Η «Νεωτερική Γεωγραφία» και το πάθος για την Ελληνική Γλώσσα

Γράφει ο Ανδρέας Μακρίδης, από το Περιοδικό Ελλοπία τ. 50, Καλοκαίρι 2000, σελ. 47-52.

Η Νεωτερική Γεωγραφία

Το βιβλίο Γεωγραφία Νεωτερική Περί της Ελλάδος τυπώθηκε στα 1791 στη Βιέννη και κυκλοφόρησε στις Ηγεμονίες. Συγγραφείς του είναι: Ο Δανιήλ Φιλιππίδης και ο Γρηγόριος Κωνσταντάς. Υπέγραψαν το έργο τους με το όνομα Δημητριείς.

Βασικό πρότυπο της Νεωτερικής Γεωγραφίας υπήρξε η Geographie Moderne, που κυκλοφόρησε στα 1782, την οποίαν χρησιμοποιούσαν ως έργον αναφοράς και οι άλλοι γεωγράφοι της εποχής. Ισχυρήν επίδραση στους Δημητριείς άσκησαν και τα γεωγραφικά έργα άλλων συγγραφέων: 1781: I. Μοισιόδακα, Θεωρία της Γεωγραφίας, 1787: Καταρτζή “Γνώθι σαυτόν” κ.ά.

Η Νεωτερική Γεωγραφία αποτελείτο από τόμον, ο οποίος περιελάμβανε την: “Ευρωπαϊκή Τουρκία, την Ιταλία, την Σπάνια, την Πορτουγαλλίαν και την Φράντζα”. Δύο άλλοι τόμοι σε χειρόγραφη μορφή κάηκαν στην Κωνσταντινούπολη στα 1795 από πυρκαγιά, που αποτέφρωσε το σπίτι του Φιλιππίδη, μαζί με όλο το συγγραφικό του έργο και τα υπάρχοντά του. Έτσι, το έργο έμεινε ανολοκλήρωτο. “Είναι ωστόσο ευτύχημα ότι οι συγγραφείς, ακολουθώντας σ’ αυτό την τάξη των γεωγραφικών βιβλίων της εποχής, είχαν προτάξει για έκδοση την ενότητα που αναφερόταν στην Ευρώπη… συνεπώς και τον ελληνικό χώρο, και έτσι διασώθηκε για την ελληνική γραμματεία ένα κείμενο εξαίρετο και μοναδικό”.1

Το έργο των Δημητριέων ξέφυγε από την καθιερωμένη γραμμή, που ακολουθούσαν οι τότε γεωγράφοι. Οι δύο συγγραφείς “θέλησαν να δείξουν, και το πέτυχαν, ότι όσοι καταπιάνονταν να γράψουν σύγχρονες γεωγραφίες έπρεπε να δουν τον ελληνικό χώρο ως παρόντα και να τον γεωγραφήσουν αποδε-σμευόμενοι από τα υπάρχοντα πρότυπα”.2

Οι συγγραφείς

Ο Δημήτριος Δανιήλ Φιλιππίδης και ο Γρηγόριος Κωνσταντάς ήταν ξαδέλφια. Γεννήθηκαν στις Μηλιές του Πηλίου, στη δεκαετία του 1750 – 1760. Συνδέονταν με στενή φιλία, που κράτησε ως το τέλος της ζωής τους. Από νωρίς ακολούθησαν εκκλησιαστικό βίο, ο πρώτος ως ιερομόναχος και ο δεύτερος ως ιεροδιάκονος. Όπως σημειώνει η Αικ. Κουμαριανού στην εισαγωγή της έκδοσης της Νεωτερικής Γεωγραφίας (ΕΚΔ. ΕΡΜΗΣ): “Το αναγεννητικό κίνημα του ελληνισμού, μόνιμος άξονας των επιδιώξεών τους, στάθηκε ο συνεκτικός δεσμός της φιλίας τους».

Πριν από το 1780, φεύγουν απ’ τις Μηλιές, φοιτούν σε διάφορα ελληνικά σχολεία, “κατ’ …έρωτα μαθήσεως” (Άθως, Χίος, Πόλη), και αργότερα εγκαθίστανται στις Ηγεμονίες. Εκεί μένουν για δέκα χρόνια, πρώτα ως σπουδαστές και μετά ως δάσκαλοι (στο Ιάσιο και το Βουκουρέστι). Στα 1790, πηγαίνουν στη Βιέννη για την εκτύπωση της Γεωγραφίας τους. Ο Φιλιππίδης σπουδάζει, στη συνέχεια, Φυσικές Επιστήμες, Μαθηματικά και Αστρονομία στο Παρίσι, ενώ ο Κωνσταντάς σπουδάζει στην Πάδοβα.

Στα 1794, επιστρέφουν στις Μηλιές, για να ακολουθήσει αργότερα ο καθένας διαφορετικό δρόμο. Ο Φιλιππίδης εγκαθίσταται για λίγο στην Πόλη και μετά οριστικά στο Ιάσιο, όπου θα ζήσει μέχρι το θάνατο του, στα 1832. Ο Κωνσταντάς διδάσκει στα Αμπελάκια, ενώ από τα 1812 αναλαμβάνει τη διεύθυνση του Σχολείου στην γενέτειρά του. Όταν αρχίζει η Ελληνική Επανάσταση, κατεβαίνει στην Ελλάδα: “…αφήκα και σχολεία και πατρίδα και κτήματα και ακολούθησα τους υπέρ πατρίδος και ελευθερίας αγωνιζομένους”.3 Μετά την ίδρυση του πρώτου Ανεξάρτητου Ελληνικού Κράτους, υπηρετεί σε διάφορες θέσεις στην κυβέρνηση Καποδίστρια. Στα 1844, επιστρέφει και πάλιν στις Μηλιές.

Δανιήλ Φιλιππίδης

Η γλώσσα της Νεωτερικής Γεωγραφίας

Η Γεωγραφία των δύο Θεσσαλών είναι γραμμένη στην απλή “φυσική” γλώσσα, την οποίαν είχαν χρησιμοποιήσει και οι προηγούμενοι Γεωγράφοι (Μελέτιος, Χρύσανθος Νοταράς κ.ά.). Η Αικ. Κουμαριανού σημειώνει: “ότι η γλώσσα των Δημητριέων της Νεωτερικής Γεωγραφίας είναι ένα θαυμάσιο επίτευγμα πηγαίας, “ορθόδοξης” δημοτικής, μοναδικό στα γράμ-ματά μας…”.

Καινούριο στοιχείο, για τα γεωγραφικά βιβλία, είναι ο εκτεταμένος και σοβαρός προβληματισμός και οι θεωρίες τους για τη γλώσσα. Στο έργο τους, ακολουθώντας την παράδοση που εγκαινίασε ο Μοισιόδακας, επιχειρούν να αιτιολογήσουν και να τεκμηριώσουν τη σημασία, για την εποχή τους, της χρήσης της καθο-μιλουμένης γλώσσας, την οποίαν αποκαλούν “απλήν” και “φυσικήν”, κατ’ αντίθεση προς την λόγια γλώσσα, την οποίαν θεωρούσαν τεχνητή και “μειξοβάρβαρη”.

Έχοντας ως κύριο σκοπό της Γεωγραφίας τους την πνευματική αφύπνιση των Ελλήνων, την προσφορά γνώσεων και μάθησης, πίστευαν ότι αυτά μόνον με την καθομιλουμένη-λαϊκή γλώσσα μπορούν να πραγματοποιηθούν.

Η εποχή της Νεωτερικής Γεωγραφίας

Η Νεωτερική Γεωγραφία ανήκει στην εποχή του κινήματος του Ελληνικού Διαφωτισμού, που προηγήθηκε της Ελληνικής Επανάστασης. Ο ελληνισμός, προτού σηκώσει το τουφέκι της ελευθερίας, έπρεπε να σηκώσει πρώτα την ψυχή και τον πολιτισμό του από την αμάθεια και το σκοταδισμό της Τουρκοκρατίας.

Από τα μεσάτου 18ου αιώνα, αρχίζει μια αργή αλλά σταθερή αναγέννηση των γραμμάτων, των τεχνών, των επιστημών και της παιδείας. Οι Έλληνες σπουδασμένοι και οι συγγραφείς επιδιώκουν με τα έργα τους την πνευματική ανάσταση του γένους. Ανάμεσα σε πολλά έργα, εκδίδονται από το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα και τα πιο κάτω:

1760: Γραμματική Γεωγραφική του Φατζέα.

1781: Θεωρία της Γεωγραφίας, του I. Μοισιόδακα.

1784: Πολιτικά του Real de Curban (μετάφρ.), του Καταρτζή.

1787: Γνώθι σαυτόν, του Καταρτζή

1790: Φυσικής Απάνθισμα και Σχολείο ντελικάτων εραστών, του Ρήγα.

1796: Κυριακοδρόμιο, του Θεοτόκη.

1800: Άσμα πολεμιστήριον και Σάλπισμα πολεμι-στήριον, του Κοραή.

1805: Γραμματική Αιολοδωρικής, του Χριστόπουλου.

1806: Ελληνική Νομαρχία, Ανωνύμου κ.ά.

1808: Λειτουργεί η Ιόνιος Ακαδημία

1809: Λειτουργεί η Νέα Δημοσία Σχολή της Σμύρνης.

Η υποδοχή της Νεωτερικής Γεωγραφίας από τους λογίους της εποχής.

Η Νεωτερική Γεωγραφια έτυχε κάκιστης υποδοχής από τους λογίους της εποχής και για πολλά χρόνια παρέμεινε περιφρονημένη. Ο Καταρτζής επικρίνει το έργο των Δημητριέων, ιδιαίτερα για τις γλωσσικές τους θεωρίες. Ο Κοραής χλευάζει τους Θεσσαλούς και τη γλώσσα τους, εμπαίζει το Φιλιππίδη με ειρωνικά επίθετα όπως: “ο μέγας διορθωτής”, το “φκιάστης” κ.ά. Το βιβλίο των Δημητριέων παρέμεινε λησμονημένο, μέχρι το 1879, όταν ο Στ. Κρίνος αναδημοσιεύει μέρος της Νεωτερικής Γεωγραφιας.

Η ΝΕΩΤΕΡΙΚΗ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ

Οι δύο Δημητριείς, συγγραφείς της Νεωτερικής Γεωγραφ(ας, σε εποχές όπου η ελληνική Γλωσσολογία εκοιμάτο ακόμη, έχουν συνειδητοποιήσει και με πλήρη ταυτοβουλία διακηρύσσουν την αξία της ελληνικής γλώσσας:

“Η γλώσσα είναι μέσο καλό δια ταις τέχναις και επιστήμαις, μα οι άνθρωποι πλανεμένοι δεν ηξεύρουν τι κάμνουν”.

Οι δύο συγγραφείς, από τα τέλη του 18ου αιώνα, έχουν αντιληφθεί ότι η γλώσσα δεν είναι ένα απλό επικοινωνιακό μέσο, αλλά κάτι ανώτερο και σπουδαιότερο. Στο πιο πάνω απόφθεγμα, επισημαίνουν ότι η γλώσσα είναι ο φορέας των τεχνών και των επιστημών. Η περιφρόνησή της από τον καλλιτέχνη και τον επιστήμονα βλάπτει όχι μόνον την αισθητική του λόγου, αλλά και την ίδια την τέχνη και την επιστήμη.

Διεισδύοντας κάτω από την επιφάνεια των γλωσσικών δεδομένων της εποχής και αρνούμενοι τη γλωσσική κλειστοφοβία των ξενομανών λογίων, ανακαλύπτουν γοητευμένοι και διαλαλούν τη μουσικότητα της ελληνικής και την ανωτερότητά της, έναντι των άλλων γλωσσών στον εκφραστικό τομέα:

“Η γλώσσα μας, κοντά εις τα άλλα προτερήματα οπού έχει, είναι και πολλά αρμονική και ποιητική, και όλα τα ξένα έθνη το ομολογούν, ημείς μόνο δεν το ηξεύρομεν, και φαίνεται πως είμαστε ένα έθνος γηραλέο, και πάσχομεν το πάθος μερικών γερόντων, οπού δια την επιπέδωσι των ματιών μας δεν βλέπομεν από κοντά, να καταλάβωμε τι θησαυρό έχομεν…”

Οι Θεσσαλοί εξάδελφοι σε πολλά σημεία της Γεωγραφίας τους κατακεραυνώνουν τη γλωσσική-πολιτισμική μειονεξία των μορφωμένων Ελλήνων και την ξενομανία τους, την οποίαν εθεωρούσαν, όπως και σήμερα συμβαίνει, ως πνευματική προαγωγή και καταξίωση. Στηλιτεύουν όσους, υποτιμώντας και περιφρονώντας την ελληνική, σπεύδουν εναγωνίως να εκμάθουν τα φράγκικα και να τα αναγάγουν, ως γλωσσικοί ευρωπέπτες, σε προσωπική τους γλώσσα:

“…αμή κιτάζομενμακρυά να ιδούμεν τίποτε στίχους ελληνικούς (στην αρχαία ελληνική, ιταλικούς, φραντζέζικους, και δεν στοχαζόμασθε πως η στιχουρχία η ιταλική, μάλιστα η φραντζέζικη, δεν είναι τίποτες συγκρινόμενη με την εδική μας.”

“Το πλέον κουριόζικο είναι οπού μερικοί εδικοί μας κάμνουν στίχους θαυμαστούς, ως τόσο στερημένοι τρόπον τινά από αισθητική δύναμι, θαυμάζουν κά-ποιαις κακορίζικαις στιχουργίαις ξέναις και μάλιστα φραντζέζικες. Δεν ηξεύρω πότε θα εύγωμεν από αυτήν τη γεροντική αναισθησία, πότε θα αποτινάξωμεν τα πρεσβυτικά πτερά και να ξανανεωθούμεν και σήμερα ακόμη, διακόσια χρόνια μετά, θα μπορούσαμε να επαναλάβουμε ότι… “δεν ηξεύρωμεν πότε θα εύγωμεν” απ’ την ξενολατρεία στην γλώσσα, όταν ακόμη οι… ευρωπαΐζοντες διακατέχονται από την “γεροντική αναισθησία”, να θεωρούν εαυτούς ως πνευματική ελίτ, επειδή, αρνούμενοι την ελληνική, τραυλίζουν ευρωπαϊκά. Και, δυστυχώς, ο γλωσσικός ξενοτροπισμός όχι μόνον συνεχίζεται, αλλά έχει καταστεί αληθινή ψύχωση και επιδημία.

Από τα πιο πάνω, ας μη σπεύσουν οι γλωσσαμύντορες της αγγλικής και των ξένων γλωσσών να καταλασπώσουν το Φιλιππίδη και τον Κωνσταντά, με την κατηγορία ότι δεν αντιλαμβάνονταν τη σημασία της εκμάθησης ξένων γλωσσών, διότι θα απατηθούν και θα απογοητευτούν. Οι Δημητριείς ομιλούσαν οι ίδιοι ξένες γλώσσες και είχαν πλήρη επίγνωση της σημασίας των ξένων γλωσσών στη διεθνή επικοινωνία και στη βιβλιογραφία. Μάλιστα σε αρκετές περιπτώσεις, παρά το θαυμασμό τους για τον αρχαίο πολιτισμό μας, καταλογίζουν στους Αθηναίους ως αρνητικό δεδομένο την αποστροφή τους στην εκμάθηση ξένων γλωσσών:

“Οι πρόγονοι μας, λοιπόν, είναι πολλά αξιέπαινοι δια τη γλώσσα, μ’ όλο οπού δεν εσπούδαζαν ξέναις γλώσσαις επειδή εσπούδαξαν καλά τη δική τους. Οι απόγονοι’ τους, όμως, είναι το ενάντιο και χειρότερα ακόμι, επειδή δεν θέλουν να ξεύρουν αν έχουν γλώσσα και ισχυρογνωμοΰν έτζι εις την αμάθειά τους. Αχ! Τι καταισχύνη είν’ εις τους παλαιούς Έλληνας να έχουν τέτοιους απογόνους!”. Και αλλού: “Δια την ανα-θροφή ελάμβαναν μεγάλη φροντίδα οι Αθηναίοι, και ένα μόνο σφάλμα ημπορεί να τους εύρη τινάς…, οπού δεν έβαναν τα παιδιά τους να μαθαίνουν και ξέναις γλώσσαις, καθώς την αιγυπτιακή, συριακή, των Φοινίκων, των Βαβυλωνίων, των Περσών και τ., μα εσπούδαζαν καν καλά τη δική τους, ημείς όμως οι καλότυχοι απόγονοι τους μήτε τη δική μας…”

Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι η εκμάθηση ξένων γλωσσών, αλλά η ασθμαίνουσα και δουλοπρεπής λατρεία τους, η τυφλή αποποίηση και κατάργηση της μητρικής γλώσσας, ως κατωτέρας και ανεπαρκούς. Οι δύο συγγραφείς της Νεωτερικής Γεωγραφίας έχουν πλήρη συνείδηση της σημασίας της γλώσσας. Αντιλαμβάνονται ότι η γλώσσα είναι η ταυτότητα του έθνους, αλλά και το έσχατο όπλο της πολιτισμικής και φυλετικής μας επιβίωσης. Ο λαός που δεν σέβεται την γλώσσα του μένει ανεπρόκοπος και καθυστερημένος, γίνεται εθελούσια δούλος των εκάστοτε αφεντών:

“… μα όσο καταφρονούμεν τη γλώσσα μας, θέλομεν μένη αμαθείς και δυστυχείς και ένα κοινό έρμαιο, μια κοινή βοσκή των άλλων” !

Διαυγής και αξιοπρόσεκτη είναι η θέση των και για τα αλλόφωνα στοιχεία ή δάνεια. Συμφωνούν και αποδέχονται τον διεθνή δανεισμό ως παράγοντα εμπλουτισμού της γλώσσας, επιμένουν, όμως, ότι αυτά πρέπει να αφομοιώνονται και να… εξελληνίζονται, για να μην μιγαδοποιούν την γλώσσα και την μετατρέπουν σε γλώσσα ταριχευμένη ή ξύλινη.

Δυστυχώς, οι σύγχρονοι λάτρεις των ξενισμών, οι οποίοι αποδέχονται όχι τον δανεισμό αλλά τον κατακλυσμό των ξένων λέξεων, δεν έχουν ακόμη αντιληφθεί τις συνέπειες της γλωσσικής τερατογονίας, που συντελείται από την εισβολή και την άνευ όρων παράδοση στους ξενισμούς, την αργή αλλά συστηματική μετάλλαξη της γλώσσας και του πολιτισμού μας:

“Καλλιέργεια μιας γλώσσας είναι να την πλουτίσουν με λέξεις, με φράσεις, με τρόπους τού λέγειν, με τροπαίς και μεταφοραίς, με παροιμίαις και γνώμαις, από τα οποία ακολουθεί να είναι στερημένη η φτωχή η γλώσσα ενός έθνους οπού δεν είναι παιδευμένο, όθεν δια να πλουτισθή και να ημπορή να παραστήση κάθε λογής ιδέα του έθνους οπού τη μεταχειρίζεται, το οποίο είναι ο σκοπός της κάθε γλώσσας, ημπορεί να τα δανεισθή αυτά όλα από μια άλλη που τάχει… πλην ό,τι πάρη τόσο από τη μητέρα της όσο και από άλλαις ξέναις γλώσσαις, δια να τα οικειοποιηθή και να τα κάμη εδικά της, πρέπει να τα μεταμορφώνει όσο το δυνατό εις την εδική της φύσι, αν θέλη να φανή καλλιεργημένη, και όχι μπαλωμένη με λογής λογιών μπαλώματα. Αυτό έκαμαν και κάμνουν όλο ένα οι Εγγλέζοι, οι Φραντζέζοι, οι Ιταλοί, οι Σπανιόλοι, και όσοι έτυχαν να εύρουν τη γλώσσα τους ακαλλιέργητη, αυτό έκαμαν μια φορά και οι Λατίνοι, αυτό έκαμαν (ακούσετε) και οι προπάτορές μας Έλληνες, ότι επήραν από άλλαις γλώσσαις, το εμεταποίησαν εις την φύσι της εδικής των τόσο, οπού και οι ίδιοι ίσως μετά καιρόν εδυσκολεύονταν να το γνωρίσουν”.

Για τους συγγραφείς της Νεωτερικής Γεωγραφίας η έξοδος (τότε) της Ελλάδας από το σκοτάδι ήταν θέμα παιδείας. Η εκπαιδευτική καθυστέρηση ήταν η βασική αιτία της συνολικής καθήλωσης και υποανάπτυξης. Ως πρώτιστη αναγκαιότητα της εκπαιδευτικής αναγέννησης θεωρούν την γλωσσική παιδεία, τονίζοντας ότι ο λαός που δεν υπολήπτεται την γλώσσα του καταδικάζεται σε ελλειπτική πραγμάτωση των πνευματικών του στοχοθετήσεων και εγκλωβίζεται στην καθυστέρηση. Για τους Δημητριείς αναφαίρετη και πρωταρχική συνισταμένη της παιδείας είναι οι γλώσσα:

“… και είμασθε αυτό που είμασθε, και θα είμασθε εν όσω την καταφρονούμεν (την γλώσσα), επειδή ένα έθνος εν όσω αμελεί και καταφρονεί τη φυσική του γλώσσα, αμελεί και καταφρονεί τον ανθρωπισμό του, διά να πω έτζι.”

Η εκμάθηση ξένων γλωσσών, όταν η μητρική γλώσσα περιφρονείται, δεν συντελεί στον εκπολιτισμό και στην παίδευση. Η Ιστορία, η Γεωγραφία και γενικότερα ο εθνικός πολιτισμός κάθε λαού, μόνο μέσω της βαθειάς μελέτης και γνώσης της δικής του γλώσσας είναι δυνατόν να κατανοηθεί:

“…μαθαίνουν μερικοί φραντζέζικα, ιταλικά, γερμανικά, μα αυταίς όλαις οι γλώσσαις δεν είναι γλώσσα μας, είναι ξέναις, και δεν εξαλείφουν από το βαρβαρικό κατάστιχο εκείνους οπού ταις μαθαίνουν έαρ χελιδών ου καθίστησι μία, λέγει ένας λόγος, πεντέξ προκομμένοι δεν συστήνουν το έθνος, απ’ αυτούς δεν ημπορεί νά πη τινάς το έθνος προκομμένο, από το έθνος όμως ημπορεί να ειπή τινάς και αυτούς βαρβάρους και αμαθείς, και μάλιστα αυτούς οπού δεν θέλουν να γράφουν εις τη γλώσσα τους δια να μεταδίνουν την προκοπή τους, οπού δεν θέλουν να δώσουν αρχαίς εις τη γλώσσα τους, να ευκολύνουν τη σπουδή των νέων, δια να μη κάμνουν τόσα χρόνια εις τα σχολεία χωρίς να μαθαίνουν τίποτες.”

Πλήρη επίγνωση έχουν οι δύο συγγραφείς της Νεωτερικής Γεωγραφίας και για την σπουδή της Γραμματικής και του Συντακτικού, που εμείς οι πολυπράγμονες και εξευρωπαϊσμένοι Νεοέλληνες έχουμε υποβαθμίσει τόσον, στην σχολική μας εκπαίδευση, όσον αρκεί για να παράγει ημιμαθείς και βαρβαρόφωνους.

“Η γλώσσα μας έχει τύπους σχηματικούς, έχει κλίσι, έχει κανόνας συντακτικούς, λοιπόν όταν θα γράψωμεν εις αυτήν πρέπει να ακολουθήσωμεν τους τύπους της, την κλίσιν της, τους κανόνας της, οπού είναι η ψυχή και το χαρακτηριστικό της κάθε γλώσσας, τα οποία τα ευρίσκομεν… μέσα στην ίδια (την) γλώσσα, παρατηρώντας τη φύσι της… δια τι η γραμματική μιας γλώσσας οποιασδήποτε δεν είναι τίποτες παρά μια περιγραφή της γλώσσας η οποία ζωγραφίζει τη μορφή, τους χαρακτήρας, τα ιδιώματά της, δια να τα ακολουθούν όλοι και να μην γράφουν καθένας κατά φαντασία του”.

Δυστυχώς, οι Νεοέλληνες καταντήσαμε να έχει ο καθένας την δική του Γραμματική και το δικό του Συντακτικό και να δημοπρατούμεν αυθαίρετα τη γλώσσα μας, βαρβαρίζοντας κατά βούληση.

Η εμβρίθεια των Δημητριέων στα γλωσσικά θέματα επεκτείνεται και σε τομείς που ακόμη και σήμερα πολλοί αδυνατούν να αντιληφθούν. Έχουν ξεκάθαρη αντίληψη, για την διαφορά στην γλώσσα του γραπτού και του προφορικού λόγου και υπερτονίζουν κατηγορηματικά την διαφορετικότητα αυτή. Σήμερα, ο λαϊκισμός και η άρνηση βαθιάς σπουδής της γλώσσας οδηγούν πλείστους λογοτέχνες, πεζογράφους και ποιητές να γράφουν όπως μιλούν, νομίζοντας ότι με τον τρόπον αυτόν προσεγγίζουν την γλώσσα του λαού! Το αποτέλεσμα είναι μια πλημμυρίδα λογοτεχνικών έργων, χωρίς καλλιέπεια, με εγερσίγελη αμετροέπεια και γλωσσικά σφάλματα, που παράγουν οτιδήποτε άλλο εκτός από… λογοτεχνία, δηλαδή… τέχνη του λόγου. Οι συγγραφείς της Νεωτερικής Γεωγραφίας, χρησιμοποιώντας ως παράδειγμα τους αρχαίους, διευκρινίζουν, ότι όσον αφορά την χρήση της Γραμματικής και του Συντακτικού, προφορικός και γραπτός λόγος ακολουθούν τους ίδιους κανόνες, ενώ η διαφορά βρίσκεται στην λογοτεχνική επεξεργασία του λόγου, τον οποίον, ενώ δυσκολεύει η ταχύτητα έκφρασης του προφορικού, επιτρέπει η χρονική ευχέρεια που παρέχει ο γραπτός λόγος:

“…μήτε ο Πλάτων μήτε ο Αριστοτέλης μήτε άλλος τινάς έγραφε καθώς ωμιλούσε τότε ο πολύς άνθρωπος… Ο Αριστοτέλης και ο Δημοσθένης, όταν γράφουν, διαφέρνουν πολλά από την κοινή ομιλία, πλην όχι εις εκείνο οπού λέγουν οι σπουδαίοι μας να διαφέρνωμεν ημείς, εις την κλίσιν δηλαδή και τον σχηματισμό των λέξεων και τα πάθη, αλλά μόνον εις την περιπλοκή του λόγου, στο μακροσκέλισμα των περιόδων και σε κάποια παιγνίδια της συντάξεως… ίσως δια στολισμό της ομιλίας των, και εις αυτά εδιάφερναν όταν έγραφαν, όχι μόνο από τον δημώδη λαό, μα και από τους λόγους τους· δια τι το κατεπείγον τού ομιλείν δεν συγχωρεί την γλώσσα να περιπλέκει με τέχνη, να πρωθυστερίζη και να παίζη, καθώς η ευκαιρία του γράφειν, το οποίο ακολουθεί εις κάθε γλώσσα, και πρέπει να το κάμνωμεν και ημείς· τα πάθη, όμως, την κλίσι και την μορφή των λέξεων τα εμεταχειρίζουνταν όταν έγραφαν ο Πλάτων και ο Δημοσθένης ακριβέστατα, καθώς τα εμεταχειρίζουνταν όταν ωμιλούσαν ο παπουτζής και ο ράφτης και ο μάγειρας του καιρού τους…”

Αξιοσημείωτη είναι και η έφεση των Δημητριέων στην ανάγκη καλλιέργειας της γλωσσικής ευφράδειας και καλλιφωνίας:

“Οι νέοι Αθηναίοι και γενικώς όλοι οι Έλληνες είχαν μεγάλη επιμέλεια εις το να σωμασκούνται.,.(όμως) αι ψυχασκίαις δεν είλκυαν ολιγότερο τους Αθηναίους· επειδή κοντά εις τη σπουδή της γλώσσας τους, εγυμνάζουνταν από μικροί εις την ποιητική, ρητορική… Είναι γνωστό, με φαίνεται, εκείνο που ακολούθησε εις τη Σικελία τους Αθηναίους-επειδή πολλοί από τους αιχμαλώτους ελευθερώθηκαν από τη σκλαβιά, μαθαίνωντας τους Συρακου-σίους τα ποιήματα του Ευριπίδου…”.

Αλληλένδετα θεωρούν οι συγγραφείς της Νεωτερικής Γεωγραφίας τα γράμματα και την γλωσσική καλλιέργεια με την οικονομική προκοπή του ανθρώπου, την επαγγελματική του επιτυχία και την υλικοτεχνική ανάπτυξη ενός τόπου. Για να στερεώσουν την άποψή τους, φέρνουν ως παραδείγματα την Ζαγορά και τα Αμπελάκια:

«Οι Ζαγοριανοίείχαν παλαιόθεν σχολείο ελληνικό, και το έχουν ακόμη αυτό το σχολείο έκαμε τη Ζαγορά να ακουσθή στα έξω, και μάλιστα εις την Κωνσταντινούπολη Βλαχομπογδανία, Σμύρνη και Αίγυπτο, ωσάν οπού εύγαιναν από αυτά παιδιά αλατισμένα με ολίγα πολλά γραμματικά, και ευδοκίμησαν κατά καιρούς άλλα εις πραγμάτεια και άλλα εις δούλευσες αυθέντων.

»Εις τα Αμπελάκια έχουν και σχολείο ελληνικό… όθεν οι Αμπελακιώται του νυν καιρού ευγαίνουν εις την ξενιτειά όλοι σχεδόν στολισμένοι με προκοπή, και μερικοί προκομμένοι αρκετά εις την ελληνική γλώσσα… Οι Αμπελακιώται έχουν φήμη και πίστι ανάμεσα εις τους πραγματευτάς, όπου και αν πραγματεύωνται- είναι πολλοί πλούσιοι, επιτήδειοι στο επάγγελμά τους, και μερικοί ελευθέριοι και φιλάγαθοι…”.

Επίμαχο θέμα υπήρξε η προσήλωση των συγγραφέων της Νεωτερικής Γεωγραφίας εις την κοινή-“φυσική” γλώσσα και η αντίθεσή τους εις την σπουδή της ελληνικής, δηλαδή της αρχαίας ελληνικής, και ιδιαίτερα της Γραμματικής. Πιστεύω ότι οι διαφωνίες που υπήρξαν οφείλονται στην ανεπαρκή κατανόηση των περιστάσεων, βάσει των οποίων οι Δημητριείς διεμόρφωσαν την άποψή τους. Ας δούμεν, όμως, πρώτα τι υποστηρίζουν οι Φιλιππίδης και Κωνσταντάς στο θέμα αυτό.

Υποστηρίζουν κατ’ αρχήν ότι οι συγγραφείς οφείλουν να γράφουν στην γλώσσα του καιρού τους και όχι σε παλαιότερες μορφές, (αρχαίαν, αρχαΐζουσα, καθαρεύουσα), που είναι ξένες προς τον λαό και δεν μπορεί να τις παρακολουθήσει. Ως παραδείγματα φέρνουν τον Όμηρο, τον Πίνδαρο, τον Δημοσθένη, τον Ηρόδοτο και τον Πλάτωνα, τονίζοντας ότι ο καθένας έγραψε στην ομιλούμενη γλώσσα της εποχής του και όσοι επεχείρησαν να γράψουν σε παλαιότερες μορφές της γλώσσας απέτυχαν. Με την άποψη αυτήν διεφώνησαν οι λόγιοι και οι καθαρευουσιάνοι της εποχής, που επέμεναν σε μιαν γλώσσα υψηλής ποιότητας και διαφορετικού επιπέδου από την απλή-λαϊκή των αμόρφωτων ανθρώπων. Σίγουρα, την άποψη των Δημητριέων περί αποτυχίας όποιου επιχειρεί να γράφει στην καθαρεύουσα ή στην αρχαΐζουσα την ανέτρεψαν με τα αριστουργήματά τους ο Κάλβος, ο Βιζυηνός, ο Ροΐδης, ο Παπαδιαμάντης κ.ά. Ταυτόχρονα, όμως, την δικαίωσαν, ο Βιτσέντζος Κορνάρος, ο Σολωμός, ο Ψυχάρης, ο Παλαμάς και οι νεότεροι ποιητές και πεζογράφοι.

Αναμφίβολα, ως γενική θεώρηση η άποψη των Δημητριέων είναι σωστή. Θα ήταν αναχρονισμός το να επιμένει κανείς σήμερα να γράφει στην καθαρεύουσα ή στην αρχαΐζουσα. Ουσιαστικά, θα είχε προσυπογράψει ο ίδιος την καταδίκη των έργων του, όπως εν πολλοίς, έκαναν οι ποιητές του Ρομαντισμού και άλλοι συγγραφείς παλαιοτέρων εποχών. Βεβαίως, ο μελετητής οφείλει να κατανοήσει και να δικαιολογήσει σήμερα την γλωσσική ανάγκη των καθαρευουσιάνων, που στα διαλυτικά πλαίσια των συνεπειών της Τουρκοκρατίας αναζητούσαν την επανασύνδεση και την ανατροφοδότηση του ελληνικού λόγου από την αρχαίαν ελληνική.

Όσον αφορά τώρα στην τάση για μιαν ξεχωριστή -ελίτ- γλώσσα των μορφωμένων, η διάκριση αυτή πραγματοποιείται και στην χρήση της δημοτικής μας γλώσσας. Και σήμερα, ο αμόρφωτος ή ο ακαλλιέργητος δεν θα μπορούσε να παρακολουθήσει την δημοτική γλώσσα της ποίησης του Ελύτη, της πεζογραφίας του Θεοτοκά ή των δοκιμίων του Παπανούτσου, του Μαλεβίτση και του Πλωρίτη, τουλάχιστον επαρκώς.

Οξύτερη ήταν η αντίθεση των λογίων στην άποψη των Θεσσαλών απέναντι στην μελέτη της αρχαίας Γραμματικής:

“…Από τούτο εύκολα ελέγχονται εκείνοι οπού θέλωντας να εύγουν από μια ατοπία, το πως δεν πρέπει να αφίνωμεν τη γλώσσα μας ακαλλιέργητη, πέφτουν εις μια άλλη πολλά χειρότερη, λέγωντας πως καλλιέργειά της είναι να μακραίνη από το καθωμιλημένο ιδίωμα και να εγγίζη εις το ελληνικό· και κατ’ αυτή τη στραβή και παράλογη αρχή τους δίνουν κάτι κανόνας και χαρακτήρας οι οποίοι χαρακτηρίζουν ένα αφύσικο και άμορφο τέρας, μια γλώσσα μεικτή από δύο τρία μόρια ρωμέικα και λέξες σχηματισμέναις και συντεταγμέναις κατά τον τύπο της ελληνικής, και την ονομάζουν μειξοβάρβαρη, και έκαμναν καλλίτερα να την ονομάζουν μειξοβάρβαρη· δια τι αληθινά η τέτοια γλώσσα δεν είναι άλλο παρά μύξαις και σάλια βαρβαρικά.

»…απ’ εδώ, λοιπόν, προέρχεται οπού διαβάζουν διαβάζουν και δεν μαθαίνουν τίποτες (τα παιδιά στα σχολεία), και το χειρότερο είναι οπού με αυτόν τον ολέθριο τρόπο της σπουδής εξαμβλύνεται και ο νους τους…

»…δια τι όσο γυρεύομεν να την πλησιάσομεν εις ελληνικό, τόσο τη μακραίνομεν από τη φύσι της…»

Το πρόβλημα επανέρχεται πολλές φορές στην γραφίδα των Δημητριέων, οι οποίοι με υπερβάλλοντα ζήλο υπεραμύνονται της φυσικής γλώσσας, επιτιθέμενοι στην αρχαία ελληνική. Ζώντας την εμπειρία των σχολείων, έχω την αμετάκλητη άποψη ότι η κατάργηση ή η υποβάθμιση της διδασκαλίας της αρχαίας ελληνικής γραμματικής και των αρχαίων ελληνικών, σε συνάρτηση και με άλλους παράγοντες, έχουν φτωχύνει και ζημιώσει την γλωσσικήν ικανότητα των παιδιών. Η πλειοψηφία των μαθητών κατέχει σήμερα έναν ισχνό και φθαρμένο λόγο, μίζερο σε λεξιλογικό περιεχόμενο, κουρελιασμένο γραμματικώς και συντακτικώς και πρωτίστως, χωρίς οποιανδήποτε δομή και αισθητική φιλοδοξία. Θα έλεγε κανείς ότι στην μεν προφορική τους επικοινωνία μαϊμουδίζουν, στην δε γραπτή τους έκφραση ασελγούν γλωσσικώς!

Όμως, παρ’ όλα ταύτα, οι Δημητριείς δεν έχουν άδικο, εάν εξετάσουμε το πρόβλημα βάσει των δεδομένων της εποχής τους.. Όταν το 90-95% του ελληνικού λαού ήταν τότε αναλφάβητοι ή αγράμματοι, όταν στα σχολεία οι δάσκαλοι ήσαν σχεδόν ημιμαθείς, οι μέθοδοι διδασκαλίας πρωτόγονες και τα σχολικά εγχειρίδια ανύπαρκτα, η απόλυτη και αυστηρή, όσον και σχολαστική επιμονή στους αναρίθμητους τύπους της αρχαίας ελληνικής γραμματικής και στο αρχαίο συντακτικό, το μόνο αποτέλεσμα που έφερνε ήταν η αμάθεια και η απέχθεια των μαθητών για την γλώσσα.

Το παιδί ήταν υποχρεωμένο να αποστηθίσει τους κανόνες και την τυπολογία μιας γλώσσας δύσκολης και άγνωστης, ενώ μεγάλωνε σ’ ένα γλωσσικό περιβάλλον εκ διαμέτρου αντίθετο και διαφορετικό, χωρίς τις αναφορές και της εμπειρίες της περιρρέουσας γλωσσικής ατμόσφαιρας και χωρίς οποιανδήποτε επιστημονική σύνδεση ή συσχετισμό της διδασκόμενης γραμματικής και γλώσσας με την ζωντανή ομιλούμενη γλώσσα του. Το αποτέλεσμα ήταν σίγουρα αποκαρδιωτικό.

Είναι φανερόν ότι οι συγγραφείς της Νεωτερικής Γεωγραφίας διεμόρφωσαν την άποψή τους, κρίνοντας από τα ζωντανά αποτελέσματα της μεθόδου εκείνης και όχι από εγγενή αποστροφή προς την αρχαίαν ελληνική και την γραμματική της. Η αγάπη τους για την Αρχαία Ελλάδα και τον αρχαίον πολιτισμό ουδέποτε θα εξαιρούσε την γλώσσα, ως το μόνον εξοριστέο στοιχείο, αν εφαρμοζόταν η πρέπουσα μέθοδος και αν η εκμάθηση της αρχαίας ελληνικής γραμματικής αποσκοπούσε στην βελτίωση της ομιλούμενης γλώσσας, αντί στην υιοθέτηση της αρχαίας.

Ως εκ τούτου έχει, πιστεύω, άδικο ο Γ. Ζαβίρας, όταν τους επιπλήττει πως ουσιαστικά εισηγούνταν ότι… “ενί λόγω ειπείν, οι αμαθείς και χυδαίοι δεν πρέπει να μανθάνωσι την γλώσσαν από των ειδημόνων και πεπαιδευμένων, αλλ’ οι ειδήμονες και πεπαιδευμένοι να μανθάνωσιν την προφοράν και τας λέξεις από τους χωριάτας και ξυλοψόρους.”

Ορθότερη είναι η θέση του W.M. Leake, ο οποίος αντελήφθη ότι: “Με σθένος εξορκίζουν τους συμπατριώτες τους να παραμερίσουν το πνεύμα της έριδας και της διχόνοιας, το οποίο εξασθενίζει και ταπεινώνει το έθνος. Τους παρακινούν συνεχώς στην σπουδή και συστηματοποίηση της φυσικής γλώσσας ως τον πιο σίγουρο δρόμο για να βελτιώσουν την κατάστασή τους”.

Επιλογικά

Η Γεωγραφία Νεωτερική Περί της Ελλάδος του Δανιήλ Φιλιππίδη και του Γρηγορίου Κωνσταντά αποτελεί επίτευγμα του τουρκοκρατούμενου ελληνισμού, αληθινό στολίδι του ελληνικού λόγου και άφθαρτη προίκα της ελληνικής γραμματείας. Ως πηγή γνώσης, με όλες τις ανακρίβειες που συνεπαγόταν η εποχή όπου γράφτηκε, παραμένει αστείρευτη. Ως εγκώμιον της γλώσσας μας, είναι σήμερα ένα μαστίγιο που κτυπά τον γλωσσικό εφησυχασμό και τον ξενοτροπισμό, την κωφαλαλγία και την γλωσσική φρίκη των αλλοτριωμένων “ευρωπαϊστών”, που παραδίδουν την γλώσσα μας, άνευ όρων, στην εισβολή των αλλοφώνων στοιχείων και των ξενισμών, στην μιγαδοποίηση.

Η έκταση των γλωσσικών παρατηρήσεων στην Γεωγραφία των Δημητριέων μαρτυρεί την σοβαρή έγ-νοιά τους για την γλώσσα μας και την αξίαν όπου απέδιδαν σ’ αυτήν. Αντιμετωπίζουν την γλώσσα με φωτισμένο μυαλό και την θεωρούν: δύναμη συμφυή με την εθνική συνείδηση του ανθρώπου, στοιχείο της ψυχοπνευματικής και πολιτικής του οντότητας, δυναμικό και πολυδύναμο παράγοντα φυλετικής επιβίωσης, πεμπτουσία της άρθρωσης του έντεχνου λόγου και της επαγγελματικής προκοπής.

Η Νεωτερική Γεωγραφία είναι σήμερα έργο 209 χρονών, εξακολουθεί όμως να είναι νέα και ωραία, πολύτιμη και επίκαιρη, όπως είναι όλα τα αγέραστα έργα της ανθρώπινης σοφίας. Είναι έργο στολίδι και καύχημα, έργον κάλλους του ελληνικού λόγου.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

1, 2, 3: Από τις εισαγωγές της Αικ. Κουμαριανού στην εκδ. τον ΕΡΜΗ. Από εδώ αντλώ και τις πληροφορίες μου για τη δική μου εισαγωγή, στην εργασία που ακολουθεί

Διαβάστε ακόμη

Θρησκευτικές, κοινωνικές και πολιτικές ιδέες στο έργο των Γρηγορίου Κωνσταντά και Δανιήλ Φιλιππίδη “Γεωγραφία Νεωτερική” (διδακτορικό)

Νεοελληνικός Διαφωτισμός και Ορθόδοξη εκκλησία: Tαύτιση και απόκλιση δύο αντιτιθέμενων κόσμων – Η περίπτωση του Βενιαμίν Λέσβιου σε σχέση με τον άγιο Αθανάσιο Πάριο

Ο Μεγαλέξανδρος και ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός

Α. Κοραής: Η συμβολή του κλήρου στον φωτισμό του γένους

Ευγένιος Βούλγαρης: Κορυφαίος δάσκαλος και γνήσιος πατριώτης (1716-1806)

Εκκλησία και φιλοσοφία στον νεοελληνικό διαφωτισμό: Μία κριτική στον Π. Κονδύλη

Ο Ρομαντισμός του Νεοελληνικού Διαφωτισμού

, , , , , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.