Η πρόσληψη «εθνικών αξιών» στην περίπτωση του Ιγνατίου Ουγγροβλαχίας

Θωμάς Κυριάκης

Εισαγωγή

Στη διάρκεια του Διαφωτισμού, κάποιοι από τους ρωσόφιλους Έλληνες που κατείχαν υψηλά αξιώματα εντός ή εκτός της Ρωσίας διακατέχονταν αρχικά από μία επιφύλαξη απέναντι σε απελευθερωτικά σχέδια, χωρίς βέβαια αυτό να αποτελεί πάντα τον κανόνα. Πρόκειται κυρίως για άτομα άμεσα προσδεμένα στην επίσημη εξωτερική πολιτική του τσαρικού δεσποτισμού. Συνήθως αποτελούσαν μέρος της αυλής και λίγο-πολύ είχαν την προσωπική εύνοια του τσάρου. Αργότερα, η αποσύνδεσή τους από τον κρατικό μηχανισμό αυτής της Μεγάλης Δύναμης και η διάψευση των ρωσικών υποσχέσεων για στήριξη των Ελλήνων τα απάλλαξε κατά κάποιο τρόπο αυτόματα από την ευθύνη που έφερε ένα τέτοιο αξίωμα. Το αποτέλεσμα ήταν να αναθεωρήσουν ριζικά, σχεδόν ριζοσπαστικά – εκ του ασφαλούς, βέβαια, τώρα πια – τη στάση τους απέναντι στο 1821. Αναφέρω εδώ μόνο το όνομα του Ιωάννη Καποδίστρια.

Μία άλλη παράμετρος που θα πρέπει επίσης να τονισθεί, είναι η επίσημη θέση που πήρε το Οικουμενικό Πατριαρχείο απέναντι στις εξαγγελίες του ευρωπαϊκού διαφωτισμού. Είναι γνωστό ότι η Μεγάλη Εκκλησία διαφοροποιήθηκε, και μάλιστα αρκετές φορές αντιδραστικά, απέναντι στους διαφωτιστές.[1] Γιατί, ενώ ο δυτικοευρωπαϊκός διαφωτισμός χαρακτηρίζεται από την επικράτηση του κοσμικού στοιχείου επί του κληρικού, η νεοελληνική περίπτωση δεν επέτρεπε εκ των πραγμάτων μια τέτοια πολυτέλεια. Οι λόγοι είναι πασιφανείς. Ο σημαντικότερος θα πρέπει να αναζητηθεί στο προνόμιο που έδωσαν οι Οθωμανοί μετά την πτώση της Πόλης στο Πατριαρχείο και τον ανώτερο κλήρο να αναλάβουν το ρόλο του συνεχιστή της πολιτικής εξουσίας όλων των χριστιανών μέσα στα επιτρεπτά από την Πύλη όρια. Με την εμφάνιση του νεοελληνικού διαφωτισμού το προνόμιο αυτό έμελε να αποτελέσει πηγή έριδων μεταξύ κληρικών και διανοουμένων σε θέματα εκπαίδευσης, φιλοσοφίας και κοινωνικής τάξης. Η προσκόληση του ανώτατου κλήρου στον «κατακτητή» με όλα όσα αυτή συνεπαγόταν εμπόδιζε τη μετάβαση από το στάδιο της παράδοσης σε εκείνο της νεωτερικότητας.[2]

Έτσι, ο διαφωτισμός και το πατριαρχείο, οι φορείς δηλαδή του έθνους και του γένους, παρουσιάζονται σε συγγράμματα σύγχρονων ιστορικών πολύ συχνά ως ένα δίπολο αντιπαραθέσεων και συγκρούσεων.[3] Σπάνια τίθεται ένα άλλο, κατά τη γνώμη μου όχι ασήμαντο ερώτημα: αν οι ίδιοι φορείς ευθυγραμμίζονται, έστω και μερικά, μέσω κοινών θέσεων, προτάσεων και στόχων μεταξύ τους. Παραβλέπεται έτσι έστω και μια μικρή πιθανότητα σύγκλισης σε μερικά θεμελιώδη και για την εποχή που εξετάζουμε (μετά το 1800) επίκαιρα θέματα. Είναι λοιπόν απαραίτητο να προσεγγίσουμε το θέμα χρησιμοποιώντας το εργαλείο της «σύγκλισης» αν θέλουμε να κατανοήσουμε βασικές παραμέτρους του ρόλου που έπαιξαν κάποιοι κληρικοί στις αρχές του 19ου αιώνα μέσα στο γενικότερο εθνικιστικό αναβρασμό των Βαλκανίων.

Στην ανάλυση που ακολουθεί θα προσπαθήσω να φωτίσω και την άλλη πλευρά του ζητήματος μέσα από την πρόσληψη «εθνικών αξιών» από τον Ιγνάτιο, μητροπολίτη Ουγγροβλαχίας. Κάνοντας μια εννοιολογική προσέγγιση στη σκέψη του Ιγνατίου σχετικά με το ελληνικό ζήτημα, θα ήθελα μετά την παράθεση κάποιων βιογραφικών στοιχείων να επικεντρώσω την προσοχή μου στα εξής κατά τη γνώμη μου σημαντικά ερωτήματα: Πώς χρησιμοποιούσε ο Ιγνάτιος πολιτικούς όρους-κλειδιά που είχαν άμεση σχέση με την εθνικιστική πλευρά του ελληνικού ζητήματος και ποια σημασία απέδιδε σε αυτούς; Πρέπει, όμως, να υπογραμμισθεί εδώ ότι κατά την ύστερη φάση του νεοελληνικού διαφωτισμού ο κληρικός Ιγνάτιος βίωσε την προαναφερόμενη έριδα πρώτα απ΄όλα ως προσωπικό δίλημμα και μετά ως διαμάχη μεταξύ παραδοσιακών και προοδευτικών. Στην αρχή της καρριέρας του συνδυάζει τον πολιτικό του προσανατολισμό προς τη Ρωσσία με την υποταγή στα κελεύσματα του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Αυτή η στάση τον κάνει εκπρόσωπο της συμβατικής παιδείας και ιδεολογίας.[4] Αργότερα, κυρίως την περίοδο της παραμονής του στην Πίζα[5], γίνεται θερμός υποστηρικτής της αγγλικής μεσιτείας και εκφραστής ενός είδους «εθνικού μεσσιανισμού».

2. Βιογραφικά[6]

Ο Ιγνάτιος γεννήθηκε το 1765 στη Μυτιλήνη από οικογένεια καταγόμενη από τα Χρύσαφα Λακωνίας. Το κοσμικό του όνομα ήταν Ιωάννης Μπάμπαλος ή Κακουγδός. Τη στοιχειώδη παιδεία την έλαβε από το θείο του, ιερομόναχο Γεράσιμο, ο οποίος και τον παρότρυνε να συνεχίσει τις σπουδές του στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί, υπό την εποπτεία του μετέπειτα μητροπολίτη Εφέσου Σαμουήλ, ακολούθησε ανώτερες σπουδές. Αποφοιτώντας από τη Μεγάλη του Γένους Σχολή χειροτονήθηκε ιεροδιάκονος. Το 1794 χειροτονήθηκε από τον Πατριάρχη Γεράσιμο Γ΄ μητροπολίτης Άρτας και Ναυπάκτου. Στο μητροπολιτικό θρόνο έμεινε για έντεκα χρόνια μέχρι το 1805 έχοντας συνεργάτη του το λόγιο Δημήτριο Μόστρα. Εξαιτίας της λεπτής θέσης που κατείχε στο μητροπολιτικό αξίωμα ακολούθησε μια χλιαρή μέχρι και φιλική στάση απέναντι στον Αλή Πασά (λ.χ. δεν αντέδρασε στην άλωση της Πρέβεζας από τον Αλή το 1798). Για το λόγο αυτό από άλλους επικρίθηκε έντονα και από άλλους δικαιολογήθηκε. Ως εκπρόσωπος του Αλή υπέγραψε με την Ιόνιο Πολιτεία στις 9 Νοεμβρίου 1803 συνθήκη με την οποία ρυθμίζονταν οι διαφορές των δύο μερών. Η θετική στάση του Ιγνατίου απέναντι στα συμφέροντα της Ιονίου Πολιτείας εκτιμήθηκε από τους Ρώσους που από τότε κιόλας άρχισαν να βλέπουν το μητροπολίτη με φιλικό μάτι.

Οι ναπολεόντιοι πόλεμοι οδήγησαν το 1805 σε νέα ευρωπαϊκή σύρραξη, η δίνη της οποίας παρέσυρε και τον ρωσόφιλο Ιγνάτιο. Μετά τη συμμαχία μεταξύ Ναπολεόντα και Αλή πασά και την αλλαγή πολιτικής στάσης εναντίον της Ρωσίας και όσων πρόσκειντο φιλικά απέναντί της, ο Ιγνάτιος εκδιώχθηκε από τη μητρόπολη και κατέφυγε στην Κέρκυρα όπου και έγινε στόχος δολοφονικής απόπειρας. Στην Κέρκυρα ασχολήθηκε με διοικητικά θέματα των καπεταναίων.Το 1807 εκδηλώνεται επίθεση του Αλή εναντίον της Λευκάδας και ο Ιγνάτιος οργανώνει τους κλεφταρματολούς σε στρατιωτικό σώμα υπό την εποπτεία του Ιωάννη Καποδίστρια και του στρατηγού του ρωσικού στρατού Εμμανουήλ Παπαδόπουλου. Στο εξής, η επιρροή του στους κλεφταρματολούς της Ηπείρου και Αιτωλοακαρνανίας θα είναι μεγάλη.

Η εμπειρία της Λευκάδας θα συσφίξει τις σχέσεις του Ιγνατίου και του Καποδίστρια. Με τη συνθήκη του Τιλσίτ στις 27 Ιουνίου 1807 μεταξύ Ρωσίας και Γαλλίας, τα Επτάνησα περνάνε στην κυριαρχία της δεύτερης δύναμης. Απορρίπτει δελεαστικές προτάσεις των Γάλλων και μεταβαίνει στη Βιέννη και από εκεί στη Ρωσία. Εκεί συγγράφει τη «Σύνοψι»[7] που θα μας απασχολήσει πιο κάτω. Η Σύνοδος της ρωσικής εκκλησίας διορίζει το Μάιο του 1810 τον Ιγνάτιο μητροπολίτη Ουγγροβλαχίας με έδρα το Βουκουρέστι. Εδώ, σε αυτό το κέντρο του ελληνισμού των παραδουνάβιων ηγεμονιών, ο Ιγνάτιος αναπτύσσει παράλληλα με τα κληρικά του καθήκοντα μεγάλη εκπαιδευτική δραστηριότητα υπέρ των Ελλήνων αλλά και του ντόπιου πληθυσμού. Πεπεισμένος ότι το Γένος πρέπει πρώτα να διαπαιδαγωγηθεί πριν επιδιώξει την πολιτική του ελευθερία αναδιοργανώνει και μετονομάζει τη σχολή του Βουκουρεστίου σε «Λύκειο» και ιδρύει τη «Φιλολογική Εταιρεία»[8] που με πόρους της εκδόθηκε το περιοδικό «Λόγιος Ερμής» καθώς επίσης και πολλά σχολεία. Δέχτηκε όμως δριμεία κριτική από το Νεόφυτο Δούκα για τις εκπαιδευτικές του μεθόδους.

Με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου στις 28 Μαίου 1812 η Ρωσία επιστρέφει τις παραδουνάβιες ηγεμονίες στην Τουρκία και ο Ιγνάτιος εγκαταλείπει τη μητροπολιτική έδρα του Βουκουρστίου χωρίς να παραιτηθεί από το αξίωμά του. Μεταβαίνει στη Βιένη όπου το 1814 πρωτοστατεί μαζί με τον Καποδίστρια στην ίδρυση της Φιλομούσου Εταιρείας. Παρακολουθείται στενά από τις εκεί αστυνομικές αρχές για τη φιλελληνική του δράση στο περιθώριο του Συνεδρίου. Αυτό τον αναγκάζει προς τα τέλη του 1815 να φύγει για την Ιταλία, πρώτα στην Τοσκάνη και έπειτα στην Πίζα. Η στάση του γίνεται τώρα αγγλόφιλη και εργάζεται στενά με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο. Από το 1821 έως το θάνατό του στις 12 Σεπτεμβρίου 1828 στην Πίζα συγγράφει πολυάριθμα υπομνήματα και γράμματα και προτείνει λύσεις για το ελληνικό ζήτημα. Απέρριψε την πρόταση να αναλάβει την αρχηγία και οργάνωση της ελληνικής Εκκλησίας. Θα πεθάνει στα μέσα Ιουλίου 1828.

3. Η πρόσληψη «εθνικών αξιών»

Με τον όρο πρόσληψη «εθνικών αξιών»[9] εκφράζονται συλλογικές στάσεις και συμπεριφορές απέναντι σε θεσμούς και έννοιες όπως τη θρησκεία, τη γλώσσα, την πατρίδα και γενικά την ιστορικότητά τους. Σημασία έχει επίσης ο κάθε φορά εκ νέου εννοιολογικός επανακαθορισμός ανθρώπων της ίδιας κοινότητας από έναν συγκεκριμένο εκφραστή και φορέα της, στην προκειμένη περίπτωση τον Ιγνάτιο. Η στάση του διαμορφώνεται ανάλογα

  1. με τις επιταγές μιας συγκεκριμένης χρονικής στιγμής, συγκυρίας ή ανάγκης (λ.χ. πριν και μετά το 1821),
  2. με τον αποδέκτη των προτάσεών του (διαφωτιστές, ανώτερο κλήρο, αγωνιστές, λαός).

Οι «εθνικές αξίες» που εξετάζω παρακάτω είναι οι εξής:
«Ιστορία», «γένος–έθνος», «γραικός–Έλληνας», «Ελλάδα» και «θρησκεία-γλώσσα». Πρόκειται κυρίως για την προσπάθειά του Ιγνατίου να προσαρμόσει σε μια πρώτη φάση τις ιδέες και επιταγές του διαφωτισμού στην πρωτοκαθεδρία της Μεγάλης Εκκλησίας ώστε να αποφευχθεί η ρήξη. Η πρόσληψη των συνολικών «εθνικών αξιών» από τον Ιγνάτιο δεν γίνεται βέβαια με ενιαίο τρόπο, αλλά σταδιακά και μέσα από δισταγμούς, διλήμματα, παλινδρομήσεις, αντιφάσεις και προπαντός ασάφειες. Η χρονική διάρκεια που μεσολαβεί μέχρι την ολοκληρωτική διατύπωσή τους, ίσως και τον επανακαθορισμό τους, είναι επίσης μεγάλη και φτάνει μέχρι το θάνατό του.

Ιστορία.

Ο Ιγνάτιος συνταιριάζει τον κυκλικό χρόνο της αρχαιότητας με τον εσχατολογικό χρόνο του χριστιανισμού[10] μέσα από μία ενιαία και νεωτερική αντίληψή του. Αυτή η διαδικασία παίρνει τη μορφή της ιστορικής γραφής, στην αρχή με κείμενα όπως τη «Σύνοψι» και την «Απολογία»,[11] αργότερα με υπομνήματα και επιστολές. Στη «Σύνοψι» επιχειρείται η επανασύνδεση του παρόντος με το παρελθόν. Μεταξύ άλλων αναφέρονται οι Μούσες, ο Αλέξανδρος, οι Ρωμαίοι, η Ελλάδα και Ελληνικός λαός. Και τα δύο συγγράμματα, συνταγμένα πριν το 1821, επιχειρούν να δικαιολογήσουν το ρόλο του Πατριαρχείου ως προκαθήμενου του γένους και ασκούν ελαφρώς κριτική σε λάθη και παραλείψεις του. Έκπληξη προκαλεί η προσπάθεια του Ιγνατίου στο τέλος της «Σύνοψις» να ευθυγραμμίσει τη συμβολή του ανώτερου κλήρου στην εκπαίδευση του γένους με τις ιδέες του διαφωτισμού.[12]

Στα ίδια κείμενα, το Βυζάντιο, ως κρατικό μόρφωμα και εκπρόσωπος της θρησκευτικής ιδεολογίας, αλλά και ο όρος Ρωμιός λείπουν σχεδόν παντελώς. Ο διαφωτισμός και το 1821 ως παρόν και η αρχαιότητα ως παρελθόν που αναπλάθει ο διαφωτισμός φαίνεται ότι δεν αρκούν για την κατασκευή του έθνους. Έτσι, όμως, δημιουργείται ένα κενό που διαρρηγνύει τη γενεαλογική σχέση. Η σύνδεση του ελληνικού μεσαίωνα με το σύγχρονο έθνος επιτυγχάνεται μερικώς με την «εκκλησιαστική ιστορία» (μερικώς γιατί αυτή αναφέρεται με πληθωρικό τρόπο στην περίοδο μετά το 1453). Ο Ιγνάτιος βάζει την «εκκλησιαστική ιστορία» να λειτουργεί συνεκτικά όπως ακριβώς κάνει με μεγαλύτερη, βέβαια, επιτυχία, αργότερα και ο Παπαρρηγόπουλος με την εθνική αφήγηση της ελληνιστικής ως συνέχεια της κλασσικής περιόδου και του Βυζαντίου ως απότοκου της Ρώμης. Η «Απολογία», όπως και η «Σύνοψις», προβάλλοντας έντονα το θρησκευτικό στοιχείο στοχεύουν στην κατασκευή της ιστορικής συνέχειας, χωρίς πάντα να την πετυχαίνουν, γιατί δεν επικεντρώνονται αρκετά στο Βυζάντιο. Στα ίδια κείμενα, το 1453 ερμηνεύεται ως πολιτική πτώση της Πόλης, σε καμία περίπτωση όμως ως θρησκευτική έκπτωση από αυτή (είναι δηλαδή δυσανάλογη της πτώσης των πρωτόπλαστων). Η διαδρομή του ελληνισμού μέσα στην τουρκοκρατία διέπεται έντονα από το μεταφυσικό στοιχείο («η Θεία χάρις») και η αφύπνιση του έθνους στο παρόν αποτελεί τον ύψιστο σκοπό της.

Γένος και Έθνος. Το γένος, το ρωμαίικο μιλλέτι δηλαδή, αποτελεί για τον μητροπολίτη, όπως αργότερα και για τον Κωνσταντίνο Οικονόμου και τους οπαδούς του ρωσικού κόμματος, την εμβληματική λέξη του Πατριαρχείου, το υπερσύνολο στο οποίο όφειλε να τείνει το ελληνικό έθνος γιατί μέσω αυτού νομιμοποιείται.[13] Ήδη με τον Ιγνάτιο έχουμε τις πρώτες παρθενικές, αν και συγκεχυμένες προσπάθειες ταύτισης των δύο εννοιών. Αυτή η ταύτιση θα πάρει τη μορφή αιτήματος στα χρόνια του εκκλησιαστικού ζητήματος και θα ολοκληρωθεί ιδεολογικά με την εξιστόρηση του «μεσαιωνικού σταδίου» της ιστορίας του ελληνισμού, ειδικότερα με την εξιστόρηση της εκκλησιαστικής ιστορίας από τον Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο.
Μια ανάλογη μέθοδο προσέγγισης γένους-έθνους βρίσκουμε όμως αρκετά νωρίτερα στη «Σύνοψι» και την «Απολογία». Και στα δύο κείμενα ο Ιγνάτιος παραδέχεται τα πολιτικά και εκκλησιαστικά λάθη του Πατριαρχείου, προειδοποιεί όμως για τυχόν πρόωρα συμπεράσματα και ανατρεπτικά σχέδια προτού έρθει η κατάλληλη στιγμή.

Στη «Σύνοψι» γίνεται λόγος για τη σχέση διαφωτισμού και εκκλησίας: «Αλλά το μόνον της θρησκείας αίσθημα διατηρεί τον Ελληνικόν λαόν, … και χρηματίζει εν(α) σεσωματωμένον έθνος από τούτους τους διεσκορπισμένους και καταδιωκομένους ανθρώπους … Η ανάγκη της εκπαιδεύσεως φέρει το έθνος διά φρονίμων διδασκαλιών εις καλλιτέραν ύπαρξιν υπό τον δεσποτισμόν, και να το προπαρασκευάσει εις τα μεγάλα επιχειρήματα, οπόταν ο ανεξάρτητος διευθυντής της τύχης των εθνών ευδοκήσει της Ελλάδος την αναγέννησιν[14] Εδώ γίνεται πια ορατή η προσπάθεια να τονισθεί πρώτα η πρωτοκαθεδρία του γένους μέσω της θρησκείας, μετά της ευθυγράμμισης γένους-έθνους και αργότερα ενδεχομένως μετασχηματισμού του γένους σε έθνος με αφετηρία τα συστατικά στοιχεία της θρησκείας και του διαφωτισμού. Και οι δύο όροι χρησιμοποιούνται εναλλακτικά όσον αφορά στους ορθόδοξους Έλληνες, πράγμα που δείχνει ότι στο φαντασιακό σύνολο του μελλοντικού έθνους θρησκευτική και εθνική ταυτότητα δεν μπαίνουν σε αντιπαράθεση, αλλά ταυτίζονται ή συνυφαίνονται. [15]

Για τον Ιγνάτιο το 1821 από μόνο του αρχικά προβάλλει εχθρικό προς το συμφέρον του γένους: «το γένος δεν ήτο προϊδεασμένον και προητοιμασμένον δι΄αυτόν τον μεγάλον αγώνα.»[16] Το τοπίο αλλάζει όταν παρουσιάζεται η συνιστώσα της ιστορικότητας των αγώνων των Ελλήνων εναντίον διάφορων εχθρών: «Και λέγοντάς τους (εγώ), ότι τώρα μάλιστα πρέπει να ευρεθώσι δυνατοί και εις κατάστασιν να είπωσιν εν σπαρτιατικόν ού αν ήθελαν τους προβάλει προτάσεις εναντίας εις το συμφέρον του Γένους[17] Εδώ, μάλιστα, το γένος συγχρονίζεται με τους Σπαρτιάτες για να αναδειχθεί η συνέχεια και η διάρκεια του φαντασιακού έθνους. Η ευθυγράμμιση παράδοσης και νεωτερικότητας είναι εμφανής.

Το θρησκευτικό στοιχείο λειτουργεί ως εργαλείο νομιμοποίησης του αγώνα των γραικών και ως συστατικό στοιχείο πια του εθνικού μορφώματος. Το γένος δημιουργεί το έθνος.[18] Ο Ιγνάτιος δεν εκπροσωπεί πλέον δύο ασύμπτωτες φαντασιακές κοινότητες (το ορθόδοξο μιλλέτ και το ελληνικό έθνος), αλλά μάλλον μία αντιφατική διαδικασία μετασχηματισμού της μιας («της θρησκευτικής») στην άλλη (σε «εθνική»).[19] Η νεοελληνική εθνική ταυτότητα φαντάζει εδώ ως προέκταση της ορθόδοξης προεθνικής ταυτότητας.

Γραικός- Έλληνας.

Ο όρος γραικός εμφανίζεται στον Ιγνάτιο με μια γενική ταξική σημασία, εφόσον αναφέρεται στα χαμηλά κοινωνικά στρώματα ή αφηρημένα στο λαό. Το γεγονός αυτό σε σχέση και με την ξένη ετυμολογική προέλευσή του τον καθιστά στο μεταίχμιο του Αγώνα ιστορικά αμφίσημο. Έτσι, ενώ σε κείμενα του Ιγνατίου πριν το 1821 ο «γραικός» εμφανίζεται ως χαρακτηρισμός του ελληνικού λαού που μιλάει την «κοινή», μετά το 1821 δεν κατέχει μόνο τη γλωσσική σημασία του νεοέλληνα αλλά τοποθετείται κατ’επανάληψη κωδικοποιημένα κυρίως δίπλα στη λέξη «αγώνας» ή σε ταυτόσημες έννοιες που αφορούν την ίδια υπόθεση: επανάσταση, ανεξαρτησία, αποστασία και απείθεια, εθνοτικός διαχωρισμός,[20] κίνημα, έργο τολμηρό και κινδυνώδες,[21] τα γραικικά πράγματα τα λίγο μη νόμιμα[22]. Η κωδικοποιημένη και διφορούμενη αυτή μορφή του όρου πρέπει να ερμηνευθεί τόσο σε σχέση με την ταξική σημασία του και ξένη προέλευσή του όσο και με τα νέα ιστορικά δεδομένα στην ευρύτερη περιοχή.

Ο Ιγνάτιος θεωρεί τους γραικούς, όχι το γένος ή το έθνος, υπεύθυνους για την«παράκαιρη»[23] επανάσταση και για το θάνατο των άοπλων και αθώων χριστιανών. Ο όρος χρωματίζεται απαξιωτικά, μάλιστα αρκετές φορές παίρνει και μια αρνητική χροιά. Η σημασία του είναι υποδεέστερη σε σχέση με εκείνη του γένους. Γράφει: «Ούτε η Ρωσία ούτε καμία άλλη δύναμη συμβούλευσε τους Γραικούς να επαναστατήσουν[24] Ο γραικός έχει επαναστατική χροιά, ενώ οι όροι Έλληνας, Ελλάδα, έθνος διέπονται από τον πολιτισμικό ρομαντισμό και την προσκόλληση στη Δύση. Ο ρωμιός δεν εμφανίζεται πουθενά γιατί ίσως όπως και στον Κοραή να θεωρείται ως συνεχιστής της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας αλλά και φορέας μιας ανύπαρκτης πια βυζαντινής αυτοκρατορίας.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το τρίπτυχο γραικός-αγώνας-γένος όπου γίνεται ορατή μία εσκεμμένη αντιπαράθεση μεταξύ ριζοσπαστισμού και συντηρητισμού, μεταζύ ριζοσπαστών (γραικών) και θρησκευτικής εθνότητας (γένους) στη βάση του 1821. Το έργο των γραικών εμφανίζεται σε ένα υπόμνημα της 20ης Μαΐου 1821 «δίκαιον και αναγκαίον, αλλά τολμηρό και κινδυνώδες γιατί δεν πήραν μέτρα ώστε να γενή βλάβη εις το γένος όσο το δυνατόν ολίγη[25] Η αντιπαράθεση αυτή αντανακλά σε μεγάλο βαθμό το ιδεολογικό δίλημμα που βασάνιζε τον Ιγνάτιο μεταξύ πατριαρχικού συντηρητισμού και συντηρητικού ρεαλισμού με δημοκρατική φόρτιση. Είναι όμως πια οφθαλμοφανές ότι ο Ιγνάτιος πείθεται αν και αργά για τα δίκαια του αγώνα, γιατί «αφεύκτως είναι μία επανάστασις γενική εις όλην την επικράτειαν, διότι τα θεμέλια της θρησκείας και του αρχαίου της κακού συστήματος ανετράπησαν…»[26]

Παράλληλα, η μελλοντική προοπτική του αγώνα αν και παραμένει θολή «χωρίς νέαν οικοδομή»[27] πρέπει τώρα πια να στεφθεί με επιτυχία: «Εις τους Γραικούς κανένα άλλο μέσον αντιστάσεως δεν μένει, ειμή η εξ ύψους αντίληψης, η απελπισία των, και η ανάγκη ήτις τους υποχρεώνει και με δυνάμεις ακόμη ανομοίους ν’ αντιπαραχθώσι[28]

Τα κενά που αφήνουν οι όροι «γραικός» και «γένος» σχετικά με την σύσταση του έθνους έρχεται να τα καλύψει η ιστορικότητα του όρου «Έλληνας»[29] γιατί αυτός αποτελεί τον συνδετικό κρίκο του έθνους με το γένος και λειτουργεί ως αφομοιωτικός μηχανισμός. Ο αγώνας δικαιολογείται όταν παρουσιάζεται αυτή η λέξη-κλειδί. Ειδικότερα, ο «Έλληνας» έχει διπλή φόρτιση: πολιτισμική και πολιτική. Η πολιτισμική προοπτική μεθοδεύει την ιστορικότητα του όρου που είναι απαραίτητη για την κατασκευή του έθνους. Η πολιτική πλευρά του μεθοδεύει τη νομιμοποίηση του αγώνα απέναντι στις ευρωπαϊκές συμμαχίες αφού τώρα πια ο Έλληνας τοποθετείται ως μέρος της Ευρώπης.[30] Επίσης, η ίδια έννοια ορίζει και οριοθετεί εθνικά τον θρησκευτικό όρο «γένος».

Επομένως, μετά το 1821 οι όροι «γραικός», «γένος» και «έθνος» επαναπροσδιορίζονται ή καλύτερα αλληλοσυμπληρώνονται με τη βοήθεια του όρου «Έλληνα» για να αναδειχθεί η ισοδύναμη συνύπαρξη τους στο μελλοντικό εθνικό κράτος. Ο Έλληνας ως διαχρονικός όρος εκφράζει την ιστορικότητα, τη γενεαλογία και σχηματίζει πια το πλαίσιο αναγνώρισης του αγώνα στη Δυτική Ευρώπη: «… διότι ανελάβετε το μέγα και επίπονον επάγγελμα, το οποίο σας ενεπιστεύθη η Ελλάς με μόνον σκοπόν να την ελευθερώσετε από την αναρχίαν, και να την δώσετε νόμους και τάξιν, ώστε να ημπορεί να υπάρξη, και να λάβωσιν αιτίαν και αι ξέναι δυνάμεις να γνωρίσωσι τους Έλληνας ως έθνος ανεξάρτητον, ωφέλιμον εις την Ευρώπην, ως κλάδος ευρωπαϊκός, και όχι ληστών κατοικίαν, και νέα Αφρική.» [31]

Ελλάδα.

Η «Ελλάδα» έχει στον Ιγνάτιο πολλές σημασίες. Κατ’αρχήν παρατηρούμε μια συναισθηματική φόρτιση όταν ταυτίζεται με την πατρίδα.[32] Έπειτα, είναι φορέας πολιτιστικής κληρονομιάς σε ένα μελλοντικό πολιτικοδιοικητικό κρατικό σχήμα,[33] αφού πετυχαίνει την αναβίωση της αρχαιότητας: «Η δύναμις της [αρχαίας] Ελλάδος ως προς εκείνην του εχθρού [ενν. Της Περσίας] ήτο μηδέν»[34]. Τέλος, την προβάλλει και ως το παραδειγματικό πρότυπο οργάνωσης της νεωτερικής κοινωνίας.[35] Η προτάσεις του Ιγνατίου για τη δημιουργία ελληνικού κράτους παρουσιάζουν ενδιαφέρον, αφού σε αυτό γεωγραφικά θα ανήκουν από την αρχή η «Πελοπόννησος, το Σούλι, η Ήπειρος και η Στερεά.»[36], γεωγραφικοί χώροι δηλαδή ιστορικά κατοχυρωμένοι: «Οι Πελοποννήσιοι και οι άλλοι της Ελλάδος και Ηπείρου λαοί έχουν εν τι περισσότερον από όλα τα άλλα έθνη, την ενθύμησιν της αρετής, και της δόξης των προγόνων των, και το ευγενικόν εκείνο αίμα, το οποίον σώζεται και τρέχει εις τας φλέβας των.»[37] Η «Ελλάδα», λοιπόν, όπως και ο «Έλληνας», νομιμοποιεί τον αγώνα πολιτισμικά, φυλετικά και πολιτικά απέναντι στους ξένους.[38]

Γλώσσα και θρησκεία. Το γένος προσδιορίζει από τη μια τις διαφορετικές γλωσσικές ομάδες (Γραικούς, Βλάχους, Βούλγαρους, Σέρβους, Αλβανούς), που ο Ιγνάτιος παράλληλα αποκαλεί και έθνη. Εδώ, ο Ιγνάτιος κάνει σαφή διαχωρισμό μεταξύ εθνών με βάση γλωσσικά κριτήρια. Έχουμε δηλαδή ευθυγράμμιση με μοντέρνους όρους του διαφωτισμού. Ταυτόχρονα όμως οι ίδιες ομάδες λειτουργούν και ως σύνολο της ορθόδοξης κοινότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, το μιλλέτ. Όλοι τους είναι ενωμένοι μέσω της πίστης και της Εκκλησίας.[39] Για τον Ιγνάτιο, η θρησκεία αποτελεί τον συνδετικό κρίκο μεταξύ των χριστιανικών λαών, γιατί αυτή τους διατήρησε ιστορικά. Η πρότασή του είναι σαφής: Να μη χάσουν τη θρησκεία τους, γιατί αλλιώς θα χάσουν και τη γλώσσα τους: «φυλάττοντας την πίστιν, και διά της πίστεως την γλώσσα μας[40]

Σε θρησκευτικά ζητήματα, λοιπόν, ο μητροπολίτης ακολουθεί το παραδοσιακό μοντέλο ταύτισης όλων των εθνών με το Πατριαρχείο και την εκκλησιαστική γλώσσα, που δεν είναι άλλη από την ελληνική. Ο ανώτερος ελληνορθόδοξος κλήρος, βλέποντας ορατό τον κίνδυνο απόσχισης και δημιουργίας αυτοκέφαλου από ετερόγλωσσα έθνη, δεν επιθυμεί να χάσει το Πατριαρχείο την πρωτοκαθεδρία του μέσα στο ορθόδοξο μιλλέτ. Η θρησκεία λειτουργεί εδώ αντιεθνικά, παραδοσιακά και συντηρητικά.

Πιο ξεκάθαρη γίνεται η ταύτιση γένους και έθνους όταν ο Ιγνάτιος αναφέρεται αποκλειστικά και μόνο στο ελληνικό έθνος αυτονομώντας το από το βουλγαρικό, βλάχικο, σέρβικο και αλβανικό με βάση το γλωσσικό κριτήριο. Το γένος πρέπει τώρα πια να επανακαθορισθεί και να συνταιριασθεί με την χρονικά και γεωγραφικά, δηλαδή ιστορικά ευρύτερη σημασία του πολτικού όρου «έθνος». «

Η σημερινή γλώσσα του γένους, τονίζει ο Ιγνάτιος, είναι η πιο κατάλληλη για την αφύπνιση. Αυτή η γλώσσα που μιλούν οι μορφωμένοι δεν έχει απομακρυνθεί από την αρχαία ελληνική: «Ώστε, όταν (αυτή) η γλώσσα … γένη κοινή εις όλον το Έθνος, με ολίγον μόνον κόπον θέλει τις εννοεί τους έλληνας Συγγραφείς…»[41] Η αρχαία ελληνική, από την άλλη μεριά, δεν μπορεί να παράγει εθνική συνείδηση, από τη στιγμή που διδάσκεται στείρα. Ο Ιγνάτιος περιόρισε τις ώρες διδασκαλίας των κλασσικών σπουδών στο Λύκειο Βουκουρεστίου[42] και εισήγαγε στη θέση τους μαθήματα θετικών επιστημών. Γι’ αυτό επικρίθηκε έντονα από το Νεόφυτο Δούκα. Στην απάντησή του εναντίον των κατηγοριών του γράφει: «Αλλ’ έστω, ότι οι νέοι ούτοι έμαθον την γλώσσα, ως ο Δούκας. Τι έμαθον; Ουδέν, γλώσσα ξηράν… Και ποία εκ τούτου η ωφέλεια εις το Γένος και εις αυτούς[43]


4. Συμπεράσματα

Οι έννοιες που αναλύθηκαν πιο πάνω αντικατοπτρίζουν σχεδόν έναν πολιτικό κώδικα. Βασικά χαρακτηριστικά αυτού του κώδικα είναι αφενός ένας πολιτικός ρεαλισμός σχετικά με τις Μεγάλες Δυνάμεις και την έκβαση του αγώνα και αφετέρου ένας πολιτισμικός ρομαντισμός. Με τον κώδικα αυτό ο Ιγνάτιος θέλει να εξυπηρετήσει μία και μοναδική άμεση ανάγκη: την επίλυση του ελληνικού ζητήματος με όσο το δυνατόν τελεσφόρους μεθόδους. Αξιοσημείωτος είναι ο τρόπος που ο Ιγνάτιος χρησιμοποιεί τις λέξεις-κλειδιά για να στηρίξει και να προωθήσει τις θέσεις του είτε στους Έλληνες είτε στους ξένους. Εντύπωση προκαλεί η θέση που κατέχει ο καθένας από αυτούς τους όρους μέσα στο συνολικό πλέγμα του πολιτικού και πολιτισμικού ευαγγελισμού, πλέγμα που ο Ιγνάτιος ακολουθεί πιστά σε πολλά από τα κείμενά του.

Εξετάζοντας τις κωδικοποιημένες «εθνικές αξίες» του Ιγνατίου διαφαίνεται όχι μόνο η διαφορετικότητα μεταξύ Πατριαρχείου και διαφωτισμού, που αναμφίβολα υφίστατο, αλλά και ένας ορατός βαθμός σύγκλισης των δύο πολιτικών πόλων. Παρουσιάζει δηλαδή μεγάλο ενδιαφέρον η ευθυγράμμιση πατριαρχικής και διαφωτιστικής πολιτικής γραμμής μέσω της πρόσληψης γνωστών εθνικών αξιών από έναν εκπρόσωπο τόσο του ανώτερου κλήρου όσο και του διαφωτισμού. Από την ανάλυση των «εθνικών αξιών» γίνεται κατανοητό ότι ο Ιγνάτιος είναι φορέας του «κρατικο-ηγεμονικού διαφωτισμού που μετά το 1815 έρχεται σε επαφή με τον αγγλικό ρομαντισμό και φιλελευθερισμό.»[44] Ζώντας από πολύ κοντά το διαφωτισμό κινήθηκε μεταξύ των εξής δύο ιδεολογικών γραμμών: περισσότερο ενός συντηρητικού ρεαλισμού, ο οποίος επιζητούσε μεν να αναχαιτίσει τον Διαφωτισμό και τις πρακτικές του επιπτώσεις για την εκκκλησία, απέφυγε όμως επιδέξια να υιοθετήσει μια εντελώς αντιδραστική στάσηֹ και λιγότερο ενός δημοκρατικού φιλελευθερισμού, ο οποίος ενστερνιζόταν μεν τις πολιτικές αρχές του Διαφωτισμού και κατά συνέπεια ήταν στην ουσία του βαθιά ανατρεπτικός μέσα στα ελληνικά πλαίσια, είχε όμως συνείδηση της πρακτικής επιταγής να αποφευχθεί η οριστική ρήξη με τις ελληνικές κοινωνικές πραγματικότητες.[45]

Πηγές

  1. «Απολογία Ιστορική και Κριτική Υπέρ Του Ιερού Κλήρου Της Ανατολικής Εκκλησίας Κατά Των Συκοφαντιών Του Νεοφύτου Δούκα Συγγραφείσα Παρά Κυρίλλου Κ. Κατ’ Επίμονον Ζήτησιν Των Ομογενών». [Πίζα] 1815.
  2. Κοντογιάννης, Π. Μ., Ιστορκά έγγραφα αναφερόμενα εις την ελληνικήν επανάστασιν. Αθήνα 1927 [Ιστορική και λαογραφική βιβλιοθήκη 2].
  3. Κούκου, Ελένη, Ανέκδοται επιστολαί του μητροπολίτου Ουγγροβλαχίας Ιγνατίου προς τον Ι. Καποδίστριαν στο Δελτίον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος 12(1957-1958), 151-177.
  4. Πρωτοψάλτης, Εμμανουήλ, Υπομνήματα συναφή Ιγνατίου, μητροπολίτου Ουγγροβλαχίας, και Ιω. Καποδίστρια περί της τύχης της Ελλάδος (1821), στο Αθηνά 60(1956), 145-182.
  5. «Συνοψις ιστορική περί της ενεστώσης καταστάσεως της Ορθοδόξου ανατολικής εκκλησίας» στο Αθηνά (Ιανουάριος-Μάρτιος 1831).

Δευτερογενής βιβλιογραφία

  1. Ηλιού, Φίλιππος, Ελληνική βιβλιογραφία του 19ου αιώνα. Βιβλία-φυλλάδια, τόμος πρώτος 1801-1818, Αθήνα 1997.
  2. Κιτρομηλίδης, Πασχάλης Μ.
    • Enlightenment, Nationalism, Orthodoxy. Studies in the culture and political thought of south-eastern Europe. Hampshire 1994.
    • Ορθοδοξία και συλλογική ταυτότητα στη Νοτιοανατολική Ευρώπη στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Βαλκάνια και Ανατολική Μεσόγειος 12ος-17ος αιώνες. Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου στη Μνήμη Δ.Α. Ζακυθηνού. Αθήνα, 14-15 Ιανουαρίου 1994. Αθήνα 1998, 127-138 [Το Βυζάντιο σήμερα 2].
    • Νεοελληνικός Διαφωτισμός. Οι πολιτικές και κοινωνικές ιδέες. Αθήνα 1996.
  3. Κυριαζόπουλος, Σπ., Διανόηση και αντίδραση στην επανάσταση του 1821 στο Δωδώνη 9(1980), 261-284.
  4. Λέκκας, Παντελής, Η εθνικιστική ιδεολογία. Πέντε υποθέσεις εργασίας στην ιστορική κοινωνιολογία. Αθήνα 1992. [Θεωρία και Μελέτες 13].
  5. Λιάκος, Αντώνης, Προς επισκευήν ολομέλειας και ενότητος. Η δόμηση του εθνικού χρόνου στο Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών. Επιστημονική συνάντηση στη μνήμη Κ.Θ. Δημαρά. Αθήνα 1994, 171-199.
  6. Mango, Cyril, Βυζαντινισμός και ρομαντικός ελληνισμός στο Εποχές 46(Φεβρουάριος 1967)133-143.
  7. Ματάλας, Παρασκευάς, Έθνος και Ορθοδοξία. Οι περιπέτειες μιας σχέσης. Από το «ελλαδικό» στο βουλγαρικό σχίσμα. Ηράκλειο 22003.
  8. Παναγιωτόπουλος, Βασίλης, Κάτι έγινε στην Πίζα το 1821 στο Τα Ιστορικά 5(Ιούνιος 1986), 177-182.
  9. Πρωτοψάλτης, Εμμανουήλ
    • Ιγνάτιος. Μητροπολίτης Ουγγροβλαχίας (1766-1828) Ι. Βιογραφία. Αθήνα 1959.
    • Ιγνάτιος Ουγγροβλαχίας. Αθήνα 1961.
  10. Σιγάλας, Νίκος, «Ελληνισμός» και εξελληνισμός: ο σχηματισμός της νεοελληνικής έννοιας ελληνισμός στο Τα Ιστορικά 18(2001), 3-70.

[1] Κυριαζόπουλος, Σπ., Διανόηση και αντίδραση στην επανάσταση του 1821 στο Δωδώνη 9(1980), 261-284.

[2] Κιτρομηλίδης, Πασχάλης Μ., Νεοελληνικός Διαφωτισμός. Οι πολιτικές και κοινωνικές ιδέες. Αθήνα 1996, σ. 82ֹ Ορθοδοξία και συλλογική ταυτότητα στη Νοτιοανατολική Ευρώπη στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Βαλκάνια και Ανατολική Μεσόγειος 12ος-17ος αιώνες. Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου στη Μνήμη Δ.Α. Ζακυθηνού. Αθήνα, 14-15 Ιανουαρίου 1994. Αθήνα 1998, 127-138 [Το Βυζάντιο σήμερα 2]. Βέβαια η θέση αυτή έχει δεχθεί κριτική: βλ. Ματάλας, Παρασκευάς, Έθνος και Ορθοδοξία. Οι περιπέτειες μιας σχέσης. Από το «ελλαδικό» στο βουλγαρικό σχίσμα. Ηράκλειο 22003, όπου ισχυρίζεται ότι δεν πρόκειται για έριδα παρά για διαφορετικές θέσεις και προτάσεις που εξυπηρετούσαν τον ίδιο πολιτικό στόχο και την ίδια πολιτική ανάγκη, κυρίως μετά το βουλγαρικό σχίσμα.

[3] Kitromilides, Paschalis M., Enlightenment, Nationalism, Orthodoxy. Studies in the culture and political thought of south-eastern Europe. Hampshire 1994.

[4] Βλ. Κιτρομηλίδης, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, σ. 498.

[5] Για την Πίζα ως κέντρο σφυρηλάτησης συλλογικής ταυτότητας για τους εκεί Έλληνες διανοούμενους πρβλ. Παναγιωτόπουλος, Βασίλης, Κάτι έγινε στην Πίζα το 1821 στο Τα Ιστορικά 5(Ιούνιος 1986), 177-182.

[6] Όλα τα βιογραφικά στοιχεία αντλήθηκαν από τα εξής βοηθήματα: Βιογραφική εγκυκλοπαίδεια ελλήνων λογοτεχνών, Ιγνάτιος (1765- 1828), Τόμος 1, Αθήνα, s.d, σσ. 367-368. Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, Ιγνάτιος ο Άρτης και Ναυπάκτου, Τόμος 12, Αθήνα, s.d., σσ. 839-840. Πρωτοψάλτης, Εμμανουήλ Γ., Ιγνάτιος. Μητροπολίτης Ουγγροβλαχίας (1766-1828). Ι. Βιογραφία, Αθήνα 1959 [Ακαδημία Αθηνών. Μνημεία της ελληνικής ιστορίας. Τόμος Δ΄ – Τεύχος Ι.]˙Ιγνάτιος. Μητροπολίτης Ουγγροβλαχίας (1766-1828). Αθήνα 1961 [Σύλλογος προς διάδοσιν ωφελίμων βιβλίων 10]˙ Ιγνάτιος. Μητροπολίτης Ουγγροβλαχίας στο Θρησκευτική και ηθική εγκυκλοπαίδεια. Τόμος 6, Αθήνα 1965, σσ. 727-730.

[7] «Συνοψις ιστορική περί της ενεστώσης καταστάσεως της Ορθοδόξου ανατολικής εκκλησίας» στο Αθηνά (Ιανουάριος-Μάρτιος 1831) (στο εξής: «Σύνοψις»). Χρησιμοποιήθηκε εδώ η έκδοση του Γ. Χρυσίδη στο περιοδικό Αθηνά. Το κείμενο γράφτηκε πριν το 1821

[8] Περισσότερα για το «Λύκειο» και τη «Φιλολογική Εταιρεία» στον Πρωτοψάλτη, Ιγνάτιος. Ι. Βιογραφία σ. 89-104.

[9] Λέκκας, Παντελής, Η εθνικιστική ιδεολογία. Πέντε υποθέσεις εργασίας στην ιστορική κοινωνιολογία. Αθήνα 1992, σ. 65 [Θεωρία και Μελέτες 13].

[10] Βλ. και Λιάκος, Αντώνης, Προς επισκευήν ολομέλειας και ενότητος. Η δόμηση του εθνικού χρόνου στο Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών. Επιστημονική συνάντηση στη μνήμη Κ.Θ. Δημαρά. Αθήνα 1994, 174.

[11] «Απολογία Ιστορική και Κριτική Υπέρ Του Ιερού Κλήρου Της Ανατολικής Εκκλησίας Κατά Των Συκοφαντιών Του Νεοφύτου Δούκα». [Πίζα] 1815 (στο εξής: «Απολογία»). Η ταυτότητα του κειμένου αμφισβητείται. Ο Εμμανουήλ Πρωτοψάλτης, Ιγνάτιος Ουγγροβλαχίας. Αθήνα 1961, σσ. 64 και 145, το αποδίδει στον Ιγνάτιο ενώ ο Φίλιππος Ηλιού, Ελληνική βιβλιογραφία του 19ου αιώνα. Βιβλία-φυλλάδια, τόμος πρώτος 1801-1818, Αθήνα 1997, σ. 413, το αποδίδει – και με τη συμβουλή του Χρ. Ρέππα – στους Κύριλλο [Λιβέριο] και Πλάτωνα [ίσως τον Φραγκιάδη, μητροπολίτη Χίου]. Στη σ. 1 ο συντάκτης της «Απολογίας» αρχίζει ως εξής: «Είμαι και εγώ εκκλησιαστικός. Διέτριψα ικανόν καιρόν εις Αρχιερέων υπηρεσίαν, και εις τας έξω Επαρχίας, και εις αυτήν έπειτα την Κωνσταντινούπολην.» Το ύφος του κειμένου έχει αρκετά κοινά σημεία με τη «Σύνοψι», η επαγγελματική ιδιότητα όμως του συγγραφέα ως αρχιερέας στην Πόλη παραπέμπει μάλλον σε κάποιο άλλο πρόσωπο. Σε κάθε περίπτωση ο ίδιος ο Ιγνάτιος πρωτοστάτησε στην έκδοση του κειμένου στην Πίζα και επομένως συμφωνούσε με τα γραφόμενά του.

[12] «Σύνοψις», σσ. 74-77.

[13] Βλ. Σιγάλας, Νίκος, «Ελληνισμός» και εξελληνισμός: ο σχηματισμός της νεοελληνικής έννοιας ελληνισμός στο Ιστορικά 18(2001), 34.

[14] «Σύνοψις», σσ. 29-30.

[15] Βλ. και Ματάλας, ό.π., σ. 26.

[16] Πρωτοψάλτης Εμμανουήλ, Υπομνήματα συναφή Ιγνατίου, μητροπολίτου Ουγγροβλαχίας, και Ιω. Καποδίστρια περί της τύχης της Ελλάδος (1821), στο Αθηνά 60(1956), 147.

[17] Κούκου, Ελένη, Ανέκδοται επιστολαί του μητροπολίτου Ουγγροβλαχίας Ιγνατίου προς τον Ι. Καποδίστριαν στο Δελτίον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος 12(1957-1958), 156.

[18] Στο ίδιο, 155.

[19] Ματάλας, ό.π., σ. 11.

[20] Κοντογιάννης, Π. Μ., Ιστορκά έγγραφα αναφερόμενα εις την ελληνικήν επανάστασιν. Αθήνα 1927, σ. 184.

[21] Πρωτοψάλτης, ό.π., 146.

[22] Κοντογιάννης, ό.π., σ. 200.

[23] Κούκου, ό.π., 157.

[24] Κοντογιάννης, ό.π., σ. 175.

[25] Πρωτοψάλτης, ό.π., 146, 152.

[26] Κούκου, ό.π., 157.

[27] Στο ίδιο, 157.

[28] Πρωτοψάλτης, ό.π., 147.

[29] Ειδικότερα για την ιδεολογική φόρτιση των όρων «Έλληνας» και «ελληνισμός» πρβλ.: Mango, Cyril, Βυζαντινισμός και ρομαντικός ελληνισμός στο Εποχές 46(Φεβρουάριος 1967), 133-143ֹ Τσαούσης, Δ.Γ., Ελληνισμός και Ελληνικότητα. Το πρόβλημα της νεοελληνικής τατότητας στο Τσαούσης, Δ.Γ. (επ.), Ελληνισμός-Ελληνικότητα. Ιδεολογικοί και βιωματικοί άξονες της νεοελληνικής κοινωνίας. Αθήνα 1983, 15-25.

[30] Κούκου, ό.π., 160, 164,

[31] Στο ίδιο, 163 κ.ε. και «Απολογία» σ. 110.

[32] Κοντογιάννης, ό.π., σσ. 187-202.

[33] Στο ίδιο, σσ. 186, 195.

[34] Πρωτοψάλτης, ό.π., 147.

[35] Λιάκος, ό.π., 176 κ.ε.

[36] Πρωτοψάλτης, ό.π., 147.

[37] Στο ίδιο, 151.

[38] Κούκου, ό.π., 168.

[39] «Απολογία», σσ. 108 κ.ε.

[40] Στο ίδιο, σ. 110.

[41] Στο ίδιο.

[42] Περισσότερα για το «Λύκειο» καθώς και τη «Φιλολογική Εταιρεία» στον Πρωτοψάλτης, Εμμανουήλ, Ιγνάτιος. Μητροπολίτης Ουγγροβλαχίας (1766-1828) Ι. Βιογραφία. Αθήνα 1959, σσ. 89-104.

[43] «Απολογία», σ. 104.

[44] Παναγιωτόπουλος, ό.π., 173.

[45] Βλ. και Κιτρομηλίδης, Νεοελληνικός διαφωτισμός, σσ. 502 κ.ε.

eens.org

, , , , , , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.