Η πολιτική παραχώρησης προνομίων από τους Βυζαντινούς από τον 9ο έως τον 11ο αιώνα

Γράφει ο Βαγγέλης Αντωνιάδης

α) Εισαγωγή

Η Βενετία υπήρξε μία κομβική χώρα για τις σχέσεις της Βυζαντινής  Αυτοκρατορίας με την δυτική Ευρώπη. Ξεκινώντας την ιστορική της πορεία ως βυζαντινή επαρχεία κάτω από την διοίκηση του Εξαρχάτου της Ραβέννας, ισορροπώντας αποτελεσματικά ανάμεσα στους Βυζαντινούς  και τις δυτικές δυνάμεις και με αφετηρία τις συμφωνίες με τους Φράγκους κατόρθωσε σταδιακά να ανεξαρτητοποιηθεί ασκώντας αυτόνομες πολιτικές και να μετεξελιχθεί αργότερα σε κυρίαρχη εμπορική και ναυτική δύναμη της Μεσογείου, εξασφαλίζοντας σειρά προνομίων από τους Αυτοκράτορες της Κωνσταντινούπολης.

Στις παρακάτω γραμμές  φιλοδοξούμε να προσφέρουμε  μία ολοκληρωμένη καταγραφή αλλά και αποτίμηση των βυζαντινό-βενετικών σχέσεων καλύπτοντας ιστορικά το διάστημα από τον 9ο ως τον 11ο αιώνα όπου τέθηκαν οι βάσεις για την ναυτική και εμπορική επέκταση της Βενετίας που οδήγησε στην ναυτική της κυριαρχία στην Μεσόγειο. Με άξονα τα εμπορικά προνόμια που παραχώρησε η Μεσαιωνική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στους Βενετούς και την κλοπή ευσεβών λειψάνων που είχαν τεράστια συμβολική και πολιτική αξία κατά τον Μεσαίωνα.

β) Η Βενετία επίκεντρο του ανταγωνισμού Βυζαντινών και Φράγκων

Ειδικά μετά το 800 μ.Χ έτος που ο Καρλομάγνος στέφθηκε Ρωμαίος Αυτοκράτορας, οι Βενετοί εκμεταλλεύτηκαν εμπορικά την αντιπαλότητα ανάμεσα στην Μεσαιωνική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και το φράγκικο βασίλειο μεταφέροντας πολύτιμα προϊόντα από την ανατολή στην δύση.

Οι Φράγκοι ήδη από τα τέλη του 8ου αιώνα προσπαθούσαν να θέσουν κάτω από τον έλεγχο τους την βόρεια Αδριατική και γι αυτό ήρθαν σε σύγκρουση με την Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Ωστόσο με την συνθήκη ειρήνης του 812 επαναβεβαιώθηκε η βυζαντινή κυριαρχία στην Βενετία. Παρόλα αυτά οι Φράγκοι προσπαθούσαν να δημιουργήσουν μηχανισμούς επιρροής στην Βενετία προσεταιριζόμενοι σημαντικές οικογένειες της Βενετίας και πολιτικούς έτσι δημιουργήθηκε μία φιλοβυζαντινή και μία φιλοφραγική παράταξη.


Στην ουσία υπήρξε ένας έντονος ανταγωνισμός ανάμεσα στους αυτοκράτορες της Κωνσταντινούπολης και τον Καρλομάγνο για τον προσεταιρισμό των Βενετών καθώς και οι δύο πλευρές χρειαζόταν την Βενετία λόγω της γεωστρατηγικής της θέσης ως βάσης ελέγχου της Αδριατικής αλλά και τον πολεμικό της στόλο στους αγώνες εναντίον των Αράβων που κατείχαν την Σικελία και τμήματα της νότιας Ιταλίας.

Στο εσωτερικό της Βενετίας αναπτύχθηκαν μία φιλοβυζαντινή και μία φιλοφραγκική παράταξη που αθροιστικά λειτουργούσαν προς όφελος των Βενετών καθώς κατόρθωσαν να αποσπάσουν προνόμια και από τις δύο πλευρές.



Το 828 μ.Χ Βενετοί ναυτικοί υφάρπαξαν τα λείψανα του Αγίου Μάρκου  και τα μετέφεραν στην Βενετία . Ο ευαγγελιστής Μάρκος αντικατέστησε την λατρεία του Βυζαντινού Αγίου Θεοδώρου του στρατηλάτη που ήταν ως τότε ο άγιος προστάτης της Βενετίας. Γεγονός που σηματοδότησε την σταδιακή απαλλαγή της Βενετίας από τα θρησκευτικά και πολιτισμικά πρότυπα της Κωνσταντινούπολης και την μετατόπιση από την βυζαντινή σφαίρα επιρροής.

Ταυτόχρονα σύμφωνα με τον μύθο τα λείψανα του Αγίου Μάρκου δεν παραδόθηκαν στην εκκλησία αλλά στον δόγη Angelo Patriciaco, γεγονός που υποδήλωσε την αυτονόμηση της Βενετίας από την ρωμαιοκαθολική εκκλησία.


Άλλωστε υπήρξε και το πρώτο περιστατικό συγκέντρωσης στην Βενετία ιερών λειψάνων, που χαρακτηρίστηκαν ως ευσεβείς κλοπές ( piafunta) καθώς τα λείψανα των αγίων εκείνη την εποχή αποτελούσαν τεράστιο συμβολικό κεφάλαιο που παρείχε πολιτική νομιμοποίηση.  Ενώ το 1063 και με πρότυπο τον ναό των Αγίων αποστόλων της Κωνσταντινούπολης ξεκίνησε η ανοικοδόμηση της βασιλικής του Αγίου Μάρκου που εγκαινιάστηκε το 1094.

H αραβική εξάπλωση στην Μεσόγειο αλλά και στην ίδια την ευρωπαϊκή ήπειρο ενίσχυσε την Βενετία καθώς οι Φράγκοι αρχικά και αργότερα οι Γερμανοί απέδιδαν τεράστια σημασία στην ναυτική δύναμη της πόλης που μπορούσε να ενισχύσει τις προσπάθειες τους για την αναχαίτιση του αραβικού κινδύνου.

Χαρακτηριστικό είναι πως το 840 υπήρξε συνθήκη ανάμεσα σε Βενετούς και Φράγκους με βάση την οποία οι Φράγκοι αναγνώριζαν για πρώτη φορά την κυριότητα των εδαφών της Βενετίας ενώ το 992 υπήρξε συμφωνία ανάμεσα στον Γερμανό αυτοκράτορα Όθωνα τον Γ  παραχωρούσε σημαντικές εμπορικές διευκολύνσεις στους Βενετούς και στα ηπειρωτικά εδάφη της γερμανικής αυτοκρατορίας.

γ) Το βυζαντινό χρυσόβουλο του 992

Την ίδια ακριβώς περίοδο η Βυζαντινή Αυτοκρατορία έδινε διμέτωπο αγώνα απέναντι στους Βούλγαρους στα Βαλκάνια και τους Αραβες του χαλιφάτου της Συρίας και υποχρεώθηκε να προχωρήσει σε παραχωρήσεις προς τους Βενετούς.

Με αυτό το χρυσόβουλο ο Βασίλειος ο Β και ο τυπικά συναυτοκράτορας Κωνσταντίνος Η προχώρησαν στις πρώτες διομολογήσεις με τους Βενετούς παραχωρώντας τους σημαντικά εμπορικά προνόμια.

Ουσιαστικά καθόριζε τους κανονισμούς δασμολόγησης ναυσιπλοΐας και ελλιμενισμού των βενετικών εμπορικών πλοίων στα λιμάνια της αυτοκρατορίας. Πιο συγκεκριμένα μείωνε τον δασμό που κατέβαλαν τα βενετικά πλοία κατά την άφιξη τους στην Άβυδο, πύλη εισόδου του θαλασσίου δρόμου προς τον Ελλήσποντο στα δύο χρυσά νομίσματα και στα δεκαπέντε κατά την αναχώρηση τους.

Παράλληλα το πρωτόκολλο όριζε πως οι φόροι θα συλλεγόταν αποκλειστικά από τον Λογοθέτη. Επιπλέον ο έλεγχος της αξίας των φορτίων  και η εκδίκαση των διαφορών ανάμεσα σε Βενετούς και Βυζαντινούς ήταν αποκλειστική αρμοδιότητα του Λογοθέτη. Ταυτόχρονα του απαγορευόταν να εμποδίσει τον απόπλου βενετικού πλοίου για διάστημα μεγαλύτερο των τριών ημερών.

Tέλος στο χρυσόβουλο υπήρχε ένας περιοριστικός όρος καθώς οι παραχωρήσεις ίσχυαν μόνο για τα πλοία που μετέφεραν βενετικά εμπορεύματα και πως πλοία που θα μετέφεραν φορτία Λομβαρδών, Εβραίων, Αμαλφιτιανών και άλλων θα κατάσχονταν.



Kαθώς την εποχή εκείνη οι έμποροι της Βενετίας ασχολούνταν σχεδόν αποκλειστικά με το διαμετακομιστικό εμπόριο, αγοράζοντας πολύτιμα υφάσματα από τις αγορές της Κωνσταντινούπολης και άλλα είδη πολυτελείας από τις αγορές της ανατολής τα οποία μεταπωλούσαν στις εκθέσεις και τις αγορές της δυτικής, φαίνεται πως αυτός ο τελευταίος όρος να μην προβλημάτισε ιδιαίτερα τους Βενετούς.

δ) Το Χρυσόβουλο του 1082

Το 1081 έτος κατά το οποίο ο Αλέξιος Κομνηνός ανήλθε στον θρόνο της Κωνσταντινούπολης η εδαφική έκταση της αυτοκρατορίας είχε συρρικνωθεί δραματικά και οι εξωτερικές απειλές ολοένα αυξανόταν. Οι Σελτζούκοι Τούρκοι είχαν καταλάβει ολόκληρη σχεδόν την Μικρά Ασία απειλώντας ακόμα και την ίδια την Κωνσταντινούπολη. Ταυτόχρονα Κουμάνοι και Πετσενέγκοι περνούσαν το σύνορο του Δούναβη λεηλατώντας τις βαλκανικές επαρχίες της Αυτοκρατορίας.

Όμως τον αμεσότερο και μεγαλύτερο υπαρξιακό κίνδυνο που απειλούσε ακόμα και την ίδια την επιβίωση της αυτοκρατορίας αποτελούσαν οι Νορμανδοί της Ιταλίας καθώς το καλοκαίρι εκείνου του κομβικού έτους με επικεφαλής τον ηγεμόνα του νορμανδικού βασιλείου της Σικελίας αποβιβάστηκε στις ακτές της Αδριατικής πολιορκώντας το Δυρράχιο. Για να τους αναχαιτίσει ο αυτοκράτορας Αλέξιος ζήτησε την υποστήριξη του πολεμικού στόλου των Βενετών και ως αντιστάθμισμα υποχρεώθηκε να τους παραχωρήσει δυσθεώρητα οικονομικά και εμπορικά προνόμια.

Πιο συγκεκριμένα με το χρυσόβουλο του 1082 παραχωρήθηκαν χρηματικές χορηγίες και βυζαντινοί τίτλοι στον δόγη και τον πατριάρχη της Βενετίας. Παράλληλα εκχωρήθηκε στους Βενετούς εμπόρους μία πολύ σημαντική συνοικία της Κωνσταντινούπολης που βρισκόταν ανάμεσα στην πύλη του δρουγγαρίου Βίγλας και την εβραϊκή πύλη ακριβώς δίπλα στην μεγάλη αγορά του πέραν, βορειοδυτικά του ναού της Αγίας Σοφίας, στην νότια ακτή του Κεράτιου κόλπου και την διέσχιζαν τα τείχη της πόλης. Για μία μεγάλη περίοδο η συγκεκριμένη περιοχή υπήρξε κέντρο εμπορικών δραστηριοτήτων ξένων εμπόρων, κυρίως Εβραίων.

Στην συνοικία υπήρχε μεγάλος αριθμός κατοικιών και ο ναός του Αγίου Ακινδύνου που ήταν βενετικός πολλά χρόνια πριν την παραχώρηση της περιοχής . Παράλληλα στην ακτή υπήρχαν εργαστήρια, αποθήκες και τρεις προβλήτες που χρησιμοποιούσαν σχεδόν αποκλειστικά οι Βενετοί. Οικονομικό κέντρο της συνοικίας υπήρξε η στοά ( Embolon) που βρισκόταν δίπλα στην εβραϊκή πύλη και ήταν μία στοά με εσωτερικά καταστήματα.


Tέλος οι Βενετοί απαλλάχθηκαν από την καταβολή του κομέρκιου φόρου 12% επί της αξίας του φορτίου που μετέφεραν τα εμπορικά πλοία και σειρά άλλων μικρότερων φόρων όταν ανάπτυσσαν εμπορικές δραστηριότητες σε 32 βυζαντινά λιμάνια. Ενώ οι βυζαντινοί διατήρησαν το μονοπώλιο στην περιοχή του Εύξεινου Πόντου που είχε νευραλγική σημασία για την τροφοδοσία της Κωνσταντινούπολης.


Οι Βενετοί σχεδόν αυτόματα απόκτησαν σημαντικό πλεονέκτημα στις εμπορικές δραστηριότητες που ασκούνταν στην επικράτεια της αυτοκρατορίας κυριαρχώντας σε ολόκληρη την ανατολική Μεσόγειο.

Παράλληλα η παρά τις αμφιταλαντεύσεις συμμετοχή της Βενετίας στην Α σταυροφορίας, η κατάληψη της Χάιφας από τους Βενετούς, η εξασφάλιση σημαντικών εμπορικών προνομίων στην περιοχή ως αντάλλαγμα για την βενετική υποστήριξη προς τον Βαλδουίνο Α της Ιερουσαλήμ και κυρίως η εξασφάλιση εμπορικών προνομίων στην Άκρα ενίσχυσαν ακόμα περισσότερο την ναυτική-θαλάσσια ισχύ της Βενετίας.

ε) Το χρυσόβουλο του 1226

O Ιωάννης Β Κομνηνός κατά την πρώτη περίοδο της βασιλείας του αρνήθηκε την επικύρωση των προνομίων που απόσπασαν οι Βενετοί από τον Αλέξιο Α.

H αυξανόμενη ένταση οδήγησε τα δύο κράτη σε πολεμική αναμέτρηση. Από το 1122 έως το 1126 οι Βενετοί λεηλάτησαν μεγάλα νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου πελάγους καθώς και παράκτιες πόλεις της αυτοκρατορίας, προχωρώντας μάλιστα σε μία ακόμα ευσεβή κλοπή λειψάνων του Αγίου Δονάτου που μεταφέρθηκαν από την Κεφαλονιά στην Βενετία


Η απουσία ναυτικών δυνάμεων ικανών να αναχαιτίσουν τους Βενετούς υποχρέωσε τον Αυτοκράτορα Ιωάννη Β να συνθηκολογήσει. Υποχρεώθηκε μάλιστα να υπογράψει νέο Χρυσόβουλο το 1126 που επιβεβαίωνε τα προνόμια των Βενετών. 

Τα ανανεωμένα πλέον προνόμια έδωσαν την δυνατότητα στους Βενετούς να υποσκελίσουν όχι μόνο τους τρίτους ανταγωνιστές αλλά και τους Βυζαντινούς εμπόρους.


στ) Το χρυσόβουλο του 1148

O νέος βυζαντινός αυτοκράτορας Μανουήλ Κομνηνός προσπάθησε να αποκαταστήσει την ναυτική ισχύ της βυζαντινής αυτοκρατορίας, αναζητώντας ναυτικές βάσεις αποπειράθηκε να καταλάβει παραλιακές πόλεις του ελεγχόμενου από τους Νορμανδούς Βασιλείου της Σικελίας. Οι Βενετοί που δεν ήθελαν  η Βυζαντινή Αυτοκρατορία να ελέγχουν και τις δύο πλευρές της Αδριατικής συμμάχησαν με το Σικελικό Βασίλειο και έλαβαν εμπορικά προνόμια στην Νότια Ιταλία και την Σικελία.


Το καλοκαίρι του 1147 οι Νορμανδοί επιχείρησαν μία νέα επιδρομή στον ελληνικό χώρο καταλαμβάνοντας την Κέρκυρα, την Θήβα και την Κόρινθο και λεηλατώντας σχεδόν όλες τις δυτικές κτήσεις της αυτοκρατορίας.  Την αρχική απροθυμία του Δόγη της Βενετίας να παρέμβει έκαμψε η υπογραφή του νέου πρωτοκόλλου του 1147 όπου ο Αυτοκράτορας Μανουήλ Κομνηνός επαναβεβαίωνε τους όρους του που είχε υπογράψει ο προκάτοχος του με το πρωτόκολλο του 1126 με μία επιπρόσθετη αναφορά στο ελεύθερο εμπόριο που θα μπορούσαν να ασκούν πλέον οι Βενετοί στα μεγάλα μεσογειακά νησιά της Κύπρου και της Κρήτης.



H άμεση ανταπόκριση των Βενετών οδήγησε σε νέο Χρυσόβουλου εκείνο του Μαρτίου του 1148, σύμφωνα με το οποίο τους  παραχωρήθηκαν και άλλα κτήρια και εκκλησίες της Κωνσταντινούπολης, η βενετική συνοικία της επεκτάθηκε βόρεια από τα όρια της Βίγλας και νότια ως την πύλη του Αγίου Μάρκου. Ταυτόχρονα παραχωρήθηκε και μία τέτοια αποβάθρα για αποκλειστική χρήση εκείνη του Αγίου Μαρκιανού.



Tαυτόχρονα στο Χρυσόβουλο του 1148 υπήρχαν για πρώτη φορά και γραπτές δεσμεύσεις της Βενετίας προς την Μεσαιωνική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία καθώς δεκατρία βενετικά πολεμικά πλοία τέθηκαν στην υπηρεσία του Αυτοκράτορα. Ενώ υπήρξε και μία θεμελιώδης διάκριση για τον βενετικό πληθυσμό της Βενετίας καθώς οι Βενετοί της Πόλης χωρίστηκαν στους burgenses δηλαδή τους μόνιμους κατοίκους που αποκτούσαν πολιτικά δικαιώματα και υποχρεώσεις αφού ορκιζόταν πως θα συμπεριφερόταν ως υπηρέτες του Αυτοκράτορα σύμφωνα με τις προβλέψεις του χρυσόβουλου και τους διερχόμενους εμπόρους.

η) Bενετία και σταυροφορικά κράτη

Αρχικά οι Βενετοί στάθηκαν επιφυλακτικοί στην πρόθεση  του Πάπα Ουρβανού Β να οργανώσει σταυροφορία για την εκδίωξη των μουσουλμάνων από τους Άγιους Τόπους καθώς μία ευρεία πολεμική επιχείρηση θα έθετε εμπόδια στις εμπορικές δραστηριότητες στην ανατολική Μεσόγειο διακόπτοντας παράλληλα τις στενές σχέσεις της Βενετίας με μουσουλμάνους ηγεμόνες της περιοχής.

Παρόλα αυτά ο έντονος ανταγωνισμός με άλλες εμπορικές πόλεις της Ιταλίας όπως η Πίζα και η Γένοβα, η σύμπραξη της Μεσαιωνικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας με τους σταυροφόρους της Α σταυροφορίας και η ανάγκη να διατηρηθούν τα εμπορικά προνόμια στην επικράτεια της που είχε ύψιστη σημασία για τους Βενετούς έκαμψαν τις βενετικές επιφυλάξεις.

Κατά τα αρχικά στάδια της Α σταυροφορίας οι Βενετοί περιορίστηκαν στην φύλαξη των θαλασσίων συνόρων της Bυζαντινής Αυτοκρατορίας και στην αποτροπή απόκτησης προνομίων από τους ανταγωνιστές τους δίχως να εμπλέκονται σε πολεμικές επιχειρήσεις εναντίον μουσουλμάνων.

Ωστόσο σταδιακά φάνηκε η προοπτική οικονομικών ευκαιριών στους Αγίους Τόπους που τους οδήγησε στην απόφαση να συμμετέχουν στην κατάληψη της  Σιδώνας και στην ανταμοιβή τους με εμπορικά προνόμια από τον βασιλιά Βαλδουίνο Α.

Παράλληλα στην διάρκεια της Α σταυροφορίας η Βενετία αποτέλεσε βασικό λιμάνι αναχώρησης στρατιωτικών δυνάμεων και προσκυνητών προς τους Αγίους Τόπους, ενώ η κατάληψη τους πρόσφερε στους Βενετούς νέους εμπορικούς σταθμούς  και σημαντικά κέρδη από εμπορικές δραστηριότητες στις χριστιανικές πλέον επικράτειες της περιοχής και πειρατικές επιδρομές στα ισλαμικά κράτη.

Αναμφίβολα η Α σταυροφορία κατέστησε την Βενετία ηγεμονική δύναμη στην ανατολική Μεσόγειο διαφοροποιώντας την ισορροπία ισχύος με την Βυζαντινή Αυτοκρατορία που πλέον φαινόταν απρόθυμη να διατηρήσει τα εμπορικά προνόμια των Βενετών, κατηγορώντας τους συχνά για πειρατικές επιδρομές στην επικράτεια της εξέλιξη που έθεσε σε τροχιά σύγκρουσης τα δύο κράτη.

στ) Το Χρυσόβουλο του 1170

Ένα ακόμα χρυσόβουλο εκείνο του 1170 που υπόγραψε ο Αυτοκράτορας Μανουήλ Κομνηνός παραχωρώντας εμπορικά προνόμια όχι αυτή την φορά προς τους Βενετούς αλλά προς   βασικούς ανταγωνιστές τους , Γενοβέζους και Πισάτες εμπόρους αποτέλεσε την αφορμή για την ρήξη ανάμεσα στην Μεσαιωνική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και την Βενετία

Οι Βενετοί της Αυτοκρατορίας δεν αποδέχτηκαν την έμμεση ακύρωση των προνομιακών δικαιωμάτων τους και την ταυτόχρονη προσπάθεια να εξισορροπήστει  η βενετική εμπορική και ναυτική ισχύ λεηλάτησαν και κατάστρεψαν την γενοβέζικη συνοικία της Κωνσταντινούπολης.

Ο Εμμανουήλ Κομνηνός αξίωσε την αποκατάσταση των καταστροφών και την επιστροφή των περιουσιακών στοιχείων των Γενοβέζων. Οι Βενετοί αρνήθηκαν να συμμορφωθούν απειλώντας με αντίποινα ανάλογα του 1122.

Ο αυτοκράτορας δεν μπορούσε να ανεχθεί την διασάλευση του νόμου και της τάξης στην Κωνσταντινούπολη αλλά και την αμφισβήτηση της εξουσίας του στην επικράτεια της αυτοκρατορίας και προχώρησε  στην σύλληψη των Βενετών και την κατάσχεση των περιουσιών τους στην Κωνσταντινούπολη και όλες τις βενετικές παροικίες της Μεσαιωνικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Άμεσα ένας ισχυρός βενετικός στόλος απέπλευσε από την Βενετία και κινήθηκε προς τις δαλματικές ακτές που πρόσφατα είχαν επανέλθει στον έλεγχο της Μεσαιωνικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας

Στην συνέχεια εισήλθε στο Αιγαίο επιτέθηκε στην Χαλκίδα και κατέλαβε τα νησιά Χίο, Λέσβο, Λήμνο και Σκύρο όμως υποχρεώθηκε να επιστρέψει στην Βενετία λόγω επιδημίας βουβωνικής πανώλης.

Οι οικονομικές απώλειες λόγω της διακοπής των εμπορικών συναλλαγών ήταν δυσβάσταχτες και για τις δύο πλευρές οπότε υποχρεώθηκαν να καταλήξουν σε συμφωνία διακοπής εχθροπραξιών το 1179 οπότε απελευθερώθηκαν οι φυλακισμένοι Βενετοί και έμποροι από την Βενετία επέστρεψαν σταδιακά στις βενετικές παροικίες της βυζαντινής επικράτειας.


Καθώς τα προηγούμενα γεγονότα δημιούργησαν την άποψη στις βενετικές ηγεσίες πως για την εμπέδωση της βενετικής εμπορικής και ναυτικής κυριαρχίας στην Μεσόγειο ήταν πλέον απαραίτητη η διάλυση της  Bυζαντινής Αυτοκρατορίας το 1177 ήταν μία κομβική χρονιά για τις σχέσεις βενετών-βυζαντινών καθώς υπογράφηκε η συμφωνία της Βενετίας ανάμεσα στο Βασίλειο της Σικελίας, τον Φρειδερίκο Μπαρμπαρόσα, τις λομβαρδικές πόλεις της Ιταλίας και την ρωμαιοκαθολική εκκλησία. Μία ειρηνευτική συμφωνία που προέβλεπε αμοιβαίες αναγνωρίσεις και από την οποία απουσίαζαν οι Βυζαντινοί εξέλιξη που οδήγησε στην διπλωματική τους απομόνωση.

η) Συμπεράσματα

Οι επαφές  της Βενετίας με την Βυζαντινή  Αυτοκρατορία υπήρξαν διαχρονικά αμφίδρομες αλλά και στενές καθώς έως τον 9ο αιώνα η Βενετία υπήρξε τυπικά τουλάχιστον βυζαντινή επικράτεια, σταδιακά αυτονομήθηκε ισορροπώντας για δύο περίπου αιώνες ανάμεσα στην γερμανική, φραγκική και βυζαντινή επιρροή.

Οι Βενετοί αξιοποίησαν την αποστροφή των Βυζαντινών για το εμπόριο αλλά και τις παθογένειες της βυζαντινής γραφειοκρατίας για να διευρύνουν τις εμπορικές τους δραστηριότητες. Το χρυσόβουλο του 1082 εγκαινίασε μία πολιτική προνομίων που σε μεγάλο βαθμό αντικατόπτριζε την στρατιωτική και ναυτική αποδυνάμωση της αυτοκρατορίας και τελικά οδήγησε σε ρήξη τα δύο κράτη μετά από μία μακρά περίοδο στενής συνεργασίας.

H πολιτική παραχώρησης προνομίων αποδείχτηκε καταστροφική για την Βυζαντινή Αυτοκρατορία καθώς το εμπόριο και οικονομία τέθηκαν κάτω από τον έλεγχο των Βενετών και ευρύτερα των Ιταλών ενώ η πλειονότητα των Βυζαντινών αισθανόταν υποβαθμισμένη και πολίτες β κατηγορίας γεγονός που τροφοδότησε τα πρώτα αισθήματα μίσους κατά των δυτικών. Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία αποδείχτηκε τελικά αδύναμη μπροστά στην αναδυόμενη ισχύ των Ιταλών εκμεταλλευτών της. Η σύλληψη όλων των Βενετών κατοίκων της Αυτοκρατορίας και η δήμευση της περιουσίας το 1171 και η σφαγή των Λατίνων στην Κωνσταντινούπολη κυρίων Πισατών και Γενοβέζων το 1182, απλώς επιτάχυναν την επιθετικότητα της δύσης που κατάληξη είχε την καταστροφική κατάληψη της Κωνσταντινούπολης το 1204.

lastpoint.gr

, , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.