Η Νορμανδική κατάκτηση της Κάτω Ιταλίας: Πως χάθηκε η Μεγάλη Ελλάδα

Σύμφωνα με τον Αμάτους του Μοντεκασίνο, Νορμανδοί προσκυνητές που επέστρεφαν από την Ιερουσαλήμ το 999 έφτασαν στο λιμάνι του Σαλέρνο, ενώ αυτό πολιορκείτο από τους Σαρακηνούς της Βόρειας Τυνησίας. Αυτοί οι Νορμανδοί πολέμησαν τόσο γενναία ώστε ο πρίγκηπας Γουαϊμάρ Γ’ τούς ζήτησε να μείνουν και να τον υπηρετήσουν.

Γράφει ο Μανώλης Χατζημανώλης

Αν και αυτοί δίστασαν, πρότειναν αντίθετα να μιλήσουν σε άλλους πίσω στην πατρίδα για την προσφορά του πρίγκιπα. Έτσι ξεκίνησε η ανάμιξη των Νορμανδών στην νότια Ιταλία, πρώτα στην υπηρεσία των διάφορων Λομβαρδών πριγκήπων και αργότερα ως κατακτητών που δημιούργησαν το δικό τους δουκάτο.

Το 1016 μια ομάδα περίπου 250 Νορμανδών έφτασαν ως προσκυνητές στον ναό του Αρχάγγελου Μιχαήλ στο Μόντε Γκαργκάνο. Τους οδηγούσε η ομάδα του Γκιλμπέρ Μπουατέρ και των τεσσάρων αδερφών του. Ενώ βρίσκονταν εκεί, πείσθηκαν από τον Λομβαρδό πρίγκηπα Μέλη της Βάρης, να ενωθούν μαζί του και με άλλους Λομβαρδούς άρχοντες σε μια απόπειρα να εκδιώξουν τους Βυζαντινούς επικυριάρχους τους από την Απουλία. Ο λομβαρδικός στρατός, με αιχμή τους Νορμανδούς, κέρδισε πέντε νίκες εναντίον των τοπικών βυζαντινών δυνάμεων.

Σε απάντηση, ο Αυτοκράτορας Βασίλειος Β’ απέσπασε επίλεκτες δυνάμεις από την πρωτεύουσα, Κωνσταντινούπολη. Αυτές περιελάμβαναν μια δύναμη της επίλεκτης Βαράγγειας Φρουράς. Αυτή θα ήταν η πρώτη φορά (αλλά όχι η τελευταία) που Νορμανδοί και Βαράγγοι θα αντιμετώπιζαν ο ένας τον άλλο και είναι εύκολο να εικάσουμε πως μια αντιπαλότητα αναπτύχθηκε ανάμεσα σε αυτές τις δύο επίλεκτες δυνάμεις. Στην μάχη των Καννών τοποθεσία του μεγαλύτερου θριάμβου του Αννίβα έναντι των Ρωμαίων, οι Βυζαντινοί κέρδισαν μια αποφασιστική νίκη και οι Νορμανδοί υπέστησαν βαριές απώλειες, με μόνο 10 από τους 250 Νορμανδούς να επιζούν. Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν και ο ίδιος ο Γκιλμπέρ, μαζί με τον αδερφό του Οσμόντ.

Έχοντας εντυπωσιάσει τους Βυζαντινούς με τις πολεμικές τους ικανότητες, Νορμανδοί μισθοφόροι εγκαταστάθηκαν αργότερα τον ίδιο χρόνο ως φρουρά σε ένα σημαντικό βυζαντινό οχυρό που φρουρούσε ένα πέρασμα των Απεννίνων. Άλλοι, υπό την ηγεσία του αδερφού του Γκιλμπέρ Ραϋνούλφου Ντρεγκώ, θα συνέχιζαν να υπηρετούν τόσο σε λομβαρδική όσο και σε βυζαντινή υπηρεσία τις επόμενες δεκαετίες. Κατά την περίοδο αυτή, ο αριθμός τους στην νότια Ιταλία αυξανόταν σταθερά. Οι Νορμανδοί απέκτησαν εμπειρία στο να στρέφουν τον έναν Λομβαρδό πρίγκηπα έναντι του άλλου, πάντα για δικό τους όφελος. Μέχρι το 1030, οι Νορμανδοί στην νότια Ιταλία είχαν γίνει τόσο ισχυροί, ώστε ο δούκας Σέργιος της Νάπολης έδωσε στον Ραϋνούλφο την κατοχή του κάστρου της Αβέρσας, μαζί με τον τίτλο του κόμη και την αδερφή του ως σύζυγο.

Κάποια στιγμή γύρω στο 1035 μία άλλη ομάδα αδερφών άρχισε να έρχεται στην νότια Ιταλία για να κάνει την τύχη της. Αυτοί ήταν οι Ντ’Ωτεβίλ, οι γιοι του Ταγκρέδου Ντ’Ωτεβίλ , ενός κατώτερου άρχοντα από την περιοχή Κοτεντάν της Νορμανδίας. Οι πρώτοι από τους γιους του που έφτασαν στην Ιταλία ήταν ο Γουλιέλμος και ο Ντρογκώ. Μετά από μερικά χρόνια τους ακολούθησαν οι αδερφοί τους Χαμφρέδος, Ροβέρτος και Ρογήρος. Οι αδερφοί Ντ’Ωτεβίλ πέρασαν την επόμενη δεκαετία δημιουργώντας φέουδα για τους εαυτούς τους στον νότο, κατακτώντας την Καλαβρία.

Το 1038 οι Ντ’Ωτεβίλ οδήγησαν μία νορμανδική μισθοφορική δύναμη που είχε προσληφθεί από τον Βυζαντινό στρατηγό Γεώργιο Μανιάκη για να βοηθήσει στην κατάκτηση της αραβικής Σικελίας. Ήταν κατά την διάρκεια αυτής της εκστρατείας που ο Γουλιέλμος κέρδισε το προσωνύμιο bras de fer («Σιδηρόχειρ») σκοτώνοντας τον εμίρη των Συρακουσών σε μονομαχία. Επίσης σε αυτήν την εκστρατεία συμμετείχε και ένα σώμα Βαράγγων Φρουρών, υπό την ηγεσία ενός νεαρού και θερμοκέφαλου Νορβηγού πρίγκηπα, του Χάραλντ Σίγκουρντσον, του μελλοντικού βασιλιά της Νορβηγίας γνωστού ως Χαρντράντα.

Η σταδιακή κατάκτηση της Κάτω Ιταλίας και Σικελίας από τους Νορμανδούς

Αν και επιτυχημένος στρατηγός, ο Μανιάκης αποξένωθηκε από τους υφισταμένους του, ειδικά από τον ναύαρχο του στόλου του, έναν ανάξιο στρατιωτικό που ήταν καλά δικτυωμένος όμως με την αυτοκρατορική Αυλή. Αφού χτύπησε τον άνδρα αυτόν κατά την διάρκεια ενός καυγά, ο Μανιάκης ανακλήθηκε και η εκστρατεία κατέρρευσε.
Δυσαρεστημένοι με το μερίδιο των λαφύρων που έλαβαν, οι Νορμανδοί του Γουλιέλμου Ντ’Ωτεβίλ επέστρεψαν στην Ιταλία και, αφού κατέστησαν έδρα τους την πόλη Μέλφι, ενώθηκαν με τους Λομβαρδούς σε μια γενική εξέγερση εναντίον των Βυζαντινών στην Απουλία. Σε μια σειρά μαχών το 1041 στο Ολιβέντο, στο Μόντε Μαγγιόρε (κοντά στην τοποθεσία της προηγούμενης ήττας των Νορμανδών στις Κάννες) και στην μάχη του Μοντεπελόζο οι Νορμανδοί του Μέλφι σάρωσαν τις βυζαντινές δυνάμεις και τσάκισαν για πάντα την ισχύ τους στην Ιταλία. Όλες οι βυζαντινές κτήσεις στην χερσόνησο, εκτός από την Βάρη, καταλήφθησαν.

Μετά τον θάνατο του Γουλιέλμου το 1046, των Νορμανδών ηγήθηκε καθένας από τους αδερφούς Ντ’Ωτεβίλ με την σειρά: πρώτα ο Ντρογκώ, μετά ο Χαμφρέδος και τελικά ο Ροβέρτος. Ο Ροβέρτος (αποκαλούμενος Γυισκάρδος, που σημαίνει «Πανούργος» ή «Νυφίτσα») ήταν ο πιο επιτυχημένος από τους αδερφούς Ντ’Ωτεβίλ. Κατέλαβε τα πριγκηπάτα των Λομβαρδών και με τον αδερφό του Ρογήρο κατέκτησαν την Σικελία. Το 1071 πήρε την τελευταία κτήση των Βυζαντινών, την Βάρη και δημιούργησε ένα νορμανδικό δουκάτο, το οποίο θα εξελισσόταν τελικά στο Βασίλειο της Σικελίας.

Τρόμος στο μεσαιωνικό πεδίο μάχης: Ο Νορμανδός ιππότης

, , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.