με ίδιους νόμους και ίδια ήθη, αφού ακυρώθηκε πλήρως η μέχρι την εποχή του Μ. Αλεξάνδρου κρατούσα πολιτική θεωρία της «πόλεως-κράτους» ( Αθήναι Σπάρτη, Θεσσαλονίκη, Κόρινθος κ.α.) για να γίνη όλος ο κόσμος «μία πόλις», με την εισαγωγή μάλιστα του θεσμού των αυτοκρατοριών.

Ο εμπνευστής της Στωικής φιλοσοφίας Ζήνων, ο οποίος γεννήθηκε στο Κίτιο της Κύπρου (335 π.Χ.) από πλούσια οικογένεια, μετέβη στην Αθήνα το 312, σε ηλικία 22 ετών, για να σπουδάση φιλοσοφία, γοητευμένος από το σωκρατικό ηθικό πρότυπο και τον πλατωνικό διαλεκτικό λόγο. Στην Αθήνα μαθήτευσε σε όλες σχεδόν τις τάσεις των φιλοσοφικών σχολών, με ιδιαίτερο μάλιστα ζήλο, ίδρυσε τελικώς και δική του σχολή («Ποικίλη Στοά»), γι’αυτό οι μαθητές του ονομάσθηκαν «στωικοί».

Το φιλοσοφικό του σύστημα περιλάμβανε τόσο τη λογική και τη γνωσιολογία, όσο και τη φυσική και την ηθική, αφού η μεν λογική εγγυάται την αληθινή γνώση, η δε ηθική συνδέει τη φυσική τάξη του κόσμου με τις συνέπειες των πράξεων των ανθρώπων, οι οποίοι όφειλαν πάντοτε «ομολογουμένως τη φύσει ζην». Βεβαίως, η αυτοπειθαρχία, η εγκράτεια και το άψογο ήθος του εντυπωσίασαν όχι μόνο τους μαθητές του, αλλά και την κοινωνία των Αθηνών, γι’αυτό ο Δήμος των Αθηναίων αποφάσισε να τον στεφανώση «χρυσώ στεφάνω» και να επιτρέψη την ταφή του «εν τω Κεραμεικώ» (263 π.χ.).

Συνεπώς, στην «Κοσμόπολιν» των Στωικών όλοι οι πολίτες του κόσμου έπρεπε να είναι ίσοι μεταξύ τους και να βιώνουν, με σοφία και δικαιοσύνη, την κοινή ευδαιμονία τους, η οποία πηγάζει πάντοτε από τη θεία βούληση, αφού, στη στωική φιλοσοφίαο μεν Θεός είναι η ψυχή του κόσμου, ο δε κόσμος είναι το σώμα του Θεού. ’λλωστε, ο Θεός και ο κόσμος είναι μία άρρηκτη οντολογική ενότητα, ήτοι όπως ακριβώς η σχέση μιας εσωτερικής δυνάμεως με την αισθητή εξωτερίκευσή της. Υπό το πνεύμα αυτό, ο Θεός των Στωϊκών είναι η απόλυτη και αιώνια αναγκαιότητα ( ειμαρμένη ), η ολοκληρωμένη σοφία και η έλλογη πρόνοια, η οποία διατηρεί τη φυσική τάξη και τη λειτουργική αρμονία όχι μόνο του ανθρωπίνου γένους, αλλά και του όλου υλικού κόσμου, όπως αυτή προβάλλεται στην «Κοσμόπολιν» των Στωικών.

Είναι λοιπόν ευνόητον, ότι ο ηγεμόνας της «Κοσμοπόλεως»όφειλε να τη διοική με σοφία και δικαιοσύνη, ήτοι όπως προνοεί ο Θεός για την αρμονική λειτουργία του κοσμικού σύμπαντος. Πράγματι, θεμελιώδης αρχη της στωικής φιλοσοφίας είναι η ευδαιμονία του ανθρωπίνου γένους,η οποία βρίσκεται στην αναγκαία συμφωνία της ανθρωπίνης βουλήσεως με τη θεία βούληση, γι’αυτό αυτή διαποτίζει τον κόσμο και αυτή διέπει την αρμονική λειτουργία του.Υπό την προοπτική αυτή, η «Κοσμόπολις» των Στωικών αφ’ενός μεν συστηματοποίησε, με εντυπωσιακή μάλιστα πληρότητα, τις αρχές του Φυσικού Δικαίου της παλαιότερης κλασικής ελληνικής φιλοσοφίας, αφ’ετέρου δε προέβαλε την ιδέα μιας παγκόσμιας αυτοκρατορίας για να εγκαταλειφθή η απαξιωμένη πλέον παλαιά θεωρία της «πόλεως-κράτους» στη νέα πραγματικότητα του τότε γνωστού κόσμου.

Υπό την έννοια αυτή, η κατακτήτρια του ελληνορωμαϊκού κόσμου «πόλις-κράτος»της Ρώμης γνώρισε τη στωική θεωρία της «Κοσμοπόλεως» από τον ελληνομαθή ρωμαίο ρήτορα και φιλόσοφο Κικέρωνα (106-43 π.χ.), ο οποίος είχε γνωρίσει τη στωική φιλοσοφία από τους φιλοσόφους Απολλώνιο τον Ρόδιο και Διόδοτο τον στωικό. Τη φιλοσοφία λοιπόν αυτή προέβαλε και επέβαλε, με εντυπωσιακό μάλιστα τρόπο, στην πολιτική και την πνευματική ηγεσία της Ρώμης τόσο με τους ρητορικούς λόγους, όσο και με τις φιλοσοφικές του πραγμαείες, ιδιαίτερα δε με την πραγματεία του «Περί Πολιτείας» ( DeRepublica 51 π.Χ.), η οποία επιτάχυνε όχι μόνο τη μετάλλαξη της Ρώμης από «πόλεως-κράτους» σε μία παγκόσμια «ρωμαϊκή αυτοκρατορία». Ώστόσο, η μετάλλαξη αυτή της Ρώμης είχε ως αυτονόητη συνέπεια την υποκατάσταση του ρωμαϊκού «δικαίου των εθνών» με το «φυσικό δίκαιο» της «Κοσμοπόλεως των Στωικών», ήτοι με την επιβολή των αρχών της ισονομίας και της δικαιοσύνης όχι μόνο για τα υποτελή έθνη, αλλά και για κάθε συγκεκριμένο πολίτη της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, ήτοι ανεξαρτήτως εθνικών, θρησκευτικών, πολιτικών η άλλων διακρίσεων.

Είναι λοιπόν ευνόητον, ότι η επίσημη αποδοχή από τη Ρώμη της στωικής θεωρίας της «Κοσμοπόλεως»υπήρξε ιδιαζόντως ευεργετική και για την ταχύτερη διάδοση της χριστιανικής πίστεως στον ελληνορωμαϊκό κόσμο, ήτοι «εις πάντα τα έθνη» ( Ματθ. 28,19) και «έως εσχάτου της γης» ( Πραξ. 1,8). Ήταν ευεργετική, αφ’ενός μεν γιατί η στωική φιλοσοφία ήταν πλέον μία καθιερωμένη κοινή οδός λόγου και διαλόγου στον ελληνορωμαϊκό κόσμο, αφ’ετέρου δε γιατί διευκόλυνε την ευρύτερη απήχηση του ευαγγελικού κηρύγματος για την εν Χριστώ σωτηρία ολοκλήρου του ανθρωπίνου γένους. ’λλωστε, η «Κοσμόπολις» τήςστωικήςφιλοσοφίας ήταν «η όλη θεία δημιουργία»της χριστιανικής παραδόσεως, γι’αυτό τη δημηγορία του αποστόλου των εθνών Παύλου στον ’ρειο πάγο των Αθηνών θα την υπέγραφε και ο ίδιος ο Ζήνων ο Κιτιεύς, αν ευρισκόταν στη ζωή.

Πράγματι, ο απόστολος των εθνών υπέμνησε στους Αθηναίους τις αρχές της στωικής φιλοσοφίας για να τις συνδέση με το αποστολικό κήρυγμα, αφού «ο Θεός ο ποιήσας τον κόσμον και πάντα τα εν αυτώ, ούτος ουρανού και γης Κύριος υπάρχων,… αυτός διδούς πάσι ζωήν και πνοήν κατά πάντα, εποίησέ τε εξ ενός αίματος παν γένος ανθρώπων, κατοικείν επί παν το πρόσωπον της γης … του γαρ και γένος εσμέν…» Πραξ. 17,23-29). Συνεπώς, κατά τον απόστολο Παύλο, ο «άγνωστος Θεός» των Αθηναίων θα μπορούσε να ταυτισθή τόσο με τον Θεό της στωικής φιλοσοφίας, όσο και με τον Θεό των χριστιανών, τον οποίο αγνοούσαν μεν οι Αθηναίοι,αλλά κήρυσσε ο απόστολος των εθνών ( Πραξ. 17, 16-34).

Βεβαίως, η σύνδεση του Θεού της χριστιανικής διδασκαλίας με τον Θεό της στωικής φιλοσοφίας είχε ως κοινό τόπο τη θεωρία της «Κοσμοπόλεως» των Στωικών, η οποία είχε πλέον ταυτισθή με την πολιτική θεωρία της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και είχε ήδη συνδεθή με την πνευματική αποστολή της Εκκλησίας στον ελληνορωμαϊκό κόσμο. Η επικράτηση λοιπόν του Χριστιανισμού στον ελληνορωμαϊκό κόσμο προσέδωσε στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία μία νέα προοπτική όχι μόνο για την ενίσχυση της εσωτερικής συνοχής του ήδη αποδιοργανωμένου σώματός της, αλλά και για την επέκταση των ορίων της σε όλο τον κόσμο, με τη διάδοση μάλιστα του Ευαγγελίου σε όλα τα έθνη, «έως εσχάτου της γης» ( Πραξ. 1,8).

Η ανανέωση όμως της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας με την ίδρυση της χριστιανικής αυτοκρατορίας του Βυζαντίου ( renovation Imperii ),η οποία εκφράσθηκε μάλιστα τόσο με τη μεταφορά από τον Μ. Κωνσταντίνοτής πρωτεύουσας της αυτοκρατορίας από τη Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη, τη Νέα Ρώμη, αλλά και με την κατάργηση των εδαφικών ορίων της αχανούς κυριαρχίας της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας στον ελληνορωμαϊκό κόσμο. Η προοπτική λοιπόν της χριστιανικής πλέον ρωμαϊκής αυτοκρατορίας εκτεινόταν «έως εσχάτου της γης», γι’αυτό η βυζαντινή αυτοκρατορία υπήρξε η μόνη ιστορική μορφή οικουμενικής αυτοκρατορίας, την οποία γνώρισε ο κόσμος, ήτοι μιας αυτοκρατορίας χωρίς εξωτερικά εδαφικά σύνορα.

Πράγματι, η οικουμενική προοπτική της αποστολής της χριστιανικής Εκκλησίας με την επέκταση του εκκλησιαστικού της σώματος και έξω από τα όρια της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας προσδιόρισε αθορύβως και με τη δική της ιδεολογική προοπτική, χωρίς όμως να αμφισβητηθή η να αθετηθή η άρρηκτη σχέση της ρωμαϊκής ιδέας με τις κοινές αρχές τόσο της στωικής «Κοσμοπόλεως», όσο και του ελληνορωμαϊκού «Φυσικού Δικαίου». Αντιθέτως, το ελληνορωμαϊκό Βυζαντινό Δίκαιοεμπλουτίσθηκε,με την αξιοποίηση μάλιστα της σπουδαίας Πατερικής παραδόσεως, τόσο στη μεγαλόπνοηΙουστινιάνεα νομοθεσία corpusjuriscivilis ), όσο και στη μεταγενέστερη σπουδαία νομοθεσία των Ισαύρων και των Μακεδόνων αυτοκρατόρων.

Συνεπώς, στόελληνορωμαϊκό «Φυσικό Δίκαιο» της βυζαντινής νομοθετικής παραδόσεως προβλήθηκαν συστηματικώς οι καθιερωμένες βασικές χριστιανικές αρχές όχι μόνο για την ορθή ερμηνεία της σχέσεως του χριστιανού ανθρώπου με τον Θεό και με τον κόσμο, αλλά και για την αρμονική λειτουργία των μελών του όλου εκκλησιαστικού σώματος σε τοπική, περιφερειακή και οικουμενική προοπτική, γι’αυτό το Ελληνορωμαϊκό Δίκαιο JusGraecoromanum ) παρέμεινε πάντοτε η διαχρονική κοινή και απαραίτητη πηγή για τη νομοθεσία όλων των χριστιανικών λαών μέχρι σήμερον.

2. Η απαξίωση των αρχών της Στωικής φιλοσοφίας και του Φυσικού Δικαίου

Η προτεσταντική Μετάρρυθμιση του ΙΣΤ’ αιώνα προκάλεσε τη διάσπαση της ενότητας του χριστιανικού κόσμου της Δύσεως,η οποία συνδέθηκε με την αποϊεροποίηση όχι μόνο της Εκκλησίας και όλων των θεσμικών της λειτουργιών, αλλά και οποιουδήποτε εκκλησιαστικού θεσμού η φιλοσοφικού συστήματος είχε συνδεθή με την αποστολή η το έργο της Εκκλησίας. Στο νέο αυτό πλαίσιο, η περίφημη διακήρυξη της Ειρήνης της Αυγούστας Augsburg 1555)αναγνώρισε στον ηγεμόνα κάθε κράτους η ηγεμονίας το ανεξέλεγκτο δυναστικό δικαίωμα να ορίζη αυθαιρέτως και αυτή ακόμη την πίστη των υπηκόων του ( cuius regio eius religio ).

Οι συνέπειες όμως της διακηρύξεως αυτής υπήρξαν καταλυτικές όχι μόνο για τις παραδοσιακές σχέσεις της αλληλέγγυας συνεργασίας των δύο εξουσιών, ήτοι της κρατικής και της εκκλησιαστικής εξουσίας, αλλά και για την καθιερωμένη εφαρμογή των αρχών του «Φυσικού Δικαίου» στη λειτουργία της κρατικής εξουσίας και για την προστασία ακόμη των θεμελιωδών δικαιωμάτων των πολιτών ( ισονομίας, ελευθερίας, δικαιοσύνης, ζωής, ιδιοκτησίας κ.α.). Ωστόσο, ηαποϊεροποίηση των δύο εξουσιών είχε ήδη προβληθή στο περίφημο έργο του Ν. Μακιαβέλι «Ο Ηγεμών» ( il Principe, 1513), στο οποίο είχε ήδη διακηρυχθή ως δήθεν επιτακτική η ανάγκη αποσυνδέσεως της πολιτικής εξουσίας από κάθε έννοια θρησκευτικής αυθεντίας η παραδοσιακής χριστιανικής ηθικής.

Οι τάσεις αυτές ενισχύθηκαν και από τις νέες επιστημονικές θεωρίες, ήτοι τόσο από τήνηλιοκεντρική ερμηνεία του κόσμου από τον Ν. Κοπέρνικο (1473-1543), η οποία απέρριψε την παραδοσιακή γαιοκεντρική κατανόησή του, όσο και από τίςμαθηματικές αποδείξεις Principia ) του Ι. Νεύτωνα (1642-1727) για την κίνηση των ουρανίων σωμάτων, η οποία θα μπορούσε πλέον να εξηγηθή όχι μόνο με τον θείο νόμο, αλλά και με τον φυσικό νόμο της βαρύτητας. ’λλωστε, με την ηλιοκεντρική θεωρία αποϊεροποιήθηκε και ο φυσικόςκόσμος, αφού προσέλαβε ευλόγως νέες διαστάσεις και νέες προοπτικές στο περίεργο και ερευνητικό μάτι του ανθρώπου, γι’αυτό η όλη θεία δημιουργία προβλήθηκε αλαζονικώς όχι πλέον ως ο «οίκος του Θεού», αλλ’ως ο κατ’εξοχήν «οίκος του ανθρώπου».

Συνεπώς, η ενθουσιαστική υποδοχή των νέων επιστημονικών παρατηρήσεων, ενίσχυσε την προβολή από τους ουμανιστές φιλοσόφους του ορθού λόγου ως ενός αυτοδύναμου κριτηρίου για μία νέα ερμηνεία της σχέσεως του ανθρώπου με τον Θεό και με τον κόσμο. Υπό την προοπτική αυτή, ο βρετανός φιλόσοφος και κριτής των πολιτικών θεωριών της εποχής του Θ. Χόμπς Hobbes, 1588-1679)αξιολόγησε με κριτικό τρόπο τις βασικές αρχές του Φυσικού Δικαίου, σε σχετικές πραγματείες: α) Τα στοιχεία του Δικαίου, Φυσικού και Πολιτικού The Elements of Law, 1640), β) Περί του Πολίτη De Cive, 1642), γ) Λεβιάθαν, η η φύση, η μορφή και η εξουσία μιας κοινής εκκλησιαστικής και πολιτικής αρχής Leviathan 1651) κ.α.

ΟΘ . Χόμπςστίς πραγματείες αυτές, οι οποίες επηρέασαν βαθύτατα την όλη εξέλιξη των πολιτικών θεωριών για το κράτος και την κρατική εξουσία, υποστήριζε, με ιδιαίτερη μάλιστα έμφαση, ότι η Δημοκρατία υπήρξε η πρώτη και η κύρια μορφή πολιτεύματος, από την οποία προέκυψαν τόσο η μοναρχία, όσο και η αριστοκρατία.Εν τούτοις, διακήρυσσε επίσης με ιδιαίτερη έμφαση, ότι ήταν απολύτως αναγκαίο ένα κοινωνικό συμβόλαιο για την παραχώρηση από τα άτομα ενός κοινωνικού συνόλουτών βασικώνπολιτικών, θρησκευτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων τους σε ένα αιρετό ηγεμόνα ( μοναρχία ) η και σε περισσότερα πρόσωπα ( ολιγαρχία ), ώστε να ασκούν, με απόλυτο η και ανεξέλεγκτο τρόπο, την παραχωρηθείσα σε αυτούς με συμβατικό τρόπο απολυταρχική εξουσία.

Είναι λοιπόν ευνόητον ότι στο νέο αυτό εκκοσμικευμένο πλαίσιο δομής και λειτουργίας του νεώτερου κράτους κύρια πηγή της εξουσίας ήταν η συλλογική βούλησηκάθε λαού, ο οποίος ανέθετε σε έναμονάρχη η ηγεμόνα την απόλυτη και ανεξέλεγκτη εξουσία για την προστασία των βασικών δικαιωμάτων του, ήτοι χωρίς πλέον την οποιαδήποτε αναφορά η εξάρτησή τους και από καθιερωμένους μέχρι την προτεσταντική Μεταρρύθμιση του ΙΣΤ’ αιώνα κανόνες του Φυσικού Δικαίουτής Στωικής Φιλοσοφίας και του Ελληνορωμαϊκού Δικαίου Jus Graecoromanum ) η των θεμελιωδών αρχών της παραδοσιακής αντικειμενικής χριστιανικής ηθικής.

Βεβαίως, ο επίσης κριτικός αναλυτής των πολιτικών θεωριών βρετανόςΙ . Λοκ John Locke, 1632-1704) ανέπτυξετίςδικέςτουπροτάσειςστίς «Δύο Πραγματείες για την Κυβέρνηση»( Two Treatises of Government, 1690). Έτσι,στη μεν πρώτη πραγματεία απέρριψε τη χριστιανική παράδοση για τη θεία προέλευση της πολιτικής εξουσίας, ενώ στη δεύτερη απέρριψε εμμέσως τη θεωρία του Θ. Χόμπςγιά το απολυταρχικό κράτος Λεβιάθαν ). Υπό το πνεύμα αυτό, υποστήριξε ότι η μόνη πηγή της πολιτικής εξουσίας είναι ο λαός, ο οποίος μπορεί αφ’ενός μεν να αναδεικνύητήν Κυβέρνησή τουμέ μόνο κριτήριοτήν αρχή της πλειοψηφίαςτών μελών του, αφ’ετέρου δε να εκχωρή με τη συναίνεσή του στους αιρετούς άρχοντες ορισμένα από τα βασικά και κοινά για όλους του πολίτες δικαιώματά του ( ελευθερία, δικαιοσύνη, προστασία ζωής και περιουσίαςκ.α.).

Συνεπώς, ο γάλλος φιλόσοφος Ρουσσώ Rousseau, 1712-78),στο περίφημο έργο του για το «Κοινωνικό συμβόλαιο» ( Contrat social 1762), αξιοποίησε τις προτάσεις των βρετανών Θ.Χόμπς και Ι. Λοκ, αλλά τις ενέταξε σε ένα δικό του σταθερό πλαίσιο ορισμένων αντικειμενικών ηθικών κανόνων, οι οποίοι απέρρεαν από το περιθωριοποιημένοστή νεώτερη δυτική διανόηση Φυσικό Δίκαιο της Στωικής φιλοσοφίας και του Ελληνορωμαϊκού δικαίου. Στο πλαίσιο αυτό, υποστήριξε, ότι «το κράτος είναι απλώς ένα ηθικό πρόσωπο, η ύπαρξη του οποίου συνίσταται από την ένωση των μελών του», αλλ’όμως κάθε μέλος του κοινωνικού αυτού σώματος «εκχωρεί συμβατικώς ορισμένα δικαιώματα και εξουσίες του σε μία γενική αντιπροσωπευτική βούληση», ήτοι όχι στον ηγεμόνα, στην οποία βεβαίως μετέχει ισότιμα και το ίδιο, ήτοι μέσα στο πλαίσιο ενός «κοινωνικού συμβολαίου» μεταξύ του ηγεμόνα και των πολιτών του κράτους.

Οι πολιτικές αυτές θεωρίες συστηματοποιήθηκαν από τον κορυφαίο εκπρόσωπο της κρατικής ιδεολογίας του γερμανικού Ιδεαλισμού Χέγκελ Heggel, 1770-1831)στο περίφημο έργο του «Θεμελιώδεις αρχές της Φιλοσοφίας του Δικαίου» ( Grund liniender Philosophie des Rechts ). Στο έργο του αυτό κατανοούσε το κράτος ως την ύψιστη μορφή πολιτικής οργανώσεως της κοινωνίας στο πλαίσιο του ιδιωτικού δικαίου, γι’αυτό η προστασία τόσο των θεμελιωδών δικαιωμάτων όλων των πολιτών, όσο και των ατομικών τους συμφερόντων εξασφαλίζοντοσέ ένα Σύνταγμα, το οποίο επέβαλλε επιτακτικώς και απαραιτήτως την κοινή αναφορά όλων των μελών της κοινωνίας των πολιτών στο θεσμοθετημένο θετικό Δίκαιοκάθε κράτους, στο οποίο οι αρχές τούΦυσικού Δικαίου ταυτίσθηκαν πλήρως με τις διατάξεις της κρατικής νομοθεσίας νομικός θετικισμός ) μέχρι το τέλος του Β’ παγκοσμίου πολέμου (1945).

Αντιθέτως, ο εκπρόσωπος της εσχατολογικής ερμηνείαςτής εγελιανής ιδεολογίαςΚ. Μαρξ θεωρούσε το κράτος ως ένα καταπιεστικό και πλασματικό ταξικό μόρφωμα, με το οποίο η κυρίαρχη τάξη επιβάλλει αυθαιρέτως και δυναστικώς τα ποικίλα συμφέροντά της στο ευρύτερο κοινωνικό σύνολο. Υπό το πνεύμα αυτό, προέβαλε, με ιδιαίτερη μάλιστα έμφαση, την απόλυτη αναγκαιότητα της επιβολής ενόςουτοπικού διεθνιστικού οράματος, ήτοι μιας μελλοντικής ακρατικής δομής της κοινωνίας όλων των πολιτών του κόσμου, γι’αυτό διακήρυσσε ήδη το 1860 ότι ο μεν Καπιταλισμός θα αποδυναμώση τον Εθνικισμό, ο δε Μαρξισμός θα τον εξαφανίση.

3. Η Κοσμόπολις των Στωικών και η πρόκληση της Παγκοσμιοποιήσεως

Η σύγχρονη θεωρία της Παγκοσμιοποιήσεως έχει σαφώς ως κοινό τόπο την πολιτική θεωρία της «Κοσμοπόλεως» των Στωικών και τη μεταγενέστερη διαχρονική νομοθετική η πρακτική εφαρμογή της στον ελληνορωμαϊκό κόσμο, με τις καθιερωμένες μάλιστα κοινές και θεμελιώδεις αρχές του Φυσικού Δικαίου για την ενότητα όχι μόνοτού ανθρωπίνου γένους, αλλά και του σύμπαντος κόσμου.Οι αρχές αυτές ιεροποιήθηκαν τόσο με την υιοθέτησή τους στο αποστολικό κήρυγμα και τη θεολογική παράδοση της χριστιανικής Εκκλησίας, όσο και με τη συστηματική ανάπτυξή τους στο Ελληνορωμαϊκό Δίκαιο Jus Graecoromanum ) της ύστερης ρωμαϊκής και της μακραίωνης βυζαντινής περιόδου. Εν τούτοις, οι αρχές αυτές του Φυσικού Δικαίου απαξιώθηκαν, όπως είδαμε, μετά την προτεσταντική Μεταρρύθμιση του ΙΣΤ’ αιώνα, σε όλες τις νεώτερες νομικές θεωρίες για το κράτος και την κρατική εξουσία, αλλ’όμως επανήλθαν πάλι στο προσκήνιο, μετά την περίφημη δίκη της Νυρεμβέργης (1946), για να καταστή δυνατή η καταδίκη της ηγεσίας των Ναζί για εγκλήματα πολέμου κατά του ανθρωπίνου γένους.

Οι τραγικές λοιπόν συνέπειες των δύο παγκοσμίων πολέμων (1914-18, 1939-45) επιβαρύνθηκαν από τις επικίνδυνες προεκτάσεις του οξύτατου ανταγωνισμού των δύο μεγάλων αντιπάλων παγκοσμίων συνασπισμών κατά την περίοδο του «ψυχρού πολέμου». Οι συνέπειες όμως αυτές είχαν σοβαρές επιπτώσεις όχι μόνοστήν εσωτερική αυτοτέλεια η την αυτοδυναμία κάθε συγκεκριμένου κράτουςγιά να υπερασπισθή την ανεξαρτησία του και τα θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτών του, αλλά και στην ελευθερία των χριστιανικών Εκκλησιών η και των άλλων Θρησκειών για την ακώλυτη η απρόσκοπτη εκπλήρωση της λατρευτικής και της πνευματικής τους αποστολής, ιδιαίτερα δε στους υπό κομμουνιστικά καθεστώτα λαούς, μέχρι την επίσημη διάλυση της Σοβιετικής Ενώσεως (25 Δεκ. 1991).

Συνεπώς, συγκροτήθηκε μία ολιγομελής Επιτροπή από επιλέκτους εκπροσώπους των Ευαγγελικών, των Σαϊεντολόγων και των Καλβινιστώντών ΗΠΑ για να προγραμματίσουν και να προωθήσουν σε όλο τον κόσμο τη νέα ιδέα της παγκοσμιοποιήσεως, με κύριο μάλιστα στόχο να αποδυναμώσουν τις οποιεσδήποτε ακραίες, εσωστρεφείς η αποκλειστικές εθνικιστικές, θρησκευτικές, ιδελογικές η πολιτισμικές προλήψεις η ιδιαιτερότητες όλων των λαών του κόσμου. Έτσι, η αποστολή της Επιτροπής αυτής είχε την πλήρη υποστήριξη του Λευκού Οίκου και έχει την αναγκαία οικονοκική δυνατότητα να αναπτύσση, με κάθε πρόσφορο μέσο η αθέμιτο τρόπο, τις προγραμματισμένες δράσεις τόσο για την προβολή, όσο και για τη διάδοση σε παγκόσμια προοπτική των επιλεγμένων γενικών ιδεών, οικονομικών στόχων, εποικοδομητικών υπηρεσιών, υλικών αγαθών κ.α.

Βεβαίως, κύριος στόχος των επιδιώξεών της είναι η άμεση η σταδιακή αποδυνάμωση η και εξουδετέρωση των ιδιαιτέρων εθνικών, θρησκευτικών και πολιτισμικών παραδόσεων σε τοπικό και σε περιφερειακό πλαίσιο, η οποία είναι αναγκαία για να προβληθή σε παγκόσμιο επίπεδο τόσο η ομογενοποίηση όλων των διαφορετικών πολιτισμικών παραδόσεων, όσο και η τυποποίησή τους σε μία πανομοιότυπη παγκόσμια πολυπολιτισμική θεωρία. Ως κύρια μέσα για τη ταχύτερη και ευρύτερη διάδοση τώνιδεών, των οικονομικών η και των άλλων προτάσεων της Επιτροπήςχρησιμοποιήθηκαν το Διαδίκτυο, οι ασύρματες επικοινωνίες, τα ηλεκτρονικά και έντυπα μέσα μαζικής επικοινωνίας, οι ηλεκτρονικές οικονομικές συναλλαγές, ο Τουρισμός, οι Διεθνείς Οργανισμοίγιά την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οι οικονομικοί μετανάστες,τα Πανεπιστημιακά, Χρηματιστηριακά και άλλα σημαντικά Οικονομικά Ιδρύματα, τα οποία είναι πρόθυμα να υποστηρίξουν το χιμαιρικό αμερικανικό όραμα της παγκοσμιοποιήσεως.

Προφανώς, η άμεση, ραγδαία και ακατάσχετη διάδοση των θέσεών της σε παγκόσμια προοπτική δεν είναι άσχετη προς τη θετική απήχηση του βασικού πυρήνα της στωικής φιλοσοφίας, ήτοι της οργανικής ενότητας τόσο του ανθρωπίνου γένους, οσο και του κοσμικού σύμπαντος. ’λλωστε, από την ενότητα αυτή απορρέει, ιδιαίτερα μάλιστα στον χριστιανικό κόσμο, ένα κοινό σύνολο ιδεών, πεποιθήσεων, προλήψεων και αντιλήψεων, οι οποίες δηλώνουν μία ιδιαίτερη άμεση η και έμμεση αναφορά τους όχι μόνο σε ορισμένες εθνικές ομάδες, αλλά και σε καθένα από τα μέλη τους.

Είναι λοιπόν ευνόητον, ότι με τη ραγδαία διάδοση και την ευρεία απήχηση των προκλητικών προτάσεων της παγκοσμιοποιήσεως έγινε αισθητότερη η προφανής απειλή όχι μόνο για την εσωτερική πολιτισμική συνοχή των εθνικών και των θρησκειακών παραδόσεων, αλλά και για τη διάσωση της κληρονομικής συνέχειας της ιδιαίτερης πολιτισμικής παραδόσεως των λαών. Πράγματι, οι ιδέες, οι αντιλήψεις, οι πεποιθήσεις και οι προσδοκίες τουςπροσαρμόζονται πάντοτε στις συνεχώς μεταβαλλόμενες εθνικές, πολιτικές, ιδεολογικές, οικονομικές, και κοινωνικές συνθήκες. Η απειλή όμως αυτή έγινε πλέον αισθητή όχι μόνο στις Κυβερνήσεις των κρατών, αλλά και στην εντυπωσιακή αλλαγή του νέου τρόπου ζωής των λαών τους, αφού η απειλή συνδέοταν πάντοτε, αμέσως η εμμέσως, με συγκεκριμένους ιμπεριαλιστικούς η οικονομικούς στόχους.

Στο πλαίσιο της απειλής αυτής εντάσσεται και η περίφημη θεωρία του Χάντινγκτον για την επερχόμενη μελλοντική «σύγκρουση των πολιτισμών», στην οποία κεντρική θέση θα είχε η θρησκεία. Υπό το πνεύμα αυτό,υποστήριζε ότι, μετά το τέλος του «ψυχρού πολέμου», θα σχηματίζοντοτρείς μεγάλοι περιφερειακοί συνασπισμοί κρατών, με βάση τις θρησκευτικές πεποιθήσεις των λαών τους, ήτοι: α) του Δυτικού Χριστιανισμού (Ρωμαιοκαθολικισμός, Προτεσταντισμός), β) του Ορθοδόξου Χριστιανισμού (Ελληνική–Ρωσσική παράδοση), καιγ του Ισλάμ και ορισμένων τάσεων του Κομφουκιανισμού, του Ινδουισμού κ.α.Βεβαίως, η πλασματική αυτή θεωρία προβλήθηκε και βρήκε μεγάλη απήχηση, ήτοιως ένα αναγκαίο ανάχωμα η εμπόδιο για την αναχαίτιση της ραγδαίως διευρυνομένης καταλυτικής επιρροήςτής παγκοσμιοποιήσεως σε όλους σχεδόν τους τομείς του πολιτικού, του θρησκευτικού, του οικονομικού και του κοινωνικού βίου των ανθρώπων και των λαών.

Εν τούτοις, ο έγκριτος θρησκειολόγος Rudolf Otto ειχε ήδη διακηρύξει το 1936 την υποθετική προφητική διαπίστωσή του, ότι αν ο κόσμος οδηγηθή κάποτε, επιπολαίως η άκρίτως, σε μία σύγκρουση των Θρησκειών, τότε η ανθρωπότητα θα έχη ήδη φθάσει στο τέλος του πολιτισμού. ’λλωστε, είναι πλέον κοινή η διαπίστωση σε τοπική, περιφερειακή και οικουμενική προοπτική, ότι η θεωρητική πρόταση του Χάντινγκτονόχι μόνο δεν αναχαίτισε την ακατάσχετη λαίλαπα της παγκοσμιοποιήσεως, αλλ’αντιθέτως διευκόλυνε μία επικίνδυνη διάχυση η καίαναπόφευκτη σύγχυση των διαφορετικών θρησκειακών και πολιτισμικών συστημάτων σε ολόκληρο τον κόσμο.Υπό την έννοια αυτή, η συστηματική προσπάθεια για την επιβολή τόσο σε τοπική, όσο και σε περιφερειακήπροοπτική του προτεινομένου ομογενοποιημένου και τυποποιημένου συστήματος μιας παγκόσμιας πολιτισμικής ταυτότητας απειλούσε πλέον όχι μόνο την εθνική η τη θρησκευτική συνείδηση των λαών, αλλά και την ίδια την ταυτότητα η την επιβίωση του κράτους.

Συνεπώς, η προβολή της ιδέας ενός κόσμου χωρίς κρατικά σύνορα, ήτοι όπως η «Κοσμόπολις» του Ζήνωνα του Κιτιέα η και η σχετική σάρκωσή της στήνΟικουμενική ιδεολογία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, εκφράσθηκε στη θεωρία της παγκοσμιοποιήσεως, με την πλασματική μάλιστα πρόταση της ουτοπικής ιδέας ενός «Εικονικού κράτους» ( Virtual State ), ήτοι ενός νέου και αόρατου συστήματος διεθνούς πολιτικής δομής του κόσμου. Στο σύστημα αυτό, το μεν Διαδίκτυο θα αφαιρή συνεχώς από τις Κυβερνήσεις των κρατών όχι μόνο τις θεσμοθετημένες αρμοδιότητες, αλλά καίτήν αναγκαία θεσμική επιρροή τους στους πολίτες, ενώ η εντυπωσιακή πρόοδος της Ψηφιακής τεχνολογίας θα επιτρέψη στους πολίτες τη συμμετοχή τους και σε υπερεθνικούς συνασπισμούς για την υποστήριξη των δικαιωμάτων η των συμφερόντων τους, με προφανείς τις επαχθείς συνέπειες τόσο για την εθνική αυτοσυνειδησία των λαών, όσο και για την εθνική κυριαρχία των κρατών.

Είναι λοιπόν εύλογη η πολύ σκληρή κριτική του Υμπέρ Βεντρίν, Υπουργού Εξωτερικών της Γαλλίας,την οποία άσκησε στο περίφημο έργο του, υπό τον χαρακτηριστικό τίτλο: «Τα ατού της Γαλλίας στην εποχή της παγκοσμιοποιήσεως» ( Les cartes de la France à ‘ heure de la mondialisation Paris 2000). Στο έργο αυτό εξέφρασε την πλήρη και κατηγορηματική αντίθεση όλων σχεδόν των πολιτικών και των διανοουμένων της Γαλλίας στην προκλητική οργανωτική ιδεολογία της παγκοσμιοποιήσεως, με τον χαρακτηρισμό της ως μιας προφανούς και σαφώς επικίνδυνης απειλής για την ίδια την εθνική τους ταυτότητα.

Υπό το πνεύμα αυτό, ο γάλλος υπουργός Υ. Βεντρίν αφ’ενός μένδιατύπωσε μία ευθεία και αυστηρή καταγγελία εναντίον των ΗΠΑ, ήτοι ως της κυρίας «υπερδυνάμεως», η οποία υποστηρίζει και προωθεί, με αυθαίρετες μάλιστα μεθόδους και «μονομερείς αποφάσεις», την τυποποιημένη «ομοιομορφία»των προτάσεων της πλασματικής θεωρίας της παγκοσμιοποιήσεως, αφ’ετέρου δε υποστήριξε την άμεση και επιτακτική ανάγκη προωθήσεως της εύλογης προτάσεώς του για τη δημιουργία «ενός κόσμου με πολλαπλούς πόλους»επιρροής, η οποία θα περιορίση η θα αποκλείση την ανεξέλεγκτη και επικίνδυνη επιρροή της θεωρίας της παγκοσμιοποιήσεως στην εσωτερική λειτουργία όλων των κρατών του κόσμου.

4. Επίμετρον

Υπό το πνεύμα αυτό, η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας Κρήτη, 16-27 Ιουνίου 2016) διακήρυξε, στην Εγκύκλιο της Συνόδου κεφ. VI , παράγρ. 15 ), την επίσημη θέση της Ορθοδόξου Εκκλησίας για το εξαιρετικά κρίσιμο ζήτημα της παγκοσμιοποιήσεως, η οποία απειλεί, με αθέμιτα επικοινωνιακά και οικονομικά μέσατόσο την ταυτότητα, όσο και την ίδια την υπόσταση των ιδιαιτέρων εθνικών, θρησκειακών, πολιτισμικών και κοινωνικών παραδόσεων. Η ορθόδοξη λοιπόν θέση εκφράζει την όλη βιβλική, πατερική και λειτουργική παράδοση του χριστιανικού κόσμου για το μυστήριο της εν Χριστώ θείας οικονομίας, στο οποίο ανακεφαλαιώθηκε όχι μόνο ολόκληρο το ανθρώπινο γένος, αλλά και η όλη θεία δημιουργία, για να γίνη, κατά τον Ωριγένη, η Εκκλησία «ο κόσμος του κόσμου»:

«Η σύγχρονος ιδεολογία της παγκοσμιοποιήσεως, η οποία επιβάλλεται αθορύβως και εξαπλούται ραγδαίως, προκαλεί ήδη ισχυρούς κληδωνισμούς εις την οικονομίαν και την κοινωνίαν εις παγκόσμιον κλίμακα. Η επιβολή της έχει δημιουργήσει νέας μορφάς συστηματικής εκμεταλλεύσεως και κοινωνικής αδικίας, έχει σχεδιάσει την σταδιακήν έξουδετέρωσιν των εμποδίων των αντιτιθεμένων εθνικών, θρησκευτικών, ιδεολογικών η άλλων παραδόσεων και έχει ήδη οδηγήσει εις την αποδυνάμωσιν η και εις την τελικήν αποδόμησιν των κοινωνικών κατακτήσεων, υπό το πρόσχημα μάλιστα της δήθεν αναγκαίας ανασυγκροτήσεως της παγκοσμίου οικονομίας, διευρύνουσα ούτω το χάσμα μεταξύ πλουσίων και πτωχών, δυναμιτίζουσα την κοινωνικήν συνοχήν των λαών και αναρριπίζουσα νέας εστίας παγκοσμίων εντάσεων.

Η Ορθόδοξος Εκκλησία, έναντι της ισοπεδωτικής και απροσώπου ομογενοποιήσεως, την οποίαν προωθεί η παγκοσμιοποίησις, αλλά και των ακροτήτων του εθνοφυλετισμού, εισηγείται την προστασίαν της ταυτότητος των λαών και την ενίσχυσιν της εντοπιότητος. Ως εναλλακτικόν υπόδειγμα δια την ενότητα της ανθρωπότητος προβάλλει την αρθρωτήν οργάνωσιν της Εκκλησίας, επί τη βάσει της ισοτιμίας των κατά τόπους Εκκλησιών. Η Εκκλησία εις την προκλητικήν απειλήν δια τον σύγχρονον άνθρωπον και τας πολιτιστικάς παραδόσεις των λαών, την οποίαν εμπερικλείει η παγκοσμιοποίησις και η αρχή της «ιδιονομίας της οικονομίας»η του οικονομισμού, η αυτονόμησις δηλαδή της οικονομίας από τας ζωτικάς ανάγκας του ανθρώπου και η μετατροπή της εις αυτοσκοπόν, προτείνει δε μίαν βιώσιμον οικονομίαν, τεθεμελιωμένην εις τας αρχάς του Ευαγγελίου…», για να γίνη πράγματι η Εκκλησία «ο κόσμος του κόσμου».

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΔΙΑΚΟΝΙΑ

, , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.