Το μεγαλείο της Βυζαντινής Ελλάδος

Η δημιουργία του θέματος της Ελλάδας χρονολογείται μεταξύ του 687 και του 695, κατά την πρώτη βασιλεία του αυτοκράτορα Ιουστινιανού Β’ (685-695 και 705-711), Ο πρώτος στρατηγός της Ελλάδας μαρτυρείται το 695: ο Λεόντιος πρώην στρατηγός του Θέματος Ανατολικών.

Γράφει ο Χρήστος Χατζηλίας

Η έκταση του θέματος περιελάμβανε την ανατολική ακτή της ηπειρωτικής χώρας (ανατολική Στερεά Ελλάδα και μέρη της Θεσσαλίας, πιθανώς περιλαμβάνοντας και την ανατολική Πελοπόννησο, καθώς και κάποια νησιά του Αιγαίου, όπως η Σκύρος και η Κέα, θρησκευτικά ήταν στην δικαιοδοσία του Πάπα της Ρώμης. η πρώτη πρωτεύουσα του θέματος ήταν η Θήβα έπειτα η Αθήνα και τέλος η Λάρισα. Το θέμα είχε 79 πόλεις, τις πιο πολλές από κάθε άλλο θέμα της αυτοκρατορίας, οι περισσότερες είχαν κτηνοτροφικό και γεωργικό χαρακτήρα αλλά υπήρχαν πόλεις με πλούσιο εμπόριο και βιοτεχνία όπως η Πάτρα, η Θήβα και το Ναύπλιο, η Αθήνα με την ανέγερση των τειχών της εκ νέου από τον Ιουστινιανό τον Α΄ θα γίνει πόλος έλξης για πολλούς προσκυνητές στον Παρθενώνα την πλέον Παναγία την Αθηνιώτισσα αλλά οι προσκυνητές και οι έμποροι δεν θα παραλείψουν το αρχαίο παρελθόν της πόλης και έτσι θα αναπτυχθούν τα πρώτα σπέρματα τουρισμού για να θαυμάσουν το μνημείο του Λυσικράτη, τον Ναό του Ηφαίστου που είχε γίνει εκκλησία, τις στήλες του ολυμπίου Διός και το Ερέχθειο στην ακρόπολη που είχε γίνει η εκκλησία της Θεοτόκου και έπειτα της Αγίας Τριάδας, η πινακοθήκη των Προπυλαίων μετατράπηκε σε ναό των Ταξιαρχών και χρησιμοποιήθηκε ως μητροπολιτικό μέγαρο, Το ιερό του Ασκληπιείου μετατράπηκε σε ναό κατά τα μέσα του 5ου αι. και αφιερώθηκε στους Αγ. Αναργύρους, Το αναγνωστήριο της Βιβλιοθήκης του Αδριανού ονομάστηκε «Μεγάλη Παναγιά» στις αρχές του 5ου αι. Λείψανα του ναού αυτού σώζονται ως σήμερα.

Ενώ ο ναός του Αιόλου, γνωστός ως Ωρολόγιον του Κυρρήστου ή Πύργος Ανέμων (Αέρηδες), μετατράπηκε σε εκκλησία ήδη από την παλαιοχριστιανική περίοδο, Η βασιλική του Ιλισού, που είχε προσηρτημένο υπόγειο χώρο, το αποκαλούμενο «μαρτύριο» και όπου είχαν θάψει τον μάρτυρα επίσκοπο Αθηνών Λεωνίδη, ο οποίος θανατώθηκε το 250 κατά τους διωγμούς του Δεκίου. Ανευρέθηκαν ψηφιδωτά δάπεδα και μαρμάρινα γλυπτά με λεπτότατη επεξεργασία. Ως ναός, σύμφωνα με μαρτυρία του Μιχαήλ Ακομινάτου, διατηρούνταν ως τον 12ο αιώνα. Το 1018 την επισκέπτεται ο αυτοκράτορας Βασίλειος ο Β΄ μετά την νίκη του κατά των Βουλγάρων. Ο Βασίλειος ανέβηκε στην Ακρόπολη, στον ναό της Παναγίας της Αθηνιώτισσας για να ευχαριστήσει την Παναγία για την νίκη του. Κατά την περίοδο της δυναστείας των Κομνηνών, η Αθήνα αναπτύχθηκε στο εμπόριο, την βιοτεχνία, την γεωργία κ.λ.π. χωρίς όμως να ξεπεράσει τα πλαίσια μιας επαρχιακής πόλης. Ο Μιχαήλ Χωνιάτης αναφέρει ότι, στην Αττική υπήρχαν αμπελώνες, χωράφια με σιτηρά, πεύκα στους λόφους Λυκαβηττού, Φιλοπάππου και Αρδηττού. Αλλά και ο Αραβας γεωγράφος Al – Idrisi, στα μέσα του 12ου αι., μένει ιδιαίτερα εντυπωσιασμένος από την πόλη των Αθηνών.

Μαρτυρία για την ακμή της πόλης, αποτελεί το χρυσόβουλο του Αλέξιου Α΄ Κομνηνού το 1082, με το οποίο παρέχει προνόμια στους Βενετούς και αναφέρει την Αθήνα ως μια από τις αναπτυγμένες ζώνες εμπορίου της αυτοκρατορίας, την εποχή αυτή, παράγουν σημαντικές ποσότητες από λάδι, κρασί, μέλι, ενώ στα διάφορα εργαστήριά της φτιάχνουν είδη υφασμάτων και σαπούνι. Αξιοσημείωτη είναι και η συμβολή της στην αλιεία ή την συλλογή της πορφύρας από διάφορα κοχύλια. Ενώ και η Λάρισα έγινε μια εμπορική πόλη που ένωνε την Δυτ. Μακεδονία και Ήπειρο με την Ελλάδα αλλά ήταν ιδιαίτερα ανεπτυγμένη λόγω της γεωργίας και της κτηνοτροφίας από τις γύρω περιοχές της .Η Ελλάδα επίσης έφτιαχνε τα καλύτερα χαλιά, μεταξωτά και λινά υφάσματα εντούτοις διέθετε και ένα πολύ αξιόμαχο στόλο που αντιμετώπιζε τους Άραβες και δεν φοβήθηκε να τα βάλει ακόμα και με τον αυτοκρατορικό στόλο της Κωνσταντινούπολης κατά την περίοδο της Εικονομαχίας που διέθετε υγρό πύρ, παρά την ήττα των Ελλαδικών οι ζημιές στον αυτοκρατορικό στόλο ήταν μεγάλη.

 

Δρούγγος (στρατιωτικό λάβαρο) του Θέματος Ελλαδικών, πιθανός πρόδρομος της Ελληνικής σημαίας

Η ΤΕΧΝΗ ΣΤΗΝ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑ

Η Ελλάδα διέθετε επίσης πολλές εκκλησίες και μοναστήρια με ψηφιδωτό διάκοσμο και υπέροχες νωπογραφίες που δηλώνουν ότι η Ελλάδα δεν άνηκε στις παρηκμασμένες επαρχίες της αυτοκρατορίας.

Εκκλησία της Παναγίας Καπνικαρέας: Εκκλησία της Παναγίας Καπνικαρέας ονομάζεται μία μικρή, βυζαντινή εκκλησία που χρονολογείται από τον 11o αιώνα και η οποία βρίσκεται στο κέντρο της Αθήνας στην Οδό Ερμού, Η εκκλησία είναι αφιερωμένη στα Εισόδια της Θεοτόκου. Το όνομα της εκκλησίας θεωρείται ότι προέρχεται από αυτόν που την έκτισε, ο οποίος εισέπραττε ένα φόρο οικοδομών στα χρόνια του Βυζαντίου, τον καπνικό φόρο. Ο αρχιτεκτονικός της ρυθμός είναι σύνθετος τετρακιόνιος σταυροειδής εγγεγραμμένος, στο ναό βρίσκονται ενσωματωμένα οικοδομικά στοιχεία όπως κίονες με ρωμαϊκά κιονόκρανα και εντοιχισμένα γλυπτά και επιγραφές.

Παναγία Καπνικαρέα

Ναός των Αγίων Αποστόλων του Σολάκη: Βρίσκεται στη νοτιοανατολική γωνία της Αρχαίας Αγοράς και νότια της Στοάς του Αττάλου. Κτίστηκε στα τέλη του 10ου αιώνα, βάση του ναού είναι σχήματος σταυρωτού με αψίδες στις τέσσερις πλευρές και νάρθηκα στη δυτική πλευρά, ενώ τέσσερις στήλες στηρίζουν τον θόλο. Το ιερό και το πάτωμα ήταν αρχικά από μάρμαρο το προσωνύμιο «Σολάκη»παραπέμπει είτε στον κτήτορα της εκκλησίας ή σε οικογένεια που την είχε υπό την ιδιοκτησία της. Η αρχιτεκτονική ανήκει στον τύπο των εγγεγραμμένων σταυροειδών ναών, αλλά παρουσιάζει και ορισμένες ιδιομορφίες. Η βάση του ναού είναι σχήματος σταυρωτού με αψίδες στις τέσσερις πλευρές και νάρθηκα στη δυτική πλευρά, ενώ τέσσερις στήλες στηρίζουν τον θόλο

Άγιοι Απόστολοι Σολάκη

Ναός της Θεοτόκου Γοργοεπήκοου και Αγίου Ελευθερίου: Γνωστή και ως μικρή Μητρόπολη Κτίστηκε από τον Μητροπολίτη Αθηνών Μιχαήλ Χωνιάτη στις αρχές του 13ου αιώνα. Σύμφωνα με άλλους ιστορικούς η κτίση της ανάγεται στον 12ο, 11ο ή και 8ο αιώνα. Το όνομα γοργοεπήκοος είναι βυζαντινή προσωνυμία της Θεοτόκου, και σημαίνει «από ψηλά σπεύδουσα και ταχεία βοήθεια». Έχει τετράγωνη κάτοψη και τρούλο στηριζόμενο επάνω σε τύμπανο κομψό και ψηλό, Ο ναός είναι τετρακιόνιος, σταυροειδής εγγεγραμμένος, με τριμερή νάρθηκα, του οποίου το κεντρικό, καμαροσκεπές τμήμα είναι ψηλότερο από τα δύο πλάγια. Οι τοίχοι του ναού είναι εξ ολοκλήρου κατασκευασμένοι από μεγάλους μαρμάρινους ακόσμητους λίθους και ανάγλυφα, που προέρχονται από αρχαία ελληνικά, ρωμαϊκά και πρώιμα Βυζαντινά μνημεία, ενώ δεν έχουν χρησιμοποιηθεί πουθενά πλίνθοι. Οι γλυπτές αναπαραστάσεις συνδυάζουν χριστιανικά και παγανιστικά στοιχεία με αρχαία ελληνική διακόσμηση. Μεταξύ των άλλων βλέπουμε μια ζωοφόρο αρχαίων εορταστικών εκδηλώσεων.

Μονή Τιμίου Προδρόμου Καρέα: Βρίσκεται στις δυτικές πλαγιές του Υμηττού, κοντά στα λατομεία του Καρά. Η ίδρυσή της ανέρχεται κατά πάσα πιθανότητα στον 4ο αιώνα, όπως μαρτυράει ο σωζόμενος επιτύμβιος λίθος με την επιγραφή «ΝΕΙΚΑΓΟΡΗC ΔΙΑΚΟΝΙCCΗΣ». Η τάξη των διακονισσών είχε εισαχθεί από τους αποστόλους και καταργήθηκε τον 6ο μ.Χ. αιώνα από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό Ά (527 – 565 μ.Χ.). Αρχικά η μονή ήταν πατριαρχικό σταυροπήγιο τιμώμενο στην μνήμη του Αγίου Ιωάννη του βαπτιστή, εγκαταλείφτηκε όμως το 1673. Το παλαιό καθολικό της μονής είναι ναός εγγεγραμμένος σταυροειδής με τρούλο που στηρίζεται σε τέσσερις κίονες και κτίστηκε κατά το τελευταίο τέταρτο του 11ου αιώνα.

Άγιος Ιωάννης Πρόδρομος Καρέα

Μονή Δαφνίου: Η μονή ιδρύθηκε τον 6o αιώνα πάνω στα ερείπια του ναού του Δαφναίου Απόλλωνα ο οποίος είχε καταστραφεί από τους Γότθους το 395. Κάποιοι κίονες ιωνικού ρυθμού του αρχαίου ναού χρησιμοποιήθηκαν και πάλι. Σήμερα έχει διασωθεί μόνο ένας, ενώ οι υπόλοιποι μεταφέρθηκαν στο Λονδίνο από τον Λόρδο Έλγιν. Το καθολικό της μονής χρονολογείται στον όψιμο 11ο αιώνα και ανήκει στον αρχιτεκτονικό τύπο του οκταγωνικού σταυροειδούς ναού. Στον τύπο αυτό ο κεντρικός χώρος του κυρίως ναού διευρύνεται με την αντικατάσταση των τεσσάρων κιόνων που στηρίζουν τον τρούλο από οκτώ κίονες τοποθετημένους πλησιέστερα στους τοίχους. Η διάταξη των κιόνων που διαμορφώνει περίστωο γύρω από τον κεντρικό χώρο και διατηρεί τις σταυροειδώς διατεταγμένες καμάρες στην οροφή με την παρεμβολή ημιχωνίων ανάμεσά τους, χαρακτηρίζει ειδικότερα τον λεγόμενο σύνθετο οκταγωνικό. Στο καθολικό της μονής σώζονται ψηφιδωτά, τα καλύτερα διατηρημένα της πρώτης περιόδου (Δυναστεία Κομνηνών, 1100 περίπου) που αντιπροσωπεύεται από την αυστηρή και ιερατική απεικόνιση του Παντοκράτορα Χριστού στο εσωτερικό του τρούλου, κύριο χαρακτηριστικό της Μακεδονικής εποχής.

 

Μονή Οσίου Λουκά: Πληροφορίες για την ιστορία του μοναστηριού αντλούνται από τον βίο του Οσίου Λουκά, έργο ανωνύμου του 962, και τις Ακολουθίες της Κοιμήσεως και της Ανακομιδής του λειψάνου του, πηγές που θεωρούνται αξιόπιστες κατά τους αρχαιολόγους , σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά, ιδρυτής της μοναστικής ζωής στη Μονή είναι ο ίδιος ο Όσιος, ο οποίος ασκήτευσε εκεί τα τελευταία επτά χρόνια της ζωής του (946-953). Οι πληροφορίες σχετικά με την οικοδόμηση του ναού με σκοπό την στέγαση του λειψάνου αποκλίνουν μεταξύ τους. Πάντως η ανακομιδή τοποθετείται στα 1011 και η ανέγερση του νέου καθολικού θεωρείται πως έγινε την εποχή που ηγούμενος ήταν κάποιος Φιλόθεος Στα 1014 το μοναστήρι ακμάζει και διαθέτει δύο μετόχια στην Εύβοια, στην Αντίκυρα και στον Άγιο Νικόλαο στα Καμπιά Βοιωτίας. λόγω της μνημειώδους αρχιτεκτονικής του και του πλούσιου διακόσμου, ως επικρατέστερη εκδοχή θεωρείται η ανάμειξη αυτοκρατορικών εργαστηρίων επί Κωνσταντίνου Θ’ (Μονομάχου).


Παναγία η Αθηνιώτισσα
: Δεν είναι γνωστό πότε μετατράπηκε ο Παρθενώνας σε χριστιανικό ναό. Επί Ιουστινιανού Α΄ πάντως καθαγιάστηκε και ορίστηκε να λέγεται «καθολική εκκλησία Αθηνών». Από τα τέλη του 6ου αιώνα και έπειτα άρχισαν να κηδεύονται γύρω από το ναό οι νεκροί των κληρικών, επισκόπων και άλλων. Σε ανασκαφές που έγιναν το 1836 βρέθηκαν πολλά μνήματα χριστιανικού κοιμητηρίου και μια μαρμάρινη επιγραφή «της αγιωτάτης εκκλησίας των Αθηνών», καθώς και χάλκινα νομίσματα των βασιλέων Ιουστινιανού και Ιουστίνου Β΄και μερικά χρυσά του Τιβερίου Β΄ του Θρακός. Η ανατολική είσοδος του αρχαίου ιερού κλείστηκε, και ο πρόναος που έγινε το άγιο βήμα υψώθηκε κατά ένα σκαλοπάτι πάνω από το παλαιό έδαφος. Επάνω από αυτό κατασκευάστηκε μαρμάρινη αψίδα βυζαντινού ρυθμού. Στις δυο πλευρές της μεγάλης κόγχης του ιερού κτίστηκαν άλλες δύο μικρότερες, προς βορρά για την προσκομιδή των τιμίων δώρων, ενώ προς νότο για τα σκευοφυλάκια στα οποία εναποτίθονταν τα ιερά σκεύη, άμφια και λειτουργικά βιβλία. Ο αρχαίος οπισθόδομος μετασχηματίστηκε σε νάρθηκα της εκκλησίας. Η παλαιά και ευρεία είσοδος διατηρήθηκε ως μεγάλη πύλη.Ήταν στολισμένος με μάρμαρο, εικόνες και ψηφιδωτά. Την βάσταζαν τέσσερις κολόνες από πορφυρίτη. Αλλού έστεκαν κολόνες από ίασπι. Η χρυσή εικόνα της Παναγίας έστεκε σε μια κόγχη, στολισμένη με χιλιάδες ψηφίδες, τις λεγόμενες χρυσόπετρες. Στους τοίχους του οπισθόδομου σώζονται ακόμα και σήμερα αμυδρά λείψανα βυζαντινών εικόνων. Η αγία τράπεζα ήταν σκεπασμένη με πεντελικό μάρμαρο και στηριζόταν επάνω σε τέσσερις μικρούς κίονες από πορφυρίτη με μαρμάρινα και επίχρυσα κιονόκρανα κορινθιακού ρυθμού.

 

 

, , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *