Η Μάχη του Δορύλαιου, μια επική σύγκρουση

του Ηλία Αναγνωστάκη,

Μετά την Αυτοκρατορική επανάκτηση της Νίκαιας (19 Ιουνίου 1097), οι ηγέτες της Α’ Σταυροφορίας ένιωσαν έτοιμοι να συνεχίσουν την πορεία τους πρός τους Αγίους Τόπους ακολουθώντας το δρομολόγιο διαμέσου του Μικρασιατικού υψιπέδου, μέσω Δορυλαίου-Φιλομηλίου- Ικονίου, αν και ήταν κατά βάσιν άνυδρο και γενικώς αντιμετώπιζε προβλήματα ανεφοδιασμού, μετά απο δεκαετίες Τουρκικών επιδρομών.

Πράγματι, αν και ανάμεσα στούς Σταυροφόρους ηγέτες υπήρχε μια έντονη δυσαρέσκεια κατά του Αυτοκράτορα Αλεξίου Κομνηνού, γιατί δεν τους άφησε να λεηλατήσουν τη Νίκαια, τα πνεύματα ηρέμησαν όταν τους ανεφοδίασε με τρόφιμα, οδηγούς, καθώς και ενα ισχυρό σώμα 2.000 ανδρών, υπο τον στρατηγό Τατίκιο.

Για λόγους ευκολίας ανεφοδιασμού και ασφάλειας, οι 40.000 σταυροφόροι (30.000 πεζοί, 4.500 ιππότες και men-at-arms, καθώς και 5.500 αμάχοι) αναχώρησαν τμηματικά απο τη Νίκαια στις 26 Ιουνίου 1097, κρατώντας 5-6 χλμ απόσταση η μια απο την άλλη.

Η πρώτη φάλαγγα υπο τους Boημούνδο του Τάραντα, τον ανιψιό του Tangrend, τον Robert Gulhose και τον Robert της Φλάνδρας (10.000 Νορμανδοί, Βρετόνοι, Φλαμανδοί, λιγοι Ιταλοί, Γάλλοι απο το Poitiers καθώς και λίγοι Γάλλοι απο το Anju, 2.000 Αυτοκρατορικοί, συν 3.000 άμαχοι, ανάμεσα τους και φανατικοί Χριστιανοί προσκυνητές όπως οι “Tafur” (οι οποίοι είχαν ψήσει και είχαν φάει Τούρκους αιχμαλώτους έξω απο τη Νίκαια στις 3 Ιουνίου, κάτι που θα επαναλάμβαναν και έξω απο την Αντιόχεια), ξεκίνησε πρώτη, το πρωί της 26ης Ιουνίου.

Η δεύτερη φάλαγγα υπο τους Goeffrey του Buillon, τον αδερφό του Baldwin, και τον Hugh του Vermantois (12.000 Γάλλοι απο το Artois, Φλαμανδοί καθώς και λίγοι Γερμανοί απο την Λοθαριγγία, μαζι με 2.500 αμάχους) ξεκίνησε λίγο αργότερα απο τη Νίκαια.

Η τρίτη και τελευταία φάλαγγα, υπο τους Raimond IV της Τουλούζ, και τον Παπικό Λεγάτο, Adhemar de le Puy (12.500 Νότιοι Γάλλοι απο τη Προβηγκία κατά βάσιν, καθώς και λίγοι Ιταλοί) ξεκίνησε απο τη Νίκαια το απόγευμα της 26ης Ιουνίου.

Ήδη όμως απο τις 27 Ιουνίου, ο Βοημούνδος ηγούμενος της πρώτης φάλαγγας, είχε παρατηρήσει οτι Τούρκοι ανιχνευτές παρακολουθούσαν τις κινήσεις τους. Το βράδυ της 30ης Ιουνίου, έφθασε στήν πεδιάδα του Δορυλαίου (Eski-Sehir) όπου διέταξε τη φάλαγγα του να στρατοπεδεύσει κοντά στα ερείπια της ομώνυμης πόλης, που είχε καταστραφεί εντελώς απο τους Τούρκους το 1079. Για μεγαλύτερη δε ασφάλεια, η σταυροφορική στρατιά στρατοπεδεύσε κοντά στις όχθες του ποταμού Θύμβρη, όπου οι πυκνοί καλαμιώνες παρείχαν κάποια προστασία. Ο Βοημούνδος όμως δεν θα κοιμόταν ήσυχος, αν ήξερε οτι 80.000 Τούρκοι είχαν στρατοπεδεύσει 5 μολις χλμ στα ανατολικά του.

Πράγματι, η έλευση νέου κύματος σταυροφόρων ειχε σημάνει συναγερμό στούς Τούρκους της Μικράς Ασίας, και ειδικά στον Σουλτάνο Kilitz Arslan I, ο οποίος είχε ηττηθεί και στη Νίκαια λίγες εβδομάδες πριν. Ο Kilitz Arslan ειχε συγκεντρώσει μια μεγάλη στρατιά, απο Σελτζούκους, Ντανισμεντίδες της Σεβάστειας υπο τον πρίγκηπα “Gazi” Gumustegin, Τούρκους της Καππαδοκίας υπο τον εμίρη Asan καθώς και πολλούς Τουρκομάνους, ενω τον συνέδραμε και ενα ισχυρό απόσπασμα Παυλικιανών(!) ενδεικτικό του μίσους που ένιωθαν οι αιρετικοί αυτοί για την Αυτοκρατορία και τους υπόλοιπους Χριστιανούς γενικότερα.

Περι τις 06.00 της 1ης Ιουλίου, και καθώς οι πρώτοι δυτικοί είχαν αρχίσει να ξυπνούν, ενα σύννεφο απο βέλη σκέπασε τον ορίζοντα, ενώ ουρλιαχτά και κραυγές ακουγόταν παντού. Οι Τούρκοι, σε αλλεπάλληλα κύματα ιπποτοξοτών, επιτίθοταν σε ολόκληρη την περίμετρο του στρατοπέδου, σκορπώντας τον όλεθρο. Ο Bοημούνδος όμως, αφού συγκέντρωσε τους περισσότερους απο τους 2.000 ιππότες του και τους βαριά οπλισμένους, τους διέταξε να ιππεύσουν, να σχηματίσουν αμυντική γραμμή, και εφόσον αυτό ήταν δυνατό, να επιχειρούν τοπικές εξόδους προς ανάσχεση της Τουρκικής πίεσης. Οι αριθμοί των Τούρκων όμως ήταν πολύ μεγάλοι, και με την πάροδο του χρόνου, άρχισαν να μπαίνουν και μέσα στο στρατόπεδο, σφάζοντας πεζούς στρατιώτες καθώς και πολλούς αμάχους.

Περί τις 12.00, η κατάσταση είχε γίνει ασφυκτική, και ο Βοημούνδος διέταξε τους ιππότες του να αφιππεύσουν και να σπεύσουν να υποστηρίξουν τους πανικόβλητους πεζούς και αμάχους, που μέχρι τότε είχαν 2.000 θύματα. Όλοι μαζί, σχημάτισαν ενα μεγάλο, τόσο πυκνό τετράγωνο, ώστε μερικοί ιππότες έπεσαν νεκροί απο τα δόρατα των πεζών τους(!) Η ώρα ήταν πολύ κρίσιμη, και σύμφωνα με τον αυτόπτη μάρτυρα Fulcher του Chartre: “Οι Τούρκοι γύριζαν συνεχώς γύρω μας, σφυρίζοντας, ουρλιάζοντας σαν λύκοι, ενώ μας έριχναν βέλη, ακόντια και παντός είδους βλήματα απο εξωφρενικά μεγάλη απόσταση”. Περί τις 12:30, μια μικρή ομάδα απο 50 ιππότες υπο τον Raimond της Τουλούζ κατόρθωσε και διασπάσε τον κλοιό και έφτασε στούς εξουθενωμένους άνδρες του Βοημούνδου: Ήταν σημάδι οτι η δεύτερη φάλαγγα δεν ήταν μακριά. Οι Τούρκοι είχαν επικεντρώσει τις προσπάθειες τους να αφανίσουν την φάλαγγα του Βοημούνδου, αγνοοώντας την ύπαρξη των δυο άλλων σωμάτων, που ερχόταν “ταχέως”.

Πράγματι, περί τις 13:00 έκαναν την εμφάνιση τους οι 12.000 άνδρες του Goeffrey de Buillion, που αφού επέπεσαν πάνω στη Τουρκική παράταξη, την διέσπασαν, και ενώθηκαν με τους άνδρες του Βοημούνδου που πανηγύριζαν.

Ο Βοημούνδος άδραξε την ευκαιρία, και αφού τοποθέτησε τους αμάχους πίσω και διατάσσοντας τα γυναικόπαιδα να φέρνουν συνεχώς στη πρώτη γραμμή νερό, αφού η ζέστη ήταν ανυπόφορη, παρέταξε το σύνολο των δυο φαλαγγων (25.000 άνδρες) με τον ιδιο και τον ανιψιό του, Τανγκρέδο, καθώς και τον Robert της Φλάνδρας στα αριστερά, τον Goeffrey de Buillion και τον αδερφό του Balwdin στο κέντρο, και τον Raimond της Τουλουζης μαζι με τον Hugh de Vermantois στα δεξιά. Η τουρκική πίεση ήταν όμως πολύ μεγάλη, και παρά τις συχνές επελάσεις σε conrois (ρομβοειδείς σχηματισμοί) των 100-200 ανδρών, δεν έδειχνε να μειώνεται. Πολλοί δε ιππότες, γυρνούσαν πίσω “σαν σκατζόχοιροι” απο τα πολλά βέλη, (όπως ο Raimond της Τουλούζ, που είχε πάνω του τριάντα).

Ο αγώνας συνεχιζόταν, όταν ξαφνικά, περι τις 18.00, στα μετόπισθεν της Τουρκικής παράταξης, ακούστηκαν κραυγές: Ήταν η τρίτη φάλαγγα απο τους 12.500 άνδρες του επισκόπου Adhemar, που είχε κινηθεί αθέατη επι ώρες πισω απο λόφους στα νώτα των Τούρκων, και ειχε φανεί την καταλληλη στιγμή, επιτιθέμενη στο στρατόπεδο τους. Οι Τούρκοι βρέθηκαν ανάμεσα σε δυο πυρά και υπέστησαν τρομερή σφαγή. Ο πανικόβλητοι Κilitz Arslan και “Gazi” Gumustegin μετά βίας κατόρθωσαν να διαφυγουν, αφήνοντας πίσω τους 30.000 νεκρούς, 5.000 αιχμαλώτους (οι οποίοι οδηγήθηκαν στήν Κωνσταντινούπολη για να πουληθούν σκλάβοι) και όλο το στρατόπεδο του, που περιλάμβανε “χρυσό, ασήμι, ζώα και σιτάρι πέραν απο κάθε μέτρημα”. Οι δε απώλειες των Σταυροφόρων, ανήλθαν στις 4.000, κυρίως πεζοί και άμαχοι.

Ήταν μια τέλεια νίκη για τους Σταυροφόρους, που τους ανύψωσε το ηθικό στα ύψη. Οι υποχωρούντες Τούρκοι ξέσπασαν την οργή τους στις μικρές πόλεις και χωριά απο το Δορύλαιο μέχρι το Ικόνιο, όπου: “Μπήκαν στα σπίτια των Ελλήνων, έσπασαν τα πάντα, άρπαξαν ασημικά ζώα και ολα τα αρσενικά παιδιά, που τα πούλησαν για σκλάβους στη Περσία” (Gesta Francorum, 55).

Nέες περιπέτειες περίμεναν τους Σταυροφόρους, αλλά αυτο είναι μια άλλη ιστορία….

, , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.