Η μετανάστευση των Κελτών στη Σκυθία

Γράφει ο Μανώλης Χατζημανώλης

Στα τέλη του 3ου αιώνα ο κελτικός κόσμος, που είχε εξαπλωθεί εκρηκτικά κατά το πρώτο μισό της 1ης χιλιετίας π.Χ στο μεγαλύτερο μέρος της ευρωπαϊκής ηπείρου, άρχισε να υποχωρεί. Στον βορρά τα κελτικά φύλα δέχονταν πίεση από τους Τεύτονες, τους πρόγονους των σημερινών Γερμανών που προέλαυναν προς νότο. Χιλιάδες Κέλτες εκδιώχθηκαν από τους Ρωμαίους στον απόηχο του Β’ Καρχηδονιακού Πολέμου κατά το διάστημα 201-189 π.Χ από την βόρεια Ιταλία, ενώ περίπου την ίδια περίοδο οι κελτικές ηγεμονίες κατέρρευσαν υπό το βάρος εξεγέρσεων των γηγενών πληθυσμών σε Θράκη και Δακία. Οι πολυπληθείς Κέλτες πρόσφυγες κατέφυγαν στα πατρογονικά τους εδάφη στην κεντρική Ευρώπη, δημιουργώντας έντονο πρόβλημα υπερπληθυσμού. Η δεινή θέση στην οποία βρέθηκαν οδήγησε μερικές φυλές τους στην τελευταία «γαλατική περιπέτεια»: Την απόπειρα κατάκτησης της Σκυθίας.

Ήδη από τον 7ο αιώνα, οι ιρανόφωνοι Σκύθες νομάδες είχαν εδραιωθεί στην ουκρανική πεδιάδα εκδιώκοντας τους προηγούμενους κυρίαρχους της περιοχής Κιμμέριους προς την Μικρά Ασία και την Κριμαία και υποτάσοντας τους εγκατεστημένους γεωργικούς πληθυσμούς μεταξύ των ποταμών Τυράς (Δνείστερος) και Τάναϊ (Ντον). Εκεί ίδρυσαν μια ισχυρότατη φυλετική συνομοσπονδία, όπου τα τέσσερα σκυθικά γένη που αναφέρονται στο έργο του Ηροδότου (Αυχάται, Κατιάροι, Τρασπιείς και Παραλάται, που ήταν και το «βασιλικό» τους γένος) αποτέλεσαν την τοπική έφιππη άρχουσα τάξη. Στο απόγειο της ισχύος τους έφτασαν να ελέγχουν για σύντομο διάστημα (650-630 π.Χ) τους Μήδους νοτίως του Καύκασου, ενώ συμμετείχαν από κοινού με τους τελευταίους και τους Βαβυλώνιους στην καταστροφή της ασσυριακής πρωτεύουσας Νινευή (612 π.Χ). Το 512 π.Χ απέκρουσαν μια περσική εκστρατεία εναντίον τους υπό τον Δαρείο Α’, ενώ κατά την διάρκεια των 5ου και 4ου αιώνα διατηρούσαν στενές εμπορικές και πολιτιστικές σχέσεις με τις ελληνικές πόλεις του Αιγαίου.

Τον 3ο αιώνα π.Χ όμως, αυτές οι δόξες αποτελούσαν πλέον παρελθόν. Το 339 π.Χ δέχτηκαν μια καταστροφική επιδρομή από τους Μακεδόνες του Φιλίππου Β’. Ο Σκύθης βασιλιάς Ατέας σκοτώθηκε και περίπου 20.000 γυναικόπαιδα σύρθηκαν στην αιχμαλωσία. Με την δύναμή τους να έχει υποστεί καίριο πλήγμα, από τα μέσα του 3ου αιώνα και ύστερα άρχισαν να υποχωρούν έναντι των επίσης ιρανόφωνων Σαρματών που μετανάστευαν στην περιοχή από την κεντρική Ασία. Σύμφωνα με τον Διόδωρο τον Σικελιώτη, οι Σαρμάτες κατέστρεψαν μεγάλο μέρος της Σκυθίας «εξοντώνοντας τους ηττημένους και ερημώνοντας το μεγαλύτερο μέρος της χώρας».

Αυτό το κενό ισχύος που διαμορφωνόταν στην ουκρανική στέπα έσπευσαν να εκμεταλλευτούν οι Κέλτες. Γύρω στα 200 π.Χ μια ομάδα τους σε συνεργασία με γερμανικά γένη μετανάστευσε από την κοιτίδα της στην κοιλάδα του κάτω Βιστούλα και εγκαταστάθηκε στην περιοχή μεταξύ των Καρπαθίων ορέων και του Δνείπερου, βορειοανατολικά της Δακίας. Εκεί, αφού υπέταξαν τα υπολείμματα των τοπικών Σκυθών, σχημάτισαν την φυλετική συνομοσπονδία των Βαστάρνων. Παρομοίως, το όνομα της σύγχρονης περιοχής της Γαλικίας, που έχει διαμοιραστεί μεταξύ Πολωνίας και Ουκρανίας, φαίνεται πως απηχεί την εγκατάσταση Γαλατών και σε αυτήν περιοχή. Κελτικά αντικείμενα ανασκάφηκαν κατά μήκος του Δνείπερου, ενώ κατά μήκος του Δνείστερου μαρτυρούνται πόλεις με κελτογενείς ονομασίες, όπως Καμόδουνο και Αλλιόβριγα.

Το συναρπαστικότερο όμως εύρημα που μαρτυρεί την απεγνωσμένη αναζήτηση των Κελτών της κεντρικής Ευρώπης για μια νέα πατρίδα στην ανατολή είναι η στήλη του Πρωτόγενου της ελληνικής πόλης Ολβίας του Εύξεινου Πόντου. Η Ολβία ήταν αρχαία ελληνική αποικία στις βορειοδυτικές ακτές της Μαύρης Θάλασσας. Η πόλη ήταν αποικία των Μιλήσιων και χτίστηκε κατά τον δεύτερο ελληνικό αποικισμό πιθανόν τον 7ο αιώνα π.Χ. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο βρισκόταν στις εκβολές του ποταμού Μπουγκ (του αρχαίου Υπανίου), ενώ σύμφωνα με άλλους βρισκόταν πιο ανατολικά, στις εκβολές του Δνείπερου που οι αρχαίοι Έλληνες ονόμαζαν Βορυσθένη. Σύντομα αναδείχθηκε σε σημαντικότατο κέντρο του εμπορίου σίτου μεταξύ των Σκυθών και του κόσμου του Αιγαίου. Αν και τον 3ο αιώνα η πόλη είχε μπει πλέον σε τροχιά παρακμής, μάλλον λόγω του ανοίγματος της τεράστιας αγοράς σιτηρών της Αιγύπτου, υπήρξε αρκετά ισχυρή ώστε να αποκρούσει σε συνεργασία με τους Σκύθες το 331 π.Χ τον Μακεδόνα στρατηγό Ζωπυρίωνα.

Η σχετική επιτύμβια επιγραφή, όπου τιμάται η μνήμη του επιφανούς πολίτη της Ολβίας Πρωτόγενου για μια σειρά δωρεών και χορηγιών προς τον δήμο, αναφέρει ότι η πόλη δέχθηκε την επίθεση μιας συμμαχίας Κελτών, Βαστάρνων και Σκίρων (ενός κλάδου των τελευταίων που είχε αυτονομηθεί). Η ωμότητα των Κελτών υπήρξε τόση, ώστε ακόμη και οι Σκύθες της περιοχής τρομοκρατήθηκαν και αναζήτησαν καταφύγιο στα τείχη της πόλης (για την επιγραφή βλέπε: https://epigraphy.packhum.org/text/184224).

Αν και φαίνεται πως οι Κέλτες κατάφεραν να εγκατασταθούν τελικά στην νότια ουκρανική ακτή, έχοντας κατά τον Πλούταρχο ως ανατολικό σύνορό τους την λίμνη Μαιώτιδα (η σύγχρονη θάλασσα του Αζώφ), η εδραίωσή τους δεν υπήρξε μακρόχρονη. Η Ολβία αν και κινδύνευσε κατάφερε τελικά να σωθεί, ενώ σκυθικά φύλα που βρήκαν καταφύγιο στην Κριμαία διατήρησαν την δική τους ηγεμονία με κέντρο την Σκυθική Νεάπολη. Λίγο αργότερα δε, υπό τον βασιλιά τους Σκίλουρο ανέκτησαν μέρος του χαμένου εδάφους. Την χαριστική βολή στους Κέλτες έδωσαν οι ακάθεκτοι εκείνη την εποχή Σαρμάτες που σάρωσαν τους τελευταίους θύλακές τους στην περιοχή. Αν και η φυλετική ένωση των Βαστάρνων κατάφερε να διατηρηθεί βορείως του δέλτα του Δούναβη μέχρι και τον 3ο αιώνα μ.Χ, οπότε απορροφήθηκε από τους Γότθους, η γαλατική περιπέτεια της ανατολής είχε λάβει πια τέλος…

, , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.