Η νεοελληνική λογοτεχνία στην σκιά της Άλωσης

Γράφει η Τασούλα Μ. Μαρκομιχελάκη

Τη μερίδα του λέοντος στη δημώδη παραγωγή του 15ου αιώνα την έχει η Κρήτη, γι’ αυτό θα εξετάσουμε παρακάτω σε χωριστή ενότητα τους συγγραφείς και τα έργα αυτής της περιόδου στη λογοτεχνία του νησιού. Από την υπόλοιπη επικράτεια, θα σταθούμε πρώτα σε δύο έργα, αμφότερα με πολύ μεγάλη και περίπλοκη ιστορία που διασταυρώνεται με τη δημώδη λογοτεχνία κάπου μέσα στον 15ο αιώνα: τον Φυσιολόγο και το Μυθολογικόν Σιντίπα του φιλοσόφου. Η ιστορία του Φυσιολόγου αρχίζει τον 2ο μ.Χ. αιώνα στην Αλεξάνδρεια. Πρόκειται για ένα πεζό κείμενο με 48 λήμματα για ζώα, φυτά και λίθους. Στη συνέχεια, από το τέλος της αρχαιότητας μέχρι τους νεότερους χρόνους, με πυρήνα τον αρχικό Φυσιολόγο, εμφανίστηκε πλήθος κειμένων στις περισσότερες ελληνικές γλωσσικές μορφές. Αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ είναι ότι υπάρχει και ένας δημώδης Φυσιολόγος του 15ου αιώνα ο οποίος ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα κείμενα, επειδή είναι έμμετρος, σε ανομοιοκατάληκτους δεκαπεντασύλλαβους στίχους, και επειδή, αντί για το προσωπείο του Φυσιολόγου, που μιλά κυρίως σε ευθύ λόγο, έχει έναν κανονικό αφηγητή.

Ο Σιντίπας κατάγεται από ένα πεζό έργο που πέρασε από τις Ινδίες ή τη Μέση Ανατολή στη Δύση και έγινε αγαπητό λαϊκό ανάγνωσμα. Στα ελληνικά οι μεταφράσεις του αρχίζουν τον 11ο αιώνα και φτάνουν μέχρι τον 20ό. Ίσως κατά τον αιώνα στον οποίο βρισκόμαστε, αλλά πάντως σίγουρα στον επόμενο, γνώρισε τρεις δημώδεις διασκευές, μία από τις οποίες τυπώθηκε στη Βενετία τον 18ο αιώνα. Το έργο δομείται σε επιμέρους αφηγήσεις εγκιβωτισμένες σε μια εξωτερική διήγηση-πλαίσιο, πολλές από τις οποίες είναι τολμηρές, ειδικά όταν αναφέρονται στη γυναικεία ερωτική πανουργία.

Στο πρώτο μισό του 15ου αιώνα έχουμε και το πιο όψιμο από τα ερωτικά μυθιστορήματα, τα οποία είδαμε ότι γράφονταν ήδη από τον 13ο αιώνα. Πρόκειται για το Ιμπέριος και Μαργαρώνα (ή ακριβέστερα Διήγησις εξαίρετος ερωτική και ξένη του Ιμπερίου θαυμαστού και κόρης Μαργαρώνης), το οποίο μεταφράζει ένα γαλλικό πεζό έργο, το Pierre de Provence et la Belle Maguelonne, ίσως μέσω διασκευής του σε άλλη γλώσσα. Εκτός από τις εκδοχές του ανομοιοκατάληκτου κειμένου το οποίο παραδίδουν τα τέσσερα σωζόμενα χειρόγραφα, τον επόμενο αιώνα ακολούθησε και ο Ιμπέριος τον συρμό της μετατροπής σε ομοιοκατάληκτη μορφή, η οποία ήταν πιο αγαπητή στο αναγνωστικό/ακροαματικό κοινό, και, όπως θα δούμε αργότερα, αποτελούσε εισιτήριο για να δει ένα κείμενο το φως της έντυπης δημοσιότητας.

Στο μέσον ακριβώς του 15ου αιώνα, η άλωση της Πόλης θα προκαλέσει ανακατατάξεις και στον πνευματικό τομέα, όπως ήταν φυσικό. Βυζαντινοί λόγιοι, οι οποίοι φεύγουν πρόσφυγες από την πατρίδα τους, καταφεύγουν στη βενετοκρατούμενη Κρήτη πρώτα και από εκεί στη Δύση, όπου βοήθησαν αποφασιστικά στην ανάπτυξη των γραμμάτων κατά την Αναγέννηση, καθώς προσέφεραν στον δυτικό κόσμο «την πηγή από την οποία γεύθηκε τους θησαυρούς της αρχαιότητας» (Ostrogorsky 1981, 277). Στις δεκαετίες μετά την Άλωση, τριπλασιάζεται ο ελληνικός πληθυσμός της Βενετίας και πολλοί από αυτούς θα εργαστούν ως ειδικευμένοι αντιγραφείς, επιμελητές και μελετητές ελληνικών κειμένων στο νέο είδος επιχείρησης που θα ανθήσει στην πόλη το τελευταίο τέταρτο του 15ου αιώνα, όταν αυτή «ήταν το πιο πολυάσχολο τυπογραφικό κέντρο σε ολόκληρη την Ευρώπη και έβγαζε πάνω από τα μισά βιβλία που τυπώνονταν στην Ιταλία πριν από τα 1500» (Holton 1997 [2013], 6). Αλλά στη δραστηριότητα αυτή θα επανέλθουμε μιλώντας για τον 16ο αιώνα.

Για την ώρα, θα συνεχίσουμε βλέποντας τις εξελίξεις στη δημώδη λογοτεχνία κατά το δεύτερο μισό του 15ου αιώνα. Από τους θρήνους της Άλωσης θα σταθούμε σε δύο: στο σύντομο (μόλις 118 στίχων) Ανακάλημα (δηλαδή θρήνος) της Κωνσταντινόπολης, που «είναι ένας από τους ωραιότερους και δημωδέστερους ιστορικούς θρήνους» για τα γεγονότα του 1453 και την προέλευσή του διεκδικεί η Κύπρος, αν και αυτό δεν είναι γενικώς αποδεκτό· και στον επίσης σύντομο και ανώνυμο, πεζό Θρήνο της Κωνσταντινουπόλης, του οποίου το ενδιαφέρον έγκειται περισσότερο στο γεγονός ότι διασώζει μια άγνωστη παράδοση για τον τελευταίο αυτοκράτορα, Κωνσταντίνο ΙΑ΄ Παλαιολόγο, και λιγότερο στη –συνήθη για ιστορικούς θρήνους– σύνδεση της καταστροφής με τις αμαρτίες των ανθρώπων.

Από το δεύτερο μισό του 15ου αι. προέρχονται και δύο διασκευές της Ιστορίας του Βελισαρίου (της οποίας το χαμένο αρχικό κείμενο ανάγεται στα τέλη του 14ου αι.), η καθεμιά από τις οποίες παρουσιάζει το δικό της ενδιαφέρον: η πρώτη είναι μια «ριμάδα», δηλαδή ομοιοκατάληκτο έμμετρο έργο, το οποίο έφτασε μέχρι τα βενετσιάνικα τυπογραφεία και γνώρισε τουλάχιστον έξι εκδόσεις μέσα στον επόμενο αιώνα· η δεύτερη έχει επώνυμο συντάκτη, τον ρόδιο ποιητή Εμμανουήλ Λιμενίτη, στον οποίο αποδίδονται δύο ακόμη ποιήματα: με επιφύλαξη η Άλωσις Κωνσταντινουπόλεως και με σιγουριά το Θανατικόν της Ρόδου, με θέμα την πανούκλα που χτύπησε το νησί το 1498. Το Θανατικόν αποτελεί συνδυασμό γραμματολογικών ειδών –έχει στοιχεία ιστορικού θρήνου, παραινετικής ποίησης και ενός σατιρικού «καθρέπτη γυναικών» (Henrich 2015, 28-30)– και μας δίνει πλούσιες λαογραφικές και ανθρωπολογικές πληροφορίες για τον αστικό και τον ιπποτικό κόσμο του νησιού στα τέλη του 15ου αιώνα.

Τρία δείγματα πεζών κειμένων αυτής της περιόδου ανήκουν και τα τρία στο γραμματολογικό είδος του χρονικού: η Εξήγησις της γλυκείας χώρας Κύπρου του Λεόντιου Μαχαιρά, το Χρονικόν του Γεώργιου Φραντζή (ο συγγραφέας είναι γνωστός ως Σφραντζής), και το Χρονικό Κυθήρων του μοναχού Χειλά. Το «χρονικό» είναι ένα αφηγητικό κείμενο (σε πεζό ή έμμετρο λόγο – έχουμε ήδη δει το έμμετρο Χρονικό του Μορέως νωρίτερα) που αναφέρεται σε ιστορικά γεγονότα με χρονολογική σειρά· και τα γεγονότα αυτά συνήθως αναφέρονται σε περιορισμένο χώρο (π.χ. μια πόλη) και χρονικό διάστημα. Στο δικό του χρονικό ο Μαχαιράς αφηγείται την ιστορία της Κύπρου, από την επίσκεψη της Αγίας Ελένης στο νησί μέχρι το 1458, όταν πέθανε ο βασιλιάς Ιωάννης ο Β΄. Το έργο του κωνσταντινουπολίτη αξιωματούχου και διπλωμάτη Σφραντζή καλύπτει το διάστημα 1413-1477 και έχει σχεδόν τη μορφή προσωπικού ημερολογίου, στο οποίο τα γεγονότα της Άλωσης αναφέρονται με σχετική συντομία. Κάποιον αυτοβιογραφικό χαρακτήρα έχει και το χρονικό του Χειλά, το οποίο συνδυάζει το οικογενειακό με το τοπικό-μοναστηριακό χρονικό, με επίκεντρο τη μονή του Αγίου Θεοδώρου στα Κύθηρα, και είναι γραμμένο σε αρκετά λόγια γλώσσα.

Τέλος, αξίζει να ανοίξουμε μία παρένθεση εδώ και να μιλήσουμε για δύο ενδιαφέροντα χειρόγραφα αυτού του αιώνα τα οποία διασώζουν δημώδη έργα. Είναι καλό να υπογραμμίσουμε σε αυτό το σημείο τη διαφορά ανάμεσα στη χρονολόγηση ενός έργου (δηλαδή της αρχικής του μορφής) και στη χρονολόγηση της μορφής του που μας έχει σωθεί – η οποία γίνεται με βάση το χειρόγραφο, από το είδος του χαρτιού, τα υδατόσημά του ή τυχόν αναγραφή ημερομηνίας από τον γραφέα. Είναι, άλλωστε, σπανιότατο φαινόμενο στην παλαιότερη λογοτεχνία μας (μετριούνται στα δάκτυλα του ενός χεριού) τα αυτόγραφα χειρόγραφα, δηλαδή αυτά που προήλθαν από το χέρι του ίδιου του συγγραφέα. Το πρώτο από τα χειρόγραφα που αξίζει να αναφέρουμε είναι το πολύ γνωστό ελληνικό χειρόγραφο της Βιβλιοθήκης του Escorial (μοναστήρι στη Μαδρίτη) με αρ. 496. Είναι χάρτινο και από τα υδατόσημα του χαρτιού χρονολογείται στα τέλη του 15ου αιώνα. Έχει 228 φύλλα και διακρίνεται σε τρία μέρη με βάση τους γραφείς και το είδος των κειμένων που περιέχει. Στο μεσαίο τμήμα ο ίδιος άνθρωπος έχει αντιγράψει πέντε δημώδη κείμενα: μία εκδοχή του Διγενή και μία του Λιβίστρου, καθώς και τρία από τα αλληγορικά-σατιρικά έργα με ζώα και φυτά για τα οποία έχουμε μιλήσει: τον Πωρικολόγο, τον Οψαρολόγο (που φαίνεται ότι μιμείται το προηγούμενο έργο) και τον Πουλολόγο. Το άλλο χειρόγραφο σώζεται στη Βρετανική Βιβλιοθήκη στο Λονδίνο και δείχνει προτίμηση σε ερωτικά έργα: περιέχει μία παραλλαγή της Αχιλληίδας, τα Ερωτοπαίγνια και το μυθιστόρημα του Φλωρίου. Για το δεύτερο, μάλιστα, το βρετανικό χειρόγραφο είναι η μοναδική πηγή που το διασώζει.

ΑΡΧΕΙΟ ΓΕΩΡΓΑΚΑ

, , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.