Η λογοτεχνία στα χρόνια του Ρομαντισμού

της Άννας Μουσογιάννη, πολιτισμολόγου

«Η προσπάθεια να καθορίσει κανείς το ρομαντισμό είναι επικίνδυνη περιπέτεια, πολλοί έχουν πέσει κιόλας θύματα της» E.B Burgan

Στο απαύγασμα του 19ου αιώνα ανθίζει ένα ιδιαίτερα σημαντικό κίνημα, το οποίο θεωρείται το πιο ισχυρό, επιβλητικό και γόνιμο πνευματικό κίνημα στην Ευρώπη μετά την Αναγέννηση, ο Ρομαντισμός. Βασικό του χαρακτηριστικό είναι η έμφαση στην πρόκληση δυνατής συγκίνησης δια μέσου της τέχνης καθώς και η ελευθερία όσον αφορά τη φόρμα και την πηγή έμπνευσης.

Ο Ρομαντισμός, βρισκόμενος στον αντίποδα του Κλασικισμού, αποτελεί την απάντηση στο κίνημα του Διαφωτισμού και έρχεται να προσδώσει μια πιο αφηρημένη έννοια στον τομέα της λογοτεχνίας μετά από μια άκρως ορθολογιστική περίοδο όπου κυβερνούσαν η απόλυτη αλήθεια και η τάξη. Ξεκίνησε από τα τέλη του 18ου αιώνα και εξαπλώθηκε στις αρχές του 19ου ενώ αρχικά αναπτύχθηκε κυρίως στη Μεγάλη Βρετανία και Γερμανία για να εξαπλωθεί αργότερα στη Γαλλία και την Ισπανία.

Ενάντια στον έντονο νεοκλασικισμό της εποχής, το ρομαντικό κίνημα κέρδισε το ευρύτερο κοινό, το οποίο κουρασμένο από τα στεγανά και τις αυστηρές φόρμες, άφηνε τη φαντασία ελεύθερη και άνοιγε νέους ορίζοντες στον τομέα της λογοτεχνίας. Έτσι, η φαντασία, το συναίσθημα, η ονειροπόληση καθώς και το μυστήριο αντικατέστησαν τη λογική. Ο συγγραφέας του ρομαντισμού άφηνε με ευκολία να φανούν τα συναισθήματα και η ψυχολογική διάθεση στην οποία βρισκόταν. Ο ήρωας του ήταν κατά κύριο λόγο ύπαρξη μοναχική, απογοητευμένη και μελαγχολική. Ήταν ένα ανήσυχο πλάσμα το οποίο αντιμαχόταν τη σύγχρονη πραγματικότητα, επαναστατούσε ενάντια στην κοινωνία και τον κόσμο ενώ παράλληλα βρισκόταν σε συνεχή ψυχική ανισορροπία. Επιπλέον, ο ρομαντικός ήρωας δρα ως αντιστασιακός Τιτάνας ενάντια στο Θεό και την ίδια την κοινωνία ( Σέλλευ, Ωδή στο δυτικό άνεμο, 1820) ενώ ο Προμηθέας γίνεται σύμβολο του επαναστάτη ενάντια στη θέληση των θεών ο οποίος στρατεύεται στον εξανθρωπισμό του κόσμου και δε διστάζει να θυσιαστεί γι αυτό (Σέλλευ, Προμηθέα Λυόμενος, 1820). Συνεπώς, η πεισματική άρνηση του ήρωα να συμμορφωθεί και να συμβιβαστεί με τις υπάρχουσες καταστάσεις καθώς και η αιώνια άρνηση του να νικηθεί, τον καθιστούν στο τέλος θριαμβευτή.

Επιπροσθέτως, ο ρομαντικός ήρωας, λειτουργεί ως alter ego του εκάστοτε συγγραφέα, ο οποίος μάχεται υπέρ μια ιδέας και δεν διστάζει να θυσιάσει ακόμα και τον ίδιο του τον εαυτό.

Εν συνεχεία, στο Ρομαντισμό, δεν υπάρχουν κλισέ και κανόνες ενώ αποστρέφεται κάθε είδους συμβατικότητα. Αναφορικά με τα θέματα, η επιλογή είναι ελεύθερη και ο εκάστοτε συγγραφέας αφήνει ελεύθερη την έμπνευση, τη φαντασία και ευαισθησία του. Η πραγματικότητα δεν έχει να κάνει με το κίνημα του ρομαντισμού αφού, κατά κύριο λόγο, όλα ανήκουν τη σφαίρα της φαντασίας. Ο κόσμος διαθλάται μέσα από την υποκειμενικότητα του εκάστοτε καλλιτέχνη και εκφράζεται μέσα από την έκφραση της ατομικότητας του.

Ωστόσο, κατά τη διάρκεια του ρομαντισμού, η προσωπικότητα του καλλιτέχνη είναι αμφιλεγόμενη. Αφενός μεν, αποτελεί αντικείμενο θαυμασμού, αφετέρου δε, ο θερμός και επαναστατικός χαρακτήρας του είναι ενάντια στην τάξη που προσπαθεί να επιβάλλει η άρχουσα τάξη. Η μάχη μεταξύ της πραγματικότητας που επιβάλλεται και τις προσδοκίες του είναι αδυσώπητη με συνέπεια ο ίδιος ο καλλιτέχνης να ρέπει στον ακραίο πεσιμισμό, στοιχείο που διαφαίνεται έντονα στα έργα του. Απογοητευμένοι από την κοινωνία, υψώνουν ένα αδιαπέραστο τοίχος γύρω τους.

Πορτραίτο της Mary Shelley, έργο του Richard Rothwell

Η έννοια του ρομαντισμού

Ανατρέχοντας στις σελίδες της ιστορίας, ο Ρομαντισμός, αρχικά είχε ένα τελείως διαφορετικό νόημα από αυτό που γνωρίζουμε στις μέρες μας. Η γαλλική λέξη « rommant» (12ος αιώνας), χρησιμοποιούνταν αρχικά στη έκφραση «ρομανική γλώσσα» ενώ στην συνέχεια, συσχετιζόταν με ένα είδος ιπποτικών και ηρωικών διηγήσεων, έμμετρων ή πεζών, οι οποίες είχαν γραφτεί στην εγχώρια γλώσσα. Εν συνεχεία, το 17ο αιώνα τα επίθετα «romantic» στην αγγλική γλώσσα και «romanesque» στη γαλλική σήμαιναν τα παλιά μυθιστορήματα και ανακαλούσαν ίσως κάποια μνημεία ή τοπία ή το ιταλικό μπουρλέσκο της ιταλικής αναγέννησης, ντυμένο με τη φαντασία. Συγκεκριμένα, στην Αγγλία (από όπου και έγινε γνωστός), ο όρος ρομαντικός, παρέπεμπε στις παλιές «ρομάντζες», σε ιπποτικές ή ερωτικές περιπέτειες. Χαρακτηριστικό του γνώρισμα ήταν το υπερβολικό, ιδεώδες, απίθανο, μη πραγματικό, στοιχεία και δεν είχε καμία σχέση με τον εκλογικευμένο τρόπο ζωής που ίσχυε μέχρι τότε. Συνεπώς, ο όρος «ρομαντικός» ήταν συνυφασμένος με τα «παράξενα ρομαντικά διηγήματα» όπου μεταφράζονταν ως πλαστό, ψεύτικο και φανταστικό.

Εν αντιθέσει με την Αγγλία, την περίοδο του Διαφωτισμού όπου τα σκήπτρα κρατούν η τάξη, η λογική και η απόλυτη αλήθεια, η λέξη «romantic», υποβιβάστηκε και αναπόφευκτα εξευτελίστηκε. Έτσι, η έννοια του ρομαντικού πήρε άλλη μορφή και σήμαινε το «παιδαριώδες», «γελοίο», «μεγαλόστομο», «μη πραγματικό», «παράλογο» και «αντικλασικό» ενώ πολύ συχνά συναντάται η έκφραση «ρομαντικοί παραλογισμοί και απίστευτες φαντασιώσεις». Σε μια εποχή, όπου αποδεκτό ήταν μόνο το πραγματικό και μόνο το ορθό είχε αξία, η φαντασία θεωρούνταν υποδεέστερη.

Ωστόσο, στις αρχές του 18ου αιώνα και ενώ ο άνεμος της αλλαγής γινόταν ολοένα και περισσότερο αντιληπτός, στην Αγγλία, η έννοια του ρομαντισμού άρχισε να αναβαθμίζεται και συνεπώς να καταλαμβάνει μεγαλύτερο κομμάτι στη θέση που του αρμόζει. Έτσι, ο όρος πλέον, χρησιμοποιείται ως εγκωμιαστικός και από το 1711 το «ρομαντικό» συνδέεται με το «καλό». Εκείνη την περίοδο οι παλιές ρομάντζες έχουν μεγάλη απήχηση στο ευρύ κοινό ως επακόλουθο του θαυμασμού για το Μεσαίωνα, τον Σπένσερ, την Ελισαβετιανή εποχή και το Γοτθικό. Συνεπώς, το «ρομαντικό», αποκτά πλέον θετική έννοια και μεταφράζεται ως «σαγηνευτικό για τη φαντασία». Υπό αυτές τις συνθήκες, η έννοια «ρομαντικός» εφαρμόζεται σε τοπία και σε σκηνές από τη φύση που είχαν να κάνουν όμως πάντα με τα παλιά ρομάντζα.

Φτάνουμε, λοιπόν, στα μέσα του 18ου αιώνα, με την έννοια «ρομαντισμός» να έχει αποκτήσει πλέον διττή σημασία, τη μία που έχει να κάνει με τις παλιές ρομάντζες και αυτήν που υποδηλώνει το συναίσθημα και τη φαντασία. Εκείνη την περίοδο, ο όρος αυτός εισάγεται και στη Γαλλία και αποδίδεται με τις αντίστοιχες γαλλικές λέξεις «romanesque» (μυθιστορηματικό), ή «pittoresque» (γραφικό) προτού καταλήξει στη λέξη που δανείζεται από την αγγλική γλώσσα «romantique». Ενώ στις αρχές του 19ου αιώνα, κάποιοι Γερμανοί ρομαντικοί χρησιμοποιούν τον όρο «ρομαντικό» προκειμένου να ανακαλέσουν τη λογοτεχνία του παρελθόντος, δηλαδή του Δάντη, του Καλντερόν, του Θερβάντες, του Αριόστο και ειδικότερα του Σαιξπηρ.

Συμπερασματικά, ο όρος «ρομαντικό», δεν θεωρείται από την αρχή ένας όρος καλλιτεχνικής κριτικής αλλά υποδεικνύει ένα τρόπο σκέψης, μια ιδέα, με ροπή προς το συναισθηματικό και το φανταστικό. Η μεταπήδηση του στον τομέα της λογοτεχνίας χρονολογείται περίπου από το 1797, την εποχή όπου ο Φρειδερίκος φον Σλέγκελ εξέδωσε περίπου 25 σελίδες στοχασμούς αναφερόμενος στο συγκεκριμένο θέμα. Ενώ το 1798 ο Γάλλος Σταντάλ δηλώνει ότι είναι «ρομαντικός». Έτσι, με το πέρασμα του χρόνου, οδηγηθήκαμε στη γέννηση του ρομαντικού κινήματος το οποίο επέφερε πολλές αλλαγές στον τρόπο σκέψης του 19ου αιώνα, φέρνοντας στο προσκήνιο λέξεις όπως «δημιουργικότητα» και «πρωτοτυπία» και οι οποίες ήταν απόρροια όλης αυτής της διαδικασίας.

Ο Βίκτωρ Ουγκώ (όρθιος αριστερά) και άλλοι εκπρόσωποι του κινήματος του Ρομαντισμού σε φανταστική απεικόνιση, έργο του Josef Danhauser

Η αρρώστια του αιώνα

Ο καλλιτέχνης διακατέχεται από ένα αέναο πάθος για την ολοκλήρωση. Ζει σε ένα κόσμο που δεν είναι συνυφασμένος με την πραγματικότητα ενώ υπάρχει αδυσώπητη πάλη μεταξύ του εσωτερικού με του εξωτερικού κόσμου με βασικό στόχο να μετουσιώσουν την πραγματικότητα σε επιθυμία. Συνεπώς, το κυρίαρχο συναίσθημα του ρομαντισμού είναι το «Sehnsucht», δηλαδή, η ακόρεστη και φλογερή επιθυμία της κατάκτησης του απόλυτου και η νοσταλγία ενός χαμένου κόσμου όπου βασιλεύει η αρμονική σχέση των αντιθέσεων. Όλο αυτό το ακατανίκητο πάθος και η επιθυμία που δεν μπορούν να κατευνασθούν οδηγούν στην «αρρώστια του αιώνα», υπαρξιακή αγωνία προκαλεί την αδράνεια και την αβουλία που ωθούν το άτομο στα άκρα, ακόμα και στο θάνατο. Χαρακτηριστικά ο Τζιάκομο Λεοπάρντι αναφέρει :

«Ακόμα και η οδύνη η οποία γεννάται από την αηδία και το αίσθημα της ματαιότητας των πραγμάτων είναι συχνά πιο υποφερτή από την αηδία».

Ο ίδιος ο καλλιτέχνης, πέφτει σε μια νιρβάνα με εμφανή την αδιαφορία όχι μόνο για τη ζωή αλλά και το θάνατο ενώ η αίσθηση της πρόωρης γήρανσης είναι ιδιαίτερα έντονη. Το έντονο πάθος καθώς και η απογοήτευση τον εξωθούν σε κατάθλιψη ενώ επιθυμεί διακαώς για ένα βίαιο θάνατο που θα τον κάνουν να ξεφύγει από όλη αυτή την ψυχική κατάσταση. Εμφανή είναι όλα αυτά τα στοιχεία στο έργο του Τζιάκομο Λεοπάλντι «Εις εαυτόν», ο οποίος περιγράφει :

Κοιμήσου για πάντα

Φτωχή, κουρασμένη καρδιά

Όχι μόνον η ελπίδα αλλά

Κι η επιθυμία έχει σβήσει

Κοιμήσου για πάντα. Αρκετά χτύπησες.

Τίποτα δεν αξίζει για να

σπαρταράς κι η γη είναι ανάξια των

αναστεναγμών.

Πίκρα και πλήξη είναι η ζωή

Και τίποτε άλλο

Κι ο κόσμος μονάχα λάσπη.

Εν κατακλείδι ο Ρομαντισμός κατάφερε να φέρει την ανατροπή και να δώσει μια νέα διάσταση στην τότε σύγχρονη πραγματικότητα. Για να προσδώσουμε την έννοια του, θα χρησιμοποιήσουμε τον ορισμό του Βίκτωρ Ουγκώ περί ρομαντισμού :

«Φιλελευθερισμός στη λογοτεχνία. Συνδυασμός του αλλόκοτου με το τραγικό ή το έξοχο (απαγορευμένος από τον Κλασικισμό), απόλυτη αλήθεια της ζωής».

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1) Furst Lilian, Ρομαντισμός [Η Γλώσσα της Κριτικής], μτφρ. Ιουλιέττα Ράλλη- Καίτη Χατζηδήμου, Εκδοτική Ερμής, Αθήνα, 1974.

2) Ευρωπαϊκά Γράμματα, Ιστορία της Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας, Τόμος Β, Εκδόσεις Σοκολη, Αθήνα 1999.

3) Μπερλ’ιν Ισάια, Οι ρίζες του ρομαντισμού, Scripta, Αθήνα 2000

historical-quest.com

, , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.