Η ματωμένη Τετάρτη του 1956*

τοῦ Γιάννη Παναγιωτακόπουλου,

«Κυρά Λενιώ», μοῦ ἔλεγαν, «νά προσέχεις τό κοπέλι σου τόν Βαγγέλη. Τόν ἔβαλαν στό μάτι οἱ δωσίλογοι»… Μά ἤντα νά πρωτοπροσέξεις ἐκεῖνα τά χρόνια… Μέρα νύχτα ζυμώναμε ψωμί γιά τούς χαϊνηδες τ’ ἀδελφοῦ μου. Καί τό Βαγγελιό μου τά πήγαινε ἀπό βραδύς στό βουνό. Μήτε στοιχειά μήτε καταχανάδες ἐφοβότανε. Μοναχό του μέ τά ποδαράκια του σκαρφάλωνε, κι ἄν ἔβρισκε κανέναν γάιδαρο νά βόσκεται στή στράτα, τόνε καβαλίκευγε, ἀφοῦ πιά μπρός τόν ἐτραβοῦσε ἀπ’ τήν οὐρά, μήν εἴν’ ἀνασκελᾶς. Τσί Γερμανούς θά φοβότανε;

Τό διώξανε ἀπ’ τό σχολειό ἀπού ‘ταν στήν ΕΠΟΝ. Κι ὅταν ἐφύγανε οἱ καταραμένοι οἱ Γερμανοί καί πάλι τόν εἴχανε στά μαῦρα κιτάπια, πού ταν ὁ θειός του καπετάνιος στή κατοχή. Στή Μακρόνησο ἔκανε τό στρατιωτικόν του καί παράπονο δέν ἤβγαλε. Μόν’ ἔγραφε τοῦ κύρην του πώς τοῦ λείψαμε πού ‘χει καιρό νά μᾶς ἐδεῖ. Μετά ἐπῆγε στήν Ἀθήνα, δούλευγε μέ τά βιβλία πού τ’ἀγαπούσε πολύ, κι ἠμπλεξε μέ τά μαλώματα τά Κυπριακά.

Κι ἤρθε ἐπαέ κείνη τήν μαύρη Τετάρτη η σκλόπα και καθότανε πά στό κλαδί τῆς ἐθιᾶς, καί θωρούσε τό πορτόνι μας. Ἀνατρίχιασα… «Λάλιε» τσή φώναζα νά φύγει, μά κείνη ἤστεκε κούτσουρη καί μέ θωροῦσε… Τό βράδυ ἐγροικησα τά κλάματα. Ὕστερα βήματα σερνάμενα καί δυό κτυπήματα ξερά. Δέν ἐτόλμαγα ν’ ἀνοίξω, κι ὄταν τό καμα, μιά πατούλια χωριανοί έστέκανε καί μέ θωροῦσαν σάν τή σκλόπα… «Λενιώ μου, τηλεφώνησε τό Κατερινιώ σου. Κράτα γερά κυρά μου καλή. Σκοτῶσαν οἱ ζαφτιέδες τό κοπέλι σου τό Βαγγελιό»…

Πρίν μιά βδομάδα σέ σταυρώσαμε Χριστέ μου… Ἐγύρεψα μεγάλα καρφιά σάν τά δικά σου καί περτσίνωσα τή θύρα μου ἀπού μέσα. Σαράντα μέρες δίχως νά θωρῶ τό φῶς τοῦ ἥλιου… Νά πάρω τό κοπέλι μου μέ τσή φίλους ντου νά κατεβοῦμε στόν Ἄδη. Ζάλο ζάλο μή μοῦ χαθεῖ τό πουλάκι μου. Μή καβαλικέψει γαϊδάρους ἀνασκελάδες, μή τόν τραβήξουν οἱ διαβόλοι…

Κι ὄταν βρεθοῦμε στούς ρηγάδες τοῦ κάτω κόσμου, θά κοπανήσω τά σίδερα τζή βαριᾶς θύρας, σά τή Μεγάλη Παρασκευή: «Ἄρατε πύλας, οἱ ἄρχοντες ὑμῶν, καὶ ἐπάρθητε, πύλαι αἰώνιοι, καὶ εἰσελεύσονται οἱ βασιλεῖς τῆς δόξης». Κι ἄν μ’ ἀρωτήξουν οἱ ζαφτιέδες τοῦ Ἄδη ποιοί εῖναι οἱ βασιλεῖς τῆς δόξης, θά τούς εἰπῶ: «Τό Βαγγελιό μου, ὁ Φραγκίσκος, τό Γιαννιό, ὁ Παναγιώτης καί οἱ φίλοι τους πού πῆγαν ἀπό βόλι. Ὁ Μιχαλάκης κι ὁ Ἀνδρέας πού πῆγαν ἀπό σχοινί»…

Ἅμα γυρίσω καί βγάλω τά καρφιά, κατέχω ἤντα θά δῶ, μά κι ἤντα θά ἀκούσω… Πολιτευάμενοι θά δηλώνουν ἐξηγήσεις σάν πάντοτε, ὁρμηνεύγοντας νά φανοῦνε ντόμπροι. Καθαριστές θά καθαρίζουν τά πεζοπδρόμια ἀπό τό αἷμα. Κοπέλια θά τραγουδοῦν καί θά κλαῖνε. Μά γώ θά ξέρω πῶς τά κοπέλια μας δέν ἐπῆγαν ἀδικοθάνατα. Μιά τέτοια στάλα αἷμα χωρεῖ ὅλα τ’ ἄστρα τοῦ σύμπαντος κόσμου. Κάθε δάκρυ δυό ὀκάδες τσικουδιά στή γιορτή τῶν ἐσχάτων. Ντόμπρα μιλοῦν μονάχα τα σχοινιά, τά πεζοδρόμια καί τά βόλια. Οἱ ἀνθρώποι ἁπλά μοχθοῦνε νά τά μοιάσουν. Γιά νά δεθοῦν, γιά νά σταθοῦνε καί γιά νά φύγουν…

* Τήν Τετάρτη 9 Μαϊου 1956 ἡ Ἀθήνα συνταράχθηκε ἀπό διαδηλώσεις τῆς Πανελλήνιας Ἐπιτροπῆς γιά τήν Ἕνωση τῆς Κύπρου. κατά τοῦ ἐπικείμενου ἀπαγχονισμοῦ τῶν ἀγωνιστῶν τῆς ΕΟΚΑ Καραολή καί Δημητρίου. Ὅταν οἱ νεαροί διαδηλωτές κατευθύνθηκαν πρός τήν Ἀγγλική πρεσβεία, ἡ κυβέρνηση Καραμανλή διέταξε νά ἀνακοποῦν πάσῃ θυσία. Οἱ χωροφύλακες ἄνοιξαν πῦρ μέ τραγικό ἀπολογισμό τουλάχιστον ἔξι νεκρούς καί 193 τραυματίες ἀπό σφαῖρες. Ὁ Βαγγέλης Γεροντής, 28 ἐτῶν ἀπό τόν Ἅγιο Νικόλαο Κρήτης, ἦταν ἕνας ἀπό αὐτούς.

Ὁ ὑπουργός προεδρίας τῆς κυβέρνησης τῆς ΕΡΕ Κωνσταντίνος Τσάτσος, δήλωσε ὐπερήφανος τήν ἴδια ἠμέρα: “Ἐγώ εἶπα νά τούς συντρίψουν. Θά τεθεῖ ἅπαξ διαπαντῶς τέρμα εἰς τήν Κυπριακήν πολιτικήν τοῦ πεζοδρομίου”.

Ἡ μητέρα τοῦ Βαγγέλη, ἡ κυρα-Λένη, ὅταν ἔμαθε γιά τόν χαμό τοῦ γιοῦ της, κάρφωσε μέ μεγάλα καρφιά ἀπό μέσα τήν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ της καί τόν μοιρολόγησε – σάν γνήσια Κρητικιά – 40 μέρες.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.