Η κρητική λογοτεχνία τον 15ο αιώνα

Γράφει η Τασούλα Μ. Μαρκομιχελάκη

Όπως έχει παρατηρηθεί, «τον 15ο αιώνα η Κρήτη διανύει μακρά περίοδο ευημερίας» (Vitti 2003, 50), γεγονός που χωρίς αμφιβολία θα ευνόησε και τη λογοτεχνική παραγωγή, η οποία παρουσιάζει ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά: οι ποιητές αφομοιώνουν την καινοτομία του Σαχλίκη στην ελληνική ποίηση και οι περισσότεροι γράφουν πια σε δεκαπεντασύλλαβο με ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία, ανάγοντας έτσι το δίστιχο σε μετρική μονάδα των έργων. Επιπλέον, αξιοποιούν τα δυτικά γραμματολογικά είδη ως πηγές και στον λόγο τους είναι έντονα τα κρητικά διαλεκτικά στοιχεία. Από την άλλη, όμως, η λογοτεχνική παραγωγή της δημώδους κατά την εποχή αυτή ποικίλλει πολύ ως προς τα είδη των κειμένων και την ικανότητα των συγγραφέων τους. Όλα αυτά τα έργα, τα περισσότερα πια από επώνυμους δημιουργούς, διαμόρφωσαν μια ξεχωριστή περίοδο στο πλαίσιο της κρητικής λογοτεχνίας, που ξεκινά με τον Σαχλίκη και τελειώνει στις αρχές του 16ου αιώνα και η οποία έχει χαρακτηριστεί ως «πρώιμη» ή των «λογοτεχνικών προδρόμων», αλλά έχει περιγραφεί πολύ εύστοχα και ως «πρώτη ακμή» της κρητικής λογοτεχνίας.

Σύγχρονος, συντοπίτης και για ένα διάστημα συνάδελφος του Σαχλίκη στην υπηρεσία του Δούκα της Κρήτης ήταν ο Λινάρδος Ντελλαπόρτας, ο οποίος ωστόσο έγραψε τα έργα του μετά τον θάνατο εκείνου, στο διάστημα 1403-1411. Το εκτενέστερο έργο του είναι τα Ερωτήματα και αποκρίσεις Ξένου και Αληθείας, ένας μακροσκελής (3.166 στίχοι) διάλογος του ποιητικού υποκειμένου με την προσωποποιημένη Αλήθεια. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το τμήμα με την αυτοβιογραφία του ποιητή, με έκταση πάνω από χίλιους στίχους, στη μέση περίπου του έργου. Το υπόλοιπο έργο περιέχει διδασκαλίες και ερωταποκρίσεις για θέματα όπως η αστάθεια των εγκοσμίων, η φιλία, ο χαρακτήρας των γυναικών και η σωτηρία της ψυχής. Ο Ντελλαπόρτας έγραψε ακόμη τα έργα Λόγος περί ανταποδόσεως (168 στ.), Στίχοι εις τον Επιτάφιον θρήνον (795 στ.) και Λόγοι παρακλητικοί προς τον Χριστόν και την Θεοτόκον (92 στ.). Γενικά ο Ντελλαπόρτας έδωσε ένα έργο έντονα διδακτικό, θρησκευτικού περιεχομένου, το οποίο μας γυρίζει πίσω στην ανομοιοκατάληκτη ποίηση, χωρίς να διακρίνεται από την ανανεωτική πνοή του Σαχλίκη.

Στο γύρισμα του 15ου αιώνα τοποθετείται και ένα ανώνυμο ποίημα, περίπου 550 στίχων, στο οποίο ο νεωτερισμός της ομοιοκαταληξίας, που είδαμε ότι εισήγαγε ο Σαχλίκης, δεν έχει υιοθετηθεί, όπως δεν είχε υιοθετηθεί ούτε από τον Ντελλαπόρτα. Το Περί ξενιτείας, που μιλάει για τις πίκρες και τα βάσανα της ξενιτιάς, έχει κάποιες ομοιότητες με την ομόθεμη κατηγορία δημοτικών τραγουδιών και αποτελεί κομμάτι ενός ιδιαίτερου κύκλου ποιημάτων για την ξενιτιά τα οποία γράφτηκαν στα τελευταία βυζαντινά και στα μεταβυζαντινά χρόνια. Η γλώσσα του, που είναι η κοινή της δημώδους λογοτεχνίας με αρκετά λόγια στοιχεία, περιλαμβάνει και τύπους του κρητικού ιδιώματος. Ο ποιητής του μπορεί να ήταν μοναχός, καθώς το είδος αυτό των τραγουδιών ανθούσε στα μοναστήρια, αλλά μπορεί και να ήταν απλώς κάποιος Κρητικός που ζούσε μακριά από τον τόπο του.

Στην αρχή του αιώνα γεννιέται ένας ακόμη επώνυμος ποιητής, γόνος του κρητικού κλάδου μιας ευγενούς βενετσιάνικης οικογένειας, ο Μαρίνος Φαλιέρος, που άφησε έργο σε ποικίλα γραμματολογικά είδη. Έχουμε ενδείξεις ότι σε ηλικία 20 περίπου ετών (το 1413-1414) ο ποιητής έζησε έναν χρόνο στη Βενετία, όπου πρέπει να ήρθε σε επαφή με την κοινωνική, θρησκευτική και πολιτική ζωή της, αλλά και με τα λογοτεχνικά ρεύ­ματα και τάσεις που υπήρχαν στη μητρόπολη την εποχή αυτή. Από αυτή του την εμπειρία, υποθέ­τουν οι εκδότες των έργων του, πρέπει να εμπνεύστηκε τα ποιήματά του και κυρίως τη θεατρι­κή, διαλογική μορφή που έχουν δύο από αυτά, το ερωτικό όνειρο Ιστορία και Όνειρο και το θρησκευτικό Θρήνος εις τα Πάθη και την Σταύρωση. Χρονολογικά, η Ιστορία θεωρείται σύγχρονη με τον γάμο του (περ. 1418), επει­δή το όνομα της νεαρής πρωταγωνίστριας συμπίπτει με αυτό της γυναίκας του. Και δεν αποκλείεται μάλιστα να παίχτηκε ως μέρος των εορτασμών του γάμου, όπως το λαϊκό ιταλικό είδος των «maritazzi» (σύντομων γαμήλιων θεατρικών κομματιών), το οποίο ο ποιητής θα γνώρισε κατά την παραμονή του στη Βενετία. Ο επίσης δραματικά ανεπτυγμένος Θρήνος εις τα Πάθη έχει την πρωτοτυπία να παρουσιάζεται σαν «ζωντάνεμα» ενός πίνακα της Σταύρωσης, όπου τα πρόσωπα εικονίζονται να μιλούν και τα λόγια τους αναγράφονται σε ταινίες με εβραϊκά γράμματα, ένα πλαίσιο που αποτελεί απο­κλειστική πρωτοτυπία του Φαλιέρου. Ο Θρήνος ανήκει στην παράδοση της ιταλικής «lauda», που ήταν ύμνος για θρησκευτικό θέμα, με χαρακτήρα αφηγηματικό ή δραματικό ή κάποτε μεικτό, όπως συμβαίνει εδώ. Στον Φαλιέρο αποδίδεται και το σύντομο Ερωτικόν Ενύπνιον, που έχει τη μορφή επιστολής προς φίλο και ίσως είναι έργο της νεότητας του ποιητή, ενώ ο ίδιος έγραψε επίσης δύο αφηγηματικά έργα διδακτικού χαρακτήρα, τη Ρίμα παρηγορητική (που επίσης βασίζεται σε ιταλικό γραμματολογικό είδος) και τους Λόγους διδακτικούς του πατρός προς τον υιόν. Οι Λόγοι και ο Θρήνος γνώρισαν και έντυπη διάδοση στα τυπογραφεία της Βενετίας στα μέσα του επόμενου αιώνα.

Ένα από τα ωραιότερα ποιήματα της πρώιμης φάσης της κρητικής λογοτεχνίας είναι η Ριμάδα κόρης και νιου («ριμάδα» σημαίνει το ομοιοκατάληκτο ποίημα). Η συγγραφή της τοποθετείται στις αρχές του αιώνα και, κατά μία άποψη, μπορεί να αποδοθεί στον Μαρίνο Φαλιέρο, επειδή έχει χαρακτηριστικά που βρίσκουμε και σε δικά του έργα, όπως ο συνδυασμός αφήγησης και θεατρικού διαλόγου, ο οποίος προέρχεται από το ιταλικό είδος των «contrasti» – διάλογοι εραστών συνήθως στην πόρτα ή στο παράθυρο. Η Ριμάδα είναι το παλιότερο κρητικό έργο, παραλλαγές του οποίου έχουν επιβιώσει στη δημοτική παράδοση. Θα δούμε στην πορεία ότι αυτό το φαινόμενο θα συνεχιστεί, καθώς ο ομοιοκατάληκτος δεκαπεντασύλλαβος δημιουργεί πρόσφορο έδαφος, ώστε έργα της επώνυμης λογοτεχνίας να αφομοιωθούν από τον προφορικό πολιτισμό της υπαίθρου και να γίνουν κομμάτι του. Κορύφωση αυτού θα είναι η αφομοίωση του Ερωτόκριτου από τις αγροτικές κοινωνίες του νησιού μέχρι τις μέρες μας.

Με τον θάνατο του Φαλιέρου το 1474 έχει πια συμπληρωθεί ένας αιώνας επώνυμης λογοτεχνικής παραγωγής στον βενετοκρατούμενο Χάνδακα. Πιθανότατα στην ίδια πόλη να ζούσε και ο ποιητής του Απόκοπου, του έργου το οποίο θεωρείται το καλύτερο αυτής της περιόδου («αριστούργημα» το έχουν χαρακτηρίσει έγκριτοι μελετητές του). Γνωρίζουμε μόνο το επίθετο του δημιουργού, Μπεργαδής, και σύμφωνα με μια πρόσφατη άποψη, μπορεί να ταυτίζεται με κάποιον Πέτρο Μπεργαδή, επίσης κάτοικο της κρητικής πρωτεύουσας, ο οποίος έγραψε το έργο του στη δεκαετία 1470-1480. Αντίθετα, ο Απόκοπος τοποθετούνταν πολύ νωρίτερα από κάποιους ερευνητές, στη δεύτερη δεκαετία του αιώνα. Στο έργο ο αφηγητής, που κατεβαίνει ζωντανός στον Άδη μέσα στο όνειρό του, διαλέγεται με τους νεκρούς και απαντά στις ερωτήσεις τους για τη ζωή στον επάνω κόσμο. Είναι ένα ποίημα περίπου 500 στίχων σε ομοιοκατάληκτο δεκαπεντασύλλαβο και έχει ποικιλία πηγών, δυτικών και ελληνικών, γραπτών και προφορικών. Ιδιαίτερα έχει μελετηθεί η σχέση του με το μοιρολόι της δημοτικής παράδοσης. Ένα τόσο ποιοτικό έργο όπως αυτό είναι φυσικό να έχει την πλουσιότερη βιβλιογραφία (περισσότερες από εκατό μελέτες), και να έχει προβληματίσει πολύ τους ερευνητές σε διάφορα ζητήματα, όπως π.χ. για τον χαρακτήρα του: είναι σατιρικό, ηθικοδιδακτικό, αισιόδοξο ή απαισιόδοξο; Ο προφανώς νόθος επίλογός του έχει επίσης προβληματίσει πολύ και μάλλον γράφτηκε εκ των υστέρων για να δώσει στο έργο το ηθικοδιδακτικό επίστρωμα που χρειαζόταν για να τυπωθεί. Και εδώ ακριβώς έγκειται η πρωτιά που κατέχει ο Απόκοπος: ήταν το πρώτο δημώδες λογοτεχνικό έργο που τυπώθηκε ποτέ. Αυτό συνέβη το 1509, χρονιά που, ακριβώς εξαιτίας της έκδοσης του Απόκοπου, έχει προταθεί ως συμβολικό εναρκτήριο ορόσημο της νεοελληνικής λογοτεχνίας εν γένει (Σαββίδης 1993, 37-41). Έκτοτε το ποίημα ανατυπώθηκε πολλές φορές και υπήρξε από τα πιο δημοφιλή λαϊκά έντυπα του ελληνισμού στα χρόνια της Βενετοκρατίας και της Τουρκοκρατίας. Ίσως στη διάδοσή του οφείλεται το γεγονός ότι κάποιοι στίχοι του επιβίωσαν ενσωματωμένοι σε δημοτικά μοιρολόγια ή τραγούδια του Χάρου.

Ένα κρητικό έργο που φαίνεται να «συνομιλεί» με τον Απόκοπο είναι η Ρίμα θρηνητική εις τον πικρόν και ακόρεστον Άδην του Ιωάννη Πικατόρου, άλλη μία ονειρική κατάβαση στον Άδη, η οποία «λειτουργεί ως το αρνητικό του Απόκοπου ή αντίστροφα» (Bakker & van Gemert 2008, 43). Για τη Ρίμα, η έρευνα δεν έχει αποφανθεί οριστικά αν προηγείται ή έπεται του έργου του Μπεργαδή. «Το μόνο σίγουρο είναι ότι πρόκειται για έργα σύγχρονα, γραμμένα από ποιητές που αντιπροσωπεύουν δύο διαφορετικούς κόσμους», «δύο αντιλήψεις που κυριαρχούσαν την ίδια περίοδο στα ίδια στρώματα της κρητικής κοινωνίας» (Bakker & van Gemert 2008, 44). Το έργο του Πικατόρου περιέχει αποκρουστικές περιγραφές του τοπίου στον Κάτω Κόσμο και έχει εμφανή ηθικοδιδακτικό χαρακτήρα.

Εντωμεταξύ, η Πόλη έπεσε στους Τούρκους και αμέσως μετά ακολούθησαν δύο επαναστατικά κινήματα στην Κρήτη (το 1453 και 1460), ίσως γιατί οι Κρητικοί οραματίστηκαν ένα ελεύθερο κράτος το οποίο θα γεννιόταν από τις στάχτες της χαμένης αυτοκρατορίας· όμως, και τα δύο κατέληξαν σε αποτυχία. Ωστόσο, μετά την Άλωση, η Κρήτη αποτέλεσε σταθμό στο δρομολόγιο λόγιων προσφύγων προς την Ιταλία. Κάποιοι από αυτούς δεν συνεχίζουν πιο πέρα και παραμένουν στο νησί, συμβάλλοντας στην ταχεία ανάπτυξη της πνευματικής του δραστηριότητας. Επίσης, κατά τον 14ο και 15ο αι. η πρωτεύουσα, ο Χάνδακας, ανθεί ως διαμετακομιστικός σταθμός του βενετικού εμπορίου. Ήταν η «μεγάλη σκάλα στον δρόμο για την Ανατολή», όπως έχει χαρακτηριστεί (Μαλτέζου 1988, 140). Ο Χάνδακας ήταν επίσης γνωστός για τη βιοτεχνική του δραστηριότητα, στην οποία ξεχωριστή θέση κατείχε η ζωγραφική, κοσμική και θρησκευτική, με πολυάριθμα εργαστήρια όπου εργαζόταν πλήθος ζωγράφων και μαστόρων. Ένα μέλος αυτής της δραστήριας αστικής τάξης της πόλης (αβέβαιο αν πρόκειται για έναν συμβολαιογράφο που εργαζόταν στο Κάστρο μεταξύ 1464-1500 ή έναν χρυσοχόο ο οποίος αναφέρεται στο διάστημα 1430-1472) ήταν ο Γεώργιος Χούμνος, δημιουργός του εκτενούς αλλά ποιοτικά μέτριου ομοιοκατάληκτου έργου Η Κοσμογέννησις ή Παλαιόν διά στίχων (2.832 στίχοι), το οποίο σώζεται σε πέντε χειρόγραφα. Το έργο, γραμμένο πριν από το 1493 και ίσως στο διάστημα 1460-1470, είναι έμμετρη θρησκευτική αφήγηση/διασκευή των δύο πρώτων βιβλίων της Παλαιάς Διαθήκης με εμβόλιμες μεσαιωνικές λαϊκές παραδόσεις από απόκρυφες διηγήσεις και αποτελεί ένα από τα τελευταία δείγματα του είδους του.

Από την Κρήτη του τέλους του 15ου αιώνα έχουμε επίσης θρησκευτική ποίηση, ένας εκπρόσωπος της οποίας είναι ο ιερέας Ιωάννης Πλουσιαδηνός, που εκτός από πραγματείες και κηρύγματα μάς άφησε και δύο ποιήματα για την Παναγία: τον Θρήνο της Θεοτόκου και τους Χαιρετισμούς της Παναγίας. Ο Θρήνος, για τον οποίο έχουν βρεθεί έντεκα κρητικές διασκευές, προοριζόταν να διαβάζεται στην ακολουθία της Μεγάλης Παρασκευής. Ο Πλουσιαδηνός δεν υιοθέτησε την ομοιοκαταληξία στα ποιήματά του, επειδή τη θεωρούσε χαρακτηριστικό της ψυχαγωγικής λογοτεχνίας.

Η ποικιλία των γραμματολογικών ειδών της πρώιμης κρητικής λογοτεχνίας, για την οποία μιλήσαμε στην αρχή της ενότητας, έχει φανεί μέχρι το σημείο αυτό και υποστηρίζεται περαιτέρω από ένα ποίημα τελείως διαφορετικού ύφους και στιχουργίας από όσα είδαμε μέχρι τώρα. Ο Έπαινος των γυναικών, άγνωστου ποιητή, είναι γραμμένος σε ομοιοκατάληκτο τροχαϊκό οκτασύλλαβο στίχο, σε ύφος απλό, αλλά με αφθονία αθυρόστομων εκφράσεων και μεγάλο γλωσσικό πλούτο για την αποτύπωση της σεξουαλικής πράξης· πρόκειται για έργο μισογυνικού περιεχομένου, το οποίο θέλει να στηλιτεύσει τη συμπεριφορά των γυναικών της εποχής του.

Όπως έχει παρατηρηθεί, «τον 15ο αιώνα η Κρήτη διανύει μακρά περίοδο ευημερίας» (Vitti 2003, 50), γεγονός που χωρίς αμφιβολία θα ευνόησε και τη λογοτεχνική παραγωγή, η οποία παρουσιάζει ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά: οι ποιητές αφομοιώνουν την καινοτομία του Σαχλίκη στην ελληνική ποίηση και οι περισσότεροι γράφουν πια σε δεκαπεντασύλλαβο με ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία, ανάγοντας έτσι το δίστιχο σε μετρική μονάδα των έργων. Επιπλέον, αξιοποιούν τα δυτικά γραμματολογικά είδη ως πηγές και στον λόγο τους είναι έντονα τα κρητικά διαλεκτικά στοιχεία. Από την άλλη, όμως, η λογοτεχνική παραγωγή της δημώδους κατά την εποχή αυτή ποικίλλει πολύ ως προς τα είδη των κειμένων και την ικανότητα των συγγραφέων τους. Όλα αυτά τα έργα, τα περισσότερα πια από επώνυμους δημιουργούς, διαμόρφωσαν μια ξεχωριστή περίοδο στο πλαίσιο της κρητικής λογοτεχνίας, που ξεκινά με τον Σαχλίκη και τελειώνει στις αρχές του 16ου αιώνα και η οποία έχει χαρακτηριστεί ως «πρώιμη» ή των «λογοτεχνικών προδρόμων», αλλά έχει περιγραφεί πολύ εύστοχα και ως «πρώτη ακμή» της κρητικής λογοτεχνίας.

Σύγχρονος, συντοπίτης και για ένα διάστημα συνάδελφος του Σαχλίκη στην υπηρεσία του Δούκα της Κρήτης ήταν ο Λινάρδος Ντελλαπόρτας, ο οποίος ωστόσο έγραψε τα έργα του μετά τον θάνατο εκείνου, στο διάστημα 1403-1411. Το εκτενέστερο έργο του είναι τα Ερωτήματα και αποκρίσεις Ξένου και Αληθείας, ένας μακροσκελής (3.166 στίχοι) διάλογος του ποιητικού υποκειμένου με την προσωποποιημένη Αλήθεια. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το τμήμα με την αυτοβιογραφία του ποιητή, με έκταση πάνω από χίλιους στίχους, στη μέση περίπου του έργου. Το υπόλοιπο έργο περιέχει διδασκαλίες και ερωταποκρίσεις για θέματα όπως η αστάθεια των εγκοσμίων, η φιλία, ο χαρακτήρας των γυναικών και η σωτηρία της ψυχής. Ο Ντελλαπόρτας έγραψε ακόμη τα έργα Λόγος περί ανταποδόσεως (168 στ.), Στίχοι εις τον Επιτάφιον θρήνον (795 στ.) και Λόγοι παρακλητικοί προς τον Χριστόν και την Θεοτόκον (92 στ.). Γενικά ο Ντελλαπόρτας έδωσε ένα έργο έντονα διδακτικό, θρησκευτικού περιεχομένου, το οποίο μας γυρίζει πίσω στην ανομοιοκατάληκτη ποίηση, χωρίς να διακρίνεται από την ανανεωτική πνοή του Σαχλίκη.

Στο γύρισμα του 15ου αιώνα τοποθετείται και ένα ανώνυμο ποίημα, περίπου 550 στίχων, στο οποίο ο νεωτερισμός της ομοιοκαταληξίας, που είδαμε ότι εισήγαγε ο Σαχλίκης, δεν έχει υιοθετηθεί, όπως δεν είχε υιοθετηθεί ούτε από τον Ντελλαπόρτα. Το Περί ξενιτείας, που μιλάει για τις πίκρες και τα βάσανα της ξενιτιάς, έχει κάποιες ομοιότητες με την ομόθεμη κατηγορία δημοτικών τραγουδιών και αποτελεί κομμάτι ενός ιδιαίτερου κύκλου ποιημάτων για την ξενιτιά τα οποία γράφτηκαν στα τελευταία βυζαντινά και στα μεταβυζαντινά χρόνια. Η γλώσσα του, που είναι η κοινή της δημώδους λογοτεχνίας με αρκετά λόγια στοιχεία, περιλαμβάνει και τύπους του κρητικού ιδιώματος. Ο ποιητής του μπορεί να ήταν μοναχός, καθώς το είδος αυτό των τραγουδιών ανθούσε στα μοναστήρια, αλλά μπορεί και να ήταν απλώς κάποιος Κρητικός που ζούσε μακριά από τον τόπο του.

Στην αρχή του αιώνα γεννιέται ένας ακόμη επώνυμος ποιητής, γόνος του κρητικού κλάδου μιας ευγενούς βενετσιάνικης οικογένειας, ο Μαρίνος Φαλιέρος, που άφησε έργο σε ποικίλα γραμματολογικά είδη. Έχουμε ενδείξεις ότι σε ηλικία 20 περίπου ετών (το 1413-1414) ο ποιητής έζησε έναν χρόνο στη Βενετία, όπου πρέπει να ήρθε σε επαφή με την κοινωνική, θρησκευτική και πολιτική ζωή της, αλλά και με τα λογοτεχνικά ρεύ­ματα και τάσεις που υπήρχαν στη μητρόπολη την εποχή αυτή. Από αυτή του την εμπειρία, υποθέ­τουν οι εκδότες των έργων του, πρέπει να εμπνεύστηκε τα ποιήματά του και κυρίως τη θεατρι­κή, διαλογική μορφή που έχουν δύο από αυτά, το ερωτικό όνειρο Ιστορία και Όνειρο και το θρησκευτικό Θρήνος εις τα Πάθη και την Σταύρωση. Χρονολογικά, η Ιστορία θεωρείται σύγχρονη με τον γάμο του (περ. 1418), επει­δή το όνομα της νεαρής πρωταγωνίστριας συμπίπτει με αυτό της γυναίκας του. Και δεν αποκλείεται μάλιστα να παίχτηκε ως μέρος των εορτασμών του γάμου, όπως το λαϊκό ιταλικό είδος των «maritazzi» (σύντομων γαμήλιων θεατρικών κομματιών), το οποίο ο ποιητής θα γνώρισε κατά την παραμονή του στη Βενετία. Ο επίσης δραματικά ανεπτυγμένος Θρήνος εις τα Πάθη έχει την πρωτοτυπία να παρουσιάζεται σαν «ζωντάνεμα» ενός πίνακα της Σταύρωσης, όπου τα πρόσωπα εικονίζονται να μιλούν και τα λόγια τους αναγράφονται σε ταινίες με εβραϊκά γράμματα, ένα πλαίσιο που αποτελεί απο­κλειστική πρωτοτυπία του Φαλιέρου. Ο Θρήνος ανήκει στην παράδοση της ιταλικής «lauda», που ήταν ύμνος για θρησκευτικό θέμα, με χαρακτήρα αφηγηματικό ή δραματικό ή κάποτε μεικτό, όπως συμβαίνει εδώ. Στον Φαλιέρο αποδίδεται και το σύντομο Ερωτικόν Ενύπνιον, που έχει τη μορφή επιστολής προς φίλο και ίσως είναι έργο της νεότητας του ποιητή, ενώ ο ίδιος έγραψε επίσης δύο αφηγηματικά έργα διδακτικού χαρακτήρα, τη Ρίμα παρηγορητική (που επίσης βασίζεται σε ιταλικό γραμματολογικό είδος) και τους Λόγους διδακτικούς του πατρός προς τον υιόν. Οι Λόγοι και ο Θρήνος γνώρισαν και έντυπη διάδοση στα τυπογραφεία της Βενετίας στα μέσα του επόμενου αιώνα.

Ένα από τα ωραιότερα ποιήματα της πρώιμης φάσης της κρητικής λογοτεχνίας είναι η Ριμάδα κόρης και νιου («ριμάδα» σημαίνει το ομοιοκατάληκτο ποίημα). Η συγγραφή της τοποθετείται στις αρχές του αιώνα και, κατά μία άποψη, μπορεί να αποδοθεί στον Μαρίνο Φαλιέρο, επειδή έχει χαρακτηριστικά που βρίσκουμε και σε δικά του έργα, όπως ο συνδυασμός αφήγησης και θεατρικού διαλόγου, ο οποίος προέρχεται από το ιταλικό είδος των «contrasti» – διάλογοι εραστών συνήθως στην πόρτα ή στο παράθυρο. Η Ριμάδα είναι το παλιότερο κρητικό έργο, παραλλαγές του οποίου έχουν επιβιώσει στη δημοτική παράδοση. Θα δούμε στην πορεία ότι αυτό το φαινόμενο θα συνεχιστεί, καθώς ο ομοιοκατάληκτος δεκαπεντασύλλαβος δημιουργεί πρόσφορο έδαφος, ώστε έργα της επώνυμης λογοτεχνίας να αφομοιωθούν από τον προφορικό πολιτισμό της υπαίθρου και να γίνουν κομμάτι του. Κορύφωση αυτού θα είναι η αφομοίωση του Ερωτόκριτου από τις αγροτικές κοινωνίες του νησιού μέχρι τις μέρες μας.

Με τον θάνατο του Φαλιέρου το 1474 έχει πια συμπληρωθεί ένας αιώνας επώνυμης λογοτεχνικής παραγωγής στον βενετοκρατούμενο Χάνδακα. Πιθανότατα στην ίδια πόλη να ζούσε και ο ποιητής του Απόκοπου, του έργου το οποίο θεωρείται το καλύτερο αυτής της περιόδου («αριστούργημα» το έχουν χαρακτηρίσει έγκριτοι μελετητές του). Γνωρίζουμε μόνο το επίθετο του δημιουργού, Μπεργαδής, και σύμφωνα με μια πρόσφατη άποψη, μπορεί να ταυτίζεται με κάποιον Πέτρο Μπεργαδή, επίσης κάτοικο της κρητικής πρωτεύουσας, ο οποίος έγραψε το έργο του στη δεκαετία 1470-1480. Αντίθετα, ο Απόκοπος τοποθετούνταν πολύ νωρίτερα από κάποιους ερευνητές, στη δεύτερη δεκαετία του αιώνα. Στο έργο ο αφηγητής, που κατεβαίνει ζωντανός στον Άδη μέσα στο όνειρό του, διαλέγεται με τους νεκρούς και απαντά στις ερωτήσεις τους για τη ζωή στον επάνω κόσμο. Είναι ένα ποίημα περίπου 500 στίχων σε ομοιοκατάληκτο δεκαπεντασύλλαβο και έχει ποικιλία πηγών, δυτικών και ελληνικών, γραπτών και προφορικών. Ιδιαίτερα έχει μελετηθεί η σχέση του με το μοιρολόι της δημοτικής παράδοσης. Ένα τόσο ποιοτικό έργο όπως αυτό είναι φυσικό να έχει την πλουσιότερη βιβλιογραφία (περισσότερες από εκατό μελέτες), και να έχει προβληματίσει πολύ τους ερευνητές σε διάφορα ζητήματα, όπως π.χ. για τον χαρακτήρα του: είναι σατιρικό, ηθικοδιδακτικό, αισιόδοξο ή απαισιόδοξο; Ο προφανώς νόθος επίλογός του έχει επίσης προβληματίσει πολύ και μάλλον γράφτηκε εκ των υστέρων για να δώσει στο έργο το ηθικοδιδακτικό επίστρωμα που χρειαζόταν για να τυπωθεί. Και εδώ ακριβώς έγκειται η πρωτιά που κατέχει ο Απόκοπος: ήταν το πρώτο δημώδες λογοτεχνικό έργο που τυπώθηκε ποτέ. Αυτό συνέβη το 1509, χρονιά που, ακριβώς εξαιτίας της έκδοσης του Απόκοπου, έχει προταθεί ως συμβολικό εναρκτήριο ορόσημο της νεοελληνικής λογοτεχνίας εν γένει (Σαββίδης 1993, 37-41). Έκτοτε το ποίημα ανατυπώθηκε πολλές φορές και υπήρξε από τα πιο δημοφιλή λαϊκά έντυπα του ελληνισμού στα χρόνια της Βενετοκρατίας και της Τουρκοκρατίας. Ίσως στη διάδοσή του οφείλεται το γεγονός ότι κάποιοι στίχοι του επιβίωσαν ενσωματωμένοι σε δημοτικά μοιρολόγια ή τραγούδια του Χάρου.

Ένα κρητικό έργο που φαίνεται να «συνομιλεί» με τον Απόκοπο είναι η Ρίμα θρηνητική εις τον πικρόν και ακόρεστον Άδην του Ιωάννη Πικατόρου, άλλη μία ονειρική κατάβαση στον Άδη, η οποία «λειτουργεί ως το αρνητικό του Απόκοπου ή αντίστροφα» (Bakker & van Gemert 2008, 43). Για τη Ρίμα, η έρευνα δεν έχει αποφανθεί οριστικά αν προηγείται ή έπεται του έργου του Μπεργαδή. «Το μόνο σίγουρο είναι ότι πρόκειται για έργα σύγχρονα, γραμμένα από ποιητές που αντιπροσωπεύουν δύο διαφορετικούς κόσμους», «δύο αντιλήψεις που κυριαρχούσαν την ίδια περίοδο στα ίδια στρώματα της κρητικής κοινωνίας» (Bakker & van Gemert 2008, 44). Το έργο του Πικατόρου περιέχει αποκρουστικές περιγραφές του τοπίου στον Κάτω Κόσμο και έχει εμφανή ηθικοδιδακτικό χαρακτήρα.

Εντωμεταξύ, η Πόλη έπεσε στους Τούρκους και αμέσως μετά ακολούθησαν δύο επαναστατικά κινήματα στην Κρήτη (το 1453 και 1460), ίσως γιατί οι Κρητικοί οραματίστηκαν ένα ελεύθερο κράτος το οποίο θα γεννιόταν από τις στάχτες της χαμένης αυτοκρατορίας· όμως, και τα δύο κατέληξαν σε αποτυχία. Ωστόσο, μετά την Άλωση, η Κρήτη αποτέλεσε σταθμό στο δρομολόγιο λόγιων προσφύγων προς την Ιταλία. Κάποιοι από αυτούς δεν συνεχίζουν πιο πέρα και παραμένουν στο νησί, συμβάλλοντας στην ταχεία ανάπτυξη της πνευματικής του δραστηριότητας. Επίσης, κατά τον 14ο και 15ο αι. η πρωτεύουσα, ο Χάνδακας, ανθεί ως διαμετακομιστικός σταθμός του βενετικού εμπορίου. Ήταν η «μεγάλη σκάλα στον δρόμο για την Ανατολή», όπως έχει χαρακτηριστεί (Μαλτέζου 1988, 140). Ο Χάνδακας ήταν επίσης γνωστός για τη βιοτεχνική του δραστηριότητα, στην οποία ξεχωριστή θέση κατείχε η ζωγραφική, κοσμική και θρησκευτική, με πολυάριθμα εργαστήρια όπου εργαζόταν πλήθος ζωγράφων και μαστόρων. Ένα μέλος αυτής της δραστήριας αστικής τάξης της πόλης (αβέβαιο αν πρόκειται για έναν συμβολαιογράφο που εργαζόταν στο Κάστρο μεταξύ 1464-1500 ή έναν χρυσοχόο ο οποίος αναφέρεται στο διάστημα 1430-1472) ήταν ο Γεώργιος Χούμνος, δημιουργός του εκτενούς αλλά ποιοτικά μέτριου ομοιοκατάληκτου έργου Η Κοσμογέννησις ή Παλαιόν διά στίχων (2.832 στίχοι), το οποίο σώζεται σε πέντε χειρόγραφα. Το έργο, γραμμένο πριν από το 1493 και ίσως στο διάστημα 1460-1470, είναι έμμετρη θρησκευτική αφήγηση/διασκευή των δύο πρώτων βιβλίων της Παλαιάς Διαθήκης με εμβόλιμες μεσαιωνικές λαϊκές παραδόσεις από απόκρυφες διηγήσεις και αποτελεί ένα από τα τελευταία δείγματα του είδους του.

Από την Κρήτη του τέλους του 15ου αιώνα έχουμε επίσης θρησκευτική ποίηση, ένας εκπρόσωπος της οποίας είναι ο ιερέας Ιωάννης Πλουσιαδηνός, που εκτός από πραγματείες και κηρύγματα μάς άφησε και δύο ποιήματα για την Παναγία: τον Θρήνο της Θεοτόκου και τους Χαιρετισμούς της Παναγίας. Ο Θρήνος, για τον οποίο έχουν βρεθεί έντεκα κρητικές διασκευές, προοριζόταν να διαβάζεται στην ακολουθία της Μεγάλης Παρασκευής. Ο Πλουσιαδηνός δεν υιοθέτησε την ομοιοκαταληξία στα ποιήματά του, επειδή τη θεωρούσε χαρακτηριστικό της ψυχαγωγικής λογοτεχνίας.

Η ποικιλία των γραμματολογικών ειδών της πρώιμης κρητικής λογοτεχνίας, για την οποία μιλήσαμε στην αρχή της ενότητας, έχει φανεί μέχρι το σημείο αυτό και υποστηρίζεται περαιτέρω από ένα ποίημα τελείως διαφορετικού ύφους και στιχουργίας από όσα είδαμε μέχρι τώρα. Ο Έπαινος των γυναικών, άγνωστου ποιητή, είναι γραμμένος σε ομοιοκατάληκτο τροχαϊκό οκτασύλλαβο στίχο, σε ύφος απλό, αλλά με αφθονία αθυρόστομων εκφράσεων και μεγάλο γλωσσικό πλούτο για την αποτύπωση της σεξουαλικής πράξης· πρόκειται για έργο μισογυνικού περιεχομένου, το οποίο θέλει να στηλιτεύσει τη συμπεριφορά των γυναικών της εποχής του.

ΑΡΧΕΙΟ ΓΕΩΡΓΑΚΑ

, , , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.