Η ομιλία του Κωλέττη για τη Μεγάλη Ιδέα και ο αντίκτυπός της

Μετά την Επανάσταση της 3ης  Σεπτεμβρίου, προκηρύχθηκαν εκλογές (τελευταία εβδομάδα του Οκτωβρίου) για την ανάδειξη προσωρινής Εθνοσυνέλευσης, η οποία θα επεξεργαζόταν το κείμενο του πρώτου Συντάγματος της Ελλάδας. Στις 8 Ιανουαρίου 1844 ξεκίνησε η συζήτηση για το άρθρο 3 του μελλοντικού Συντάγματος, που αφορούσε το ζήτημα της ιθαγένειας, δηλαδή τον προσδιορισμό του ποιος θεωρείται Έλληνας. Το θέμα ήταν φλέγον και διατυπώθηκαν πολλές απόψεις, με αποτέλεσμα η συζήτηση να ολοκληρωθεί ύστερα από έντεκα συνεδριάσεις (8, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 17, 18, 19 και 20 Ιανουαρίου 1844), ενώ η τελική μορφή του άρθρου στο σχέδιο Συντάγματος ήταν μάλλον ασαφής στον προσδιορισμό των στοιχείων που θα συνέστησαν την ελληνική ιθαγένεια, κάτι που παραπεμπόταν σε μεταγενέστερους νόμους:


Αρθ. 3. Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και συνεισφέρουσιν αδιακρίτως εις τα δημόσια βάρη, αναλόγως της περιουσίας των, μόνοι δε οι πολίται Έλληνες είναι δεκτοί και εις όλα τα δημόσια επαγγέλματα. Πολίται είναι όσοι απέκτησαν ή αποκτήσωσι τα χαρακτηριστικά του πολίτου κατά τους νόμους του Κράτους“.
Οι εφημερίδες της εποχής αφιέρωσαν το μεγαλύτερο μέρος της ύλης τους στη συζήτηση που διεξαγόταν στη Βουλή δημοσιεύοντας είτε επιλεκτικά ορισμένες ομιλίες, που είχαν προκαλέσει ιδιαίτερη αίσθηση, είτε τα πρακτικά της κάθε συνεδρίασης – είτε και τα δύο. Μία από τις ομιλίες που είχε προκαλέσει συζητήσεις ήταν κι αυτή του Ιωάννη Κωλέττη, πληρεξούσιος του Ναυπλίου, αν και ηπειρωτικής καταγωγής, ο οποίος ήταν ο πρώτος ομιλητής στη συνεδρίαση της 14ης Ιανουαρίου, προεδρεύοντος του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου.


Στις εφημερίδες δημοσιεύτηκαν δύο εκδοχές της ομιλίας του Κωλέττη: η μία, που παρατίθεται στη συνέχεια κι εδώ, δημοσιεύτηκε στις εφημερίδες “Ελπίς” της 15.01.1844, “Αιών” της 19.01.1844 και “Ο Φίλος του Λαού” της 30.01.1844, ενώ η δεύτερη εκδοχή απαντάται μόνο στην εφημερίδα “Αθηνά” της 29.01.1844. Οι διαφορές είναι κυρίως εκφραστικές, με το κείμενο που δημοσιεύτηκε στην “Αθηνά” να έχει περισσότερο αρχαϊκά στοιχεία (π.χ. “οσάκις” αντί “όταν” κλπ.), κάποιες ασήμαντες διαφορές στη διατύπωση, που δεν αλλάζουν το νόημα, αλλά και κάποιες πιο σημαντικές διαφοροποιήσεις, όπως στον επίλογο της ομιλίας.


Σε ό,τι αφορά το περιεχόμενο του περίφημου λόγου του Κωλέττη, η αναφορά στη “μεγάλη ιδέα” γίνεται κυρίως στην αρχή και τίθεται ένα ασαφές περίγραμμα, όπου η έννοια της “ελληνικότητας” συνδεόταν με εκείνη του “χριστιανισμού” και του αυτοπροσδιορισμού. Εμμέσως πλην σαφώς, ο Κωλέττης άφηνε να εννοηθεί ότι Έλληνας έπρεπε να θεωρείται όποιος το επιθυμούσε να προσδιορίζεται έτσι, αρκεί να ήταν Χριστιανός, αφού άλλωστε εκείνη την εποχή η θρησκεία αποτελούσε το βασικό κριτήριο αυτο- και ετεροπροσδιορισμού. Εξάλλου, δεν είχε ακόμη ξεκινήσει η εθνική αφύπνιση διαφόρων βαλκανικών λαών (π.χ. των Βουλγάρων), που ένιωθαν στενά συνδεδεμένοι με τον ελληνικό πολιτισμό. (Πάνω σε θρησκευτική άλλωστε βάση κινούνταν και τα φιλελληνικά αισθήματα την εποχή της Ελληνικής Επανάστασης, όπως προκύπτει από τα δημοσιεύματα των ξένων εφημερίδων της εποχής).


Η ομιλία του Κωλέττη ήταν συναισθηματικά φορτισμένη και έντονα συγκινησιακή, με πολλές αναφορές στη Φιλική Εταιρία και στους αγωνιστές της Επανάστασης. Εκείνη την εποχή, που οι μνήμες του αγώνα για την ελευθερία ήταν εξαιρετικά νωπές, ήταν αναμενόμενη μεγάλη απήχηση της ομιλίας, που έδειξε τις ρητορικές ικανότητες του Κωλέττη. Σε μια αποστροφή του λόγου του αναφέρθηκε στην προσφορά της αρχαίας Αθήνας, ενώ δεν παρέλειψε να αναφερθεί στον ευεργετικό ρόλο των Μεγάλων Δυνάμεων, τις οποίες και ευχαρίστησε.


Εξάλλου, στο τελευταίο κομμάτι της ομιλίας του, ο αμφιλεγόμενος πολιτικός, έκανε αναφορά σε μια μορφή κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, όπου η ραχοκοκαλιά του πολιτεύματος θα ήταν ο λόγος της Βουλής. Ήταν μια αρκετά προοδευτική πρόταση για τα δεδομένα της εποχής, που όμως δεν θα τηρούνταν ούτε καν από τον ίδιο τον Κωλέττη, ο οποίος, αν και στιγμάτιζε τους “καταχρηστικούς διορισμούς” (δηλ. τα ρουσφέτια), αργότερα, ως πρωθυπουργός, θα έκανε τα ίδια ακριβώς ή και χειρότερα.

Ιωάννης Κωλέττης - Βιογραφία - Σαν Σήμερα .gr


Όλη η ομιλία του Κωλέττη, όπως δημοσιεύτηκε στις εφημερίδες Ελπίς, Αιών και Η Φωνή του Λαού, με την ορθογραφία της εποχής, είχε ως εξής:

Όταν ενθυμούμαι την ώραν εκείνην, την φοβεράν εκείνην ώραν, καθ’ ην επροσκλήθην να δώσω τον όρκον μου, να συντρέξω υπέρ της ανεξαρτησίας της Πατρίδος, ανατριχιάζω, Κύριοι! ωρκίσθην, ωρκίσθημεν όλοι να θυσιάσωμεν τα πάντα, και την ζωήν μας διά την ελευθέραν των Ελλήνων, όλου του Χριστιανισμού. Ζώμεν ακόμη πολλοί εξ εκείνων, όσοι εδόσαμεν τον όρκον. Ίσως όλοι υμείς τον εδόσατε. Αυτόν τον όρκον, Κύριοι, τον ιερόν αυτόν όρκον, πρέπει να τον συναισθανώμεθα σήμερον, οπόταν είμεθα συνηγμένοι διά να στερεώσωμεν το πολιτικόν μας ευαγγέλιον, το ευαγγέλιον της πολιτικής μας υπάρξεως; Ναι, Κύριοι, έχομεν δύο ευαγγέλια, το εν είναι το ευαγγέλιον της πίστεως, το έτερον το ευαγγέλιον της πολιτείας μας. Η Ελλάς ως εκ της γεωγραφικής της θέσεως είναι το κέντρον της Ευρώπης. Με την δεξιάν της πιάνει τας χείρας της Δύσεως, και με την αριστεράν της τας χείρας της Ανατολής και τας συνδέει.

Η Ελλάς ήτο προωρισμένη, ως φαίνεται, καταπίπτουσα να δώση τα φώτα εις την Δύσιν, και σήμερον ανισταμένη να φωτίση την Ανατολήν. Ημείς, Κύριοι, κατοικούμεν αυτήν την ένδοξον Ελλάδα, ημείς πρέπει να δώσωμεν τον εξευγενισμόν εις την Ανατολήν. Από αυτόν τον όρκον, και από την μεγάλην ιδέαν, την οποίαν πρέπει να έχωμεν περί του εαυτού μας, ίδον εμπνευσμένους τους πληρεξουσίους εις τας παρελθούσας Συνελεύσεις μας να ομιλώσιν όχι περί επαρχιών, αλλά περί ολοκλήρου του Χριστιανισμού. Αχ! πόσον επεθύμουν να είχα τον Γερμανόν, να είχα τον Ζαήμην, να είχα όλους εκείνους τους αγωνιστάς, των οποίων τα ονόματα μας ενθυμίζουν τον αγώνα μας, να μας ακούωσι τώρα αγωνιζομένους τι, Κύριοι; να μηδενίσωμεν την μεγάλην εκείνην ιδέαν, ήτις έπρεπε να φλογίζη τας καρδίας όλων ημών. Πού είσαι Κωλοκοτρώνη, πού Ζαήμη, πού Υψηλάντη, πού Βότσαρη, πού Καραϊσκάκη, πού Μιαούλη, πού όλοι σεις, οι οποίοι διά μόνην αυτήν την μεγάλην ιδέαν εδράξατε τα όπλα; Όταν λαμβάνω εις χείρας το τραγούδι του Ρήγα “Μαυροβουνιού καπλάνια, Ολύμπου σταυραετοί, κι Αγράφων τα ξεφτέρια, γενήτε μία ψυχή!” η καρδία μου πάλλει!Ναι, εγίναμεν όλοι μία ψυχή, ελάβαμεν τα όπλα, εκερδίσαμεν όχι όλον, αλλά μέρος του σκοπού μας.

Διά την ελευθερίαν των Ελλήνων όλων, διά την ελευθερίαν του Χριστιανισμού εγίναμεν μία ψυχή, και τώρα φιλονεικούμεν, τι; περνά ο πολύτιμος καιρός μας εις τι; εις το να διακρίνωμεν ποίοι είναι Έλληνες, ποίοι Χριστιανοί. Ποίοι; ημείς, οίτινες ελάβαμεν την σημαίαν της πατρίδος με την άλλην χείρα, διά να ελευθερώσωμεν όλους τους ορθοδόξους Χριστιανούς; Ημείς, Κύριοι, δεν εδόσαμεν όλοι τον αυτόν όρκον, τον οποίον έδοσαν και οι Έλληνες όλοι, όσοι ατενίζουσι σήμερον τους οφθαλμούς των προς ημάς, διά να ίδωσιν, αν ήμεθα πιστοί εις τον όρκον, εις τας υποσχέσεις μας; Από τοιαύτας ιδέας ορμώμενος έκρινα χρέος πατριωτικόν να δώσω την γνώμην την οποίαν εξέφρασα προχθές, ομιλών περί της θρησκείας μας, να δώσω και άλλην γνώμην, την οποίαν ευρίσκετε εις τ’ αρχεία της Κυβερνήσεως καθ’ ην εποχήν ήμην Υπουργός επί της Αντιβασιλείας, όταν επρόκειτο περί της καθέδρας του Κράτους.

Από αυτάς τας δύο γνώμας αποδεικνύεται, πόσον εφρόντιζα να ήμαι πιστός εις τον όρκον μου. Τα αισθήματά μου είναι αισθήματα, τα οποία, αν ήτο δυνατόν να ανοίξω τα στήθη σας, ήθελα τα ευρή βεβαίως ζωγραφισμένα εις την καρδίαν σας. Και πώς να μη τα ευρώ, αφού είσθε πληρεξούσιοι του έθνους εκείνου, τέκνα εκείνων, οι οποίοι έδειξαν, ότι είναι οι τελειότεροι των ανθρώπων; Υμείς οι οποίοι τι δεν εκάμετε υπέρ της επιτυχίας του σκοπού, του μεγάλου σκοπού του Χριστιανισμού, υμείς φιλονεικείτε περί του ορισμού, τις είναι ο Έλλην; Υμείς οίτινες είσθε συνηγμένοι ενταύθα, πού; εις τας Αθήνας. Υμείς, οι οποίοι ελάβετε την τύχην να έχετε βήμα, πού; εις τας Αθήνας. Ναι εις τας Αθήνας. Να είπω εγώ εις υμάς τι ήσαν οι Αθηναίοι και πού πρέπει να φθάσωσι; Δεν σας αδικώ, φίλοι πληρεξούσιοι, διότι είμαι Έλλην, και ομιλώ προς Έλληνας. Αι Αθήναι περιείχον παν, ό,τι αναπτύασει τον άνθρωπον. Αι Αθήναι κατοικούντο από τους τελειοτέρους της ανθρώπινης φυλής, έκαμαν αριστουργήματα, τα οποία δεν εστάθη δυνατόν να μιμηθώσιν άλλοι μέχρι τούδε. Αι Αθήναι, και όλη η Ελλάς, επειδή, κατά δυστυχίαν, δεν εστάθη δυνατόν να συγκεντρωθή εις μίαν ολομέλειαν, εις εν σώμα, έπεσαν εις διαιρέσεις τρομεράς, εις εμφυλίους πολέμους. Έπεσαν, αλλά διά της πτώσεώς των εφώτισαν την Δύσιν. Έθνος φωτίσαν διά της πτώσεώς του πλήθος άλλων εθνών, αναγεννάται σήμερον, όχι διηρημένον εις τόσας μικράς Επικρατείας, αλλά συγκεντρωμένον, έχον μίαν Κυβέρνησιν, μίαν Θρησκείαν, καταγινόμενον να στερεώση διά πάντα την πολιτικήν του ύπαρξιν, το Σύνταγμα. Όσοι έχουσι καρδίαν Ελληνικήν, και την έχετε όλοι, να παρουσιασθώσι με ιδέας μικράς, αναξίας του εαυτού των, και της ευκλείας του Ελληνικού Έθνους; και εις ποίαν περίστασιν; εις περίστασιν, καθ’ ην η Δύσις, ευθύς αφ’ ου ήκουσε την κλαγγήν των όπλων μας, ηλεκτρίσθη όλη, εις υπεράσπισίν μας έδραμε, διότι έπρεπε να ήναι ευγνώμων, διότι έπιεν από την πηγήν των Ελληνικών φώτων.

Οι λαοί της Δύσεως συνησθάνθησαν τα δεινά μας, αι Κυβερνήσεις των ενόμισαν δίκαιον να δώσωσιν εις ημάς χείρα βοηθείας ακούσασαι φωνήν λέγουσαν “έθνος, ως το έθνος των Ελλήνων δεν πρέπει να ήναι πλέον εις δουλείαν”. Ποία μέσα άφησαν οι λαοί, χωρίς να μας τα δώσωσι; ποίας θυσίας δεν μας επρόσφεραν; Έπρεπε, Κύριοι, να ήσθε εις όλον τον πεφωτισμένον Κόσμον, να εβλέπετε την συμπάθειάν του, να εθαυμάζετε τον φιλελληνισμόν του. Οκτώ έτη, αδελφοί πληρεξούσιοι, εστάθην εις εν μέρος του Ευρωπαϊκού Κόσμου. Δεν δύναμαι να σας περιγράψω τον ενθουσιασμόν του. Και είναι δίκαιον, Κύριοι, διότι ο αγών μας ήτο μέγας, διότι πανταχού υπάρχουσιν απόγονοι των προπατόρων μας. Διαβαίνων από Παλέρμον είδον πληθυσμόν 16000 Ελλήνων αποίκων, οίτινες κατέφυγον εκεί προ ενός αιώνος, μην υποφέροντες τον ζυγόν. Τας ημέρας του Πάσχα οι άποικοι ούτοι με τας λαμπάδας εις χείρας αναβαίνοσιν εις υψηλόν βουνόν, ατενίζουσι τους οφθαλμούς των προς την Ελλάδα, και λέγουσι “Χριστός ανέστη, πότε ν’ αναστηθή η Ελλάς, να την ασπασθώμεν!”. Αυτοί οι Έλληνες ακόμη τώρα λαχταρίζουν διά την γην μας, διά την γην των, και ημείς συλλογιζόμεθα, ποίοι είναι Έλληνες; Στοχαζόμεθα άλλους Έλληνας και άλλους μη Έλληνας, διότι δεν εδυνήθησαν εκ των περιστάσεων, εκ της γεωγραφικής των θέσεως, εκ του μικρού πληθυσμού εν τω μέσω των εχθρών, να συναγωνισθώσι με ημάς;Αι Σύμμαχοι Δυνάμεις ακούσασαι την φωνήν, την ενθουσιώδη φωνήν των λαών των, απεφάσισαν να συντελέσωσιν εις την ελευθερίαν μας, και ήτο πλέον καιρός, διότι τρομερός ο κίνδυνος!

Οι εχθροί επλησίασαν να μας καταποντίσωσι. Να μας καταποντίσωσι; όχι, όχι, διότι τους Πελοποννησίους τους έβλεπα ακόμη εις τα όρη, ασφαλίζοντας τας οικογενείας των εις δύσβατα μέρη, και πολεμούντας, στέλλοντας εις τον άδην καθ’ εκάστην 20, 30, 50, 100 εχθρούς. Ναι, λέγω προς τιμήν ενός στρατηγού, έχοντος την τιμήν να ήναι πληρεξούσιος του έθνους εις τον σύλλογον τούτον, έλαβε γράμμα από τον στρατάρχην των εχθρών, δι’ ου τω υπέσχετο εν, δύο εκατομμύρια, διά να παραδώση το Ναύπλιον, το μόνον φρούριον, το οποίον μας είχε μείνει. Αλλ’ έλαβεν εις απάντησιν, ότι το άσυλον της ελευθερίας δεν το παραδίδει. Ωρκίσθημεν, φίλοι, διά την ελευθερίαν όλων. Τα περιστατικά, η πολιτική μας υπεχρέωσαν να περιορίσωμεν προς το παρόν τον όρκον μας μέχρι μιας οροθετικής γραμμής. Πρωτόκολλα επεκύρωσαν την έκτασίν μας, αλλ’ έδοσαν το δικαίωμα της επαναστάσεως εις τους Χριστιανούς και Έλληνας καταδικασθέντας να μείνωσιν εκτός των ορίων, αγωνισθέντας, θυσιασθέντας, υπομείναντας τα μεγαλήτερα δεινά, και τούτο όχι μόνον εις την Ευρωπαϊκήν Τουρκίαν, αλλά και εις την Ασίαν, και εις την Αφρικήν. Όχι εις τας Επαρχίας της Ελλάδος, αλλά και εις την Βουλγαρίαν και εις το Μαυροβούνι, διότι το τραγούδι του Ρήγα ηκούσθη και έως εκεί. Ας ενθυμηθώμεν τα Δερβενάκια. 40,000 εχθροί επλημμύρησαν προς τα μέρη εκείνα, δια να καταποντίσωσι την ελευθερίαν, επολεμήθησαν, κατεστράφησαν. Από ποίους; από Πελοποννησίους και άλλους.

Ο Νικήτας επωνομάσθη Τουρκοφάγος. Αλλ’ ο Χαζή Χρήστος με ποίους; με τους Βουλγάρους του ήτο εκεί, ήτο εις το πλάγι του. Αι πράξεις αυταί, τα ανδραγαθήματα, αι θυσίαι δεν διέφυγαν την Ευρωπαϊκήν περιέργειαν, και διά τούτο τα πρωτόκολλα επέκτειναν την μετανάστευσιν εις όλα τα μέρη της Οθωμανικής Επικρατείας.Τούτων ούτως εχόντων, συναδελφοί μου Πληρεξούσιοι και συναγωνισταί, και σεις νέα γενεά, ήτις μέλλει να διαδεχθή τους προπάτοράς σας, οίτινες ετοίμασαν την ανεξαρτησίαν του έθνους, είναι δίκαιον, είναι λογικόν να συζητώμεν σήμερον και να βάζωμεν εις το κόσκινον ποίος είναι Έλλην, ποίος έχει δικαίωμα, και ποίος δεν έχει, εις ποίον ανήκουσι πολιτικά δικαιώματα, και εις ποίον όχι; Και ποίοι κάμνουν την τοιαύτην συζήτησιν; ημείς, οίτινες ωρκίσθημεν, πριν λάβωμεν τα όπλα, ορκίσθημεν εις όλας τας συνελεύσεις, οίτινες απεφασίσαμεν, ότι “πας ο εις Χριστόν πιστεύων Έλλην εστί”, ημείς λέγω, να συζητώμεν τοιαύτα πράγματα; Και κινούμενοι από τι; επειδή έγινε κατάχρησις εις την διανομήν των υπουργημάτων; Δεν είναι άλλο το αίτιον, ως εις όλας τας δοθείσας άχρι τούδε τροπολογίας παρετήρησα, παρ’ αυτή η κατάχρησις. Ναι, φίλοι, ναι, είμαι σύμφωνος και εγώ, η κατάχρησις είναι βεβαία. Αλλ’ η κατάχρησις αύτη πρέπει να μας κάμη να συζητώμεν, ποίος Έλλην έχει πολιτικά δικαιώματα; και δεν εμπορούμεν να ευρώμεν τον τρόπον να παύσωμεν την κατάχρησιν και διά τώρα και διά το μέλλον; Όσοι είναι εγγεγραμμένοι εις τον μέγαν κατάλογον των Φιλικών, δεν είναι Έλληνες; δεν έδοσαν τον αυτόν με ημάς όρκον; Εξεύρομεν, πού είναι αυτοί οι ιεροί άνθρωποι; ιεροί, λέγω, διότι, όταν αυτοί ορκίζοντο, η μάχαιρα ήτο επί της κεφαλής των. Τι σας έκαμε προ τινων ημερών να ζητήτε την πνευματικήν ένωσιν με την Μεγάλην Εκκλησίαν; το μέγα φρόνημα το οποίον πας Έλλην έχει εις την καρδίαν του. Ηθελήσατε να δώσητε εις τον Χριστιανισμόν να εννοήση, ότι δεν τον εγκατελείψατε, ότι είσθε, ως ωρκίσθητε, μία ψυχή. Αφ’ ενός κάμνετε τοιαύτας αξιεπαίνους αποφάσεις, αφ’ ετέρου συζητείτε περί των πολιτικών δικαιωμάτων των Ελλήνων, διότι έγιναν καταχρήσεις εις την διανομήν των υπουργημάτων; Προ τινων ημερών ήλθεν εις την οικίαν μου μία γυνή ταπεινή με εν παιδί.

Η κατάστασίς της εξέφραζε την πενίαν της. Την ερωτώ, ποία είσαι, “του Καπετάν Γεωργάκη του Ολυμπιώτου” μοι αποκρίνεται. Του Καπετάν Γεωργάκη του Ολυμπιώτου! του ήρωος εκείνου, τον οποίον γνωρίζετε, τον οποίον γνωρίζει το Πανελλήνιον; του Καπετάν Γεωργάκη, όστις σφάξας πλήθος εχθρών έβαλε φωτίαν και εκάη και αυτός και τα παληκάριά του; Το παιδί αυτού του ήρωος ήλθε κατά το 1843 εις την Ελλάδα, και δεν έχει πολιτικά δικαιώματα; Κανείς από υμάς δύναται να τω τα διαφιλονικήση; Ποίος θέλει έχει τοιαύτην ψυχήν; Σας έφερα μόνον αυτό το παράδειγμα. Είναι πολλά, πάμπολλα ακόμη. Τόσας ημέρας συζητούμεν, διά να κάμωμεν αποφάσεις, και να βάλωμεν άρθρα εις το Σύνταγμα, τα οποία, αφού άπαξ τεθώσιν, ετέθησαν, και θέλουν εμποδίζει τον υπουργόν να μεταχειρισθή εκείνους, των οποίων τα δικαιώματα είναι αναμφισβήτητα; Τι θ’ αποδείξωμεν εις τας Δυνάμεις, αι οποίαι μας άνοιξαν τον δρόμον, και μας λέγουν -αι! δεν τολμώ να το είπω, συγχωρήσατέ μοι να μη το είπω, αλλά το συναισθάνεσθε όλοι- και ημείς θέλομεν να τον κλείσωμεν; Τα πρωτόκολλα της ανεξαρτησίας μας τα δεχόμεθα και τα άλλα δεν μας αρέσουν; Λάβετε εις σκέψιν το πράγμα, συλλογισθήτε, τι θα είπουν αι Δυνάμεις -όχι φανερά- δεν τους εβάλαμεν φράκτην, αλλ’ αφού αυτοί θέλουν.. δεν μοι είναι επιτετραμμένον να ομιλήσω, ως θέλω, ως αισθάνομαι. Ποίος θέλει χαρή δι’ αυτάς τας συζητήσεις, ποίος; Αι! το αισθάνεσθε, το εννοείτε όλοι σας. Και ποίος εύχεται, και ποίος παρακινεί, εμπορώ να είπω; το αισθάνεσθε και αυτό όλοι, αλλά και αυτό είναι απ’ εκείνα, όπου δεν εμπορώ να είπω. Δεν ωμίλουν, αν ωμίλουν προς μη Έλληνας. Αλλ’ εξεύρω, προς ποίους ομιλώ. Τα αισθήματά των, τους σκοπούς των τα γνωρίζω, τα γνωρίζει η Χριστιανοσύνη.Η θρησκεία, η ιερά ημών θρησκεία, η οποία εφύλαξε την εθνικήν μας ενότητα, αυτή μας έχει ενωμένους όλους τους χριστιανούς, και η ελευθερία πρέπει να μας έχη διηρημένους; Η εν Αθήναις γεννηθείσα ελευθερία πρέπει να μας διαιρή, διά να μη δώσωμεν τα πολιτικά δικαιώματα προς ποίον; προς τον εαυτόν μας; Η θρησκεία και η ελευθερία συνεβάδισαν εις τον αγώνα.

Τα παληκάρια μας είχαν την μίαν σημαίαν, οι αρχιερείς μας εζωσμένοι την σπάθην, και τους ίδομεν όλοι, εκράτουν την άλλην, και τώρα ημείς γεννώμεν τοιαύτας συζητήσεις, και θέλομεν να τας καθιερώσωμεν εις το σύνταγμά μας; Τι θα είπουν οι μεταγενέστεροί μας; τι θα είπουν όλαι αι γενεαί της ανθρωπότητος; τι θα είπη η νέα γενεά, ήτις θα μας διαδεχθή; Λέγουσι τινες, ότι ο λαός της Ελλάδος ζητεί τα δικαιώματά του. Και τις, Κύριοι, δεν γνωρίζει τον λαόν της Ελλάδος; ποτέ, ποτέ αυτός δεν εδίστασεν, ούτε διστάζει να αναγνωρίζη τα δικαιώματα των συντρόφων του. Και στρατιωτικοί και πολιτικοί τον εκίνησαν αυτόν τον λαόν, αλλά ποτέ δεν εζήτησε δικαιώματα διά τον εαυτόν του, αφαιρών αυτά από τους ομοθρήσκους του. Δεν πρέπει να αδικώμεν τον Ελληνικόν λαόν. Είναι ένδοξος, τον ίδον εις πολλάς περιστάσεις. Με τρεις λέξεις εκινείτο, όταν επρόκειτο περί των συμφερόντων του έθνους. Επρόκειτο να εκστρατεύση. “Δος μας μισθόν, δεν έχει η πατρίς, αϊ καλά, πηγαίνομεν και χωρίς μισθόν”. Είναι περιττόν να ομιλήσω περισσότερα εις την ευαίσθητον ψυχήν σας. Ο λαιμός μου πάσχει, δεν ήλπιζα, ότι θέλω δυνηθή να σας είπω και όσα σας είπον άχρι τούδε. Αλλά φαίνεται, ότι η ειλικρίνεια των αισθημάτων μου ενεψύχωσε τας δυνάμεις μου. Σας έκαμα μίαν ανάμνησιν των όσων αισθάνεσθε, των όσων ηξεύρετε. Θέλω σας είπει πολλά ολίγα ακόμη, και συγχωρήσατέ με, αν ήμαι ειλικρινής εις την εξήγησίν μου. Αν, Κύριοι, τα παρ’ ημών συζητούμενα είχον αληθείας, δεν εγίνοντο άχρι τούδε 40 τροπολογίαι. Η αλήθεια δεν κρύπτεται. Ανακαλύπτεται διότι είναι μία. Έγιναν 40 τροπολογίαι, διότι περιστρεφόμεθα εις σφαλερόν κύκλον, και δεν θέλομεν να εμβώμεν εις την τάξιν, εις την αλήθειαν, ήτις δεν χρήζει 40 τροπολογιών.


Κινούμεθα διηνεκώς, και τίποτε δεν κάμνομεν. Πόσους υπηκόους έχει η Ελλάς εν τη Τουρκία ηξεύρετε; ερωτήσατε ποτέ τον εν Κωνσταντινουπόλει Πρέσβυν μας; τον ερωτήσατε, πώς περνά εκεί με τους υπηκόους της Ελλάδος; είναι χιλιάδες, Κύριοι, ο πρέσβυς τζακίζει το κεφάλι του δι’ αυτούς, η προστασία των είναι έργον επίμοχθον, και ημείς θέλετε να είπωμεν εις το σύνταγμά μας, ότι κακώς πράττει ο πρέσβυς να τζακίζη το κεφάλι του, διά να τους προστατεύη; Αι συζητήσεις μας δεν είναι μυστικαί, έχομεν ακροατήριον, έχομεν την δημοσιογραφίαν μας. Θέλετε να λέγωσιν, ότι άλλα πράττει ο πρέσβυς μας, και τα εναντία αποφασίζομεν ημείς; 


Οι λαοί περιμένουσι να ασπασθώσι το ευαγγέλιον της πολιτικής μας υπάρξεως, το σύνταγμα. Τι κάμνουν όλοι οι λαοί της ορθοδόξου χριστιανοσύνης εν τη Ευρώπη και Ανατολή, και παντού όπου ευρίσκονται; Όλοι περιμένουν ν’ ακούσουν, αν ήμεθα πιστοί εις τον όρκον μας, εις τας υποσχέσεις μας, αν έχωμεν ακόμη το Ελληνικόν φρόνημα. Και ημείς χάνομεν τον καιρόν μας, και έκαστος φιλοτιμείται να δείξη, ότι εξεύρει να κάμνη τροπολογίας. Δεν είναι λυπηρόν το τοιούτο, γενναίοι, αισθαντικώτατοι Έλληνες;


Την κατάχρησιν να την κτυπήσωμεν, να την εμποδίσωμεν διά το μέλλον. Αλλά το ευαγγέλιον της πολιτικής μας υπάρξεως να μη το μολύνωμεν. Είναι ιερόν, δεν πρέπει να εγγραφώσιν εις τας στήλας του στοιχεία παθών, στοιχεία διαιρέσεων. Αι καταχρήσεις έγιναν με σκοπόν, εξ αγνοίας πολλάκις. Η Βαυαροκρατεία έκαμε πολλάς. Αυτά μας εβίασαν να λάβωμεν δραστήρια μέτρα, διά να τας παύσωμεν. Τα μέτρα ελήφθησαν με τοιούτον εθνικόν τρόπον, ώστε εις μίαν στιγμήν, παιανιζούσης της μουσικής, χορεύοντες ελάβομεν τα δικαιώματά μας, και συνήλθομεν εδώ. (σ.σ. αναφερόταν στην επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου) Η Κυβέρνησις θα συγκροτηθή από Έλληνας. Πολλοί από υμάς θα ήναι Βουλευταί. Το Υπουργείον θα σύγκειται από Έλληνας πολίτας, η Γερουσία επίσης. Ο Βασιλεύς δεν δύναται να είπη, θα διορίζω τον δείνα ή δείνα διοικητήν, τον δείνα ή δείνα εις άλλην θέσιν. Το υπουργείον θα έχη εις την ράχην του την Βουλήν, οι Βουλευταί θα ήναι ως φρουροί. Έγινον καταχρηστικοί διορισμοί, θα τω λέγωσι μυστικά τω Υπουργώ. Αν αυτός τύχη τρελός και δεν ακούση εις τας φρονίμους παρατηρήσεις, κάμη και άλλους επίσης καταχρηστικούς διορισμούς, η Βουλή εκφράζεται, ότι ο υπουργός δεν χαίρει την εμπιστοσύνην της, και ο Υπουργός πίπτει. Φοβούμεθα λοιπόν, εξακολουθούντες τοιαύτας συζητήσεις, ποίους; ημάς αυτούς, μη κάμωμεν καταχρήσεις;


Μόλα ταύτα, Κύριοι, δεν αντιλέγω εις την γνώμην, ότι πρέπει να γενή θεραπεία, να δοθή ικανοποίησις, αλλά γνωμοδοτώ το ευαγγέλιον της πολιτικής μας υπάρξεως, το σύνταγμά μας να μείνη άμωμον. Αλλά να γενή ψήφισμα, δι’ ου να διαταχθή η καθάρισις της υπηρεσίας, να προσκληθή η Κυβέρνησις να παύη τας καταχρήσεις, να μη τας κάμη πλέον.


Ενθυμούμενοι τον ιερόν όρκον μας, Κύριοι, θέλομεν βαδίζει την οδόν της δικαιοσύνης, θέλομεν πράξει (σύμφωνα με την “Αθηνά” στο σημείο αυτό ο Κωλέττης είχε προσθέσει: “σύμφωνα με τας ευχάς των ευεργετιδών Δυνάμεων, αι οποίαι επιθυμούσι την ευτυχίαν και το μεγαλείον μας”) σύμφωνα με τας ευχάς όλου του χριστιανισμού, αναμένοντος να ίδη τας αποφάσεις μας, θέλομεν εναγκαλισθή το μέγα μέλλον, τον μέγαν προορισμόν της πατρίδος μας“.

Ο ΑΝΤΙΚΤΥΠΟΣ

Μετά την ομιλία του Κωλέττη, πολλά ήταν τα “Εύγε” που ακούστηκαν προς αυτόν από διάφορα μέλη της Εθνοσυνέλευσης, ενώ ο Π. Γεραλόπουλος, πληρεξούσιος που μίλησε αμέσως μετά, επαίνεσε την ομιλία του συναδέλφου του: “Αφού ο έντιμος πληρεξούσιος της Ναυπλίας, ο προ ολίγου λαλήσας, ανέπτυξε με τόσον ύψος ιδεών και φαντασίας, και μετ’ αμιμήτου ευστοχίας και εμβριθείας λόγου, τα χρέη και τα συμφέροντά Σας επί του επασχολούντος υμάς πέντε ήδη ημέρας σοβαρού και σπουδαίου ζητήματος, ήτο πάντη περιττόν πλέον ν’ αναβώ κ’ εγώ το βήμα τούτο, διά να σας ομιλήσω επί του αυτού αντικειμένου…“Αρκετές ήταν και οι εφημερίδες που σχολίασαν την ομιλία Κωλέττη, κατά κύριο λόγο με θετικές κρίσεις. Είναι ενδιαφέρον, όμως, ότι καμία δεν στάθηκε στην έννοια της “μεγάλης ιδέας”, ούτε εξέπεμψε κάποιο μήνυμα εθνικού αλυτρωτισμού. Άλλωστε, επί της ουσίας η “Μεγάλη Ιδέα” θα αναπτυσσόταν σε εθνικό ιδεολόγημα την επόμενη δεκαετία, μετά τις επαναστάσεις σε Θεσσαλία, Ήπειρο και Μακεδονία.

ΕΛΠΙΣ, 15.01.1844:
Αι πολιτικαί αρχαί μας δεν συμφωνούσι κατά πάντα με τας του κ. Κωλέτου, πολλάκις τον κατεπολεμήσαμεν. Αλλά πιστοί εις την αρχήν της αυστηροτέρας ημών αμεροληψίας, επαινούντες την αρετήν οσάκις την απαντώμεν, δεν δυνάμεθα παρά ν’ αποδώσωμεν εις τον Κύριον Κωλέτην τον δίκαιον έπαινον διά τα πατριωτικά αισθήματα, τα οποία εξέφρασεν εις την χθεσινήν συνεδρίασιν. Δεν ήτο ο λόγους του επιτήδευσις ρητορικής, ήτο ηχώ αισθημάτων τιμώντων τον πολίτην Έλληνα. Υπερασπίσθη την αλήθειαν κατά της αγυρτείας, κατά της πλέον καταχθονίου επιβουλής. Ενώπιον των κεραυνών της αληθείας, τους οποίους εξέφρασεν ο κ. Κωλέτης, έκυπτον τας κεφαλάς των οι επίβουλοι. Ο Πετούκας και τινες άλλοι, ραδιουργούντες μήνας ήδη δι’ αυτό το ζήτημα τους απλουστέρους των πληρεξουσίων, δεν ετόλμησαν μίαν φοράν να υψώσωσι τους οφθαλμούς των. Εκύτταζαν χαμαί την γην, ως να εφοβούντο, ότι θέλει διαρραγή, διά να τους καταπίη“.

ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΣ, 16.01.1844:
Η προχθεσινή ομιλία του κ. Κωλέττου συνεκίνησε την καρδίαν παντός ευαισθήτου ανθρώπου, παντός Έλληνος…

ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΣ, 23.01.1844:
Την 14 ο κ. Κωλέτης αναβάς εις το βήμα εξεφώνησε λόγον του οποίου τα αισθήματα έπρεπε να αντιχήσωσιν εις το στήθος εκάστου αγωνιστού, ανέφερε παν ότι εδύνατο να συγκινήση ελληνικήν ψυχήν διά να φέρη ομόνοιαν εις την διχογνωμούσαν Συνέλευσιν“.
ΑΓΓΕΛΟΣ, 20.01.1844:
Ο λόγος ούτος ήτον μάλλον πανηγυρικώς υπέρ των πράξεων των Ελλήνων των αγωνισθέντων, είτα παραινετικός, ή μάλλον επιπληκτικός, διά τι η Συνέλευσις να θέλη να αποκλείση τους λοιπούς ομογενείς από του να έλθωσιν εις την Ελλάδα… Μόλον τούτο και ο Κωλέτης μη ων συνεπής των λόγων του, έκαμεν ιδίαν τροπολογίαν ψηφίσματος επί του συζητουμένου άρθρου υπέρ των αυτοχθόνων μάλλον ή των ετεροχθόνων, την οποίαν και είδομεν ιδιαιτέρως εν τω βουλευτηρίω πολλοί“.

Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΛΑΟΥ, 29.02.1844 (αναφέροντας περιληπτικά τα πρακτικά της συνεδρίασης):
Ο κ. Ι. Κωλέττης αναβαίνει εις το βήμα. Άκρα σιωπή καθ’ όλον το ακροατήριον. Όλοι και πρώτοι ημείς περιεμέναμεν να ακούσωμεν τας ιδέας του κ. Κωλλέτου, πρώτην φοράν αναβαίνοντος το βήμα, διά να ομιλήση περί ζητήματος εθνικού…. Η εντύπωσις την οποίαν έκαμε, ήτο βαθεία διότι περιείχε αληθείας παρουσιαζομένας υπό το ένδυμα της αφελούς εκείνης ειλικρινείας, ενώπιον της οποίας η ραδιουργία συμπίπτει κατησχυσμένη“.

ola-ta-kala.blogspot.com

, , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.