Η πρόσληψη των νεοορθοδόξων από τα περιοδικά λόγου και στοχασµού

Δηµήτρης Αγγελής

Θεωρώ ότι µιλώντας για την πρόσληψη του ρεύµατος των «νεορθοδόξων» από τα περιοδικά λόγου και στοχασµού της περιόδου της ακµής του (δεκαετία του 1980), δεν εξετάζουµε µόνο την τοµή δύο διαφορετικών επιστηµονικών κλάδων, της θεολογίας µε τη φιλολογία, αλλά κάτι πολύ ευρύτερο που αναφέρεται στην ιστορία των ιδεών. Νοµίζω, µάλιστα, ότι στο
προσεχές διάστηµα οφείλουµε να εγκύψουµε πολύ περισσότερο πάνω σε ζητήµατα συνέχειας και ασυνέχειας τάσεων και ιδεών µέσα στην ελληνική κοινωνία, γιατί αφορούν την ίδια την κατανόηση της ταυτότητάς µας, της πορείας µας µέσα στον χρόνο, αλλά και τα αίτια της σηµερινής µας κρίσης.


Ο όρος «νεορθόδοξοι», τον οποίο χρησιµοποιούµε καταχρηστικά για να περιγράψουµε µια οµάδα στοχαστών µε έντονη δηµόσια παρουσία στις αρχές της δεκαετίας του 1980 (Χρ. Γιανναράς, Στέλιος Ράµφος, Κωστής Μοσκώφ, Κώστας Ζουράρις, Παναγιώτης Νέλλας, αλλά και ο τραγουδοποιός Διονύσης Σαββόπουλος κ.ά.), δεν προήλθε από τους ίδιους τους πρωταγωνιστές της, αλλά από τους αντιπάλους τους. Συγκεκριµένα, τον Σεπτέµβριο του 1983 η δηµοσίευση στο αριστερής κατεύθυνσης περιοδικό Στοχαστής ενός άρθρου µε τίτλο «Ο νεορθόδοξος σκοταδισµός», θα δώσει τον τίτλο στην οµάδα (µέχρι τότε τους χαρακτήριζαν «νέους θεολόγους»), η οποία βασίζεται στη βυζαντινή πατερική παράδοση, προσπαθεί να συνδέσει τον χριστιανισµό µε τον µαρξισµό (είµαστε «κοµµουνιστές και όχι µαρξιστές», σχολιάζει βέβαια ο Κωστής Μοσκώφ), αναφέρεται στην κοινοτική, κοινωνιοκεντρική ελληνικότητα και ασκεί από την πλευρά της παράδοσης κριτική στον δυτικό ορθολογισµό.

Κωστής Μοσκώφ


Εντάσσοντας το ρεύµα των «νεορθοδόξων» στο πολιτικό κλίµα και στις ευρύτερες µεταβολές που σηµειώνονται στις αρχές της δεκαετίας του 1980, θα µπορούσε κανείς να βρει αντιστοιχίες µε την αριστερή-πατριωτική συνθηµατολογία του ΠΑΣΟΚ (λ.χ. «Η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες») και µε την ευρύτερη ανάγκη της ελληνικής κοινωνίας να πιστέψει στον εαυτό της, χωρίς την κηδεµονία, πολιτική και ιδεολογική, εξωγενών δυνάµεων. Επιπλέον, είναι βέβαιο ότι µετά τη συµπόρευση της διοικούσας Εκκλησίας µε το δικτατορικό καθεστώς κατά την επταετία, όχι µόνο η εποχή αλλά και η ιστορική πλέον ανάγκη ωθούν
φυσιολογικά (δηλαδή χωρίς αυτό ν’ αποτελεί στρατήγηµα) τους ανήσυχους θεολόγους προς προοδευτικότερες θέσεις και θεωρητικές αναζητήσεις.

Ράμφος Στέλιος (Ramfos Stelios) | Εκδόσεις Αρμός
Στέλιος Ράμφος

Επιπλέον, µέσα στον ιδεολογικό πλουραλισµό και στον κυρίαρχο λαϊκισµό της µεταπολιτευτικής περιόδου, σε περιβάλλον
δηλαδή αποδέσµευσης απ’ την ισχύ των παραδοσιακών προτύπων –ιεραρχήσεων που κατά τη διάρκεια της δικτατορίας είχαν καταγραφεί στο στερεότυπο σύνθηµα «πατρίς-θρησκείαοικογένεια» – προέκυπτε η ανάγκη νέων ταυτίσεων όχι µόνο εξαιτίας των ενοχών που προέκυπταν απ’ την επταετία, αλλά και ως αντίσταση στις λογοκρατικές θεωρήσεις που έφερνε η απελευθέρωση και ως απάντηση στην κυρίαρχη πλέον στη δηµόσια σφαίρα και «ανταγωνιστική» µαρξιστική σωτηριολογία. Η δυναµική επανερµηνεία της παράδοσης συνιστούσε στην ουσία και προσπάθεια επίτευξης µιας νέας «ιδεολογικής» καθαρότητας, µε σκοπό την επαναβεβαίωση της κοινωνικής σηµασίας του θρησκευτικού. Η επανερµηνεία αυτή, όµως, σήµαινε επίσης επιλεκτική πρόσληψη της παράδοσης, µιας παράδοσης που δεν είχε ως υπόβαθρο µια ηθική κοινότητα αλλά νοούνταν κυρίως ως απόθεµα πολιτιστικών αξιών, και επέµενε στα κείµενα (θεωρία), χωρίς αναφορές στην εκκλησιαστική ιστορία,
δηλαδή στην πράξη. Η πολιτικοποίηση, ωστόσο, του κοινοτισµού µε βάση το ιερό ενδέχεται να λειτουργήσει και προς όφελος ενός ντετερµινιστικού εθνικισµού, θεώρηση που ως έναν βαθµό υπάρχει στην πιο ύστερη περίοδο κάποιων εκ των νεοορθοδόξων.


Στην πραγµατικότητα, όµως, το ρεύµα των «νεορθοδόξων», αν και ενισχυµένο µε νέες δυνάµεις και µε κεντρική πλέον θεµατική του τον επίκαιρο για την εποχή διάλογο µε τον µαρξισµό, έχει τις ρίζες του στη θεολογία του 1960 και στο περιοδικό Σύνορο (1964-1967). Ουσιαστικά δηλαδή, επανέρχεται στο προσκήνιο το ανανεωτικό µήνυµα της θεολογίας του ’60, τη δυναµική της οποίας είχε ανακόψει η δικτατορία µε το πρόταγµα του «ελληνοχριστιανικού πολιτισµού», αφού τα κύρια χαρακτηριστικά (και κάποιοι από τους συντελεστές) ταυτίζονται. Η αποδέσµευση του ευαγγελικού µηνύµατος από τον ακαδηµαϊκό σχολαστικισµό, η θεολογική επανεκτίµηση της αµαρτίας ως αστοχίας πέρα από νοµικιστικούς ηθικισµούς κι η ανάπτυξη ενός νέου λεξιλογίου γύρω από αυτές τις έννοιες, η ευχαριστιοκεντρική κατανόηση της Εκκλησίας και η αναζωπύρωση του µοναχικού ιδεώδους, η επανεκτίµηση της παράδοσης και της λαϊκής ευσέβειας και ο διάλογος µε την εποχή είναι χαρακτηριστικά κοινά µεταξύ των δύο περιόδων, γεγονός που επιβεβαιώνει τον ισχυρισµό µας. Η προσπάθεια του Γιανναρά, ήδη από τότε, για µια «οντολογική δικαίωση της ελληνοπατερικής θεολογίας […] σε πολιτισµική προοπτική ενός διαχρονικού ελληνισµού […] αλλά και ιστορικής κριτικής του “άλλου πολιτισµού”» (του δυτικού δηλαδή), περιστοιχίστηκε και από άλλους, ενισχύθηκε µε νέες θεωρήσεις, ακόµα και τραγουδήθηκε στον δίσκο Τραπεζάκια έξω του Σαββόπουλου που κυκλοφόρησε τη χρονιά-ορόσηµο για το
κίνηµα, αναφέροµαι βέβαια στο 1983.


Στον βαθµό που από τους «νεορθόδοξους» επιχειρείται ένας διάλογος µεταξύ χριστιανισµού και µαρξισµού, η συζήτηση απασχολεί και τα περιοδικά της Αριστεράς, κυρίως βέβαια το ”Αντί”, στο οποίο εκπροσωπούνται και οι θιασώτες αλλά και οι επικριτές αυτής της νέας περί την Ορθόδοξη Εκκλησία αντίληψης. Για παράδειγµα, ο Κώστας Ζουράρις, µέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ εσωτ. τότε, γράφει αρκετά νωρίς (τχ. 216, 15.10.1982, σσ. 34-37) ένα άρθρο µε τίτλο «Η θρησκευτική πλευρά του επιστηµονικού σοσιαλισµού». Σε αυτό επισηµαίνεται ο θρησκευτικός χαρακτήρας των µαρξιστικών κειµένων, αναλύεται ο
κοµµουνισµός-σοσιαλισµός ως «εσχατολογικός µονισµός» και µεταφυσική συµπεριφορά (σ. 34) και προβάλλεται το έργο του Μπερντιάγιεφ ως «θεόπνευστη διακονία υπέρ του σοσιαλισµού και του χριστιανισµού» (σ. 37). Στο ίδιο κιόλας τεύχος του απαντά, µε πολύ ειρωνικό τρόπο και σε εκκλησιαστική µάλιστα γλώσσα, ο Γεώργιος Κατηφόρης («Τας κεφαλάς ηµών τω Κυρίω κλίνωµεν», σ. 38-39. Μεταξύ των επιχειρηµάτων: πώς επικαλούνται την πολυφωνική δηµοκρατία µε το µάθηµα των θρησκευτικών υποχρεωτικό;), ενώ σε επόµενο τεύχος (τχ. 220, 10.12.1982, σ. 36-37) ο φίλος και οµοϊδεάτης του Κωστής Μοσκώφ, διευθυντής τότε του Κέντρου Μαρξιστικών Ερευνών στη Θεσσαλονίκη, διαµαρτύρεται γιατί του αποδίδει ο Ζουράρις θέσεις που ποτέ δεν διατύπωσε. Η οµάδα των νεοορθοδόξων δεν είναι τόσο συµπαγής αφού συχνά υπάρχουν διαφοροποιήσεις, µε δηµόσιες «απαντήσεις» µάλιστα σε εφηµερίδες και περιοδικά.


Με αφορµή µια συνέντευξη του Ζουράρι στη Σύναξη (τχ. 6, Άνοιξη 1983, σ. 51-60) και µια συνέντευξη του Μοσκώφ στον Σχολιαστή (τχ. 5, Αύγουστος 1983), ο Δηµ. Κυρτάτας σχολιάζει στον Πολίτη τις αντιφάσεις που βρίσκει µεταξύ των ερµηνειών που δίνουν στον χριστιανισµό οι δύο συνεντευξιαζόµενοι και των ιστορικών δεδοµένων της επιστήµης («Ορθοδοξία: Θεολογική και ιστορική προσέγγιση. Μερικές παρατηρήσεις µε αφορµή δύο συνεντεύξεις των Κ. Μοσκώφ και Κ. Ζουράρι, Πολίτης, τχ. 62, Σεπτέµβριος 1983, σ. 23-27).

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ

Εδώ γίνεται κατά τη γνώµη µας φανερή η αδυναµία του ιστορικού (χωρίς να έχει άδικο στις επιµέρους παρατηρήσεις του) να ξεφύγει από τα δεδοµένα της επιστήµης του και να κατανοήσει τις µεθόδους του θεολογικού ρεύµατος που έχει ονοµαστεί νεοπατερική σύνθεση, µιας προσπάθειας δυναµικής ανασύνθεσης των πατερικών κειµένων µε βάση τα
φιλοσοφικά δεδοµένα των αιώνων που µεσολάβησαν και επικαιροποίησής τους ώστε να δίνουν απαντήσεις στα προβλήµατα της σύγχρονης εποχής.


Τον Αύγουστο του 1983 το ”Αντί” δηµοσιεύει, χωρίς όπως αναφέρει στο σηµείωµα πουτα προλογίζει να δεσµεύεται από το περιεχόµενό τους, τρία ακόµα κείµενα «που συµµετέχουν –το καθένα µε τον τρόπο του– σ’ αυτό που συνοπτικά αποκλήθηκε “νεο-ορθόδοξο ρεύµα”. Συνεχίζουµε έτσι –υπογραµµίζει το περιοδικό– τον άτυπο διάλογο που συντήρησαν από τις στήλες µας η διαµάχη πολέµιων και εκφραστών ενός φαινοµένου που αποτελεί σήµερα τη χαρακτηριστικότερη ίσως εκδήλωση της διπλής κρίσης της Αριστεράς και της Νεοελληνικής µας ταυτότητας». Προαναγγέλλει, µάλιστα, το περιοδικό ότι θα ακολουθήσουν κι άλλα κείµενα σε επόµενα τεύχη γιατί «πιστεύουµε ότι η απάντηση στη νεόκοπη ιδεολογία είναι η έρευνα που θα εγκαινιάσουµε». Κρατώντας σαφείς αποστάσεις απέναντι στους νεορθοδόξους και παρ’ ότι τους χαρακτηρίζει «νεόκοπη ιδεολογία» και σύµπτωµα της κρίσης, το Αντί τους παρέχει βήµα έκφρασης κι έτσι στο τεύχος 239 (19.8.1983) δηµοσιεύονται κείµενα των Κώστα Ζουράρι («Ορθοδοξία Εδώ και Κοµµουνισµός τώρα: αµφίβολοι κάµακες;», σ. 18-19), Κωστή Μοσκώφ («Η Πτώση είναι Η Ανάσταση. Στοχασµοί ενός ορθόδοξου κοµµουνιστή πάνω στη χριστιανική Ορθοδοξία», σ. 20-24) και Παναγιώτη Νέλλα («“Πάντα περιλαβών και ενυποστήσας εαυτώ”. Ένας ορθόδοξος χριστιανός απαντά στο κείµενο του Μοσκώφ», σσ.
25-27). Ο Ζουράρις, σε µια από τις δυναµικές, δηµιουργικές του συνθέσεις που ενώνουν επανάσταση και ανάσταση, τονίζει: «Είµαστε οι επικυρίαρχοι του εαυτού µας, ορθόδοξοι και κοµµουνιστές, γιατί είµαστε ζώα θεούµενα, γιατί έχουµε την ντροπή µέσα µας, την ντροπή, που είναι το πρώτο επαναστατικό συναίσθηµα, που µας ανασταίνει» (σ. 18). Ανάλογα, ο
Μοσκώφ επισηµαίνει: «Ο άνθρωπος παραµένει ο σταυρωµένος Υιός της παραδοσιακής χριστιανικής µας Ορθοδοξίας, και ωστόσο µέσα από αυτό το Πάθος, το Γίγνεσθαι, την µοναξιά που ο ίδιος διάλεξε αποκτώντας την µοναδικότητά του, την προσωπικότητά του, µέσα από την Κάθοδο, την Πτώση, µέσα από την σηµερινή υπόστασή του στην καπιταλιστική κοινωνία µας ως το µοναχικό εµπόρευµά του, ο άνθρωπος συναντά το βλέµµα του Άλλου, ενσαρκώνει τη σχέση του µε το Άλλο στην Πράξη του, εκκοσµικεύει τη διάχυτη ύλη –τό «Πνεύµα» των ιδεαλιστών– το εγκαθιστά ως ιστορία στον Καιρό, πραγµατοποιεί τη
διπλή Ανταρσία του απέναντι στις δοµές του γίγνεσθαι» (σ. 23).

Απαντώντας στον Μοσκώφ, ο διευθυντής του περιοδικού Σύναξη Παναγιώτης Νέλλας παρατηρεί ότι «πολλοί µαρξιστικοί όροι, όπως τους αποκαθαίρει στο κείµενό του αυτό ο Μοσκώφ, είναι προσλήψιµοι», επισηµαίνει την υποχρέωση της Ορθοδοξίας, λόγω της ριζικής επαναστατικότητάς της, να τους προσλάβει, αφήνοντας όµως απέξω την ιδεολογία και την πολιτική (σ. 27).
Καταλήγοντας, επισηµαίνει ότι «Ο κοµµουνισµός» του Μοσκώφ, «είναι ο πιο µεγάλος, ο πιο ρωµαλέος, ο πιο συγκροτηµένος µέσα στην ιστορία νόστος της Εκκλησίας», συµφωνώντας δηλαδή µ’ εκείνο το πρώιµο κείµενο του Ζουράρι στο Αντί (τχ. 216, 15.10.1982, σσ. 34-37). Το θέµα της στάσης της Αριστεράς απέναντι στην Ορθοδοξία σχολιάζει την ίδια περίοδο και το περιοδικό για το τραγούδι Ντέφι (τχ. 8, Αύγουστος-Σεπτέµβριος 1983, σ. 34- 39), µε αφορµή µια συζήτηση µε τους συντελεστές του περιοδικού Σύναξη.

Στο ανώνυµο εισαγωγικό σηµείωµα –κατά πάσα πιθανότητα συντάκτης του είναι ο Χρήστος Βακαλόπουλος–, επισηµαίνεται ότι η Ορθοδοξία έγινε θέµα της επικαιρότητας επειδή «Ο τύπος “τσίµπησε” σε δύο περιπτώσεις. Με τα τραγούδια, τις συνεντεύξεις και τα άρθρα των Σαββόπουλου, Μοσκώφ, Ζουράρι κ.ά. και µε την περίφηµη πια “υπόθεση Γιανναρά”». Και ακολουθεί λίγο παρακάτω το σχόλιο: «Δυστυχώς και πολλοί από τους ανένταχτους της Αριστεράς, που θεωρητικά τουλάχιστον έπρεπε να είναι πιο ανοιχτόµυαλοι, δεν κατάφεραν να διαφοροποιηθούν από το ΚΚΕ (που για λόγους πολιτικής σκοπιµότητας εµφανίζεται “ορθόδοξο” κατά της Ορθοδοξίας), και να µην ξεπέσουν πάλι στην χρεωκοπηµένη µέθοδο της αναδροµής σε µαρξιστικά σλόγκαν (αντί να εµβαθύνουν στην ουσία της µαρξιστικής θεωρίας) για να “εξηγήσουν” και να “αντιµετωπίσουν” το φαινόµενο, που δεν είναι –βέβαια– καθόλου νέο, όπως θέλει να το παρουσιάσει το πολιτικό µάρκετινγκ». Έντιµα το περιοδικό Ντέφι προτιµά, όπως δηλώνει, να µην «καταφύγει σε αυτοσχεδιασµούς και επιφανειακές κρίσεις» προκειµένου να συζητήσει για την Ορθοδοξία, αλλά να έρθει σε διάλογο µε τη ”Σύναξη” προκειµένου οι αναγνώστες του να αντιληφθούν «πλευρές του ζητήµατος που δεν είναι εύκολα ορατές, ιδιαίτερα κάτω από τα πυρά των δογµατικών που µε αφορισµούς και καταγγελίες µοιάζουν µε παπαδαριό της Αριστεράς».


Ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης ένα παιγνιώδες κείµενο του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου στις Τοµές, µε τίτλο «Οι επιστροφές της αριστεράς και η ευγενής συνέπεια της χριστιανοσύνης» (τχ. 88, Οκτώβριος-Δεκέµβριος 1983, σ. 3), στο οποίο φωτογραφίζονται
χωρίς να αναφέρονται ονοµαστικά οι πρωταγωνιστές της υπόθεσης και οι κεντρικοί άξονες σκέψης των νεοορθοδόξων:


«Κεραυνός εν αιθρία στα ανησυχούντως λιµνάζοντα ύδατα της φιλοσοφίας. Εισβολές, κατά πόσον αιφνίδιες αναζητείται ακόµη, ήρθαν να υπερθερµάνουν σύµπασα την αριστερά – γιατί περί αυτής ο λόγος. Ξέσπασε διάπυρος ο διάλογος µαρξισµού και χριστιανορθοδοξίας.

Χαράχτηκαν οροθετικές γραµµές κι αµφισβητήθηκαν κατόπιν, αλληλοδιεισδύσεις εντοπίστηκαν, συνενώσεις παντοειδείς διαπιστώθηκαν, όλα αυτά µε πάθος, ερωτικό και βίαιο συνάµα. Κρίση πανεπιστηµιακή και κρίση της αριστεράς· µοναχισµός και µοναδικότητα· όραµα εκστατικό και όραµα κοινωνικό. Δεν έλειψαν οι εν τοις ουρανοίς αναλήψεις –έστω δι’ αεροστάτου.
Εν αρχή ην η πολιτική ορθοδοξία –αλλέως πως υπαρκτός σοσιαλισµός. Η οποία και ανεκάλυψε ό,τι επιµελώς ξεχνούσε: Τη σηµασία των ιδιοµορφιών στην ιστορική εξέταση τουελληνικού χώρου (επί το χριστιανικότερον: σώµατος). Γοργά, ωστόσο, τους απέδωσε µοναδικό χαρακτήρα: Βιάστηκε να επιστρέψει εκεί που ήδη βρισκόταν: Μία είναι η ορθοδοξία θρησκευτική και πολιτική. Ανανεωτικώς αλαλάζων συµπορεύτηκε ο λόγος ο και θουκυδιδικός χρηµατίσας. Αποζητώντας σχέση επιθυµητική παρότρυνε σε αγωνιστικά έπη και αντιπαραθέσεις τιτάνειες· εισήγαγε την επανάσταση, µοναχικός προποµπός αυτός, εκεί που κανείς δεν την περίµενε κι οι περισσότεροι την είχανε ξεγράψει. Αµφότεροι οι διδάξαντες έθεσαν ως συνθήκη αναγκαία και ικανή της κοµµουνιστικής υπάρξεως, την αγάπη.

Η τελευταία αυτή, διακαώς εκινήθη µεταξύ ερωτισµού και πυρπολήσεων. Με σκοπό, απώτατο, να σωθούν οι ψυχές ηµών και υµών. Υπήρξαν, βεβαίως, και οι Μήλιοι που αντιστάθηκαν στους ποικιλότροπους ιµπεριαλισµούς· που διαφύλαξαν την επαναστατική καθαρότητα ως κόρην οφθαλµού. Ρίχτηκαν στα χαρτιά τους και βρήκαν τον Φρειδερίκο Ένγκελς µε τον Αντι-Ντύρινγκ του, την πρωτοπορία του Γιάννη Κορδάτου κι έναν ανοµολόγητο Λυσένκο. Ανασκάλεψαν οι Μήλιοί µας τα πάτρια εδάφη που τόσον καιρό τους πήρε ν’ αρνηθούν: Την οπιοδότρια θρησκεία, την αστική και προλεταριακή επιστήµη, το καπιταλιστικό και το σοσιαλιστικό στρατόπεδο.

Υπέγραψαν κατόπιν: Η κρίση της αριστεράς και γύρισαν σελίδα. Όσο για τους χριστιανούς –την πέτρα του σκανδάλου–, ξεµπέρδεψαν πολύ πιο εύκολα. Διακριτικά και µε ευγένεια στάθµευσαν σε όσα εξ αρχής θεµελίωσαν: Τη διά του
θεού σωτηρία (πρότειναν ασφαλώς την εν ζωή σάρκωσή του) – την πάνδηµη ένωση εντός του θείου. Ενδιάµεσα, στη διαδροµή, αποποιήθηκαν τη βδελυρή ιστορία των θεσµίων τους και στάθηκαν ενώπιοι ενωπίοις. […]».

Στο νέο τότε περιοδικό Το Δέντρο (τχ. 3, Δεκέµβριος 1983, σσ. 33-34), ο πεζογράφος Περικλής Σφυρίδης εκφράζει την αδυναµία του να καταλάβει τι πρεσβεύουν οι νεορθόδοξοι: «Νόµισα πως είµαι ανεπαρκής αλλά κι όσους άλλους ρώτησα αποδείχτηκαν εξίσου ανεπαρκείς µε µένα. Δεν είναι µόνο η ακαταλαβίστικη ορολογία ή το διπλό και τριπλό νόηµα που µπορεί να έχουν οι λέξεις, αλλά και το ξεχαρβάλωµα της σύνταξης, που κάνει τα γραφτά και τις κουβέντες τους ακατανόητα. Για παράδειγµα: “Εµείς οι κοµµουνιστές κι εµείς οι χριστιανοί ορθόδοξοι, είµαστε οι µόνοι, που είµαστε κύριοι της ελευθερίας µας, δηλαδή
υπεύθυνοι για την πλήρωση της κοινωνίας µας ή για την κένωση µέσα στην ερηµία µας” ο Ζουράρης. “Ο ελλαδικός άνθρωπος στην Ορθοδοξία διατυπώνει έτσι τον αρνητικό του νόστο ως ‘Ζώο Θεούµενο’ µέσα από το διάλογο του εγώ του µε το Άλλο, ως Ανταρσία ενάντια σε ένα είναι δίχως πρόσωπο –αφηγείται το καθολικό βίωµά του, τη διαδικασία ενσάρκωσης στο εγώ του, την πρόσκτηση µε ενοποιό τον εαυτό του γίγνεσθαι που µετουσιώνεται τώρα, µέσα από την ιστορία του, τη διάρκεια της Πράξης του, στο Εσύ και το Εµείς του καθολικευµένου Εγώ του” ο Κωστής Μοσκώφ στο περιοδικό Αντί.

Και αναρωτιέµαι:, συνεχίζει ο Σφυρίδης,
«Αν είναι πραγµατικά χριστιανοί γιατί δεν ακολουθούν το παράδειγµα Εκείνου που είπε τόσο σπουδαία πράγµατα µε τα πιο απλά λόγια; Αν πάλι είναι µαρξιστές γιατί δεν νοιάζονται για το λαό; Το λαό δεν τον ενδιαφέρει η σωτηρία της ψυχής του;».
Στο ίδιο θέµα θα επανέλθει δυο χρόνια αργότερα ο Τάσος Γουδέλης, ο οποίος σε άρθρο του µε τίτλο «Θλιµµένοι τροπικοί» στο Δέντρο (τχ. 14, Μάιος-Ιούνιος 1985, σ. 53-54) θα παρατηρήσει ότι «είναι εν πολλοίς αδύνατο να παρακολουθήσει ο µη “πεπαιδευµένος ελληνικά” τα νοήµατα που προτείνει η εκδοχή του “ελληνοκεντρισµού” αυτού». […] Μ’ αυτόν τον τρόπο η επιστράτευση της Ψυχανάλυσης π.χ. είναι άλλοθι και µεταµφίεση κενού, η δήθεν ιστορικότητα της έρευνας προπέτασµα καπνού, η κοινωνιολογική µατιά τυφλότητα. […] Αξίζει να επισηµανθεί απλώς, η όχι και τόσο σύγχρονη τάση µας να χρησιµοποιούµε βερµπαλιστικά και όχι “αθώα” την γλώσσα της σκέψης προηγµένων πολιτισµών και µέσω αυτής να επιχειρούµε αλχηµιστικά την προβολή ως αποκαλυπτικού του αυταπόδεικτου. […]». Ουσιαστικά εδώ ο Γουδέλης, πέρα απ’ το θέµα της ορολογίας που ενδιαφέρει φυσικά ένα λογοτεχνικό περιοδικό, επιστρέφει την κατηγορία του µεταπρατισµού στους νεορθοδόξους επισηµαίνοντας ότι και αυτοί κάνουν το ίδιο, και τους προσάπτει την κατηγορία του «ελληνοκεντρισµού», εν µέρει µε την έννοια, νοµίζω, του εθνικισµού. Πράγµατι, οι νεοορθόδοξοι θα χαρακτηριστούν από αρκετούς στη συνέχεια ως εθνικιστές, παρά το γεγονός ότι αυτή την περίοδο δεν κάνουν τίποτε άλλο απ’ το να συνδέουν την ελληνικότητα µε την
Ορθοδοξία.

Ο Διον. Σαββόπουλος και το πρόπλασμα του μύθου για τη «δήλωση Κίσινγκερ» |  Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία
Διονύσης Σαββόπουλος


Αργοπορηµένα στην Πολιτιστική (τχ. 22, Αύγουστος 1985, σ. 6-7) επανέρχεται το θέµα, σε άρθρο µε τίτλο «Ο νεοσκοταδισµός του Κ. Μοσκώφ». Σε αυτό οι Μοσκώφ, Γεωργουσόπουλος, Γιανναράς, Ζουράρις και Σαββόπουλος θεωρούνται συντηρητικοί και
αντιδραστικοί, ενώ ανασύρεται και παλαιότερο άρθρο του Δηµήτρη Σαρλή από τον Ριζοσπάστη («Διάλογος ναι, αλλά για τι;», 6.11.1983, σ. 3) προκειµένου να αποδειχθεί στους ιδεολογικά οµόφρονες ότι οι παραπάνω έχουν προ πολλού αποκηρυχθεί από την Αριστερά. Παρατίθενται εκτενή αποσπάσµατα από το άρθρο του Σαρλή, στα οποία τονίζεται ότι «η τέτοια ερµηνεία της παράδοσης [εν. «µε θρησκευτικο-θεολογικό περιεχόµενο»] δεν έχει καµιά απολύτως σχέση µε την ταξική θεώρηση των πραγµάτων», ενώ στην αντικρινή σελίδα (σ. 7), υπό τον τίτλο «Ο επιστηµονικός λόγος και η σιγή των σκοταδιστών», επανέρχεται το θέµα της εκλογής του Γιανναρά στην Πάντειο Σχολή Πολιτικών Επιστηµών, µε αναφορά στο άρθρο του Αύγουστου Μπαγιόνα µε τίτλο «Ο νεοσκοταδισµός στη φιλοσοφία», που είχε δηµοσιευτεί σε προηγούµενο τεύχος του περιοδικού (τχ. 18, σ. 24-35).


Κλείνοντας να επισηµάνουµε τα εξής:
Ανταποκρινόµενοι στο αίτηµα της εποχής αλλά και συνεχίζοντας τις αναζητήσεις της θεολογίας του 60, οι «νεορθόδοξοι» έφεραν στις αρχές της δεκαετίας του 1980 µια φρέσκια µατιά κι ένα νέο λεξιλόγιο, προώθησαν τον διάλογο της θεολογίας µε την Αριστερά και ευρύτερα µε την πολιτική, έστρεψαν την έρευνα στην παράδοση και στον κοινοτισµό, αντιτάχθηκαν στον δυτικό µοντέλο ύπαρξης εξιδανικεύοντας την καθ’ ηµάς Ανατολή. Η απήχησή τους στον εκκλησιαστικό χώρο ήταν περιορισµένη (µε απόλυτα εχθρική την συντηρητική/φονταµενταλιστική πλευρά του), επηρεάζοντας αποκλειστικά σχεδόν το λογιότερο µέρος του, όµως άσκησαν σηµαντική και διαρκώς αυξανόµενη επιρροή στην θεολογική σκέψη, η οποία ακόµα και σήµερα αντλεί ιδέες από αυτούς. Οπωσδήποτε, το γεγονός ότι η νεοορθοδοξία υπήρξε, εκτός από θεολογικό, φιλοσοφικό και πολιτικό ρεύµα
σκέψης, ένα καθαρά µηντιακό φαινόµενο έπαιξε ιδιαίτερο ρόλο στην προώθηση και καθιέρωση πολλών από τις βασικές θέσεις της στον δηµόσιο λόγο.


Όσον αφορά το πολιτικό κοµµάτι, η περίοδος της συνύπαρξης ορισµένων µαρξιστών µε κάποιους χριστιανούς µπορεί να θεωρηθεί ως η κατεξοχήν άνοιξη της ελληνικής αριστεράς, µε την έννοια ότι η τελευταία εξήλθε απ’ τους στενούς κοµµατικούς της ορίζοντες και η θεωρητική της σκέψη συνδιαλέχθηκε απροκατάληπτα και εποικοδοµητικά µε θύραθεν και, µάλιστα, µε απεχθείς µέχρι πρότινος γι’ αυτήν χώρους. Από τα περιοδικά λόγου και στοχασµού οι νεορθόδοξοι αντιµετωπίστηκαν µε αρκετή ειρωνεία και κυρίως αρνητικά, όχι µόνο γιατί για την κοµµατική τους ορθοδοξία ένας τέτοιος διάλογος ήταν αδιανόητος, αλλά
γιατί η ελλιπής θεολογική και φιλοσοφική τους παιδεία καθιστούσε το µεγαλύτερο µέρος των αρθρογράφων τους ανεπαρκή συζητητή µε αυτό το ρεύµα σκέψης. Θα έλεγα ότι η παρατηρούµενη αυτή την περίοδο διαθεσιµότητα του Αντί, έστω κι αν υφίσταται υπό όρους, είναι ενδεικτική της ανοιχτότητας αυτού του περιοδικού απέναντι στο καινούργιο.

Βιβλιογραφία
Αγόρας Κωνσταντίνος: «Φύση και πρόσωπο, ιστορία και έσχατα στον Περγάµου Ιωάννη
(Ζηζιούλα) και τον Χρήστο Γιανναρά. Ευχαριστιακή ερµηνευτική και πολιτισµική
ερµηνευτική στη θεολογία». Στο: Καλαϊτζίδης Π., Παπαθανασίου Θ.Ν., Αµπατζίδης Θ.
(επιµ.), Αναταράξεις στη µεταπολεµική θεολογία. Η θεολογία του ’60». Αθήνα: Ίνδικτος
2009, 165-233.

Αθανασοπούλου Κυπρίου, Σπυριδούλα: «Η ελληνορθοδοξία των νεορθοδόξων». Στο:
Ορθοδοξία, έθνος και ιδεολογία. Επιστηµονική ηµερίδα της Σχολής Μωραΐτη (7
Σεπτεµβρίου 2005). Αθήνα: Σχολή Μωραΐτη 2007, 49-55.


Αµπατζίδης, Θεόφιλος: «Αντί εισαγωγής: Από την κίνηση της “Ζωής” στη θεολογική
αναγέννηση του ’60 – Μια κριτική µατιά». Στο: Καλαϊτζίδης Π., Παπαθανασίου Θ.Ν.,
Αµπατζίδης Θ. (επιµ.), Αναταράξεις στη µεταπολεµική θεολογία. Η θεολογία του ’60».
Αθήνα: Ίνδικτος 2009, 17-51.


Αργυρόπουλος, Ανδρέας Χ.: Χριστιανοί και πολιτική δράση κατά την περίοδο της δικτατορίας
(1967-1974)
. Αθήνα: Ψηφίδα 2004.


Γέφτιτς Αθανάσιος, Μεταλληνός Γεώργιος, Ελευθερίου Λεφτέρης, Ζουράρις Κώστας, Ράµφος Στέλιος: Ορθοδοξία και Μαρξισµός. Αθήνα: Ακρίτας 1984.


Γιανναράς, Χρήστος: Τα καθ’ εαυτόν. Αθήνα: Ίκαρος 1995.


Γιανναράς, Χρήστος: «Επετειακή αναδροµή». Καθηµερινή, 18.11.2007.


Γκότσης, Γιώργος Ν.: Θρησκεία, νεωτερικότητα και σύγχρονη πολιτισµική ταυτότητα. Αθήνα Κοµοτηνή: Αντ. Ν. Σάκκουλας 1996.


Hanf, Th.: «The sacred marker. Religion, communalism and nationalism». Social Compass
41/1 (1994): 9-20).


Κασιούρας Δηµήτρης: Γ., Μαρξισµός και νεοορθόδοξοι. Μερικές σκέψεις γύρω από µια
συζήτηση
. Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή 1986.


Κοροπούλης, Γιώργος: «Σκέψεις ενός σχολιαστή που αυτολογοκρίθηκε (πάλι)». Η Αυγή,
14.4.2009.


Μουζέλης Ν.: «Διαφωτισµός και νέο-Ορθοδοξία». Κοινωνία Πολιτών 7 (2001).


Φωτόπουλος, Τάκης: «Αυτονοµία και νεο-ορθοδοξία». Ελευθεροτυπία, 5.11.1994.

https://www.eens.org/EENS_congresses/2014/angelis_dimitris.pdf

, , , , , ,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.