Η ξεχασμένη μάχη του Ακροϊνού: Ο Λέων Γ’ βάζει τέλος στην Αραβική εξάπλωση

Γράφει ο Μάριος Νοβακόπουλος, διεθνολόγος

Επί ξυρού ακμής

Για την Ανατολική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία το α’ μισό του 8ου αιώνος υπήρξε εξαιρετικά καθοριστικό, καθώς εκεί κρίθηκε εάν τελικά θα αναδιοργανωνόταν ύστερα από τις καταστροφές των προηγουμένων δεκαετιών ή αν θα κατέρρεε.  Τον εξαντλητικό και κερδισμένο με πολύ αίμα περσικό πόλεμο του Ηρακλείου διεδέχθη η έκρηξη του Αραβικού Χαλιφάτου, το οποίο ύστερα από τον θάνατο του προφήτη Μωάμεθ (ο οποίος είχε ήδη κατακτήσει ή άλλως ενώσει την Αραβία) επεκτάθηκε στην Μέση Ανατολή και την Βόρειο Αφρική.  Με την εγκατάσταση τους στις ακτές της Μεσογείου οι Άραβες ανέπτυξαν ένα ισχυρό ναυτικό, με το οποίο όχι μόνο κούρσευαν τα παράλια αλλά κατέλαβαν πολλά και σημαντικά νησιά.  Οι βασιλικές κτήσεις στην Ιταλία απειλούντο σοβαρά από την κάθοδο των Λογγοβάρδων, ενώ εκείνες της Ισπανίας εξαφανίστηκαν.  Στην χερσόνησο του Αίμου η κατάσταση δεν ήταν καλύτερη, αφού οι εισβολές και μεταναστεύσεις των Σλάβων διέλυσαν το ρωμαϊκό σύστημα διοικήσεως, αλλοίωσαν τον πληθυσμό και έφθασαν μέχρι την Πελοπόννησο.  Στην αναρχία και την διαδοχή στο θρόνο ανίκανων αυτοκρατόρων έδωσε τέλος το κίνημα του Σύρου στρατηγού Κόνωνος το 717, ο οποίος βασίλευσε ως Λέων Γ’.

Αμέσως με την άνοδο του στο θρόνο ο Λέων είχε να αντιμετωπίσει την δεύτερη πολιορκία της Κωνσταντινουπόλεως από τον Άραβα στρατηγό Μασλαμά (την πρώτη είχε αποπειραθεί ο χαλίφης Μωαβία το 674-678).  Την Βασιλεύουσα λύτρωσε (εκτός φυσικά από τα θεοφρούρητα τείχη) το υγρόν πυρ, η ανταρσία των χριστιανών (Κοπτών) ναυτών του αραβικού στόλου, ο βαρύτατος χειμώνας και η επίθεση των Βουλγάρων, συμμάχων των Ρωμαίων, στο μουσουλμανικό στρατόπεδο.  Η απόκρουση της επιθέσεως έδωσε μία μικρή ανάσα στον Λέοντα, καθώς πέρασε λίγα χρόνια ησυχίας στο μέτωπο της Μικράς Ασίας.  Οι Άραβες σύντομα ανασύνταξαν τις δυνάμεις τους και επανήλθαν με πολλαπλές επιδρομές κάθε χρόνο, ερημώνοντας την ύπαιθρο και προκαλώντας μεγάλες καταστροφές στην οικονομία και το ανθρώπινο δυναμικό.  Είναι όμως σημαντικό να αναφερθεί πως πλέον η μουσουλμανική προέλαση δεν οδηγούσε σε μόνιμη κατάκτηση και αλλαγή των συνόρων.  Οι εισβολείς επέδραμαν, λεηλατούσαν και επέστρεφαν – με τον ρωμαϊκό στρατό βέβαια κατά πόδας.  Ακόμη και όταν αλώνονταν πόλεις, οι Άραβες δεν εγκαθιστούσαν μόνιμο φρουρά και δεν τις προσαρτούσαν.  Εξαιρετικά ευνοϊκή για την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία ήταν η συγκυρία της εποχής, καθώς οι Άραβες είχαν εμπλακεί σε έναν μεγάλης κλίμακος πόλεμο με τους Χαζάρους στον Καύκασο, ανακατεύθυναν λοιπόν εκεί την προσοχή και τους πόρους τους.  Ύστερα όμως από μία σημαντική τους νίκη το 737, έστρεψαν εκ νέου τα βλέμματα προς την Μικρά Ασία.

Η μάχη

Το 740 τρεις ισχυρές μουσουλμανικές στρατιές πέρασαν τα ρωμαϊκά σύνορα.  Οι αριθμοί των πηγών – βασικοτέρα των οποίων είναι η «Χρονογραφία» του μοναχού Αγίου Θεοφάνους του Ομολογητού – είναι κατά πάσα πιθανότητα διογκωμένη, δίνεται όμως η εντύπωση ενός πολύ ισχυρού εκστρατευτικού σώματος.  Το πρώτο αραβικό σώμα, υπό την ηγεσία του al-Ghamr ibn Yazid, παρέτασσε 10.000 πολεμιστές οι οποίοι κινήθηκαν για να λεηλατήσουν την Ιωνία.  Το δεύτερο, υπό τον θρυλικό Άραβα στρατηλάτη Abdallah al-Battal και τον al-Malik ibn Su’aib, προχώρησε προς την ελλησποντική Φρυγία (μεταξύ Ιωνίας και Γαλατίας, κεντρική-βορειοδυτική Μικρά Ασία) με 20.000 άνδρες.  Το τρίτο και μεγαλύτερο (60.000), του Sulayman ibn Hisham, έμεινε ανατολικότερα, στην Καππαδοκία, λεηλατώντας και καταστρέφοντας.

Ο Λέων, μαζί με τον γιο του Κωνσταντίνο ξεκίνησαν από την Κωνσταντινούπολη για να σταματήσουν την δεύτερη στρατιά, την οποία συνάντησαν στην πόλη Ακροϊνόν (σημερινό Αφιόν Καραχισάρ).  Για τις λεπτομέρειες της μάχης δεν γνωρίζουμε τίποτε, το αποτέλεσμα όμως είναι δεδομένο: συντριπτική ήττα των Αράβων, οι οποίοι απεχώρησαν με πολλές χιλιάδες νεκρούς και αιχμαλώτους στα νώτα τους.  Και οι δύο στρατηγοί τους έπεσαν πολεμώντας, η εκστρατεία του Χαλιφάτου κατέρρευσε.

Συνέπειες

Ποτέ ξανά η Μικρά Ασία δεν θα περνούσε τέτοιο κίνδυνο.  Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι άλλαξε οριστικά ο ρους του πολέμου, ούτε ότι έπαυσαν οι Αραβικές επιδρομές.  Κάθε βλέψη όμως για μόνιμη κατάκτηση, πολλώ δε της Κωνσταντινουπόλεως, ήταν παρελθόν.  Οι Ρωμαίοι απέκτησαν την πρωτοβουλία των κινήσεων ως το 770 περίπου, όποτε ξεκίνησε η αραβική αντεπίθεση.  Στο Ακροϊνόν κερδήθηκε η πρώτη ρωμαϊκή νίκη κατά του Χαλιφάτου σε ανοικτή μάχη εκ του συστάδην.  Για τον Λέοντα και τον Κωνσταντίνο ήταν σοβαρή ένδειξη για την εύνοια του Θεού στην εικονομαχική τους πολιτική.  Ο ηρωικός θάνατος του al-Battal τον κατέστησε αθάνατο για την λαϊκή αραβική παράδοση, σαν το αντίστοιχο του Διγενή Ακρίτα.

Πολλοί ιστορικοί κρίνουν την μάχη στο Ακροϊνόν ως ορόσημο για την ανάσχεση της αραβικής εξαπλώσεως και την σωτηρία της Χριστιανοσύνης από το Ισλάμ, όπως είναι η νίκη των Φράγκων στο Πουατιέ το 732 και η άμυνα της Κωνσταντινουπόλεως το 717-718.  Άλλοι έχουν θεωρήσει αυτήν την άποψη υπερβολική, εξηγώντας την κάμψη των αραβικών επιθέσεων στην κόπωση από τους πολέμους με τους Χαζάρους και τους λαούς της Κεντρικής Ασίας, καθώς και στην εξέγερση των Αββασιδών της Περσίας, οι οποίοι και ανέτρεψαν το Χαλιφάτο των Ομμεϋαδών (751).  Οι Αββασίδες έδωσαν νέα ορμή στο Ισλάμ – το πρώτο μισό του 9ου αιώνος ήταν αληθινός εφιάλτης για το Ρωμαϊκό κράτος όπου ξεχωρίζουν η άλωση του Αμορίου και η πτώση της Σικελίας και της Κρήτης.  Τα πρώτα σημαντικά δείγματα της χριστιανικής αντεπιθέσεως θα φαίνονταν αργότερα.

, , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.