Η Λέσβος κατά τη διάρκεια του Α΄ παγκοσμίου πολέμου (το Γαλλικό στρατόπεδο απελαθέντων στα λουτρά Μυτιλήνης)

γράφει ο Ευστράτιος Χαραλάμπους (από τα Λεσβιακά – δελτίον της εταιρίας Λεσβιακών Μελετών τόμος Κς΄ (σε αποκλειστική προδημοσίευση στα istorikathemata.com)

Εισαγωγή 
   Ο  εθνικός διχασμός της περιόδου 1916-17, που συμπλήρωσε ήδη μία εκατονταετηρίδα,   ταλάνισε την Ελλάδα  μέχρι και τις  τελευταίες  δεκαετίες  του 20ου αιώνα, επιφέροντας  μεγάλα  δεινά, αφού τα ίχνη του ακόμη ανιχνεύονται στην πολιτική, κοινωνική και οικονομική ζωή της χώρας. Στο νησί μας, τη Λέσβο, η περίοδος αυτή δεν έχει μελετηθεί σε βάθος, αφενός διότι στη μεγάλη του πλειοψηφία ο Λεσβιακός λαός στήριξε τον ένα πόλο του διχασμού, το  Βενιζελισμό και αφετέρου γιατί οι γραπτές πηγές της εποχής (εφημερίδες, περιοδικά, κ.λπ.) επιμελημένα απέφευγαν να περιλάβουν σχετικές με τον Διχασμό ειδήσεις και αναφορές, λόγω της αυστηρής λογοκρισίας. Ο Γενικός Διοικητής των Νησιών του Αιγαίου Μίνως Πετυχάκης με επιστολή του στον πρωθυπουργό Ε. Βενιζέλο ζήτησε την εφαρμογή της λογοκρισίας και ακόμη περισσότερο την αναστολή έκδοσης των εφημερίδων και περιοδικών. Τελικά η λογοκρισία εφαρμόστηκε μετά την εγκατάσταση της κυβέρνησης  της Εθνικής Άμυνας στην Αθήνα, σε συνδυασμό με την εφαρμογή του στρατιωτικού νόμου από την 20η Ιουλίου 1917 αρχικά στην Αττικό-Βοιωτία και μετά σ’ όλη την επικράτεια. 


  Ο  άλλος πόλος του διχασμού στη Λέσβο, οι Βασιλόφρονες, εκφραζόταν από μερίδα  των οικονομικά ισχυρών (κτηματίες, έμποροι, τραπεζίτες) και μέρος της κρατικής γραφειοκρατίας, που εγκαταστάθηκε στο νησί μετά την απελευθέρωση το 1912 (υπάλληλοι, αστυνομία, χωροφυλακή και αξιωματικοί του Στρατού). 
  Η στρατηγική θέση της Λέσβου προσέλκυσε αμέσως το ενδιαφέρον των αντιπάλων συμμαχιών, στον ευρισκόμενο σε εξέλιξη από το καλοκαίρι του 1914 Μεγάλο Πόλεμο (Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο), δηλαδή της Εγκάρδιας Συνεννόησης (Entente Cordiale – Μεγάλη Βρετανία, Γαλλία κ.λπ. ) και των Κεντρικών Δυνάμεων (Γερμανία, Αυστροουγγαρία, Οθωμανική Αυτοκρατορία, Βουλγαρία). Το νησί χρησιμοποιήθηκε ως ναυτική βάση (κυρίως ο κόλπος της Γέρας) στον αγώνα της Entente για την αποτυχημένη εκπόρθηση των Στενών των Δαρδανελίων (1915), τον αποκλεισμό των Μικρασιατικών Παραλίων προς αποφυγή μεταφοράς ενισχύσεων στην περιοχή των Στενών εκ μέρους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την  υποστήριξη του υποβρυχιακού πολέμου στο Αιγαίο. 

Φωτ1: Αεροφωτογραφία κόλπου Γέρας (Αρχείο Στρατή Αναγνώστου)

   Αεροφωτογραφία κόλπου Γέρας (Αρχείο Στρατή Αναγνώστου)
  Χαρακτηριστική είναι η επιστολή του προξενικού πράκτορα  της Γαλλίας στη Μυτιλήνη Α. Σημαντήρη προς τον διοικητή της 5ης Γαλλικής Μοίρας τορπιλακάτων, που ναυλοχούσε στο Σίγρι, ότι μπορεί να ξεφορτώσει άλευρα και να παρασκευάσει ψωμί στους τοπικούς φούρνους, αλλά χωρίς να προκαλεί . Στην τελευταία φράση του Σημαντήρη φαίνεται η δυσκολία που αντιμετώπιζε η ελληνική κυβέρνηση σχετικά με το διπλωματικό καθεστώς των πρόσφατα καταληφθέντων νησιών (δεν είχε αναγνωριστεί η de facto κατάσταση από την Οθωμανική Αυτοκρατορία), καθώς και η έλλειψη σταθερής και ξεκάθαρης θέσης στο θέμα της εμπλοκής της Ελλάδας στον πόλεμο.   


  Στην Αθήνα, από την έναρξη του πολέμου, άρχισε να φαίνεται η διαφορετική προσέγγιση στο θέμα της πιθανής συμμετοχής της χώρας μας σ’ αυτόν, μεταξύ της πολιτειακής ηγεσίας, δηλαδή του Βασιλέως Κωνσταντίνου Α’, ο οποίος υποστήριζε την ευμενή ουδετερότητα υπέρ της Entente και του εκλεγμένου πρωθυπουργού Ε. Βενιζέλου, ο οποίος, ενώ αρχικά είχε συμφωνήσει με τον Βασιλέα, αργότερα τάχθηκε υπέρ της εξόδου στον πόλεμο, στο πλευρό της Entente. Η  διαφορετική αυτή προσέγγιση οδήγησε στην παραίτηση, δυο φορές, του πρωθυπουργού Βενιζέλου και στην αντισυνταγματική συμπεριφορά του Βασιλέα, που εκδηλώθηκε με την παύση της Βουλής της 31ης Μαΐου 1915 και την τυπική έναρξη του Εθνικού Διχασμού. 
  Δυστυχώς και οι δύο πλευρές, με επικεφαλής τις λαοπρόβλητες και ισχυρές προσωπικότητες του Βασιλέα Κωνσταντίνου και του Πρωθυπουργού Βενιζέλου, που μεγαλούργησαν στους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-13,  πεισματικά επέμεναν στις απόψεις τους, υποκινούμενοι από τα περιβάλλοντά τους, δεν αντιλήφθηκαν τις προθέσεις,  τους στρατηγικούς σχεδιασμούς και τα αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα των εμπλεκομένων δυνάμεων, δεν αξιολόγησαν σωστά  τις δυνατότητες της χώρας, με αποτέλεσμα να  οδηγηθούν σε τραγικά λάθη, που οδήγησαν στη συρρίκνωση του Έθνους το 1922. 


 Η Συμμαχική  Κατάληψη της  Λέσβου-Πρώτος Διωγμός     Πριν από το ξέσπασμα του Μεγάλου Πολέμου η ελληνική κυβέρνηση και οι τοπικές αρχές στα νησιά του Β. Α . Αιγαίου, πλέον της αβεβαιότητας και της ανασφάλειας , που δημιουργούσε η μη επίλυση του διπλωματικού προβλήματος,  βρέθηκαν αντιμέτωπες και με το μεγάλο κύμα προσφύγων (πρώτος διωγμός) από τη Μικρά Ασία, εξ αιτίας του κύματος τρομοκρατίας, που εξαπέλυσαν οι Νεότουρκοι, κατόπιν οδηγιών και σχεδιασμού της γερμανικής στρατιωτικής αποστολής κατά των χριστιανών κατοίκων. Η εκκαθάριση της Μικράς Ασίας από το χριστιανικό στοιχείο (Έλληνες και Αρμένιοι) ήταν  μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου της γερμανικής πολιτικής για την οικονομική κυριαρχία στην περιοχή από τα Στενά μέχρι τον Περσικό κόλπο, η οποία ξεκίνησε τέλη του 19ου αιώνα, με την ανάληψη μεγάλων έργων (σιδηροδρομική γραμμή Κωνσταντινούπολη –Βαγδάτη) και εντάθηκε με την επικράτηση του κινήματος των Νεότουρκων (Κίνημα ένωση και Πρόοδος) το 1908.         


              Συγκεκριμένα, με «όχημα» την  γερμανική τράπεζα «Deutsch Bank», πλήθος γερμανικών εμπορικών οίκων άνοιξαν υποκαταστήματα, ενώ παράλληλα χρηματοδοτούνταν οι μουσουλμάνοι  επιχειρηματίες σε βάρος των  υπολοίπων (χριστιανών).  Είναι χαρακτηριστική η περιγραφή του σχεδίου σε σειρά άρθρων στην αθηναϊκή εφημερίδα «Εστία»: «Ὁ οὐσιαστικός ὅμως λόγος, ὁ πράγματι ἐμπνέων τήν πολιτικήν τῆς Γερμανίας, εἶναι ἡ πρόθεσις τῆς ἀποκαθάρσεως τῶν Τουρκικῶν χώρων ἀπό παντός ξένου στοιχείου. Τότε θά μείνουν οἱ ἔποικοι αὐτῆς μόνοι ἐκμεταλλευταί τῶν πλουσίων ἐδαφῶν, μόνοι οἰκονομικῶς ἐν Τουρκίᾳ ἐργαζόμενοι καί παραγωγικῶς δρῶντες, μόνοι χρησιμεύοντες ὡς συνεκτικός δεσμός ἐμπορίου μεταξύ τῶν τουρκικῶν ἀγορῶν καί τῶν Εὐρωπαϊκῶν, δηλαδή τῶν Γερμανικῶν Οἴκων» . 


     Βέβαια η  γερμανική πολιτική  διευκόλυνε τα σχέδια των Νεότουρκων, οι οποίοι περιορίζοντας τις εξουσίες του Σουλτάνου ήθελαν να αναλάβουν τον πλήρη έλεγχο της χώρας και να την μετατρέψουν σε «εθνικό κράτος», αφομοιώνοντας τα λοιπά στοιχεία με τη μετατροπή τους  σε «Τούρκους», χρησιμοποιώντας την «ισότητα όλων των κατοίκων της αυτοκρατορίας» ως δέλεαρ. Η  πολιτική αυτή του Κομιτάτου αναλύθηκε από τον ιατρό και αρχηγό του Κομιτάτου στη Σμύρνη Ναζήμ Μπέη, σε συνέντευξη που παραχώρησε στον  ιατρό-δημοσιογράφο Μιχάλη Αργυρόπουλο της εφημερίδας «Νέα Σμύρνη» και ανταποκριτή της εφημερίδας «Αθήναι», παρουσία ανταποκριτών των εφημερίδων  «Temps» και «Levand Herald», όπως δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Αθήναι» στις 8 Σεπτεμβρίου 1908. Στη συνέντευξη, μεταξύ των άλλων, γίνεται λόγος για «εθνική οθωμανική ιδέα» και για την «εξέλιξη των φυσικών νόμων σε συνδυασμό με τη  βελτίωση της διοίκησης της δικαιοσύνης και την αποκατάσταση των ατομικών δικαιωμάτων, που θα εξαλείψουν τα προνόμια των διαφόρων πληθυσμιακών ομάδων και των ξένων». Ωραία συνθήματα, που σκοπό είχαν να παραπλανήσουν τους χριστιανούς της αυτοκρατορίας, όπως και έγινε αρχικά, αλλά αργότερα, όταν φάνηκε το αληθινό προσωπείο του Κομιτάτου, αποδείχθηκε ότι αυτά ήταν «κούφια λόγια». 


   Δυστυχώς η Ελλάδα την εποχή εκείνη, αλλά και αργότερα, μετά τους Βαλκανικούς πολέμους. δεν είχε τη δυνατότητα να αξιολογήσει σωστά τις προθέσεις των Νεότουρκων αλλά και ούτε είχε τη δύναμη να αντιδράσει, με τόσα ανοικτά μέτωπα (νησιωτικό, Βόρεια  Ήπειρο, Κυπριακό, ένταξη και οργάνωση των νέων εδαφών) και επερχόμενης της λαίλαπας του Μεγάλου Πολέμου. Το 1913, με την πλήρη ανάληψη της εξουσίας από την κυβέρνηση του Κομιτάτου, ορίστηκε υπουργός στρατιωτικών ο Ενβέρ Πασάς και υπουργός  εσωτερικών ο Ταλάτ Μπέης. Αμέσως κλήθηκε γερμανική στρατιωτική αποστολή πενήντα αξιωματικών, με επικεφαλής τον Λίμαν φον Σάντερς, για την αναδιοργάνωση του οθωμανικού στρατού. Ο τελευταίος ανέλαβε τα καθήκοντα του Γενικού Επιθεωρητή του Στρατού και φθάνοντας στη Σμύρνη το Μάρτιο του 1914, όταν αντίκρισε τη μεγαλοπρέπεια των χριστιανικών εκκλησιών και σχολείων είπε στους Οθωμανούς επίσημους, παρουσία του Μητροπολίτη Σμύρνης: «Εφ’ όσον ανέχεστε αυτά εδώ και τις καμπάνες, σεις θα είσθε είλωτες των Ελλήνων».  

   Για την οργάνωση του σχεδίου εκδίωξης των χριστιανών, αρχικά πραγματοποιήθηκε σύσκεψη του Κομιτάτου και της γερμανικής στρατιωτικής αποστολής στην Πόλη. Επικεφαλής τέθηκε ο υπουργός εσωτερικών με βοηθούς τους Νομάρχες Αδριανούπολης Χατζή Αδήλ  Μπέη και Σμύρνης  Ραχμή Μπέη. Στάλθηκαν  γραπτές οδηγίες σε όλα τα κατά τόπους γραφεία του Κομιτάτου και στα τμήματα της Στρατό-χωροφυλακής και της Αστυνομίας. Με βάση τις οδηγίες συγκεντρώθηκαν όλα τα κακοποιά στοιχεία και άρχισαν οι πρώτες διώξεις το Μάρτιο του 1914, με παράλληλο μποϋκοτάζ  στα χριστιανικά μαγαζιά. Τον Απρίλιο άρχισε ο διωγμός στη Θράκη και τον επόμενο μήνα επεκτάθηκε στη Μικρά Ασία. Όλοι οι κατά τόπους διοικητές με τη βοήθεια των μελών των λεσχών του Κομιτάτου είχαν οδηγίες «για την εκδίωξη του ελληνικού πληθυσμού στα παράλια, όπου θα υπήρχαν πλοία για να τους μεταφέρουν σε Χίο και Μυτιλήνη» . Τέτοιες οδηγίες περιήλθαν στην κατοχή του Ελληνικού Προξενείου στην Σμύρνη και μέσω του Γενικού Διοικητή Νήσων Μ. Πετυχάκη στάλθηκαν στην Αθήνα, αλλά δυστυχώς,  όπως  προαναφέρθηκε, δεν υπήρξε ουσιαστική αντίδραση παρά μόνο ανούσια διαβήματα προς την Οθωμανική κυβέρνηση χωρίς αποτέλεσμα .        


  Το μεγαλύτερο αριθμό προσφύγων από τη Μικρά Ασία, από το συνολικό αριθμό των 300.000,  δέχθηκε η Λέσβος.  Ο Α. Σημαντήρης  έγραφε χαρακτηριστικά στον προϊστάμενό του στη Σμύρνη: «Από 4 Ιουνίου 1914 καΐκια και καράβια μεταφέρουν πρόσφυγες από απέναντι, που διώχθηκαν από τη Λέσχη Ένωση και Πρόοδος. Κακοποιημένοι και κυνηγημένοι βρήκαν καταφύγιο στο νησί.   Μέχρι τώρα έφθασαν περίπου 10.000, εκ των οποίων οι 5.000 μένουν στην πρωτεύουσα, ενώ απέναντι περιμένουν  άλλες 12.000. Οι αρχές έλαβαν μέτρα για την αποφυγή αντιποίνων κατά των οικογενειών των Οθωμανών κατοίκων του νησιού».  Δεν έλειψαν μάλιστα και βίαια επεισόδια από τους αγανακτισμένους πρόσφυγες κατά μουσουλμάνων και προς τούτο η κυβέρνηση ενίσχυσε την τοπική χωροφυλακή.   

               Οικία Γεωργιάδη   Η  περίθαλψη (σίτιση, στέγαση, υγειονομική κάλυψη ) των προσφύγων αποτέλεσε ένα ακόμη πρόβλημα για την ηγεσία του νησιού, ενώ οι  επιτροπές των προσφύγων (που συστήθηκαν με βάση τον τόπο προέλευσης)  συνέστησαν την «Παμμικρασιατική  Ένωση Προσφύγων».  Στόχος ήταν η επίτευξη ανθρώπινων συνθηκών διαβίωσης. Οι  πρόσφυγες στεγάστηκαν πρόχειρα σε δημόσια κτίρια και σε καταυλισμούς σε ανοικτούς χώρους. Πέρα από τη στέγαση, τη σίτιση και την περίθαλψη η ελληνική κυβέρνηση, μέσω των τοπικών αρχών, διένειμε κατ’ άτομο ημερησίως 40 φράγκα. 


     Ο αντιβενιζελικός στο φρόνημα Νομάρχης Σπηλιωτόπουλος προτίμησε να εξοφλήσει η Νομαρχία τα χρέη των προσφύγων σε παντοπωλεία και αρτοποιεία, αντί να διανείμει στους ίδιους το χρηματικό ποσό, που του είχε αποστείλει η κυβέρνηση. Γι αυτό οι πρόσφυγες κατέβηκαν σε διαμαρτυρία και ζήτησαν την αποπομπή του Νομάρχη, τον οποίο  και  αποκαλούσαν “τυραννίσκο”.  Η  οικτρή οικονομική κατάσταση των τοπικών αρχών στα νησιά φαίνεται σε  επείγον τηλεγράφημα του Γενικού Διοικητή της 24 Αυγούστου 1914 προς τον πρωθυπουργό Βενιζέλο και τον υπουργό οικονομικών Α. Διομήδη. 

Συμβούλιο παμμικρασιατικής ένωσης προσφύγων στη Λέσβο
     Οι επιτροπές των προσφύγων στη Λέσβο εξέδωσαν στις 21 Ιουλίου/ 3 Αυγούστου του 1914 την εφημερίδα «Πρόσφυξ» με διευθυντή τον Αλέξανδρο Κολυφέττη, πρώην διευθυντή των Σχολών της κοινότητος Περγάμου, προκειμένου να υποστηρίξουν τα αιτήματά τους.  Η εκδοτική δραστηριότητα των προσφύγων συνεχίστηκε και το 1915 στην Αθήνα, με την έκδοση του βιβλίου «Οι Διωγμοί των Ελλήνων εν Θράκη και Μικρά Ασία». Σε αυτό περιέλαβαν μαρτυρίες των παθόντων, αλλά και των ευρισκομένων επί τόπου ξένων διπλωματικών αντιπροσώπων και δημοσιογράφων για τη συστηματική δράση του Νεοτουρκικού Κομιτάτου, που ξεκίνησε με μποϋκοτάζ επί μήνες κατά των χριστιανικών καταστημάτων και κορυφώθηκε με βίαιες απελάσεις την 21η Μαΐου 1914, οι οποίες συνεχίστηκαν επί μήνες. Επί πλέον περιέλαβαν επίσημα έγγραφα και τηλεγραφήματα προς τους  ξένους πρεσβευτές και τις Ελληνικές και Οθωμανικές αρχές, καθώς και πίνακες με τον πληθυσμό, που εκδιώχθηκε και την ακίνητη περιουσία, που εγκαταλείφθηκε.


  Από τις επιστολές διαπιστώνεται ότι στη Λέσβο κατέφυγαν πάνω από 100.000 πρόσφυγες από τις επαρχίες του Αδραμυτινού  κόλπου, Κυδωνιών, Μοσχονησίων, Περγάμου και Παλαιάς και Νέας Φώκαιας.  Αξιοσημείωτη είναι η επιστολή διαμαρτυρίας των επιτροπών προς τον Γενικό Διοικητή των Νήσων Αιγαίου Μίνωα Πετυχάκη, με την οποία διαμαρτύρονται για τον χαρακτηρισμό  «μετανάστες» και όχι πρόσφυγες, που περιλήφθηκε στο δελτίο απογραφής της Ελληνικής κυβέρνησης.  


Η συνέχεια του κειμένου ΕΔΩ: http://www.keepandshare.com/doc4/view.php?id=115917&da=y

istorikathemata.com

, , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.