Η περιπετειώδης ιστορία της Σπάρτης τη Βυζαντινή Εποχή

Στα μέσα του δεύτερου αιώνα η Σπάρτη, μετά από μια σύντομη σύγκρουση, υποτάχθηκε στην κυριαρχία της Ρώμης. Η Ελλάδα είχε ήδη μεταβληθεί σε παραπόταμο, μακριά από το κύριο ρεύμα της ιστορίας. Οι δραστήριοι πολίτες της μετακινήθηκαν προς τις μεγάλες πολιτείες του ελληνικού κόσμου, ή προς την ίδια τη Ρώμη ή προς την υπέροχη πρωτεύουσα που ο Μέγας Κωνσταντίνος θα δημιουργούσε στα παράλια του Βοσπόρου. Κάτω από την κυριαρχία των Ρωμαίων αυτοκρατόρων, οι ελληνικές πόλεις ήσαν κάτι περισσότερο από μουσεία. Στη Σπάρτη, οι σκληροί αγώνες που άλλοτε μετέβαλαν τους εφήβους σε άνδρες, τώρα γίνονταν εμπρός στους περιηγητές, στο θέατρο. Η αυστηρότητα είχε εξαλειφθεί από τη ζωή της Σπάρτης η κοιλάδα του Ευρώτα ήταν γνωστή για την οκνηρή, ανέμελη χλιδή της. Η μορφή της Ελένης είχε επισκιάσει τη μορφή του Λυκούργου.

Ο ερχομός του Χριστιανισμού επέφερε μια μεγαλύτερη αυστηρότητα στα ήθη. Αλλά φαίνεται πως οι Σπαρτιάτες δεν ήταν πολύ πρόθυμοι να ενστερνιστούν τη νέα θρησκεία. Μόνο αφού προχώρησε για τα καλά ο 5ος μ.Χ. αιώνας, γίνεται σαφώς λόγος για τον επίσκοπο της Λακεδαίμονος καθώς η Εκκλησία επανήλθε στο πιο παλιό και πιο μελωδικό από τα ονόματα της πόλης. Με το τέλος του πέμπτου αιώνα όλα τα σημάδια της ειδωλολατρείας εξαφανίστηκαν. Οι αρχαίοι ναοί ερήμωσαν ή μετατράπηκαν σε εκκλησίες. Τα αθλήματα και οι αγώνες εγκαταλείφθηκαν και οι μέλλουσες μητέρες δεν σκαρφάλωναν πια το λόφο της Θεράπνης να προσευχηθούν στο μνήμα της Ελένης. Αλλά ήδη η ήσυχη ζωή στην κοιλάδα είχε διακοπεί. Το 376 η αυτοκρατορική διοίκηση επέτρεψε στο βάρβαρο έθνος των Βησιγότθων να διαβεί τον Δούναβη και να εισχωρήσει στην Αυτοκρατορία. Δεκαεννιά χρόνια αργότερα, οδηγούμενοι από τον ανήσυχο αρχηγό τους Αλάριχο, θυμωμένοι που δεν τους δόθηκε γη να εγκατασταθούν, εισέβαλαν στην ελληνική χερσόνησο. Η Αθήνα δεν δέχθηκε την επίθεσή του, επειδή ο Αλάριχος, αν και διακήρυσσε ότι ήταν καλός χριστιανός, είδε σε όραμα τη θεά Αθηνά και τον ήρωα Ηρακλή να φυλάγουν τα τείχη. Έτσι, βιαστικά διέσχισαν τον Ισθμό της Κορίνθου προς την Πελοπόννησο, λεηλατώντας τα μέρη απ’ όπου περνούσαν και, τελικά, προς το τέλος του καλοκαιριού του 395, επιτέθηκαν στην ανυπεράσπιστη Σπάρτη. Για πρώτη φορά στην ιστορία της, η πόλη λεηλατήθηκε. Φαίνεται πως ο Αλάριχος οραματίστηκε την ίδρυση ενός δικού του βασιλείου στην Πελοπόννησο αλλά μετά από λίγους μήνες, τμήμα του αυτοκρατορικού στρατού της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας υπο τον στρατηγό Στηλιχωνα που πλησίαζε, τον έκανε να μετακινηθεί προς τα βόρεια, στην Ιλλυρία, και να αρχίσει ξανά την ανήσυχη πορεία του που θα έφερνε τον πόλεμο στην Ιταλία και σε αυτήν ακόμη την πόλη της Ρώμης. Η ειρήνη επέστρεψε στην κοιλάδα της Σπάρτης για δύο σχεδόν αιώνες. Αλλά η αυτοπεποίθηση είχε πια χαθεί. Επιτέλους, κτίστηκαν τείχη για να προστατευτεί η ίδια η πόλη. Αυτοί οι αιώνες παρακολούθησαν την παρακμή κάθε ευημερίας στην ελληνική χερσόνησο. Με το θρίαμβο της Χριστιανοσύνης, οι πόλεις της Ελλάδας έχασαν το παλιό τους μεγαλείο και οι πιο δραστήριοι πολίτες τους, τις εγκατέλειψαν για επαρχίες με μεγαλύτερη κίνηση. Το εμπόριο από τη μια στην άλλη πλευρά της Μεσογείου, περνούσε τώρα από την Ελλάδα, όπου η παραγωγή ήταν μικρή. Το βάρος από την αυτοκρατορική φορολογία, ιδιαίτερα κατά τη βασιλεία του αυτοκράτορα Ιουστινιανού, ήταν μεγάλο για μια επαρχία που είχε λίγους φυσικούς πόρους. Η προσοχή των Βυζαντινών αυτοκρατόρων ήταν στραμμένη στα προβλήματα κατά μήκος των συνόρων τους ή στα όνειρα για την ανακατάληψη των δυτικών επαρχιών από τους βαρβάρους. Αλλά το χειρότερο επρόκειτο να ακολουθήσει.

Τις τελευταίες δεκαετίες του έκτου αιώνα, όταν η Βυζαντινή Αυτοκρατορία ήταν απασχολημένη με έναν οδυνηρό πόλεμο ενάντια στους Πέρσες και η τεράστια Αυτοκρατορία των Αβάρων, που ήταν τουρκικής προέλευσης, προωθείτο στη Βαλκανική χερσόνησο, ένα νέο φυλετικό στοιχείο έπαιρνε το δρόμο για την Ελλάδα. Από τις αρχές του αιώνα, οι Σλάβοι είχαν ξεχυθεί στη Βαλκανική χερσόνησο. Και τώρα, από τη μια ενθαρρυμένοι από τους Αβάρους και από την άλλη για να αποφύγουν την άμεση κυριαρχία των Αβάρων, ομάδες απ’ αυτούς κατέβαιναν στην Ελλάδα. Πριν από το τέλος του αιώνα βρέθηκαν να συνωστίζονται στην Πελοπόννησο. Η ευχάριστη κοιλάδα της Σπάρτης ήταν της αρεσκείας τους και οι Έλληνες κάτοικοι τράπηκαν σε φυγή. Πολλοί κατέφυγαν στα νότια, στους άγριους λόφους της χερσονήσου της Μάνης, όπου ξαναζωντάνεψαν τις αυστηρές στρατιωτικές αρετές της αρχαίας Σπάρτης• μερικοί κατέφυγαν σε παράλιες πόλεις που οι Σλάβοι ήσαν ανίκανοι να κατακτήσουν, ιδιαίτερα στο βράχο με το κάστρο της Μονεμβασίας που προεξέχει στη θάλασσα του Αιγαίου. Πολύ περισσότεροι κατέφυγαν πέρα από την θάλασσα στα δυτικά, στη Σικελία, για να ιδρύσουν μια νέα Λακεδαίμονα που αποκάλεσαν για συντομία Demona και που θεώρησαν ότι ήταν μια χώρα περισσότερο ασφαλής. Άλλοι πρέπει να παρέμειναν, να παντρεύτηκαν με τους εισβολείς και να τους μετέδωσαν στοιχεία πολιτισμού. Η ανακατάληψη της Ελλάδας από τους Έλληνες άρχισε στα τελευταία χρόνια του όγδοου αιώνα, την εποχή της αυτοκράτειρας Ειρήνης τηςΕιρήνης της Αθηναία.

Αλλά η Πελοπόννησος απολυτρώθηκε στα χρόνια του διαδόχου της, του Νικηφόρου Α΄. Μια σειρά από εκστρατείες που ανέλαβε ο στρατηγός του θέματος της Πελοποννήσου, ο Λέων Σκληρός, απώθησε τους Σλάβους στα βουνά και ελευθέρωσε τις πεδιάδες, έτσι ώστε οι Έλληνες να κυριαρχήσουν σ’ αυτές. Ο αυτοκράτορας θεώρησε αναγκαίο να φέρει εκεί Έλληνες εποίκους από άλλα μέρη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Κατάγονταν κυρίως από τη Μικρά Ασία, και ήσαν Έλληνες μαζί με λιγοστούς Αρμενίους, ενώ πολλοί από τους απογόνους των παλαιότερων Σπαρτιατών πρέπει να επέστρεψαν στα σπίτια τους. Γύρω στα 810 επανιδρύθηκε στη Σπάρτη Επισκοπή, η Επισκοπή της Λακεδαίμονος, που υπαγόταν στην εξουσία της Μητρόπολης της Πάτρας. Η κοιλάδα επρόκειτο τώρα ξανά να απολαύσει μια περίοδο σχετικής ειρήνης. Οι σλαβικές φυλές που είχαν αποτραβηχτεί στην οροσειρά του Ταϋγέτου και στα βουνά της Αρκαδίας προσπαθούσαν να λεηλατήσουν τις πεδιάδες• και στρατιωτικές αποστολές έπρεπε να σταλούν εναντίον τους για να αποκαταστήσουν την υπακοή και να τους αποσπάσουν τους φόρους υποτελείας. Σε σύντομο χρονικό διάστημα πείσθηκαν να ασπαστούν το Χριστιανισμό, κυρίως χάρις στις προσπάθειες ενός Αγίου του δέκατου αιώνα, του Νίκωνα Νίκωνατου επονομαζόμενου «Μετανοείτε», γεννημένου στο Άργος, που περιπλανιόταν στα βουνά της Λακωνίας κηρύττοντας με επιμονή το Ευαγγέλιο. Ήταν ένας άνθρωπος με ισχυρή προσωπικότητα, αλλά με μια απωθητική αδιαλλαξία. Όταν ο λοιμός έπληξε τη Σπάρτη, αρνήθηκε να μπει μέσα στην πόλη ως την ώρα που εκδιώχθηκαν όλοι οι Εβραίοι που είχαν εγκατασταθεί εκεί τα τελευταία χρόνια. Τότε ήρθε στην πόλη και ο λοιμός εξαφανίστηκε με μιας. Όταν λίγο αργότερα οι Βούλγαροι απείλησαν την Πελοπόννησο, ο στρατηγός του θέματος τον κάλεσε στην Κόρινθο. Η αίγλη της παρουσίας του εκεί αποκατέστησε το ηθικό όλων και οι Βούλγαροι, δείχνοντας σύνεση, αποχώρησαν. Ήταν ένας ακούραστος θεμελιωτής εκκλησιών, ιδίως μέσα στη Σπάρτη ή κοντά σ’ αυτήν. Όταν πέθανε τον κατέταξαν μεταξύ των Αγίων και οι ευγνώμονες Σπαρτιάτες τον ανακήρυξαν προστάτη τους Άγιο. Σίγουρα είχε κάνει την πόλη το πιο ζωηρό θρησκευτικό κέντρο της επαρχίας, αν και μόλις το 1081, περίπου έναν αιώνα μετά το θάνατό του, η Επισκοπή της Λακεδαίμονος προβιβάστηκε σε Μητρόπολη.

Ο Όσιος Νίκων ο Μεταοείτε, ευαγγελιστής της Σπάρτης και της Κρήτης

Η κοιλάδα, στη διάρκεια του δέκατου και ενδέκατου αιώνα δέκατου και ενδέκατου αιώνα απολάμβανε μιαν ευμάρεια όλο και μεγαλύτερη. Οι σλαβικές φυλές του Ταϋγέτου, γνωστές την εποχή αυτή σαν Μηλιγγοί και Εζερίτες, δεν αποτελούσαν πια απειλή. Μια προσπάθεια για ξεσηκωμό, γύρω στα 925, καταπνίγηκε με στρατιωτική επέμβαση• και χάρις στον Άγιο Νίκωνα και τους μαθητές του, τώρα ήσαν χριστιανοί. Όσο πλήρωναν το φόρο υποτελείας κανονικά, τους επέτρεπαν την αυτονομία τους κάτω από την επίβλεψη του άρχοντα που διόριζε ο στρατηγός της Πελοποννήσου. Οι Έλληνες της Μάνης και οι Τσάκωνες από την οροσειρά του Πάρνωνα, ήσαν τώρα ευσεβείς και νομοταγείς πολίτες. Υπήρχαν Σπαρτιάτες αρκετά πλούσιοι ώστε να μπορούν να επισκέπτονται την πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας. Η αυτοκράτειρα Θεοφανώ Θεοφανώ, γυναίκα του Ρωμανού Β’ Ρωμανού Β’, καταγόταν από τη Σπάρτη. Παρουσίαζαν τον πατέρα της ως ένα Σπαρτιάτη πανδοχέα. Το επάγγελμά του πρέπει να ήταν πολύ αποδοτικό, μια και μπόρεσε να τη στείλει στην Κωνσταντινούπολη, όπου κυκλοφορούσε σε κύκλους που σύχναζε και ο νεαρός αυτοκράτορας. Κι αν ο πατέρας του Κωνσταντίνος Ζ’ ένοιωσε απελπισία που ο γιος του την ερωτεύθηκε, αυτό δε συνέβη παρά μόνο επειδή διαπραγματευόταν ήδη τους αρραβώνες του γιου του με μια Γερμανίδα πριγκίπισσα, την Εδβίγη της Βαυαρίας, ανιψιά του αυτοκράτορα της Δύσης Όθωνα του Α’, μια αρχόντισσα που αργότερα, σαν δούκισσα της Swabia, έγινε μια από τις πιο μεγάλες μέγαιρες της μεσαιωνικής ιστορίας. Αλλά ο Κωνσταντίνος δεν απαγόρευσε τον γάμο με τη Θεοφανώ. Κάπου δεκαπέντε χρόνια αργότερα, η Θεοφανώ ήταν συνένοχος στη δολοφονία του δεύτερου άνδρα της, του Νικηφόρου Β’, ενός βλοσυρού στρατηγού, που τον είχε παντρευτεί για να προφυλάξει το θρόνο των γιων της• και φήμες άρχισαν να κυκλοφορούν, ότι έπρεπε να ήταν υπεύθυνη για το θάνατο του Κωνσταντίνου Ζ’ και του Ρωμανού Β’. Η κατηγορία είναι αβάσιμη. Ο Κωνσταντίνος ήταν ένας ηλικιωμένος άνδρας με επισφαλή υγεία, ενώ ο θάνατος του Ρωμανού έβαζε σε κίνδυνο όλη της την εξέλιξη. Ο γιος της, ο Βασίλειος Β’ Βασίλειος Β’, ήταν ο πιο μεγάλος από τους βυζαντινούς αυτοκράτορες-πολεμιστές. Ίσως από τους Σπαρτιάτες προγόνους της μητέρας του να κληρονόμησε τη βαθιά του περιφρόνηση για τον πολιτισμό και την άνεση και την αφοσίωσή του στη στρατιωτική ζωή τη γεμάτη ανδραγαθήματα.

Η παρουσία του Οσίου Νίκωνα, το 10ο αιώνα, είναι καταλυτική για την ενδυνάμωση του χριστιανικού στοιχείου. Η μονή που ο ίδιος ιδρύει εξελίσσεται σε σημαντικό κέντρο και στην πανήγυρή της συρρέουν πλήθη προσκυνητών. Την αυξανόμενη ισχύ και σημασία της πόλης καταδεικνύει η ανύψωση της επισκοπής της Λακεδαιμονίας σε Μητρόπολη, το 1802. Η παρουσία βυζαντινών αξιωματούχων στην πόλη, αλλά και βενετών εμπόρων, καθώς και ιουδαϊκού πληθυσμού, που ασχολούνται με την επεξεργασία και τη διακίνηση υφασμάτων, καθώς και τη διάθεση του πλεονάσματος του αγροτικού προϊόντος της περιοχής (λάδι, κρασί κ.ά.), δηλώνουν εύγλωττα την οικονομική ευμάρεια που επικρατεί. Την εικόνα αυτής της ακμής επιβεβαιώνει η ανασκαφική έρευνα των τελευταίων χρόνων. Η πόλη είχε επεκταθεί, από το 10ο και κυρίως κατά τον 11ο και 12ο αιώνα, στα νότια και δυτικά της τειχισμένης ακρόπολης, με νέα δημόσια και ιδιωτικά κτίσματα, ναούς, λουτρά, εργαστήρια. Η ζωή της πόλης συνεχίστηκε απρόσκοπτα μέχρι το β’ μισό του 13ου αιώνα. Η Λακεδαιμονία ήταν ονομασία του βυζαντινού συνοικισμού που θεμελιώθηκε στα ερείπια της αρχαίας Σπάρτης, δηλαδή στη θέση της σημερινής πόλης. Τότε, ήταν ένας μικρός οικισμός, ο οποίος κάλυπτε τον χώρο της αρχαίας ακρόπολης και των γύρω λόφων. Η οχύρωση του οικισμού είχε ξεκινήσει από την περιοχή του αρχαίου θεάτρου, αμέσως μετά την καταστροφή της πόλης από τον Αλάριχο (396 μ.Χ.) και πιθανολογείται ότι ολοκληρώθηκε μετά την εμφάνιση των Σλάβων (τέλη 6ου αι. μ.Χ.). 
Η αρχαιολογική έρευνα των τελευταίων ετών απέδειξε ότι, στους χρόνους του Ιουστινιανού και έως τα μέσα περίπου του 6ου αι., συνεχιζόταν η οικοδόμηση στο βόρειο τμήμα της σύγχρονης Σπάρτης. Σώζονται ελάχιστες πληροφορίες, αρχαιολογικές ή φιλολογικές, για τις πρώτες φάσεις της Λακεδαιμονιας. Ανάμεσα στους Σλάβους του Ταΰγετου, στους Τσάκωνες και στη Μονεμβασία, η κοιλάδα του Ευρώτα ήταν η μοναδική περιοχή όπου διατηρήθηκε ένα αστικό κέντρο. Αν η αρχαιοπρεπής βασιλική στο κέντρο της ακρόπολης της Σπάρτης δεν ανήκει χρονολογικά στον 10ο αι. αλλά στον 7ο ή 8ο αι., κάτι που υποστηρίχτηκε από πολλούς, η σημασία της πρώιμης Λακεδαιμονιας έχει υποτιμηθεί σοβαρά. Σύμφωνα με το βιβλίο Περί θεμάτων του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου, η Λακεδαιμονια μία από τις 40 σπουδαιότερες πόλεις της Πελοποννήσου, υπαγόταν στην Κόρινθο, μητρόπολη όλης της Ελλάδας και της Πελοποννήσου. Οι ρωμαϊκοί κοινοτικοί θεσμοί διατηρήθηκαν τυπικά έως την εποχή του Ιουστινιανού. Ο Πορφυρογέννητος δεν αναφέρει τίποτα για τη μορφή της τοπικής αυτοδιοίκησης.

Περισσότερα στοιχεία και ζωντανή εικόνα της πόλης του 10ου αι. περιλαμβάνονται στον βίο του οσίου Νίκωνα του Μετανοείτε, ο οποίος έζησε εκεί από το 961 έως τον θάνατό του (998). Ο Νίκων αναφέρει ότι πάνω από την αγορά της πόλης έχτισε μια εκκλησία και με την ίδρυση του διδακτηρίου δημιουργήθηκε στη Λακεδαιμονια ένα πραγματικό κέντρο χριστιανικών σπουδών· εκείνη την εποχή η πόλη είχε και αξιόλογη οικονομική ζωή. Όπως αργότερα στον Μιστρά, έτσι και εκεί σημειώθηκε η δημιουργία πολυάριθμης ιουδαϊκής κοινότητας από τεχνίτες ειδικευμένους στη μεταξουργία. Η ανασκαφή μικρού τμήματος του οικισμού, που είχε χτιστεί πάνω στο αρχαίο θέατρο, αποκάλυψε τμήμα της βιοτεχνικής συνοικίας, στο οποίο οι τοίχοι των σπιτιών ήταν χτισμένοι με το πρόχειρο αρχαίο υλικό. Στην περιοχή εντοπίστηκε ακόμη ελαιοτριβείο, καθώς και ίχνη σιδηρουργείου. Η ίδια εικόνα παρουσιάζεται και από παλαιότερες δοκιμαστικές τομές στο ύψος του πάνω διαζώματος του θεάτρου. Ο οικισμός φαίνεται ότι τόσο σε αυτή όσο και στην επόμενη περίοδο προχώρησε εκτός των τειχών, στο βόρειο τμήμα της σημερινής πόλης, όπου υπάρχουν πάρα πολλά ευρήματα βυζαντινής εποχής, όπως ερείπια σπιτιών, ελαιοτριβείων και εργαστηρίων. Το σημαντικότερο εύρημα ήταν ένα βυζαντινό νεκροταφείο γύρω από ένα μικρό τρίκογχο μαρτύριο, στη βορειοδυτική άκρη της πόλης, απέναντι από το θέατρο. Αντίθετα, δεν υπάρχει ακριβής εικόνα των δημόσιων κτιρίων της Λακεδαιμονιας, που βρίσκονταν στην ακρόπολη. Ανάμεσα πάντως στα ερείπια της Χαλκιοίκου Αθηνάς και σε εκείνα της βασιλικής, σώζονται ερείπια τουλάχιστον δύο μεγάλων κτιρίων, από τα οποία το ένα έχει ταυτιστεί με το διδακτήριο του Νίκωνα.
Η διαρκής αύξηση του πληθυσμού της Λακεδαιμονιας οδήγησε στην ανακήρυξη της σε μητρόπολη επί Αλέξιου Κομνηνού και Ευστάθιου πατριάρχη (1081-82). Στο τέλος του 12ου αι., η πόλη πέρασε στα χέρια λίγων εύπορων οικογενειών, μεταξύ των οποίων αναφέρονται κάποιοι Χαμαίρετοι. Το ενδιαφέρον, άλλωστε, της Βενετίας για το εμπόριο της Λακεδαιμονιας αποκαλύπτεται στο χρυσόβουλο του 1198, καθώς και η απαίτησή της να περιέλθει η πόλη στην κυριαρχία της, κατά τη διανομή της αυτοκρατορίας το 1204. Η απαίτηση αυτή επιβεβαιώνει το μέτρο της σπουδαιότητας της Λακεδαιμονιας. Μετά την ίδρυση του Μιστρά και την εγκατάσταση εκεί της πρωτεύουσας του δεσποτάτου του Μορέως, η Λακεδαιμονια εγκαταλείφτηκε και τελικά ερημώθηκε.

Η Σπάρτη και οι γειτονικοί τόποι της Λακωνίας δεν ήταν εκτεθειμένοι σε άμεσο κίνδυνο κατά τη διάρκεια των πολέμων ενάντια στους Τούρκους και τους Νορμανδούς, που λίγο έλειψε να καταστρέψουν το Βυζάντιο προς το τέλος του ενδέκατου αιώνα τέλος του ενδέκατου αιώνα. Αλλά η περίοδος της ευημερίας πέρασε. Μέσα στο χάος, εμφανίσθηκε και πάλι η πειρατεία στο Αιγαίο Πέλαγος, και το εμπόριο άρχισε να υποφέρει. Οι φόροι που επιβλήθηκαν από τους αυτοκράτορες τον δωδέκατο αιώνα ήταν υψηλότεροι από κάθε άλλη φορά• και οι χωρικοί δεν ήταν σε θέση να τους πληρώσουν. Όπως ήδη είχε συμβεί και αλλού στην Αυτοκρατορία, ήταν υποχρεωμένοι να παραδώσουν τα χωράφια τους σε κάποιον πλούσιο άρχοντα, που είχε τη δυνατότητα να καταβάλει το φόρο ή να αψηφήσει τους φοροεισπράκτορες, και να γίνουν υπάλληλοί του.

Στα τελευταία χρόνια τελευταία χρόνια του δωδέκατου αιώνα του δωδέκατου αιώνα, η Πελοπόννησος, με εξαίρεση της περιοχές που κατοικούσαν διάφορες φυλές, ήταν στα χέρια λίγων μεγάλων οικογενειών που υπολόγιζαν ελάχιστα την αυτοκρατορική διοίκηση, ακόμη και όταν τα μέλη τους είχαν διοριστεί σε τοπικές διοικητικές θέσεις και πραγματικά, η αυτοκρατορική διακυβέρνηση των δύο τελευταίων δεκαετιών του αιώνα, όταν ήταν στο θρόνο ανίκανοι αυτοκράτορες της δυναστείας των Αγγέλων, δικαιολογούσε την έλλειψη κάθε σεβασμού. Στη Σπάρτη, που οι συγγραφείς της εποχής τώρα πια αποκαλούσαν πάντα Λακεδαίμονα ή Λακεδαιμονία, η άρχουσα οικογένεια ήσαν οι Χαμάρετοι. Γνωρίζουμε με τ’ όνομά τους τρεις από αυτούς, τον Μιχαήλ, τον ανιψιό του Ιωάννη και τον αδελφό του Ιωάννη, τον Λέοντα, που κυβερνούσε όλη την επαρχία της Λακωνίας με τον τίτλο του χωροδεσπότη, τον καιρό της Τέταρτης Σταυροφορίας. Την Πελοπόννησο ή Μοριά, για να της δώσουμε το όνομα που είχε αρχίσει να χρησιμοποιεί ο λαός, την είχαν παρακάμψει οι πρώτοι Σταυροφόροι. Κατά την εισβολή του Ρογήρου Β ‘της Σικελίας το 1146 στην Ελλάδα, μετά την αποτυχία των στρατευμάτων του να καταλάβουν το Κάστρο της Μονεμβασίας, διέφυγε και πάλι τον κίνδυνο. Κανείς σε όλη τη Χερσόνησο δεν έδωσε σημασία, όταν το καλοκαίρι του 1203 η μεγάλη στρατιά της Α’ Σταυροφορίας περιέπλευσε με βενετικά πλοία τα παράλια της Πελοποννήσου πηγαίνοντας προς την Κωνσταντινούπολη. Κανείς δεν συνειδητοποίησε ότι η καθαρή απληστία των Σταυροφόρων και η εσκεμμένη απληστία των Βενετών θα κατέληγαν στην κατάληψη και λεηλασία της πρωτεύουσας της αυτοκρατορίας. Τα νέα για την καταστροφή έφθασαν στην Πελοπόννησο αργά την άνοιξη του 1204. Και προξένησαν κατάπληξη, ανησυχία και τρόμο• αλλά κανένας στην κοιλάδα της Σπάρτης δεν πρόβλεψε ότι όλα αυτά θα οδηγούσαν στους δύο πιο λαμπρούς αιώνες της ιστορίας της Λακεδαιμονος, το Δεσποτάτο του Μυστρά.

Πηγή : http://www.ygeiaonline.gr/component/k2/item/30307-lakedaimonia
http://vizantinaistorika.blogspot.com/2014/07/sir-steven-runciman.html
http://pamelakonia.gr/lakonia-municipalities/municipality-of-sparta/historical-data/byzantini-lakedaimonia

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ

, ,

2 thoughts on “Η περιπετειώδης ιστορία της Σπάρτης τη Βυζαντινή Εποχή

    1. Θέλετε να μας πείτε πιο συγκεκριμένα; Δεν έχουμε λόγο να απορρίψουμε την άποψή σας.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.