Η Πατριαρχική Μεγάλη του Γένους Σχολή

Πεντακόσια πενήντα πέντε χρόνια στην υπηρεσία της παιδείας του Γένους
(1454 – 2009).

του Πασχάλη Κιτρομηλίδη Καθηγητή Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών

Η ιστορική ανάμνηση που συνθέτει το ουσιώδες περιεχόμενο των επετειακών εορτασμών, συνιστά θεμελιώδες συστατικό του πολιτισμού της ανθρωπότητας, διότι με τον τρόπο αυτό, όπως και με την μελέτη των μεγάλων διανοητικών παραδόσεων, θρησκευτικών ή κοσμικών, συντελείται ο διάλογος των γενεών, αποτρέπεται η λήθη και μεταλαμπαδεύονται οι πνευματικές και ηθικές αξίες.

Ο εορτασμός της πεντακοσιοστής πεντηκοστής πέμπτης επετείου της ίδρυσης της Πατριαρχικής Μεγάλης του Γένους Σχολής στρέφει την σκέψη μας στο σύνθετο φαινόμενο της παιδείας στην Κωνσταντινούπολη, το οποίο δεν είναι φαινόμενο των τελευταίων 550 χρόνων, που συμπίπτουν με την φορά των Ιστορικών πραγμάτων προς την νεωτερικότητα. Παιδεία στην Κωνσταντινούπολη σημαίνει κατά πρώτο λόγο τις εκδηλώσεις του πνεύματος κατά την βυζαντινή χιλιετία. Η έννοια της παιδείας στην Κωνσταντινούπολη μας παραπέμπει, στον πνευματικό πολιτισμό που συνδέθηκε με την αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης και καθαγιάστηκε από την Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία.

Ο πνευματικός αυτός πολιτισμός, που δημιουργήθηκε με όργανο την ελληνική γλώσσα, δεν έσβησε με την άλωση της Πόλης το 1453 και την κατάλυση της χριστιανικής αυτοκρατορίας της Νέας Ρώμης.

Η συμπόρευση Εκκλησίας και παιδειας μέσα στην νέα κοινωνία της Ρωμιοσύνης, της οποίας κοιτίδα αποβαίνει η Κωνσταντινούπολη μετά το 1453, είναι το ουσιώδες ιστορικό ζήτημα που καλείται, την στιγμή της 555ης επετείου, να κατανοήσει και να σταθμίσει η ιστορική ανάμνηση ως άγραφος μνήμη, αλλά και ως κριτικός λόγος.

Η εμφάνιση της Πατριαρχικής σχολής το 1454

Η ανίδρυση του Πατριαρχείου σήμανε και την ανίδρυση της παιδείας του γένους ως ενός από τους κατεξοχήν τομείς της μέριμνας της Εκκλησίας. Η εμφάνιση της πατριαρχικής σχολής το 1454 υπήρξε η συμβολική έκφραση αυτής της «ανίδρυσης» της παιδείας του γένους.

Η λειτουργία στην Κωνσταντινούπολη της πατριαρχικής σχολής ήδη από το έτος 1454 αποτέλεσε ένα, ίσως αρχικά το μόνο, από τα «αμυδρά και διψαλέα λυχνάρια [τα] αραιότατα κείμενα μεταξύ παχυλοτάτου σκότους» στον χάρτη της παιδείας του γένους. Και όμως αυτό το πρώτο «αμυδρό και διψαλέο λυχνάριο απέβη η κοιτίδα της διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας και της ελληνικής φιλοσοφίας στην Πόλη, ήδη από τα μέσα του δεκάτου πέμπτου αιώνα υπό την κυριαρχία του Οθωμανικού κράτους. Χάρη στον πρώτο σχολάρχη Ματθαίο Καμαριώτη στο πρόγραμμα της σχολής εντάχθηκαν η Ρητορική και η Φιλοσοφία. Με την διδασκαλία και το έργο του στην Πατριαρχική Σχολή ο Καμαριώτης δημιουργεί, ήδη κατά το δεύτερο ήμισυ του 15ου αιώνα και μέχρι του θανάτου του το 1489/90, ένα πρότυπο για την ανώτερη παιδεία του γένους. Κύριος κορμός του προγράμματος της σχολής ήταν φυσικά η θρησκευτική παιδεία, τα χριστιανικά γράμματα. Στον κορμό αυτό ενοφθαλμίστηκαν από την αρχή χάρη στον Καμαριώτη, που οπωσδήποτε ήταν φορέας της πολιτικής και της πνευματικής παρακαταθήκης του Πατριάρχου Γενναδίου Β’ Σχολαρίου, η καλλιέργεια της ελληνικής γλώσσας και η θύραθεν ελληνική φιλοσοφία. Έτσι διαμορφώνονται τα θεμέλια της Κωνσταντινουπολίτικης παιδείας, η οποία θα λάβει αργότερα τις τελειότερες και πληρέστερες εκφάνσεις της, ως η παιδεία των Φαναριωτών.

Την παράδοση του Καμαριώτη συνεχίζει και εδραιώνει ο «σοφώτατος και θεολογικώτατος» Μανουήλ Κορίνθιος, ο όποιος προΐσταται της σχολής κατά την καμπή του δεκάτου πέμπτου προς τον δέκατο εκτο αιώνα. Χάρη στο έργο και τα πνευματικά ενδιαφέροντα του Ματθαίου Καμαριώτη και του Μανουήλ Κορινθίου θα μπορούσε να παρατηρηθεί ότι η αρχική λειτουργία της σχολής και η θεμελίωση του προγράμματος διδασκαλίας συνδέθηκε με έναν χαρακτηριστικό χριστιανικό ουμανισμό, που θα αποτελέσει και το υπόβαθρο της Κωνσταντινουπολίτικης λογιοσύνης κατά τους επόμενους αιώνες.

Η νεοαριστοτελική φιλοσοφία στην Μεγάλη του Γένους Σχολή

Το τέλος του 16ου αιώνα υπήρξε εποχή δυσκολιών για το Πατριαρχείο και την σχολή του. Οι δοκιμασίες αυτές συνδέθηκαν με την έξωση του Πατριαρχείου από την Μονή της Παμμακαρίστου και την τελική εγκατάσταση του στο Φανάρι στα χρόνια 1599-1601. Η σχολή εξακολούθησε να λειτουργεί, αλλά η ανάγκη της ανανέωσης άρχισε να γίνεται αισθητή. Η ώθηση δόθηκε και στον τομέα της παιδείας κατά την ρηξικέλευθη και περιπετειώδη πατριαρχία του Κυρίλλου του Α’, του πατριάρχη που έφερε στο πηδάλιο της σχολής τον Αθηναίο Θεόφιλο Κορυδαλλέα, την σημαντικότερη οπωσδήποτε μορφή στην φιλοσοφική παιδεία του γένους μετά την άλωση. Ο Κορυδαλλεύς με την διδασκαλία του μετάγγισε στην καθ’ ημάς Ανατολή με τρόπο αποφασιστικό την φιλοσοφική παιδεία της Δύσεως και μετέφερε από το Πανεπιστήμιο της Πάδουας στην Κωνσταντινούπολη, όχι, μόνο την λατινική γλωσσα, αλλά και την νεοαριστοτελική φιλοσοφία.

Με τον Κορυδαλλέα και τον νεοαριστοτελισμό ή «κορυδαλλισμό», οπως επικράτησε να λέγεται, εγκαινιάζεται με επίκεντρο την Κωνσταντινούπολη και την Πατριαρχική σχολή μια νέα περίοδος στην παιδεία του γένους. Το κορυδαλλικό φιλοσοφικό σύστημα, ρηξικέλευθο και ανανεωτικό αρχικά, καθιερώθηκε σταδιακά ως η συμβατική ορθοδοξία στην φιλοσοφική παιδεία και έμελλε στο δεύτερο ήμισυ του 18ου αιώνα ν’ αποτελέσει τον στόχο μιας άλλης φιλοσοφικής προσέγγισης, προερχόμενης επίσης από την Δύση, του Διαφωτισμού.

cf83cf87cebfcebbceb710

Το άνοιγμα της Σχολής προς τον Διαφωτισμό
Η σχολή εισέρχεται στον 18ο αιώνα αναδιοργανωμένη και στελεχωμένη από μια διαδοχή σημαντικών καθηγητών, που συρρέουν από πολλά σημεία της γεωγραφικής περιφέρειας και ιδίως από τις νήσους του αρχιπελάγους, για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους.

Μεταξύ αυτών και ο Ευγένιος Βούλγαρης, που κάνει αισθητή την παρουσία του στους φιλολογικούς κύκλους, που άρχισαν να εμφανίζονται στην Πόλη την εποχή του Διαφωτισμού. Η συμβολή του όμως υπήρξε θεμελιωδέστερη στην αποσαφήνιση της πολιτικής του Πατριαρχείου, που συντελείται ακριβώς περί τα μέσα του 18ου αιώνα μετά την κρίση του Αναβαπτισμού. Θεμελιώδης συντελεστής της πολιτικής αυτής υπήρξε ο προβληματισμός για την ανασύνταξη των δυνάμεων του Ορθόδοξου γένους, που η Μ. Εκκλησία έβλεπε να απειλείται από την πίεση των αιρέσεων και τους εξισλαμισμούς. Οι ενέργειες της Μ. Εκκλησίας στον χώρο της διοίκησης, της παιδείας και της Ιεραποστολής στις δεκαετίες του 1750 και του 1760 μπορούν να ερμηνευθούν υπό αυτό το πρίσμα: χαρακτηριστικά ας αναφερθούν η ίδρυση της Αθωνιάδας και η αναβάθμιση της Πατριαρχικής Μεγάλης του Γένους Σχολής με την πρόσκληση του Βούλγαρη, η ανάκληση του αυτοκεφάλου των εκκλησιών Αχρίδος και Ιπεκίου, των οποίων το ποίμνιο διαβρωνόταν από τους εξισλαμισμούς, η δράση τέλος για είκοσι συναπτά έτη του χαρισματικού ιεραπόστολου Κοσμά του Αιτωλού για τον επανευαγγελισμό της Δυτικής Βαλκανικής.

Σε μια εποχή Διαφωτισμού, σε μια εποχή δηλαδή διανοητικών αλλαγών και πύκνωσης των εκδηλώσεων της πνευματικής ζωής, η Πατριαρχική σχολή δεν αναμένεται πλέον να επιτελεί απλώς έργο εκπαίδευσης και κατάρτισης στελεχών, αλλά εντάσσεται στο ίδιο το πλέγμα των συντελεστών της αλλαγής.

Η Σχολή εξακολούθησε να λειτουργεί για το υπόλοιπο του 18ου αιώνα. Την τελευταία δεκαετία του αιώνα σχολαρχούσε ο Σέργιος Μακραίος, παλαιός μαθητής του Βούλγαρη στην Αθωνιάδα. Ωστόσο στην χαραυγή του νέου αιώνα, επί Καλλινίκου Ε’, σημειώνεται μια νέα σημαντική πρωτοβουλία της Μ. Εκκλησίας σε σχέση με την σχολή. Αποφασίζεται να μεταφερθεί η σχολή από το Φανάρι στην Ξηροκρήνη στην ακτή του Βοσπόρου και να στεγασθεί για μεγαλύτερη άνεση στον ηγεμονικό οίκο του Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου, που θα αγόραζε η Εκκλησία προς τον σκοπό αυτό. Το σημαντικότερο στο όλο εγχείρημα υπήρξε η απόφαση να κληθεί στην σχολαρχία ο Δωρόθεος Πρώιος νέος κληρικός και λόγιος, σπουδασμένος στην Δύση, με σαφή ευνοϊκή προδιάθεση προς τον Διαφωτισμό. Ο οραματισμός του Πρώιου για την Μεγάλη του Γένους Σχολή ήταν να αποβεί πνευματικό ίδρυμα πανεπιστημιακού επιπέδου, με προορισμό, όχι μόνο την εκπαίδευση, αλλά και την έρευνα θεμάτων της πατρίου παιδείας. Οι ερευνητικές φιλοδοξίες του Πρώιου για την σχολή φαίνονται στην μνημειώδη πρωτοβουλία του για την σύνταξη λεξικού της ελληνικής γλώσσας, της περίφημης «Κιβωτού».

Ενδεικτικό του πνευματικού κλίματος της σχολής κατά την εποχή αυτή του γενναίου ανοίγματος προς τον Διαφωτισμό είναι και μια κατά πάντα αξιοσημείωτη πληροφορία σε σχέση με την σύνθεση της βιβλιοθήκης της. Το 1830 η βιβλιοθήκη της σχολής περιλάμβανε 568 βιβλία σε ελληνική γλώσσα και 840 σε ξένες γλώσσες. Διαπίστωση αναπόδραστη: κανένας επαρχιωτισμός, καμιά ανασφάλεια και εσωστρέφεια δεν βαρύνει το κλίμα της σχολής.

Η Μ. Εκκλησία στην χαραυγή του 19ου αιώνα, δεν εκδηλώνει ανασφάλεια απέναντι στον Διαφωτισμό και τους φορείς του. Απεναντίας, επιδιώκει να αξιοποιήσει τις δυνάμεις του Διαφωτισμού για να αναβαθμίσει την παιδεία του γένους και να καταστήσει τα αποτελέσματα της βιωσιμότερα κυρίως ως προς την εδραίωση του φρονήματος του χριστιανικού της ποιμνίου.
Η πορεία της Μεγάλης του Γένους Σχολής προς την σύγχρονη ιστορία της
Η περαιτέρω πορεία της Μ. Γ. Σχολής ποδηγετήθηκε από σχολάρχες, όπως ο Νικόλαος Λογάδης και ο Μεσημβρίας Σαμουήλ ο Κύπριος, «ξυνωρίς σεπτή και επ’ αρετή τε και παιδεία διάσημος», τους όποιους αργότερα διαδέχθηκαν και άλλες κορυφαίες μορφές της λογιοσύνης της Μεγάλης Εκκλησίας, όπως ο Φιλόθεος Βρυένιος, ο Ευστάθιος Κλεόβουλος και ο Ιωάννης Αναστασιάδης.

Οι μεγάλοι αυτοί σχολάρχες ποδηγετούν την σχολή προς την σύγχρονη πλέον ιστορία της, που εγκαινιάζεται με την μεταβολή της σε σχολείο μέσης παιδείας, στο κορυφαίο εκπαιδευτικό καθίδρυμα της πολιτικής Ρωμιοσύνης και συμβολικά εκφράζεται με την εγκατάσταση της σχολής στο επιβλητικό πορφυρόχρουν οίκημα που δεσπόζει στις ανωφέρειες της δυτικής ακτής του Κερατείου.

Η ορθόδοξη Ρωμιοσύνη έδρασε ως στοιχείο ενταγμένο στην οθωμανική κοινωνία. Έτσι και η πατριαρχική σχολή, στους αιώνες της ύπαρξής της, λειτούργησε ως εκπαιδευτικός θεσμός ενταγμένος στην οθωμανική πραγματικότητα, με την οποία συνδιαλέγεται σε όλες τις φάσεις της ιστορίας της και προς την εξέλιξη της όποιας ανταποκρίνεται και συμβάλλει. Θα μπορούσε μάλιστα να παρατηρηθεί ότι αυτό το μειονοτικό εκπαιδευτικό ίδρυμα υπήρξε ο αγωγός για την παρουσία στην οθωμανική Κωνσταντινούπολη αντικατοπτρισμών από τα σημαντικότερα διανοητικά ρεύματα της ευρωπαϊκής παιδείας, δηλαδή από τον ουμανισμό, τον νεοαριστοτελισμό, τον Διαφωτισμό.

Δεύτερον η σχολή, τα προγράμματα και η κατάρτιση των στελεχών της δεν άφησαν αδιάφορους και τους εκπροσώπους της ίδιας της οθωμανικής λογιοσύνης. Ορισμένοι από αυτούς, οι οποίοι εμφανίζονται να εμφορούνται από διευρυμένα διανοητικά ενδιαφέροντα, επιζητούν να πληροφορηθούν από στελέχη της σχολής για ζητήματα καί θέματα της θύραθεν σοφίας που διδάσκονταν σε αυτή. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα υπήρξε ίσως το ενδιαφέρον του Σεϊχουλισλάμη, που ζήτησε από τον σχολάρχη Νικόλαο Κριτία στα μέσα του Ι8ου αιώνα να του διδάξει την φιλοσοφία του Αριστοτέλη, με αποτέλεσμα την οθωμανική μετάφραση της Λογικής του Κορυδαλλέα, όπως αναφέρει ρητά ο Ιώσηπος Μοισιόδαξ. Τα Ηθικά του Αριστοτέλη, μας πληροφορεί ο Δημήτριος Καταρτζής, ήταν επίσης μεταφρασμένα στα τουρκικά.

Η ιστορία της Πατριαρχικής Μεγάλης του Γένους Σχολής, που ξεδιπλώνεται νοερά στην συνείδηση όλων μας αυτό το επετειακό έτος, ως ανάμνηση και ως άναστοχασμός αναπαριστά, όπως είδαμε, τον διάλογο και την αντιπαράθεση των γενεών, την διαλεκτική της συνέχειας και της ρήξης, την εναλλαγή της παράδοσης και της ανανέωσης, το δράμα με μια λέξη της παιδείας του γένους. Δράμα, αλλά όχι τραγωδία, για να είμαστε ακριβολόγοι. Πρόκειται για δράμα που το συνθέτουν ζωντανά ανθρώπινα πάθη, τα πάθη μιας ζώσας κοινωνίας που κατορθώνει δια της παιδείας, ακόμη και σε χαλεπούς καιρούς, να ανανεώνεται και να επιβιώνει. Αν η βίωση των παθών και των παρεπομένων μας αφήνει συχνά μια γεύση πικρίας και απογοήτευσης, το τελικό αποτέλεσμα που προκύπτει από την αναμέτρηση με τις δοκιμασίες του χρόνου και με την πονηρία της ιστορίας οφείλει να σταθμιστεί με γνώμονα την ποιότητα των ανθρώπινων αποτελεσμάτων που εξακολουθούν για πεντακόσια πενήντα πέντε χρόνια και ως την χαραυγή του 21ου αιώνα να δικαιώνουν την παιδεία και την λογιοσύνη, που συνδέθηκαν με την λειτουργία της Μεγάλης του Γένους Σχολής.

πηγή: (Περιοδικό ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ τ. 15 σ. 44-51)

, , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.